*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 3 / 4 ]
Πρώτο και Δεύτερο Μέρος
~.~
Η μετάφραση του Σίμου Μενάρδου
Η πιο γνωστή και ευχερώς κυκλοφορούσα (και διαδικτυακώς πλέον) μετάφραση του επύλλιου του Μουσαίου, δικαίως και παναξίως παραμένει αυτή του Σίμου Μενάρδου. Ο κυπριακής καταγωγής Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στην Οξφόρδη και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ου μην και στο King’s College και το Cambridge, όπου δίδαξε για ένα έτος νεοελληνική ποίηση, και ακαδημαϊκός, πέραν της εμβριθούς φιλολογικής και λογοτεχνικής του κατάρτισης («από του Ομήρου μέχρι του Παλαμά») επέδειξε κι ένα ιδιαίτερο τάλαντο ξεχωριστής ποιητικής ευαισθησίας και δημιουργικότητας. Πέραν των όσων προσωπικών ποιητικών έργων κατέλιπε, μας άφησε τον Στέφανο (Ι. Σιδέρης, 1924), τις μεταφράσεις αρχαίας και ύστερης ―λυρικής επί το πλείστον― ελληνικής ποίησης, και μάλιστα δυσμετάφραστων τμημάτων, που σώζονται κυρίως αποσπασματικά, όπως είχε επισημάνει ο Συκουτρής. Για το έργο του αυτό επαινέθηκε όχι μόνο από τον Συκουτρή, αλλά και από τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής του. Το έργο παρουσίασαν εγκωμιαστικά ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Σκίπης, ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς μεταξύ άλλων. Ευκαιρίας δοθείσης, θα ήθελα να εκφράσω εδώ τη βαθύτατη λύπη μου που δεν ευοδώθηκε ο αρχικός σχεδιασμός του να κυκλοφορήσει και δεύτερο τόμο των μεταφράσεών του που όπως είχε προαναγγελθεί περιλάμβανε εκλογές «εκατόν ποιητών και ποιημάτων από τη χιλιετή ελληνοχριστιανικήν αυτοκρατορίαν». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τουλάχιστον η γνώση και η επαφή ενός ευρέος κοινού (ου μην και ποιητών φευ, μα και διανοουμένων) θα είχε ζωογόνα εμπλουτιστεί με μία ακόμη σχεδόν άγνωστη κι απροσπέλαστη χιλιόχρονη ελληνική ποιητική παράδοση.
Την μετάφραση του Μουσαίου πρωτοδημοσίευσε σε δύο μερικά αποσπάσματα, το πρώτο στα Παναθήναια, έτος Δ΄. τχ. 78 (31 Δεκ. 1903), σ. 166-169, και το δεύτερο στο περιοδικό Ακρίτας, έτος Β΄, τ. Γ΄, τχ. 22-23 (Ιούν.-Ιούλ. 1905), σ. 140-143. Η πρώτη σύνολη και αυτοτελής έκδοση της μετάφρασης του έργου του Μουσαίου έγινε το 1911 (εκδ. Φέξης). Είναι ενδεικτικό για τον τρόπο και τον χαρακτήρα της εργασίας του τα όσα διαλαμβάνονται στο εισαγωγικό σημείωμά του:
«Το ύφος ενθυμίζει κάπου τα κρητικά και κυπριώτικα τραγούδια· αλλά ο σημερινός στιχουργός νομίζει ότι έπρεπε κάπως να μιμηθή τα παλαιά δημοτικά μας έπη, αφ’ ου και ο ποιητής εμιμήθη τόσον πολύ τα ομηρικά. Εχρειάζετο κάποιος τρόπος ανάλογος, δια ν’ αποδοθή οπωσδήποτε η τέχνη του Μουσαίου».
Εκδόθηκε ξανά μαζί με το σύνολο των μεταφράσεών του της αρχαίας και ύστερης ελληνικής ποίησης το 1924 (εκδ. Ι. Σιδέρης) και πάλι το 1971 (εκδ. Δίφρος). Η αξιοθαύμαστη και ποιητικότατη γλωσσική μετάπλαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης στη νεώτερη δημιοτκή γλώσσα αξιώθηκε και την ποιητική της εξύμνιση από τον Κωστή Παλαμά, που θαυμαστικά τον αναφέρει ως μεταφραστή και του Ομήρου και του Μουσαίου:
Στὸ Σίμο Μενάρδο
Καὶ τοῦ Ὁμήρου φωνὴ καὶ τοῦ Μουσαίου!
Ποίημα καινούριο ὁ στίχος σου τὴν κάνει,
καὶ τοῦ παρνασσικοῦ χοροῦ τοῦ ἀρχαίου
τοῦ φορεῖς δροσοστάλαχτο στεφάνι.
Τῆς τιμῆς τὸ χαιρέτισμα τὸ φέρνεις
καὶ στοῦ καιροῦ τοῦ νέου μας τὸ λυράρη,
καὶ τὴν καρδιά σου ἀδίσταχτα τὴ γέρνεις
φῶς ἱλαρὸ στοῦ ταπεινοῦ τὴ χάρη.
Στοὺς ποὺ ζοῦμε καιροὺς τί τάχα μένει
ποὺ νὰ στέκεται πιὸ ἄξιο στὴ ζωή;
Ποιός ξέρει! Μπορεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εὐφραίνει
τ’ ὄνειρο τῆς Πολύμνιας ἡ πνοή.
~•~
Όπως σημειώνει κι ο γιος του Μενάρδου Γεώργιος, που επιμελήθηκε την τελευταία μεταθάνατια έκδοση του Στεφάνου, ο Σίμος Μενάρδος «εδιόρθωνε αδιακόπως τα κείμενά του». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετάφραση του Μουσαίου, καθώς μια αντιβολή ήδη των πρώτων αποσπασματικών μεταφρασμάτων με την πρώτη αυτοτελή έκδοση και με την πρώτη έκδοση του Στεφάνου φανερώνει τις απανωτές διορθωτικές παρεμβάσεις του πατρός Μενάρδου. Οπότε, δικαίως θαρρώ πως υποχρεούμαστε εδώ να ακολουθήσουμε το κείμενο όπως μας παραδίδεται στην τελευταία, μεταθανάτια έκδοση του 1971, επειδή ακριβώς ενσωματώνει τις τελικές ―και σίγουρα τις πλέον κατασταλαγμένες― διορθώσεις και αλλαγές του μεταφραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μακρά εκδοτική πορεία τριών προηγούμενων δημοσιεύσεων. (περισσότερα…)



