ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Τα λυρικά της αγωνίας

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΑΝΤΟ ΤΙΧΟΜΙΡ

~.~

ε΄

Συσσίτιο και προσμονή.
Κι όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην πατρίδα.
Μέσα στις τσέπες σφίγγουμε τα ονόματά μας.
Χέρια που ψαύουν την ειρήνη
–η αφή είναι η μόνη αλήθεια που απέμεινε–
φριχτό σώμα αγαπημένου
και παλτό που έλιωσε απ’ τον πόλεμο
παλτό αγαπημένου νεκρού
θαλπωρή και συνήθεια
θυμίζει ειρήνη, πιο πραγματικό απ’ την ειρήνη
η αφή είναι ο μόνος ζωντανός που απέμεινε.

~.~

η΄

Γυμνή κι επικίνδυνη
ξαπλωμένη σαν τον πόλεμο·
το απόγεμα ξεψυχά ανάμεσα στα πόδια της.
Τα μαλλιά της είν’ η κλαγγή των όπλων
το στήθος της ένα λιωμένο λάβαρο.
Στο πρόσωπό της
Δύση κι Ανατολή μετράνε τους νεκρούς τους.

~.~ (περισσότερα…)

Του ημερολογίου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1984:
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ

Με μάτια αγελαδινά
τετράγωνο σαγόνι
και με τ’ αυτιά τα πεταχτά
στα αραιά της τα μαλλιά.
Κανείς να μην ζυγώνει
του Διάβολου εγγόνι.

Τα μαλακά μικρά βυζιά
που πέφτουν μαραμένα
ποτέ δεν είχαν μια σταλιά
γάλα, μα ήταν πάντοτε
με πύον γεμισμένα…

Και η λεκάνη της εκεί
σα μια ζυγιά ταμπούρλα
θεόρατα π’ ως περπατά
αλλοίμονο σ’ όποιον κοντά
βρεθεί σ’ αυτή τη φούρια.

Θα φάει τέτοια μια κωλιά
που θα κοπεί του η μιλιά.

Μόνο σε πρόθυμο αυτί
βρίσκει χαρά… Και ξαμολά
γέλωτα μέγα σαν το βρει.
Όμως ποτέ δεν ξεκολλά
από το φθόνο… Το ΚΑΛΟ
κόλαση γίνεται γι’ αυτή
που άγρια την τυραννά. (περισσότερα…)

Ένα κορίτσι και άλλα ποιήματα

*

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ

Πάλι νωρίς άνθησε η αμυγδαλιά.
Πάλι πρώιμα.
Έτσι που ο Μάρτης
μ’ ένα δυό κρύα
πάλι θα την ξεράνει.

Όμως εκείνη δεν την νοιάζει.
Ό,τι ήθελε να μου κάνει
το έκανε.

~.~

ΤΗΣ ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑΣ

Η Γαρυφαλλιά ανθίζει
από τον Απρίλιο μέχρι και τον Νοέμβριο.
Η Γαρυφαλλιά
χρειάζεται φροντίδα
γιατί είναι ευαίσθητη
θερμοκρασίες
πάνω από 35 βαθμούς μπορεί να την εξασθενήσουν
να την μαράνουν. Τότε
πρέπει να αφαιρούνται επιμελώς τα μαραμένα άνθη
και τα ξερά κλαδάκια της.
Η Γαρυφαλλιά στενοχωριέται σε μικρές
γλάστρες, γίνεται χαμηλή
γιατί είναι ευαίσθητη
και το πότισμα –όσο συχνό–
δεν της αρκεί…

Κι εσύ,
προτίμησες το Λιάνα

~.~ (περισσότερα…)

Τρία βυζαντινά ποιήματα του 11ου αιώνα

*

Μετάφραση-Σημειώσεις
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

1. Ανωνύμου

Στον τάφο του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου

Ο βασιλιάς ορίζει μοναχός του
το μέρος που θα θάψει τη σορό του.
Εγώ ο Βασίλης, της πορφύρας θρέμμα,
στήνω τον τύμβο μου στη γη του Εβδόμου,
όπου θα βρω την ποθητή μου σχόλη
απ’ τους αρίφνητους, φριχτούς πολέμους.
Το δόρυ δεν ξαπόστασε, το ξέρεις,
ο βασιλιάς των Ουρανών σαν είπε
της Γης εδώ να γίνω ο βασιλιάς σας.
Τα μάτια μου δεν γνώρισαν τον ύπνο
τι ποιος για τους Ρωμαίους θα νοιαζόταν,
στη Δύση στρέφοντας το βέβαιο βλέμμα
ή στης Ανατολής τους πέρα τόπους;
Άραβες, Βούλγαροι κι Αρμένιοι, Σέρβοι
το ξέρουν πως σου λέω την αλήθεια.
Και τώρα που τον τάφο μου κοιτάζεις
αντάμειψέ με με τις προσευχές σου.

~.~ (περισσότερα…)

Ταριχευτήριο Ευρώπη

*

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Θήρα γεωργία πτωματοφαγία
Τα τρία στάδια της ιστορίας
Το τέταρτο δεν θα καθυστερήσει
Ο κανιβαλισμός
.                                 Κάμποσοι κάνουν
Ήδη επί χάρτου πρόβες ήδη ξύνουν
Online τα μολύβια τους ασκούνται
Σε ΔΣ think tank talk show σε συνόδους
Χορεύουν κυκλικά σε μπλάβο φόντο
Χρυσά αστεράκια σε κυανό ρουφήχτρας
Ρεύονται αρχές γουργουριστές UNITED
IN DIVERSITY ξεπατικώνουν
Σχέδια αποφάσεων ΜΙΣΩ ΤΑ ΕΘΝΗ
Ανακοινώσεις ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΟΛΑ
ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ρήτρες ντιρεκτίβες
Τα λόγια εκείνα του νεκρού θυμάμαι
Τον είχα φίλο πριν να με πουλήσει
Για μιας γελοίας νυφίτσας το μελάνι
Όμως το μίσος του έμεινε και το ’χω
Απόκτημά μου ακριβό το νιώθω
Κυλάει στις φλέβες μου ΕΙΜΑΣΤΕ άκου
ΜΕ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Euribor Eurobarometer Euro
Euroleague Eurovision Eurohorror
Απέπτη εκείνος πάνε μήνες τώρα
Μ’ έναν γερό καρκίνο στο λαρύγγι
Που ο ίδιος είχε από καιρό προβλέψει
Απ’ όλες τις πλευρές χτυπά η αρρώστια
Δεν βιάζεται η σήψη περιμένει
Δεν χρήζει καν προαναγγελίας
Έχουνε βγει στη σύνταξη οι Κασσάνδρες
Σού ’ρχεται συστημένη σαν τη μοίρα
Σκλήρυνση κόβιντ πάρκινσον προστάτης
Υπέρπνοια κρίσεις πανικού όλη νύχτα
Διπολική σαν γραφειοκρατία
Μινώταυρος που απ’ τον λαβύρινθό του
Χιμάει και μαίνεται σου τρώει τις σάρκες
Σου ξεκολλάει τα δόντια από τα ούλα
Τρέχει σαν μύξα ο πολφός τους πύον
Σπυράκια χίλια που κακοφορμίσαν
Την ώρα που έξω ομνύουν σε υγεία και fitness
Νέες γεύσεις νέες τροφές νέες πρωτεΐνες
Ακρίδων γρύλλων άλευρα σκωλήκων
Δεν σταματάει στιγμή αλέθει ο μύλος
Φοράει πράσινη ποδιά χειρούργου
Ο μυλωνάς λαβίδες μάσκες γάντια
Μιας χρήσης προφυλακτικά σπασμένα
Με το γλοιώδες εσωτερικό τους
Σπαταλημένο αχρείαστο DNA
Δημογραφία παρωχημένη ECCE
Τριήμερα αναψυκτικά στον Νότο
Σεξ τηλεόραση και σουπερμάρκετ
THE EUROMAN φουλ σετ τα οράματά του
Λασπόλουτρα οφθαλμόλουτρα με βάουτσερ
Μπράτσα στικτά πτώματα μαυρισμένα
Στων μαύρων των νησιών τη μαύρη ράχη
O FREIHEIT SCHÖNER GÖTTERFUNKE
Απ’ την οσμή των κάδων σε γνωρίζω
Ελευθερία θα πει πετάω σκουπίδια
Φλούδες μετάλλων γκάτζετ μπάζα οξείδια
Όλα σε πράσινο αειφόρο χρώμα
Ανάπτυξη ες αεί αναπτυσσομένη
Σεπτή υπερυψούμενη οσία
Πρόοδος εννιαλώριδη λεωφόρος
Η ιστορία μονοδρομημένη
Κούρσα ταχύτητας όπου μαρσάρουν
Μούμιες χαρμόσυνες εν πλήρει δόξη
Οι σάπιες γάζες τους σταλάζουν λίγδα
Ακούν του Λένυ σάουντρακ την Ενάτη
Σαν το ΑΕΠ η βρώμα ανακυκλούται
Γεμίζει θάλασσες βουνά κυλάει
Στις φλέβες μέσα υγρό πολυαιθυλένιο
Η δυσωδία ως ραψωδία εσχάτη
Όλα τ’ αλέθει όλα τα τρώει ο μύλος
Τ’ αλεστικά τα τρων οι μυλωνάδες
Πράσινα δάση πράσινα λιβάδια
Πράσινα φίδια πράσινα σκοτάδια
Πράσινα ΙΧ πράσινα γκάζια
Αίσιος πράσινος καινούργιος κόσμος
Μόνο τα καλαμάκια κι η συνήθεια
Εχθρεύονται τη νέα πρασινοσύνη
Και πολεμούν τη σικ οικολογία
Οι εξπέρ τις μάζες κατακεραυνώνουν
Την ντεμοντέ τους αμεριμνησία
Την απουσία παιδείας κι επιπέδου
Κατεπειγόντως διασωληνώνουν
Στη ΜΕΘ του Λόγου και τις πέντε ηπείρους
Κρούουν κώδωνες δριμέων κινδύνων
Climate change πλημμύρες πανδημίες
Ηλεκτρικούς συστήνουν κινητήρες
Green War χλωροφυλλόφιλοι CEO
Πρασινοβάτες πρασιναγορίτες
ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΕΜΒΟΛΙΑΣΤΕΙΤΕ
Υπέρ lifestyle κι ευεξίας δεηθώμεν
Μόνο το αίμα κόκκινο επιμένει
Ρέει και την πράσινη τσόχα λερώνει
Πτοεί την μπόρσα θορυβεί τους δείχτες
Τίποτε δεν περνάει κανένας όγκος
Δεν θεραπεύεται χάπια ματζούνια
Οροί ενέσεις χημειοθεραπείες
Οποιοπαθητική
.                                   Ευρώπη Ευρώπη
Είσαι η αρρώστια που γιατρειά δεν παίρνει
Είσαι η ασθένεια που δεν καταλήγει
Το πιο αυτοάνοσο νόσημα απ’ όλα
Ο ιός ο πιο ραγδαίος του πλανήτη
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ταριχευτήριο Ευρώπη, απόσπασμα

*

*

*

Αυτό δεν είναι ποίημα

*

Ο ήλιος λαμπυρίζει πίσω απ’ τον καπνό
κάτω από τα δέντρα ο θάνατος γυρίζει
στρέφει το κεφάλι, στα μάτια με κοιτά
στα χέρια του βαστά σωρούς τα θεία δώρα.

Οι μίσχοι σαν απλώνουν –θέαμα τερπνό!–
φωνές των μυρμηγκιών δείχνουν να κυκλώνουν
το σπίτι του φονιά και να το προσπερνούν
για πού μετά κινούν κανείς δεν ξέρει τώρα.

Τι σ’ ενδιαφέρει σήμερα ποιητή
σε ποιο του κόσμου θαύμα η πένα θα σε φέρει;
Στους λύκους που διψάνε, στα ελάφια που πεινούν,
στις πέτρες που πετούν οι κιόλας τους θαμμένοι;

Τι ’ναι αυτό που φτάνει στ’ αμόλυντο χαρτί –
υπόσχεση πώς δίνει τον χρόνο να γλυκάνει;
Στου αίματος τη ζάλη, στη δίνη του καιρού
τα άνθη του Μαγιού νεκρό θε να προσμένει.

Postscriptum

(Στο δίλημμα το «Σάττι διαλέγεις ή Σατί;»
για μένα τον φτωχό πάντα θα λείπει κάτι –
κι από τη σιωπή του κάθε στοχαστή
καλλιά ’χω ν’ ακουστεί ότι χασμουριέμαι).

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΛΑΦΡΟΣ

*

*

*

 

 

Ο χρόνος

*

ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ

Κι αν μας ευλόγησαν οι καιροί με ανακωχές
ή αν μας καταράστηκαν με μάχες
μη γελιέσαι·
δεν είναι που το αξίζαμε, μήτε τό ’να, μήτε τ’ άλλο.
Καβαλάρηδες βρεθήκαμε μονάχα
σε μια σπείρα του τρυπανιού της ιστορίας,
που στρέφεται και προχωρεί
σε μιαν αέναη διάτρηση του χρόνου.
Κι είναι η μόνη που μας μένει επιλογή
να λικνιστούμε στον ρυθμό της περιδίνησης.

~.~

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Ανακωχή ζητώ η τρελή
στου χρόνου τ’ άτιμο σκυλί,
μα εκείνο, δε φιλιώνει·
είναι διώκτης μου γοργός
ο χρόνος ο σιδηρουργός·
με πελεκάει στ’ αμόνι.

Ο χρόνος ντύνεται γιατρός·
και σύμμαχος· και κηπουρός·
φυτεύει στην αυλή μου
του παραδείσου τη μηλιά,
βάτους, βοτάνια, περγουλιά,
και ρόδο της ερήμου.

Ο χρόνος είναι συνοδός·
μ’ έχει αγκαζέ του συνεχώς·
τις τσέπες μου γεμίζει
μ’ ορμήνιες σε παλιόχαρτα,
στου κόσμου την εξώπορτα
ως με ξεπροβοδίζει.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

Ωδή στο Café Degenhardt

*

Ωδή στο Café Degenhardt

Κοινωνία της διασκέδασης, της καλοπέρασης
Σ’ αυτήν ανήκω εγώ
Κι ολόκληρη η γενιά μου
Είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι
Τις μέρες μας έχουμε ζήσει σε τέτοια καφέ
Με μοντέρνα διακόσμηση
Που κρατάνε στοιχεία από τα παλιά
Δεκαετίας ’70 σαν εκείνα
Που ήξερα στη Φωκίωνος Νέγρη
Στην πατρίδα μου Αθήνα
Τα ζαχαροπλαστεία της Πλατείας Βικτωρίας
Ή του Κολωνακίου
Το Café Degenhardt δεν είναι
από τ’ αγαπημένα μου εδώ
στην πόλη που με φιλοξένησε καιρό
Δεν είναι αξιοπρόσεκτο σαν το Maldaner
Το ιστορικό κι αριστοκρατικό
Δεν είναι πρώτο στην καρδιά μου σαν το Blum
Αλλά έχω αφήσει ωραίες στιγμές
Στο Café Degenhardt
Στα καθίσματά του, στα τραπέζια του
Στα πιάτα και τα φλυτζάνια του (περισσότερα…)

Ξέχωρο

*

Είμαι χωριό στη μέση του βουνού· μήδε στη ρίζα του και μήδε στην κορφή του· μακρά ’πο θάλασσες και κάμπους: ξέχωρο, ατάιστο, απότιστο, αφρόντιστο. Λίγοι κατοίκοι· παλιά τα σπίτια· πέτρα στην πέτρα, δίχως λάσπη και ασβέστη· στο λάκκο όξ’ απ’ τα σπίτια τους αποπατούν οι ανθρώποι: κάθε θαμνί κι ένα κουράδι. Με κάτουρο ανθούν οι ασπαλάθοι. Λίγοι με ξέρουν· ούτε κι οι κοντοχωριανοί (ανάθεμά κι αν μ’ έχει χάρτης)· λίγοι κατοίκοι.

Και μια το χρόνο, δυο το χρόνο γίνεται κάποιος τους διάσημος, αφίσα και νεκρόσημο· ψηλά στην άκρη μου και το νεκροταφείο. Κι έχουν νεκροί και ζωντανοί την ίδια κούφια και απέραστη ζωή· ένα το καφενείο, δύο οι τράπουλες, τρία τα τάβλια.

Δεκαπενταύγουστό ’χουμε μία πανήγυρη κι αυτό είν’ όλο. Βάνουν οι ανθρώποι ρεφενέ τα λίγα ζα τους, τα τυριά τους, τα κρασά τους, βγαίνει στη μέση ένας λυράρης ξενομπάτης και δυο πάσα, κι εκεί γλεντάνε τη χαρά και τον καημό ότι δεν έχουνε καημούς ούτε χαρές.

Δέκα ελιές στην κατηφόρα δίνουν λάδι στους ανθρώπους, πέντε οζά το κρέας τους, δυο κότες το αυγό τους, ένα πηγάδι το νερό, κι εκείνο αποθαμένο, βουλισμένο.

Στις δυο του μήνα έρχετ’ ο γύφτος με ντουντούκα και δυο κιλίμια, ένα λεμόνι, μια καρπούζα.

Την κάθε μέρα ίδιες φάτσες, ίδιες φάτσες βλέπονται, βρίζονται, γελούνε, καλημερίζονται, καληνυχτίζονται, μιλούνε· παίζουν πρέφα. Στον πόλεμο εδώσανε το αίμα τους· πλέρωσα με κατοίκους μου το αίμα το πεταμένο: μήδε μνημείο τως εφτιάξανε· και όλοι οι τάφοι φτωχικοί: μια πλάκα από το σπλάχνο του βουνού, ένα ’νοματεπώνυμο, καμία μαντινάδα.

Ούτε μουσεία έχει εδώ, ούτε συλλόγους, ούτε ήρωες: ένα σχολειό κι αυτό μικρό, κι αυτό λειψό κι ερειπωμένο. Αριά και που έρχετ’ ο δάσκαλος να τον πετροβολήσουν τα παιδιά, και τον σβερκώνουνε οι γρες (αφού κατέχει και διαβάζει) κι ανοίγει το ξωκλήσι. (Πέτρα στην πέτρα και αυτό, κι έχει το χώμα του σκαφτό και πατημένο). Απέ τού δίδουν μια μαγκούρα, μια φεσάρα, ένα καρβέλι και κρασί, και βάνουν τον να κοινωνά μ’ έναν Ονειροκρίτη· ύστερα κάμουν το σταυρό τους, ανάφτουν κι απο ’να κλαράκι (κεριά δεν έχει η εκκλησιά) και πάνε στις δουλειές τους· ολημερίς ξεχορταριάζουνε, φυτεύουνε τους δέκα σπόρους, τους μαζώνουνε, κι ολοχρονίς πεινούνε και διψούνε· δε μιλούνε· μόν’ περιμένουν να περάσει η ζωή ως περιμένεις λίγη ώρα να περάσει.

Δεν έχω το χωριό κανέν’ ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, να με παινέψουν ποιητάδες κι επιστήμονες, να πουν για το φιλότιμό μου, για το φίλεμα, το χώμα και την πλάση που αναδίδω· αξία δεν έχω ποιητική: κανείς για να με θυμηθεί, κανείς να με ξεχάσει: γκρίζο τοπίο, γκρίζα ζωή· ούτε και μαύρη για να πεις πως πήρε χρώμα, ούτε και άσπρη για να πεις θα ξαποστάσω.

Είμαι χωριό σαν τις γριές του: ξεδόντιαστες, ολόσκυφτες, με χίλιους δέκα πόνους σιγανούς κι αξομολόγητους· μόνο να τρώω και να πίνω -κι αν βρω να φάω και να πιω-, να κατουρώ και να κοιμούμαι, μ’ ένα εικόνισμα μικρό και μιαν αυλή να τη σκουπίζω κάθε μέρα, κι ας είν’ η σκόνη ανύπαρκτη αφού αέρας δε φυσά να τη χορέψει· μονάχα ήλιος και βροχή – κι αυτά στην ώρα τους· καμία έκπληξη, καμία έκπληξη.

Έτσι αφόρητο, βαρύ, σαν τη βαριά και την αφόρετη ζωή των χωριανών είμαι κι εγώ· αξία ποιητική καμιά, αξία ζωντανή καμιά (μήδε κι αξία ποθαμένη):

βάρος.

ΑΡΗΣ ΜΑΝΟΥΡΑΣ

*

*

*

Plage d’Εurope και άλλα σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ἀπὸ κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Χαμογελάει μ’ εὐγένεια, σοῦ εἶναι συμπαθής.
Δικαιολογεῖται, κόπτεται, μορφάζει :
«Ἐγὼ ; Ὄχι βέβαια ! Οἱ συνθῆκες οἱ ἐπαχθεῖς . . . »

Συχνὰ σοῦ ὁρκίζεται. Μὲ ὕφος καμικάζι
ποὺ θυσιάστηκε, ἀπαιτεῖ νὰ τῆς σταθεῖς :
«Τῆς μηχανῆς ἤμουν ἐγὼ τὸ τελευταῖο γρανάζι !
Κι ὁ θάνατος ; Ἀπὸ καιρὸ προαναγγελθείς . . . »

Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Μιλάει τὴ γλώσσα τῆς βλακείας φαρσί.
Πιστεύει στ’ ἄστρα, παραμύθια ἀναχαράζει,

ἔχει ἕνα βλέμμα τόσο ἀθῶο καὶ θρασύ . . .
Εἶναι γιὰ λύπηση – κι ὡστόσο σ’ ἀηδιάζει.
Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ εἶσαι Ἐσύ.

2012

~.~ (περισσότερα…)

Σαρκοχώραφα

ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΧΩΡΑΦΑ, ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2024

~.~

ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Γράφω ποιήματα για τρυφερά πουλιά,
στα ζωηρά μιλώ του αγρού κρινάκια.
Φιλώ τα σκουληκάκια στην αγριομηλιά,
στο κρύο φίδι πλέκω ζιπουνάκια.

Κι είμαι η χαρά στης πεταλούδας το φτερό,
στης αλεπούς το μάτι η φλογίτσα.
Κράτα με, Θέ μου, του χελιδονιού ιερό,
λειώσε με ζάχαρη σε αηδονιού γλωσσίτσα.

Κάνε με πάχνη, εσάρπα του χιονιού,
ζέστα παχνιού στον ύπνο του αρνιού.
Απλώνω στο μαχαίρι τον λαιμό μου:
αν τρέξει αθώο αίμα, να ’ν’ δικό μου. (περισσότερα…)

Διονύσιος Σολωμός, Η Ημέρα της Λαμπρής

*

Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε·
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε·
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε·
φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός Ανέστη  εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,
και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες·
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες·
κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι
οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

*

*

*