ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Το πεινασμένο κοράκι

*

ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΚΟΡΑΚΙ

Ο Σώτος ο γιδοβοσκός και η Γατσού* του Φάνη
πήγαμ’ οι τρεις μας εκδρομή στου Ντούλα το Στεφάνι.**
Εκεί ο Τόμας Έλιοτ μας πήρε στην αυλή του
κι ανέκδοτα μας έλεγε απ’ την εδώ ζωή του.
Που πήγε να καθρεφτιστεί μες τον κουβά της Νίνας
Κ’ είδε αντίς τη φάτσα του κάποιο σοφό της Κίνας.
Για δείπνο τον καλέσαμε. Ήρθε κι ο Καραγκιόζης.
Γουστάρω την παρέα τους. — «Κοράκι γιατί κρώζεις
πένθιμα εκεί στον πάσσαλο του φράχτη καθισμένο;»
«Γιατ’ είστε όλοι αθάνατοι, κι εγώ ειμαι πεινασμένο».

*Είναι η γάτα του Θεσσαλονικιού φίλου μου Θεοφάνη Σβε, που εγώ τη βάφτισα.
** Όταν οι Τούρκοι ήρθαν στο Πυργί για το παιδομάζωμα, οι πρόκριτοι έκρυψαν τα δικά τους παιδιά κι έδωσαν τον Ντούλα, τον γιό της χήρας. Ο Ντούλας έγινε αξιωματικός των Γενιτσάρων και, δεκαπέντε χρόνια μετά, γύρισε με στράτευμα στο χωριό του. Μάζεψε όσους ήσαν από 18 χρονώ κι επάνω και τους έριξε στον μεγάλο γκρεμό, πάνω από τον Ζέρβα, παραπόταμο του Αχελώου.

~.~

ΛΕΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ:

Να ’κανα ένα ποίημα…, πολύ το θέλω Γιάννη…
Στον άλλο κόσμο οι ποιητές γιορτή να ’χουνε κάνει
και ο Κικέρων να ρωτά «Πώς κι έτσι μωρ’ αδέρφια;»
«Τον Υφαντή προσμένουμε, γι’ αυτό κι έχουμε κέφια».

~.~

ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, σχολαστικός εγίνη,
κι από ’να φόβο απόκρυφο τους άξιους αφήνει
παράμερα, κι ο φθόνος του, τους μόνους που εγκρίνει
είν’ όσοι γνώρισαν μ’ αυτόν τα ίδια μεγαλεία
και τη ζωή τους πέρασαν μες στα νεκροτομεία.

~.~

ΠΟΛΕΙΣ ΠΟΤΑΜΩΝ

Φλώρινα, Φλωρεντία, Σόφια, Κάιρο,
Παρίσι, Σκόπια, Φιλιππούπολη, Λονδίνο, Μόναχο,
Πετρούπολη, Βιέννη, Μπραντισλάβα, Σπάρτη, Ρώμη,
Βουδαπέστη, Βαβυλώνα, Βερολίνο, Βελιγράδι, Πράγα,
Κίεβο, Ισφαχάν, Δελχί, Μπουένος Άιρες, Σαν Πάολο,
Βαγδάτη, Τόκυο, Χόγκ Κόγκ, Μαδρίτη,
Βαρσοβία, Μόσχα, Λισσαβώνα,
Ουρανός.

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Λεωνίδας ο Ταραντίνος, Επιγράμματα

*

Ο Κλείτωνας ο ξωμάχος, ο βουκόλος Θηρίμαχος, ο Θήρις ο μαραγκός κι ο άλλος ο Θήρις, ο ψαράς, και ο συντεχνίτης του ο γερο-Ολπάς… Εργάτες, αγρότες, βιοπαλαιστές που μετρούν στη ράχη τους ογδόντα κι ενενήντα χρόνια, που θύουν τα εργαλεία τους στους θεούς όταν πια το γήρας τούς παίρνει το κουράγιο να συνεχίζουν τη δουλειά ή που πεθαίνουν μονάχοι κάτω από μια βελανιδιά ή στο φτωχοκάλυβό τους…

Σπανίως, πολύ σπανίως η ποίηση αξιώθηκε να εκφράσει με τέτοια ευγένεια, με τόση δύναμη, προ πάντων όμως με τόση απέραντη τρυφερότητα αυτές τις ταπεινές εικόνες του βίου του καθημερινού, του αλαμπούς, του σχεδόν ανεπαίσθητου για όλους τους άλλους, όπως το κατόρθωσε ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος από τα βάθη του 3ου προχριστιανικού αιώνα. Σκέφτομαι τώρα τον κυρ Αλέξανδρο, τον Λάμπρο Πορφύρα, τον Μιλτιάδη Μαλακάση, τον Τέλλο Άγρα – πόσο κοντά στη νεοελληνική ζωή που εκείνοι μνημείωσαν, στάθηκε ο Σικελιώτης ομότεχνός τους. Λες και δεν κύλησαν τόσες και τόσες εκατονταετίες…

«Πτωχότατος και μελαγχολικός, έγινεν ο ποιητής του προλεταριάτου», έγραψε για τον Λεωνίδα ο Σίμος Μενάρδος, που στον Στέφανό του μας μετέφρασε εξαίσια λιγοστά από τα επιγράμματά του. Δεν θέλει πολλά ο ποιητής για να δείξει ανάστημα. Ούτε ο μεταφραστής επομένως. Τόσα φτάνουν. – ΚΚ

* * * (περισσότερα…)

Η ματιά της Αντιγόνης

*

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΑΠΟΨΕ

Μέσα από τις κουρτίνες που ανεμίζουν
ακούω και βλέπω να ζυγώνει –θόρυβος
πολύς!– το ταίρι κι η κλεψύδρα της ζωής·
κι από το δάπεδο η αφή
και μυρωδιές με την κρυφή,
κανείς σας που δεν ξέρει, προσευχή
εκτός από… Κι αυτό το γέλιο που με κομματιάζει

κι αυτό το δάκρυ, νέα συναρμογή
και ξέρεις, είπες, πρέπει να χαμογελάμε
κι ας ξέχασες να κλείσεις τον διακόπτη
κι η βρύση ας στάζει –ξέρω πως νυστάζει
το καθαρό σου βλέμμα· λίγο ακόμα–
αυτό και τίποτα άλλο: «η βρύση ας στάζει»
κι αποκοιμήθηκες στην αγκαλιά μου.

Σ’ ευχαριστώ που μίλησες για την αγάπη απόψε.

~.~

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Δωροδοκεί τον Χρόνο
με τα χρυσά μαλλιά της
με αντάλλαγμα οξυγόνο.

Σαν ένα περιδέραιο
ακάματης αξίας
ο φόβος διακοσμεί τον τράχηλό του.

Φιλοτεχνούν το τέλος τους
κάθε στιγμή που υπάρχουν
κι αφήνουν μια πηγαία κραυγή·
«απόδειξη πως ήμουνα κι εγώ πάνω στη γη».

~.~

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΕΝ ΘΗΒΑΙΣ

Να τος! Ψηλός, πλατύστερνος ο Κρέων·
της εξουσίας θύμα, της αρχής ο θύτης
αρρενωπός μέχρι να δύσει ο ήλιος
και μια ανιψιά τού βγάλει γλώσσα. Μα για στάσου,
ποιος από σας μπορεί να διώξει το χτικιό;
Ω Κρέων, Κρέων, σώσε μας κι αφού το κάνεις
φύγε. Θα συζητιέται για πολύ θαρρώ
εκείνο το αναπόφευκτο Κακό – «πολιτικό»
κατά πώς λέμε εμείς. Τι χάος, τι φριχτή εποχή·
ένα κορίτσι τρομαγμένο, το άλλο σ’ αψηφά
και τούτο το νεκρό κορμί να συμβολίζει
ποιος ξέρει τι και ποιος γιατί… Σταθείτε εδώ,
το πλήθος που βουβά τσιρίζει και κοιτά·
εδώ και τώρα θέλουμε προβλήματα και λύσεις!

Αντάρα φοβερή σας έχει βρει.
Προσέξτε τη ματιά της Αντιγόνης
την εμμονή στον πόθο τον κρυφό της·
τιμή, δικαιοσύνη
–ή μάλλον όχι· αγάπη, μόνο αγάπη–
για τον νεκρό αδελφό της.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

 

 

 

«Τρεις εναντίον ενός» και άλλα σονέτα

*

ΣΤΑΓΟΝΑ

Μονάχα η θάλασσα του διάβρωνε τη θλίψη·
στο τραύμα το αίμα τού το ξέραινε τ’ αλάτι.
Ξάπλωνε το κορμί του στη νερένια πλάτη·
ήξερε· κείνη δεν θα τον εγκαταλείψει…

Παιδί ερωτεύτηκε το βότσαλο, το φύκι
την αχιβάδα που ανοιγόκλεινε τα χείλη·
το λάγνο κάλεσμα στο ξύπνημα του Απρίλη:
«Δώς’ μου τα μάτια σου να πλύνω από τη φρίκη…»

Εκεί τ’ ακούμπαγε τα μαύρα μυστικά του
κι αυτή τον βάφτιζε πάλι άνθρωπο· και πάλι·
και τού ’παιρνε μέχρι τον φόβο του θανάτου!

‘Ώσπου μία μέρα, μια μορφή στην υγρή αγκάλη·
ήταν του Αλέξανδρου του βασιλιά η γοργόνα!
Τα χέρια του άπλωσε και γίνηκε σταγόνα…

~.~

(περισσότερα…)

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Ταπεινοῦ ἢ Ὅλα Ἐπιτρέπονται

*

Σᾶς καλωσορίζουμε ὅλους, ὅλες καὶ ὅλα
ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, σ.ἔ. 2024

Δῶσε, θεέ μου, πρὶν νὰ φύγω νὰ τὶς δῶ
τὶς τουαλέτες μὲ τὸ ΟΛΟΙ, ΟΛΕΣ κι ΟΛΑ
ποὺ δικαιώνουν τόσα χρόνια ὀνειροπόλα
νὰ πῶ πὼς ἄσκοπα δὲν ἔφτασα ὣς ἐδῶ.

Ξεπεταρούδι σὰν νὰ γλυκοκελαδῶ
τὰ φοιτητὰ καθὼς περνοῦν τ’ ἀραξοβόλα
σὲ μιὰ Κατάληψη ἀτέλειωτη ἡ γαμιόλα
ποὺ θὰ τὴν ζήλευε ὣς κι αὐτὸς ὁ ἐξαπεδῶ.

Γιὰ μιὰ φορὰ ν’ ἀφήσω τὸν Ἑσπερινό,
στὰ μασελάκια τὰ δυὸ δόντια μου νὰ κρύψω
καὶ νά ’μαι πάλι στὸ σινὲ Χειμερινὸ

στὴν τρίτη πόρτα μὲ τὸ ΟΛΑ του νὰ στρίψω
μὴν καὶ τὴν πέσω σὲ ξεμείνη μαῦρο κρῖνο
ὅσο ἀπὸ σφᾶλμα παίζει ἀκόμη τὸ κλαρῖνο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὴ σειρὰ
Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

*

*

*

Τις νύχτες που κατεβαίνουμε στα όνειρα

Φωτογραφία από την παράσταση Τις νύχτες που κατεβαίνω στα όνειρα, που βασίστηκε στην ποίηση της Ελένης Μαρινάκη (Σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, Θέατρο Κυδωνία, Ιούνιος 2006).

~.~

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

we are such stuff as dreams are made on…
ΣΑΙΞΠΗΡ, Τρικυμία

Επιλέγω συνειδητά να ξεκινήσω τη μικρή μου παρέμβαση με τα λόγια του Πρόσπερου από το κλείσιμο του έργου Τρικυμία του Σαίξπηρ, καθώς αισθάνομαι πως πέρα από την ποιητική τους αξία που περιγράφει εύστοχα την ευθραυστότητα της ζωής μας στο κύλισμα του χρόνου, απεικονίζουν παράλληλα και με τον καλύτερο τρόπο την μοναδικότητα, την ειδοποιό διαφορά και ιδιοσυγκρασία της ποίησης της αγαπητής φίλης και σημαντικής λογοτέχνιδος Ελένης Μαρινάκη, για χάρη της οποίας μαζευτήκαμε όλοι εμείς σήμερα εδώ για να τιμήσουμε την μακρόχρονη ενασχόλησή της με τον ποιητικό λόγο.

Βεβαίως δεν είμαι φιλόλογος για να αναλύσω εδώ διεξοδικά το σημαντικό έργο της ποιήτριας και να τεκμηριώσω τα λεγόμενά μου, αλλά δεν είναι κι αυτός ο σκοπός μου. Μιλώ περισσότερο ως άνθρωπος του θεάτρου, διαισθητικά, ως ένας σκηνοθέτης που γοητεύτηκε από τους στίχους της και θέλησε κάποτε να συναντηθεί μαζί τους σε μια σκηνική περιπέτεια που ακόμα και σήμερα αισθάνομαι μέσα μου ζωντανό το αποτύπωμά της. (περισσότερα…)

Εαρινό

*

Μικρές σκιές φτεροκοπούν στον τοίχο:
πουλιά, που πέρα απ’ τα παράθυρα πετάνε
και αχόρταγα στην κάμαρα στοιβάζει
η καταιγίδα του φωτός τ’ αρνητικά τους.
Μια πέτρα συγκρατεί σονέτα του Πετράρχη
γραμμένα όπως τα θυμόμουν, από στήθους,
με μια βυζαντινή καλλιγραφία κι έτσι
καθώς φυσά στη λιμνοθάλασσα της μνήμης
φέρνει το κύμα ήχους από μάχες:
μνήμη από μάχες τον μήνα του Μάρτη
και οι σκέψεις ζητούν, τι απομένει στον χάρτη
αυτού του κάμπου των απέραντων καιρών που βρίθει
βάλτους με αίμα και άνθρωπο: μόνο
με την καρδιά του ανθρώπου. Νυχτώνει.
Οι χρονοβόροι πλάτανοι επιμένουν να πλουμίζουν
τις φυλλωσιές· το φθισικό φεγγάρι
βαραίνει, μοιάζει έτοιμο να πέσει
κι ένα άστρο ακλόνητο σιμά του, ειρωνεύεται.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ

*

*

*

Έρχεται το «Ποιητόμετρο»!

*

Πρόκειται για ένα εντελώς νέο («εκπληκτικό», όπως το χαρακτηρίζουν οι δημιουργοί του) λογισμικό, βασισμένο σε αλγοριθμικό γλωσσικό μοντέλο Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence), το οποίο ως πρωτοποριακή μετεξέλιξη του κώδικα GPT-2 παρουσιάζεται ως δυνάμενο όχι μόνο ν’ αξιολογήσει «με απόλυτη ακρίβεια ένα ποίημα», αλλά και να τεκμηριώσει την κριτική του αξιολόγηση «με το ανάλογο σκεπτικό».

Στο πλαίσιο της ενασχόλησής του με την Τεχνητή Νοημοσύνη, για την οποία ετοιμάζουμε ειδικό αφιέρωμα, και για την οποία έχουμε ήδη δημοσιεύσει πληθώρα κειμένων, το Νέο Πλανόδιον συμμετέχει στο πείραμα, που θα πραγματοποιηθεί στις 21 Μαρτίου 2024, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Προς τούτο λάβαμε, και αποδεχτήκαμε, σχετική πρόκληση από την Microsoft προκειμένου να εκπροσωπήσουμε τον ελληνικό λογοτεχνικό τύπο εντασσόμενοι στο παγκόσμιο δίκτυο των ιστοτόπων που θα πρωτοχρησιμοποιήσουν το εν λόγω πρόγραμμα. Όπως μας πληροφόρησε η αμερικανική εταιρεία, βασικό κριτήριο της επιλογής του Νέου Πλανόδιου, πέρα από την οικειότητά του με την θεματική της Τεχνητής Νοημοσύνης, είναι η μεγάλη επισκεψιμότητα του ιστοτόπου μας, η οποία τον φέρνει στη πρώτη, και με διαφορά, θέση μεταξύ των ομόθεμων ελληνικών διαδικτυακών περιοδικών.

Σημειώνεται ότι το «Ποιητόμετρο» (Poetmeter, ονομασία εργασίας που ίσως μεταβληθεί όταν το πρόγραμμα δοθεί προς εμπορική εκμετάλλευση), εκτός από το να κρίνει μεμονωμένα κάποιο ποίημα ή το έργο ενός ποιητή ή να συγκρίνει ποιητές μεταξύ τους, λαμβάνει υπ’ όψιν κάθε είδους δεδομένο (όπως την κατάταξη σε λογοτεχνικές γενεές, τη χρήση του λεξιλογίου, τον βαθμό πρωτοτυπίας κ.λπ.), έχει δε «την δυνατότητα να εντοπίζει επιρροές, μνείες και κρυπτομνησίες» και να κατατάσσει τους δημιουργούς αξιολογικά, «κατ’ αύξοντα αριθμό σε παγκόσμια κλίμακα».

Το Νέο Πλανόδιον, πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί εμφατικά, αντιμετωπίζει με πολλές επιφυλάξεις τις άγαν ενθουσιώδεις δηλώσεις των κατασκευαστών του Poetmeter. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι αν η επαγγελία τους αποδειχθεί αληθινή, είναι προφανές ότι, στο πεδίο του ποιητικού λόγου, από τούδε και στο εξής τίποτα δεν θα είναι το ίδιο.

*

*

*

Η αχλή

*

ΤΑ ΔΥΟ ΣΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Το αγαπημένο πρόσωπό του εγώ
καθώς ξοδεύομαι με λύπη περισσή
εδώ, θυμάμαι –και ταράσσομαι–
τα δύο σώματα του βασιλιά.

Στην απαλή του κλίνη, στα κυνήγια
και στης ρητορικής τους άξιους αγώνες
σαν φτερωτός θεός ανακαλώ
πώς σούφρωνε, πώς κούναγε τα δυο του χείλη
προστάζοντας και τέρποντας τον ποθητό λαό.

Κι όταν οι βάρβαροι μας έκρυψαν τον ήλιο
όλοι βρεθήκαμε σφιχτοδεμένοι στον ναό
κι ήταν η σάρκα του νοητή κι ήταν τα χείλη του…

Ή μήπως τα γυρίζω μες στης μνήμης τον τροχό

το αγαπημένο πρόσωπό του εγώ;
Εύθραυστα κόκαλα και τα αίματα
που αδίστακτα ποτίσατε τη γη
μιλήστε, σας εκλιπαρώ· τι απέγιναν
τα δύο σώματα του βασιλιά; (περισσότερα…)

Παρατηρήσεις μπροστά στον Υμηττό

*

1 . Πρωινή ομίχλη
στη μικρή χαράδρα.
Βαδίζω. Μπαίνει ο Μάρτης.

2 . Υγρή νύχτα.
Το ζωάκι βγήκε βόλτα.
— Βρε σαλιγκάρι!

3 . Μια πεταλούδα
κεντάει με χρώμα
του κήπου τον αέρα.

4 . Φωλιές για τον πρωινό ήλιο
– και του απογεύματος.
Γάτες… Υπομονή χορτάρι.

5 . Του γάτου η ουρά
παίζει με τα στάχυα.
Κρεβάτι μεσ’ στο πράσινο.

6 . Στη θηλή της γάτας
πιτσιλιές από γάλα.
Την αγγίζουν τα χόρτα.

7. Μέσ’ στο στάχυ
μασουλάει η γάτα
γλυκά σποράκια.

8 . Βροχή δυο μέρες.
Χτυπημένα στη λάσπη
στάχυα από βρώμη. (περισσότερα…)

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Επτά ποιήματα

*

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

κάνουν τον θάνατο παιχνιδι τους
Παίζουν συνηθως κλέφτες κι αστυνόμους, παριστάνουν
τον γιατρό,
φυτεύουνε στα χώματα σταυρούς, ανάβουν στρακαστρούκες

γιατί δεν ξέρουν πως αυτός ζητιάνος καθε μέρα
γίνεται
Παιρνει ό,τι του προσφέρεις
Μια μαύρη γατα φαίνεται στην στροφή
Τώρα η μακριά γαϊδούρα, περνά με δεκανίκια.

~.~

(περισσότερα…)

Άλλες Οδύσσειες

*

Ι. Πάνω σ’ ένα ξένο Άσμα

Ξεκινήσαμε τα ξημερώματα
ή μάλλον στα τρίσβαθα της νύχτας
κι ο ήλιος –μεσημέρι καθώς ήταν–
καψάλιζε τις πλάτες. Και λίγο λίγο
κοκκίνησαν τα δέρματα και μοιάζαμε
με τους δαρμένους δούλους
που αφήσαμε ξοπίσω.

Κάποια στιγμή για ν’ αποδιώξουμε τη θλίψη
σκεφτήκαμε να πούμε τι θα κάναμε
όταν γυρίζαμε στα σπίτια – τι ελπίζαμε
να ξαναγεννηθούμε.

Κι ο πρώτος είπε ας φτάσουμε και βλέπω,
ο δεύτερος νοστάλγησε τον πόλεμο
καθώς μέσα του είχε αλλάξει
κι ο τρίτος, εγώ εκείνος δηλαδή,
ευχήθηκα ν’ αναπαυθώ στον θρόνο. (περισσότερα…)