ΝΠ | Μελέτες

«Ελεύθερ@ Πολιορκημέν@»: Ο Σολωμός ως εισηγητής της ελληνικής queer ποίησης

*

της ΣΑΡΑΣ-ΖΕΪΝΕΠ ΣΟΛΗ

Εισαγωγή

H εθνικιστική, πατριαρχική βάση στην οποία στηρίζεται ολόκληρος ο κανόνας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας έχει αποκλείσει εκ προοιμίου κάθε συγγραφική φωνή που ευαγγελίζεται έναν αντιπατριαρχικό, alternative, queer κόσμο από τις τάξεις και τους κόλπους της, ευνοώντας αντ’ αυτών λευκούς cis άντρες κι εθνικιστές συγγραφείς που αναπαράγουν παραπλήσιες υπερπατριωτικές κορώνες και συντείνουν στα προτάγματα της προκατάληψης βάσει κατασκευασμένου φύλου. Το σύστημα διδασκαλίας, ως διδασκαλία του συστήματος, από μικρή ηλικία διδάσκει στα παιδιά πως υπάρχουν μόνο δύο βιολογικά φύλα, μαθαίνοντάς τα να μισούν όποι@ διαφέρει από τη νόρμα, προπαγανδίζοντας το στείρο εθνικισμό και τη cis-male κυριαρχική αντίληψη υποταγής στην πατριαρχία, με την παραπάνω νοοτροπία να αντανακλάται στις λογοτεχνικές επιλογές διδασκαλίας και «χρηστής» εθνικά συμμόρφωσης.

Κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το συνειδητά κατασκευασμένο και κοινωνικά οριζόμενο δια μέσω μονάχα των εξατομικευμένων προσώπων σχήμα διαδραματίζει εδώ και δύο αιώνες η μορφή του –άνωθεν οριζόμενου ως– «εθνικού» ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, ως δήθεν γενάρχη του «υγιούς» κεφαλαιοκρατικά, και «ορθού» αστικά και εθνικο-πολιτισμικά υποδείγματος. Ωστόσο, η στείρα εθνικιστική ανάγνωση του έργου του Σολωμού έχει από καιρό δείξει τόσο τα όριά της όσο και τη νομοτέλεια της -προερχόμενης από την τοξική αρρενωπότητα- βίας που γεννά και αναπαράγει ενάντια στις θηλυκότητες στο διηνεκές. Στο συγκεκριμένο σύντομο άρθρο, θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πως δεν υπάρχει ποιητ@ που κακοποιήθηκε περισσότερο από το Σολωμό μέσω των παρελκυστικών αναγνωστικών πρακτικών και της τοξικότητας που επενδύθηκε στο λόγο του, τη στιγμή, μάλιστα, που, όπως θα τολμήσουμε –συνειδητά προκλητικά– να υποστηρίξουμε, το έργο του συνιστά την πρώτη ανοιχτά και καταστατικά queer νεοελληνική ποιητική καταγραφή. (περισσότερα…)

Ξενάγηση στο ποιητικό εργαστήρι του Γιώργη Μανουσάκη

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Τί θὰ μείνει στὸ σπίτι ἀπὸ μένα
ὅταν θά ’χω φύγει γι’ ἀντίπερα;
 
διερωτάται ο ποιητής στο ποίημά του «Κατάλοιπα ζωῆς».

Ο ίσκιος, η ματιά, τα όνειρα, οι επίμονοι φόβοι, η σιγανή φωνή δεν είναι τα μόνα και κυρίαρχα κατάλοιπά του στο σπίτι, όπως έγραφε. Μετά το θάνατό του, όταν χώθηκα στο αρχείο του για να το καταγράψω και να ταξινομήσω ό,τι είχε προκύψει από το γράψιμο που τον είχε απορροφήσει τόσα χρόνια, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πλήθος χειρόγραφων κειμένων, ποιητικών και μη, από τα οποία λίγα είχαν ενταχθεί στα βιβλία του

Έδωσα τότε μυστικά την υπόσχεση στον ποιητή και στους αναγνώστες τού έργου του ότι δεν θα αφήσω να επαληθευτεί ο φόβος του ότι «ο άνεμος του χρόνου θα σαρώσει» «τα συντρίμμια των στίχων» του, όπως είχε γράψει το 1976 στο ποίημα «[Ἂν φύτεψα…]», που ακούστηκε. Η ύπαρξη αυτών των καταλοίπων αποτελούσε και αποτελεί για μένα ἕνα βαρύ καθήκον με πολλαπλές διαστάσεις.

Ο Μανουσάκης ως δημιουργός που ζούσε και έγραφε στην επαρχία νόμιζε πως είχε ασθενική ποιητική φωνή με περιορισμένη απήχηση. Γι’ αυτό πότε πότε σκεφτόταν πως ήταν μάταιο να επιμένει να γράφει. Όμως το γράψιμο ήταν για κείνον το οξυγόνο που τον βοηθούσε να ζει, ήταν η ψυχική λύτρωση από την υπαρξιακή αγωνία, ήταν συγχρόνως και «μια δημόσια εξομολόγηση “εκ βαθέων”,[1] που γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ του ίδιου και των άλλων. Ακόμη κι όταν η φθορά του σώματος είχε αρχίσει να απειλεί την ζωή του, το γράψιμο ήταν ο μοναδικός λόγος ὕπαρξης, όπως είχε πει στην τελευταία συνέντευξή του το Νοέμβρη του 2007, (περισσότερα…)

Ρεμπελίνα, 1947-2023 [3/3]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[  Συνέχεια από το Δεύτερο Μέρος. Το Πρώτο μέρος εδώ. ]

~.~

Αναταραχή φύλου:
Μια ορθόδοξη ουσιοκρατική στο τρίτο κύμα

Η διεκδίκηση μιας θηλυκής ταυτοτικής θέσης και γραφής διά την αποδοχή της ετερότητας δεν συνεπάγεται, σ’ αυτού του τύπου την προσέγγιση, μισανδρικές θέσεις, αλλά αντίθετα μια διϋποκειμενική επαφή στηριγμένη στην αποδοχή του Άλλου στην ισοτιμία της διαφοράς του:

Καιρός να συναντηθούν
ο άνδρας και η γυναίκα
σε μιαν Άνοιξη
που τους χωρά και τους δύο
μέσα στην ξεχωριστή ομορφιά τους.

(στο Τουμαζή Ρεμπελίνα και Σαββίδου Θεοδούλου, 2015, 40)

Μπροστά στη δημοφιλία θεωριών του μεταδομισμού στο σύγχρονό της περιβάλλον, με ιδιαίτερη αναφορά στο έργο της Τζούντιθ Μπάτλερ (ενδ. 1990), με αφορμή τη δημοσίευση του κειμένου μου «Μια δική τους λογοτεχνία; Γυναικεία γραφή: Μύθοι και πραγματικότητες»,[1] το οποίο, στην πρώτη του μορφή, που εκφωνήθηκε το 2017, προκάλεσε συζητήσεις και σεξιστικές αντιδράσεις στους λογοτεχνικούς κύκλους στην Κύπρο, με σχετικό βωμολοχικό «ποίημα», μάλιστα, που γράφτηκε από μείζονα ποιητή της γενιάς της Ανεξαρτησίας και το οποίο βρίσκεται στο αρχείο της συγγραφέα Μυρτώς Αζίνα, η οποία μου το εκμυστηρεύτηκε, έπειτα το θεωρητικό μου σεμινάριο «Το θέατρο του εαυτού: Φύλο και Eπιτελεστικότητα» για την Μπάτλερ στο πλαίσιο της ΣΕΖΟΝ (18 Απριλίου 2019), η Ρεμπελίνα κλονίζεται:

Επειδή ανήκω στη δεύτερη εποχή [φεμινισμού], δεν ξέρω ακόμα πολλά πράγματα για την τρίτη, την τωρινή, τη δική σας. Έχω μια έντονη εντύπωση […] ότι κεντρική φυσιογνωμία στη νέα ματιά που επικρατεί σήμερα είναι η Judith Butler. Έχω να ξανασκεφτώ μερικά πράγματα, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την προβληματική ανάμεσα στην ουσιοκρατία και την περφόρμανς όσον αφορά τη γυναικεία ταυτότητα… Μου φαίνονται ξένα όλα αυτά.[2]

Μέσα μου παλεύουν οι έννοιες διαφορά, αφήγηση, επιτέλεση. Η Irigaray, η Cixous, η Antoinette Fouque και η Butler. Τα φύλα και οι πολιτισμικές κατηγορίες που τα βεβαιώνουν ή τα αμφισβητούν. Η «ουσία» και η «παραστατικότητα». Παρ’ όλη την ηλικία μου τίποτα δεν έχει λυθεί και δεν έχει οριστικά απαντηθεί μέσα μου.[3] (περισσότερα…)

Ρεμπελίνα, 1947-2023 [2/3]

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Συνέχεια από το Πρώτο Μέρος  ]

~.~

Από την Αμμόχωστο στο Παρίσι του ’80:
Η γαλλική εμπειρία

Το 1980, όντας νέα, αναζητώντας ακόμα προσανατολισμό, πρότυπα και μοντέλα, αλλά και απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα, μεταβαίνει στο Παρίσι με μοναδικό σκοπό να γνωρίσει την Ελέν Σιξού, ίνδαλμα της εποχής μετά από το ρηξικέλευθο άρθρο της «Le rire de la Méduse» (Το γέλιο της Μέδουσας) (1975β, 2010), για την οποία της είχε μιλήσει τότε μια εξ Ελλάδος η φίλη της, που δεν είναι άλλη από τη μετέπειτα εμβληματική ηθοποιό Μάγια Λυμπεροπούλου. Άμα τη αφίξει της στο Παρίσι, η Ρεμπελίνα αναζητά και συναντά τη Σιξού, η οποία την προσκαλεί στα μαθήματά της στο Πανεπιστημιακό Κέντρο Vincennes (σήμερα Paris-VIII), που ιδρύθηκε μετά από τα κατακλυσμιαία γεγονότα του Μάη του ’68 από τη Σιξού, τον Μισέλ Φουκώ και τον Ζιλ Ντελέζ, και συγκεκριμένα στο πρώτο κέντρο Γυναικείων Σπουδών στην Ευρώπη, το οποίο ίδρυσε η Σιξού το 1974. Για έναν ολόκληρο χρόνο η Ρεμπελίνα παρακολουθεί τα μαθήματα της πρωθιέρειας του φεμινισμού, που διεξάγονται κάθε δεκαπέντε μέρες, τα Σάββατα, από το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, και μυείται στην écriture féminine. Μεταξύ των δύο γυναικών δημιουργείται μία πλατωνική έλξη, μια σχέση μαθητείας με στοιχεία ερωτισμού, που θα σφραγίσει ολόκληρη τη μετέπειτα καλλιτεχνική και προσωπική πορεία της Ρεμπελίνας. Ταυτόχρονα, επισκέπτεται συχνά τη Σιξού στο διαμέρισμά της και περνούν αρκετές ώρες μαζί μελετώντας. (περισσότερα…)

Ο επικός λυρισμός του Ευστράτιου Σαρρή [1/2]

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ευστράτιος Σαρρής, Η τέχνη για το κάλλος,
Εκδόσεις Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλου, 2021
Κ’ είμαι κ’ εγώ που γράφω τα και την αντρειά ’φηγούμαι.
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΣΑΡΡΗΣ

Αλλιώς, ομολογώ, σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, αλλά και με τρόπο κάπως επισημότερο καθώς τού πρέπει, λογάριαζα να πρωτολογήσω για τον ποιητή Ευστράτιο Σαρρή.

Όσοι όμως καταγίνονται με το γράψιμο, ιδίως σε συνθήκες που αντικειμενικά δεν ευνοούν την ομαλή του εκτύλιξη, ξέρουν καλά πόσα συγγραφικά σχέδια καθυστερούν, αναβάλλονται προσωρινά ή και οριστικά ματαιώνονται – για χίλιους δυο λόγους· πόσο συχνά ο πρωθόρμητος ενθουσιασμός, πάντα παρών στα εναρκτήρια κινήματα ενός έργου στη φαντασία, παραχωρεί τη θέση του στην παραίτηση και στην παραδοχή της αδυναμίας για βιώσιμη συνέχεια – συχνά όχι δίχως κάποιαν αίσθηση ντροπής. Και ξέρουν ακόμη πόσο μπορούν τέτοια ημιτελή εγχειρήματα να στοιχειώσουν τη σκέψη, να βαρύνουν και να περιπλέξουν τον ψυχισμό σαν χρέος ηθικό που ολοένα τοκίζεται, μέχρις ότου γίνουν κανονικότατη τύψη συνειδησιακή και βραχνάς δυσβάστακτος. (περισσότερα…)

Κράτος και Εκκλησία: Ιστορία και μέλλον μιας περίπλοκης σχέσης

*

Σχόλια υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Ο τίτλος της εισήγησης εγείρει υπέρμετρες προσδοκίες. Ελπίζω όμως ο υπότιτλος να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Σε ό,τι ακολουθεί θα επιχειρήσω κυρίως να φωτίσω κάποιες πλευρές της μέχρι τώρα σχέσης κράτους και εκκλησίας, στο χώρο της Δύσης, αλλά και στον τόπο μας, και να εικάσω κάποιες από τις πιθανές προοπτικές αυτής της σχέσης χρησιμοποιώντας πτυχές της ανάλυσης του Παναγιώτη Κονδύλη.

Γράφει ο Κονδύλης: «Το νεότερο κράτος υπήρξε ένα άπειρα πλαστικό και προσαρμοστικό εργαλείο, στην ήδη μακρά ιστορία του συμμάχησε με πολύ διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και υπηρέτησε  τους πιο διαφορετικούς σκοπούς, αλλάζοντας κάθε φορά την έκτασή του, την οργανωτική του μορφή και τους φυσικούς του φορείς… Ακόμα και στην εποχή της ακμής της raison detat διόλου δεν καταφρονούσε την προπαγανδιστική συμμαχία με χριστιανικές και ηθικές (ήτοι οικουμενικές) αρχές».[1] Οι παρατηρήσεις αυτές μας θέτουν ήδη στην καρδιά του θέματος. Το να μιλάμε για κράτος και εκκλησία ως δυο σαφείς και διακριτές κοινωνικές οντότητες πριν από την αυγή των Νέων Χρόνων συνιστά υπό μια έννοια αναχρονισμό. Η μεσαιωνική χριστιανοσύνη αποτελούνταν από ένα κοινωνικό σώμα, εντός του οποίου το Εκκλησιαστικό και το Πολιτικό δεν σηματοδοτούσαν τόσο ιδιαίτερες δικαιοδοσίες ή τροπικότητες της εξουσίας, αλλά διαφορετικούς σκοπούς-προορισμούς. H Εκκλησία εμφορούνταν πρωτίστως από τη μέριμνα για τον υπερβατικό προορισμό της ανθρώπινης κοινότητας, ενώ η πολιτική εξουσία ασχολούνταν με τον έγχρονο- ενδοϊστορικό προορισμό της ίδιας αυτής κοινότητας.[2] Οι εντάσεις και οι συγκρούσεις ανάμεσα στις πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές δεν καταργούσαν ούτε αμφισβητούσαν την κοινή προκείμενη, ότι δηλαδή τελικός στόχος ήταν η Βασιλεία του Θεού και ενδιάμεσος στόχος η βασιλεία επί της γης ως σημείο της Βασιλείας του Θεού. Αυτή η κοινή προκείμενη σηματοδοτεί ολόκληρη την εποχή που ονομάζεται σήμερα Χριστιανοσύνη (Christendom).

Μιλώντας όμως ο Κονδύλης για «προπαγανδιστική συμμαχία με χριστιανικές και ηθικές (ήτοι οικουμενικές) αρχές» έχει κατά νου τη θεμελιώδη στροφή που επέφερε η ανάδυση του νεωτερικού κράτους. Τυπικός εκφραστής-καταγραφέας της εξέλιξης αυτής είναι ο Max Weber ο οποίος διείδε πως η θρησκεία στο πλαίσιο των Νέων Χρόνων συνιστούσε πλέον μια ιδιωτική-απολιτική σφαίρα και λειτουργούσε ως αποθετήριο αξιών και ιδανικών τα οποία με τη σειρά τους θα έπρεπε να ενσωματωθούν στο βασίλειο της πολιτικής μέσω της τέχνης της διακυβέρνησης. (περισσότερα…)

Ο ρόλος του αξιολογικού μηδενιστή στην πολιτική και κοινωνική δράση

*

Σημειώσεις για την κονδύλεια κοινωνική οντολογία
και φιλοσοφική ανθρωπολογία 2

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

«Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιάν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί»[1].
Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ

~.~

Σε συνέχεια του προηγούμενου σημειώματός μου, παραθέτω αποσπάσματα από το έργο του Κονδύλη προς επίρρωση όσων είχα αναφέρει εκεί και συγκεκριμένα :

1 . Ό,τι η περιγραφική θεωρία της απόφασης και της ισχύος, η οποία εδράζεται στη διάκριση εχθρού-φίλου, αποτελεί μεθοδολογική αρχή για τον αξιολογικό μηδενισμό της επιστημονικής περιγραφής. «Επί πλέον, μερικές φορές ελλοχεύει και ο φόβος ότι η συνεπής και ολόπλευρη θεμελίωση της αξιολογικής ελευθερίας θα της αφαιρούσε τον χαρακτήρα αυστηρής επιστημολογικής αρχής και θα την μετέτρεπε σε μια καινούργια μορφή ύποπτης ιδεολογικής ερμηνείας του κόσμου».[2]

2 . Η περιγραφική θεωρία της απόφασης δίνει τη δυνατότητα αντικειμενικής γνώσης αλλά όχι τη δυνατότητα αντικειμενικά έγκυρων κανονιστικών αρχών: «Πράγματι, ενάντια στη θεωρία της απόφασης και στον σκεπτικισμό- των οποίων η αναγκαία λογική συνάφεια με την αξιολογικά ελεύθερη θεώρηση ορθά διαπιστώνεται από τους αντιπάλους, έστω κι αν αυτό γίνεται απλώς για λόγους πολεμικής…Άλλωστε ο σκεπτικισμός εκείνος, ο οποίος συνδέεται με την (περιγραφική) θεωρία της απόφασης δεν αφορά τη δυνατότητα αντικειμενικής γνώσης, παρά μόνο τη δυνατότητα διατύπωσης αντικειμενικά έγκυρων κανονιστικών αρχών. Τούτη η αντιδιαστολή μεταξύ αντικειμενικής γνώσης και αντικειμενικών κανονιστικών αρχών συνεπάγεται ότι η πρώτη παρεμποδίζεται σε κάθε της βήμα από την προσπάθεια να πορισθεί κανείς τις δεύτερες».[3] Φυσικά η άποψη της δυνατότητας αντικειμενικής γνώσης θα πρέπει να τεθεί υπό διερεύνηση με βάση τα επιστημολογικά κριτήρια που την προϋποθέτουν.[4] (περισσότερα…)

«Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…»

*

Απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης
σε δύο τραγούδια της δεκαετίας του 1970

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

H πρόσφατη ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας –που, όπως όλα δυστυχώς δείχνουν, δεν πρόκειται να είναι η τελευταία– έρχεται κι επικάθεται πάνω σε μια σειρά συγκρούσεων που μετρά πια οκτώ δεκαετίες, έχοντας καταστεί μια διαρκής πληγή στον τόσο πονεμένο από την κυριαρχία του βιομηχανικού και σύγχρονου πολέμου πλανήτη μας. Ένα εβραϊκό κράτος απολυταρχικά κατασταλτικό με λογικές απαρχάιντ προς την παλαιστινιακή κοινότητα, ακραίες ισλαμιστικές ομάδες με τρομοκρατική δράση που τα χρόνια προβλήματα και η έλλειψη λύσεων εξέθρεψαν, καθώς και ριζοσπάστες του αραβικού χώρου και των γύρω περιοχών που καιροφυλακτούν κι αρνούνται ακόμα και την ίδια την κρατική υπόσταση του Ισραήλ και του λαού του δημιουργούν ένα πολύ προβληματικό ψηφιδωτό, όπου ο διαχωρισμός σε «μαύρο» και «άσπρο», όπως και οι κάθε λογής εύκολες λύσεις και αποφάνσεις, αποκλείονται εκ προοιμίου.

Ταξιδεύοντας μισό αιώνα πριν, θα ανιχνεύσουμε σήμερα τις απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης σε δύο κοινωνικοπολιτικά τραγούδια της πρώιμης (και ριζοσπαστικής) ελληνικής Μεταπολίτευσης, τοποθετώντας τα στα δεδομένα της εποχής τους, αλλά και προβληματιζόμενοι, παράλληλα, διότι 50 σχεδόν χρόνια αργότερα σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει προς το καλύτερο στην ευρύτερη γειτονιά της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» και τη μεταγενέστερη σύγκρουση του Γιομ Κιπούρ να έχουν διαμορφώσει νέα εδαφικά τετελεσμένα, η σύγκρουση φαινόταν να παίρνει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις, με συμμετοχή και του Λιβάνου, καθώς και με συχνές τρομοκρατικές επιθέσεις και αεροπειρατείες (ορισμένες εξ αυτών και στον ελλαδικό χώρο). Η στιχουργία της πρώιμης Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, φορέας ενός ιδιαίτερου ριζοσπαστισμού που η επτάχρονη δικτατορία είχε φιμώσει κι εκφράστηκε εντέλει δευτερογενώς και (μοιραία) άκρως μαχητικά και διεκδικητικά, δεν θα απεμπολήσει το διεθνιστικό στοιχείο, πάντα με πρόσημο αντιιμπεριαλιστικό και με συχνή ταύτιση των όσων περιστατικών εξετάζει με τα πάθη του ελληνικού λαού (και του κυπριακού που είχε νωπή την εθνική του τραγωδία) εξαιτίας των επεμβάσεων των λεγόμενων «μεγάλων» δυνάμεων.

Τούτου δοθέντος, ίσως μας παραξενέψει το γεγονός ότι για την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση θα γίνει λόγος σε δύο τραγούδια κοινωνικού μεν προσήμου, αλλά συγκριτικά χαμηλότερων τόνων, από δύο στιχουργούς διαφορετικού μεν βεληνεκούς, οι οποίοι εκφράζονται, ωστόσο, με ψυχραιμία και με δευτερογενή απόσταση από τα γεγονότα, εντάσσοντάς τα οργανικά μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα παθών και συμφορών. Εξετάζοντας συγκριτικά το «Δαιμόνιο» του Νίκου Γκάτσου και το «Κλείσ’ το ραδιόφωνο» του Γιώργου Κανελλόπουλου, διαπιστώνουμε, αρχικά, την απειροελάχιστη απήχησή τους, δεδομένων, μάλιστα, των εξαιρετικά δημοφιλών λοιπών συντελεστών τους (Λ. Κηλαηδόνης και Γ. Χατζηνάσιος στις μελοποιήσεις, Μ. Μητσιάς και Β. Μοσχολιού στις ερμηνείες αντίστοιχα). Η μηδαμινή τους επιτυχία εξηγείται κατά την άποψή μας ακριβώς από το γεγονός ότι επιλέγουν να τοποθετηθούν με πιο χαμηλούς τόνους και με ψυχραιμία σε μια περίοδο όπου η γενικευμένη συνθηματολογία και οι εύκολες λαϊκιστικές κραυγές φαίνονταν να πριμοδοτούνται κατά κόρον, σε μια περίοδο όπου μια προτροπή ενός στιχουργού στον ακροατή να «πιάσει το τουφέκι» θα εκτιμάτο παραπάνω συγκριτικά με μια αντίστοιχη συμβουλή να σκεφτεί συνθετικά ή να αποστρέψει το πρόσωπό του από τα γεγονότα. (περισσότερα…)

Για τα κριτικά περί ποίησης σχήματα

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Γλώσσα μου, γλώσσα μου, γλυκιά μου γλώσσα,
άνοιξε γλώσσα μου, άνοιξε πες μας καμπόσα
όσα ξε- γλώσσα μου, όσα ξέρεις κι άλλα τόσα.
ΔΗΜΟΤΙΚΟ

Οι κριτικές τοποθετήσεις για το τι είναι τελικά αυτό που το λένε ποίηση[1] και το πώς αυτή αξιολογείται μέσα από ένα σύνολο κατηγοριοποιήσεων και αναγωγών παραμένουν ενεργές, προκαλώντας στον δημόσιο λόγο διλήμματα και προστριβές. Η κάθε τοποθέτηση φιλοδοξεί να παρουσιάζεται με αντικειμενικότητα, αρτιότητα και τεκμηριωμένη λογοδοσία. Με αφορμή αυτόν τον διαρκή ιστορικό διάλογο για το τι είναι ποίηση και τι δεν είναι, πώς κατηγοριοποιούνται τα έργα τέχνης και αρθρώνονται οι διαφορετικές θεωρητικές φωνές, διαμορφώνοντας τον ποιητικό χώρο, θα ήθελα κι εγώ ελεύθερα να διατυπώσω κάποια σύντομα σχόλια. Μια τέτοια προσέγγιση συμμετέχει στον διάλογο για τα κριτικά σχήματα στην ποίηση και τους περί αυτής λόγους, με την ταυτόχρονη όμως αποποίηση της θέσης ότι αυτή υπερέχει άλλων αναλυτικών προσεγγίσεων. Αντίθετα, κάθε κριτικό κείμενο αξιολογείται και προσθέτει στον διάλογο, κατασκευάζοντας συγκεκριμένες εκδοχές για την ποίηση  και με τις αντίστοιχες συνέπειες στα ταξινομητικά σχήματα και στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες που διαμορφώνουν τους διλημματικούς κοινούς τόπους του καλλιτεχνικού τοπίου. Η χαρτογράφηση του ποιητικού πεδίου παραμένει ανοιχτή, χωρίς όμως να χαρακτηρίζεται από ομοιογενείς καταγραφές και μόνιμα συμπεράσματα. Κάθε κριτική απόπειρα καταγραφής, αξιολόγησης και αποτίμησης των ποιητών και του έργου τους αλλά και κάθε αναλυτικό ερμηνευτικό σχήμα πρόσληψης έχουν όρια και υπόκεινται σε κριτικές αναθεωρήσεις και αναστοχασμούς. Κατά τη γνώμη μου το συνθετικό διαλογικό πεδίο είναι αυτό που πολυσυλλεκτικά εμπλουτίζει την ανάλυση και την κατανόηση του κειμένου.

Ακόμα και στην πιο εμπεριστατωμένη και αυστηρή εφαρμογή ενός κριτικού θεωρητικού σχήματος μπορεί να εντοπιστούν όρια, αγκυλώσεις, εγκλωβισμοί, φορμαλιστικοί κανόνες και αποκλεισμοί. Ο Μπένγιαμιν έχει ήδη επαρκώς επισημάνει πως σε κάθε κείμενο μπορούν να εντοπιστούν και να υποστηριχθούν κάθε τύπου συγκρουσιακά κριτικά σχόλια ανάλογα με τα ερμηνευτικά εργαλεία που θα επιλεγούν και την αισθητική και ιδεολογικοπολιτική σκευή του κριτικού. Παράλληλα, η στροφή στον λόγο στο πλαίσιο του κοινωνικού κονστρουξιονισμού ανέδειξε την επιτελεστικότητα της γλώσσας στις κατασκευές του κοινωνικού κόσμου και του έργου τέχνης. Ο αφορισμός/διαπίστωση πως «ο λόγος κάνει πράγματα» βοηθάει την ανάλυση των κειμένων, επιτρέποντας να εξεταστεί λεπτομερώς τι ακριβώς συντελείται σε κάθε κείμενο, αποφεύγοντας τοιουτοτρόπως την απόδοση κινήτρων στον/στην συγγραφέα τους και καταδεικνύοντας πολυεπίπεδα τη συμπλοκή του αισθητικού με το προσωπικό, το πολιτικό, και το κοινωνικό. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο επισημαίνονται και εντοπίζονται οι περιορισμοί κάθε θεωρητικού σχήματος όταν αυτό διατυπώνεται αοριστολογικά και με ουσιοκρατικούς όρους. Οι θεωρίες του κοινωνικού κονστρουξιονισμού στη μεταμοντέρνα θεωρία συνεισφέρουν έτσι ώστε να αναδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους κάθε «κλειστό» ερμηνευτικό σχήμα που «φωτίζει» μια μόνο όψη κειμενική ενδέχεται να καταλήξει σε  «θέσφατη θεολογία». (περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Προσεγγίζοντας τον Παναγιώτη Κονδύλη μέσω της έννοιας της φιλίας (από τους Σοφιστές στον Αριστοτέλη)

*

Εισαγωγικά

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ομιλία που εκφώνησα σε συνέδριο οργανωμένο στη μνήμη του Παναγιώτη Κονδύλη στην Αρχαία Ολυμπία, υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων, το τριήμερο 26-28/01/2018. Ορισμένα ζητήματα που στην ομιλία δεν ήταν δυνατόν να θιχτούν, εδώ βρήκαν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν.

Είναι όντως δύσκολο να μιλήσεις για έναν στοχαστή του διαμετρήματος του Παναγιώτη Κονδύλη. Κινδυνεύεις είτε να εκφράσεις τον θαυμασμό σου, ο οποίος όμως δεν προσφέρει τίποτε στον αναγνώστη, είτε να περιορίσεις το εύρος της συνεισφοράς του με το να αρκεσθείς στον σχολιασμό κάποιας έννοιας ή ζητήματος στο οποίο ο ίδιος έχει επίμονα εντρυφήσει. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο κίνδυνος είναι μεγάλος, διότι η σκέψη του Κονδύλη, παρά την ευχερή της μετάβαση από το ένα πεδίο των επιστημών του ανθρώπου και της κοινωνίας στο άλλο, εμφανίζει υψηλή συνεκτικότητα, χωρίς χάσματα, γεγονός που δεν επιτρέπει την εξεταστική απομόνωση ενός μόνον αντικειμένου από το σύνολο του έργου του. Ο λόγος της συνοχής και εμβρίθειας των γραπτών του οφείλεται κατά τη γνώμη μου στο ότι είχε από νωρίς κατασταλάξει στις οντολογικές κατηγορίες των ανθρωπολογικών, πολιτικών και κοινωνικών του αναζητήσεων, αλλά και στη συνέπεια της ακολουθούμενης από αυτόν μεθόδου έρευνας. Αμφότερες –ανθρωπολογικο-κοινωνική οντολογική θεμελίωση και μέθοδος– θα έλεγε κανείς πως επαληθεύονται κάθε φορά που ρίχνει τον ερευνητικό του φακό στη ζώσα πραγματικότητα, αναστοχαζόμενος το παρελθόν της, προσεγγίζοντας το παρόν της και προβλέποντας το μέλλον της.

Θέτοντας ο Κονδύλης στο μικροσκόπιο της ανάλυσης παράγοντες περιέργως μη ορατούς από άλλους ερευνητές, οδηγείται κατά τρόπο σχεδόν μοιραίο στην ορθότητα των προβλέψεών του. Αυτή η επαλήθευση των προβλέψεών του είναι δύσκολο να υποτεθεί πως οφείλεται στο σχεδόν άκαμπτο και γραμμικό μοντέλο των ανθρωπολογικο-κοινωνικών του προϋποθέσεων. Θα έλεγα πως οφείλεται εν πολλοίς στη διορατικότητα και στην αναλυτική δεινότητα ενός στοχαστή που είχε μελετήσει σε βάθος την αρχαία ελληνική γραμματεία, την ευρωπαϊκή ιστορία και τον δυτικό πολιτισμό, ώστε να μπορεί να διακρίνει τις μεταμορφώσεις στις οποίες ο τελευταίος είχε ήδη εξελικτικά υποβληθεί.

Μελετώντας τον Κονδύλη, συχνά διερωτώμουν μήπως η εκ μέρους του επιλογή ενός θεωρητικού υποδείγματος που οδηγούσε σε απαισιοδοξία για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας συνυφαινόταν στο βάθος με μια σκοπιμότητα για αλλαγή. Κι αυτό, διότι το αυστηρό θεωρητικό του μοντέλο, παρά τη συνοχή του, σε άφηνε να καταλάβεις πως εάν ένας από τους οντολογικούς του παράγοντες μεταβαλλόταν, τότε τα απορρέοντα από αυτό συμπεράσματα θα μπορούσαν να ανατραπούν. Πράγματι, δείχνοντάς μας ο Κονδύλης πού κατευθυνόμαστε, είναι σαν να μας προτρέπει να αλλάξουμε, έτσι ώστε το διαγραφόμενο μέλλον, άμα τη αφίξει του, να διαψεύσει τις προγνώσεις του. Γι’ αυτό και οι οντολογικές και μεθοδολογικές επιλογές του με προβλημάτισαν, όχι από σκοπιά φιλοσοφική, αλλά από μια κατά το μάλλον ή ήττον κοινωνιολογική.

Είμαι της γνώμης πως η μέθοδος που επιλέγει ένας ερευνητής για να τοποθετηθεί απέναντι στην αλήθεια του πραγματικού είναι αποκαλυπτική των βαθυτέρων πεποιθήσεων και προθέσεών του. Επίσης, πως δεν αρκεί για την αξιολόγηση και κατανόηση της διερευνητικής του μεθόδου η επαλήθευση του συνόλου των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε, εγχείρημα εκ των πραγμάτων αμφίλογο λόγω της πολυπλοκότητας της πραγματικότητας και της αδυναμίας ολοκληρωτικής συλλήψεώς της. Εάν όμως το κριτικό βλέμμα επιλέξει ‒ως παράδειγμα‒ ένα μόνο αντικείμενο που αναδύθηκε από την προβληματική του και το εξετάσει σε σύγκριση με αντίστοιχες προβληματικές αναπτυγμένες στην πορεία του χρόνου από άλλους, τότε είναι σαν να βρίσκει ένα κλειδί για ν’ ανοίξει μια πόρτα που οδηγεί σε συγγενικές ή διαφορετικές μεθοδολογικές προτιμήσεις, σμιλεμένες στην πορεία του χρόνου. Μια τέτοια ευκαιρία για κριτική εξέταση μας βοηθά να κατανοήσουμε τις ρίζες της σκέψης του, το μεθοδολογικό corpus στο οποίο αυτός εντάσσεται, αλλά και τις διαχρονικές πολιτισμικές συνέπειες του εν λόγω μεθοδολογικού σώματος. (περισσότερα…)

Ο Γεράσιμος Βώκος στο «Άστυ»

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

1. Εισαγωγικά. Η δεκαετής συνεργασία του Γεράσιμου Βώκου (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927), με την εφημερίδα Η Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη (Επιβάτες Σηλυβρίας 1848 – Αθήνα 1920), μολονότι έδωσε άφθονους λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς καρπούς, εντούτοις δεν πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα. Όπως έχουμε πει κι αλλού, το δεύτερο εξάμηνο του 1894 ο Βώκος διέκοψε προσωρινά, για λόγους που δεν μας είναι γνωστοί, τη συνεργασία του με την Ακρόπολι[1], και για τέσσερις μήνες, (από 21 Ιουνίου έως 24 Οκτωβρίου), δούλεψε για την εφημερίδα Το Άστυ, που εκείνο τον καιρό διεύθυνε ο Θέμος Άννινος (Πύργος 1845 – Αθήνα 1916), μοιράζοντας και εδώ τις δραστηριότητές του μεταξύ δημοσιογραφίας και, παράλληλα, λογοτεχνίας.

Στο κομμάτι της δημοσιογραφίας, εκτός από τέσσερα μεμονωμένα άρθρα και τις αποκαλύψεις για τα λημέρια των ληστών της Φθιώτιδας, ο Βώκος δημοσίευσε στο Άστυ μια σειρά ανταποκρίσεων από την Πάτρα, τον Πύργο και το Αίγιο για το ακανθώδες σταφιδικό ζήτημα. Κατόπιν ασχολήθηκε επανειλημμένα με τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων και τέλος, μέσα από δεκατρία δημοσιεύματα, σαν ένα είδος καμπάνιας, ξενάγησε τους αναγνώστες του Άστεως στις πανεπιστημιακές Σχολές. Ακόμη, στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν», που κρατούσε τακτικά, μεταξύ άλλων, ο Παύλος Νιρβάνας (Μαριανούπολη 1866 – Μαρούσι 1937) δημοσίευσε τρία χρονογραφήματα. Στην ίδια στήλη, μάλλον λόγω χώρου αφού η θέση του είναι στην επιφυλλίδα, και με υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου», δημοσίευσε το διήγημα «Απόπειρα αυτοκτονίας». Το λογοτεχνικό κομμάτι ολοκληρώνεται με τις επιφυλλίδες «Ο τρελλός» και «Το ναυάγιον»[2]. Ο «Τρελλός»  φέρει τον υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου».

 

2.1 Δημοσιογραφία. Στα μεμονωμένα άρθρα γίνεται λόγος: α) για το «μεγαλοπρεπές» μνημόσυνο που τελέσθηκε στην καθολική εκκλησία της Αθήνας για τον δολοφονημένο πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Μαρί Φρανσουά Σαντί Καρνώ (Λιμόζ 1837 – Λυόν 1894), («Το χθεσινόν μνημόσυνον του Καρνώ»). Το Άστυ, όπως όλες οι εφημερίδες, αφιέρωνε καθημερινά πολύ χώρο στη δολοφονία του Καρνό και στο πνεύμα αυτό ο Βώκος περιγράφει την επιμνημόσυνη τελετή, με παρόντες τον βασιλιά, τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη και τους Έλληνες και ξένους επισήμους. Λάτρης της μουσικής ο Βώκος, σχολιάζει συνεπαρμένος: «Ο χορός έμελψεν επανειλημμένως, ηκούσθησαν δε και θαυμάσιαι μονωδίαι ενός μάλιστα βαθυφώνου, ψάλλοντος μετ’ εκτάκτου τέχνης και δεσμεύσαντος όλον εκείνο το πολυπληθές ακροατήριον επί πέντε λεπτά εις τα θέλγητρα της φωνής του»· β) για το πλεόνασμα των άγαμων ανδρών, («Τι τους φυλάτε;»). Στο απολαυστικό αυτό άρθρο, που έχει το ύφος χρονογραφήματος, ο Βώκος, με τη βοήθεια της στατιστικής, διαπιστώνει ότι στα δύο εκατομμύρια του πληθυσμού της χώρας οι άρρενες είναι εκείνοι που περισσεύουν ως ανύμφευτοι, επομένως δεν δικαιολογείται το φαινόμενο της γεροντοκόρης. Η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην αλλαγή της στάσης των γυναικών: να μην περιφρονούν το ανδρικό φύλο, αλλά να το ενθαρρύνουν επιλέγοντας για σύζυγο έναν από τους έξι παραπανίσιους που στην καθεμία αναλογεί. Ο Βώκος απευθύνεται στις άτυχες γυναίκες σαν να στήνει πρόταση γάμου: «Μικρό μου συ, που έχεις τόσην χάριν και κομψότητα εις το παράστημά σου και είνε η μέση σου χυτή και το στήθος σου σκληρόν και γραφικώτατα και λαμποκοπούν τα μάτια σου από την υγρότητα διακαούς έρωτος και σφριγώντος παρθενικού πάθους και η κόμη σου η εβενώδης σκορπίζει τόσην καλλονήν και τόσα αρώματα ιμέρων, συ που τόσον επιμόνως θηρεύεις τον εκλεκτόν σου και ακούραστος ψαροπούλα πότε ρίχνεις τα δίχτυα σου πότε εδώ και πότε εκεί, μήπως και πιάσης δι’ αυτών  κανένα και είσαι ικετευτική και φαίνεται η αγωνία σου προς το εκφεύγον ολονέν θήρευμα θα είχες ήδη απαχθή μακράν υπό των εξ εκείνων ρωμαλέων και αν η απαγωγή δεν είχε συντελεσθή, θα ήτο εξ ανδρών, για συλλογίσου, το περίβλεπτον ιδανικόν, που ήρκει εν σου νεύμα, διά να προβεί ο εκλεκτός σου σύζυγος»· γ) για την επιλογή ατόμου που θα καταλάβει τη θέση του δήμιου, («Ένας δήμιος»). Οι υποψήφιοι που έκαναν αιτήσεις είναι είτε φυλακισμένοι από χρόνια είτε ισοβίτες είτε καταδικασμένοι σε θάνατο. Ο Βώκος ελεεινολογεί το επάγγελμα του δήμιου και γενικεύει ότι «εν Ελλάδι είνε εξηκριβωμένον, ότι όλοι επάνω-κάτω είμεθα ερασιτέχναι του αιματηρού εγκλήματος, οι άνθρωποι των πόλεων και οι αγρόται». Πρόκειται περί ενδιαφέροντος άρθρου, με σκέψεις γύρω από το έγκλημα, τους τρόπους εκτέλεσής του και την ψυχολογία του εγκληματία· δ) για τον πνιγμό στο Παλαιό Φάληρο του τελετάρχη της βασιλικής αυλής Σταμάτιου Μπουντούρη, της συζύγου του και δύο ακόμη αξιωματούχων: του γραμματέα του Διαδόχου και του ταμία του Διαδόχου, όταν το μικρό κότερο του Μπουντούρη ανετράπη από σφοδρή ριπή του ανέμου, («Το δράμα του Φαλήρου»). Το άρθρο διαθέτει γλαφυρές στιγμές, ύφος που οι αναγνώστες αναμένουν από τον Βώκο. (περισσότερα…)

«Η μοναδική λέξη που ξεστόμισε ο Πάουντ»

*

Γεύση μικρή από την εν προόδω έρευνα του Ηλία Μαλεβίτη για την επίσκεψη του Πάουντ στην Ελλάδα το 1965, το εκτενές πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΝΠ7 που μόλις κυκλοφορήθηκε, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στον Αμερικανό ποιητή. Ο συγγραφέας και ο Κώστας Κουτσουρέλης συζητούν για τον Πάουντ μεθαύριο βράδυ στις 9.00, στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου που φιλοξενούνται όπως πάντα στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων, Υψηλαντών 12.

*

«Στα 1933, ο Σεφέρης ήταν κάπως σοφότερος…
“Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.||
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά”.
Μόνο πως αγαπούσε τα σκυλιά.
Ενώ ο Pound που δεν τ’ αγαπούσε,
“ὡραῖα τωόντι πρόκοψε”».
Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση», Για τον Σεφέρη

Σε μια από τις παιγνιώδεις συζητήσεις που κάναμε για τον Σεφέρη, μου είχε πει ο φίλος Ηλίας Λάγιος πως, όταν είχε έρθει στην Αθήνα ο Έζρα Πάουντ, και δεν έβγαζε μιλιά, δεν άνοιξε το στόμα του παρά μονάχα μια φορά, για να διορθώσει ένα υποτιθέμενο λάθος του Σεφέρη σχετικά με το όνομα της ράτσας ενός σκύλου. Συγκράτησα αυτή την ανεκδοτολογική κουβέντα, δεν ρώτησα όμως από πού την είχε ακούσει.

Έτσι κι αλλιώς η σιωπή η απροσπέλαστη που είχε θεληματικά επιβάλλει αυτός ο άνθρωπος στον εαυτό του με είχε κι εμένα σαγηνέψει. Εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω (Αύγουστος του ’87), διάβασα και το δοκίμιο του Λορεντζάτου για τον Πάουντ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αργότερα βέβαια βρήκα και το άρθρο του Σαββίδη για εκείνη τη συνάντηση (Νοέμβριος του ’72), η δε πρόσφατη έκδοση και του τελευταίου τόμου (Μέρες Η΄) των ημερολογιακών καταγραφών του Σεφέρη συμπλήρωσε το πλήρες φάσμα των ελληνικών πηγών για εκείνη τη συνάντηση. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως ο Σεφέρης πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διέμενε Ο Πάουντ με την Ρατζ, την Παρασκευή 5 Νοέμβρη, και τους μετέφερε στο σπίτι του στην οδό Άγρας για πρόγευμα. Διαβάζουμε:

«Πρόγευμα με τον Ezra Pound και την Olga Rudge, εδώ. Του τηλεφώνησα την περασμένη Τετάρτη πρωί· πήγα και τους πήρα από το ξενοδοχείο Πλάκα όπου μένουν κατά τη 1½. Φύγαν κατά τις τέσσερις. Όμορφη λιόλουστη μέρα.

Στο ξενοδοχείο κατέβηκε με τα πόδια από το πάτωμά του. Πρώτη φορά που τον αντίκριζα από κοντά· τον αγκάλιασα· πολύ θερμός. Αλλά συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό· δε λέει λέξη. Όχι πως δε θέλει να μιλήσει, απεναντίας πολύ συχνά βλέπεις την προσπάθεια να ζωγραφίζεται στο συγκλονιστικά εκφραστικό πρόσωπό του. Αλλά είναι σα να πέφτει απάνω του ένα δίχτυ που τον σταματά. Ωστόσο η O. R. μου λέει ότι μιλά πολύ εύκολα από χειρόγραφο, δημόσια. Η ίδια μου λέει ότι σήμερα ήταν από τις πιο σιωπηλές μέρες του και ότι του συμβαίνει αυτό, όταν είναι πολύ συγκινημένος.

Είναι ευκίνητος ανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού μου με πολλή ευκολία. Αύριο πάνε στους Δελφούς και όταν φύγαν από το σπίτι θέλησαν να πάνε στη biennale της γλυπτικής στο Φιλόπαππο. Τον πήγαν οι Σαββίδη. Πάτησε τα ογδόντα του […] Αυτή η άναρθρη συνομιλία ήταν από τα συγκινητικά πράγματα που έζησα. Ενώ δεν είπε σχεδόν τίποτε, έφυγε αφήνοντας ένα κενό. «Sibylwise» (Personae, «Scriptor Ignotus»)».

Και συνεχίζει ο Σεφέρης, στην τελευταία του καταγραφή για την αναχώρηση του ζεύγους Πάουντ-Ρατζ, την Πέμπτη, 11 Νοέμβρη:

«Ευτυχώς όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν κρατήσαμε κάποιαν επαφή μαζί τους, με το τηλέφωνο ή δια του Ζήσιμου. Όταν γύρισαν την Παρασκευή από την έκθεση της γλυπτικής του Φιλοπάππου ― έπεσε στο κρεβάτι με 38½ πυρετό. Ο Ζήσιμος που έτυχε εκεί φρόντισε να τους βρει γιατρό».

Πριν ξεκινήσει το ζεύγος των φιλοξενουμένων να πάρει τον δρόμο για την έκθεση στου Φιλοπάππου, ο Σεφέρης –πιθανότατα παρακινημένος και από την αναμενόμενη επίσκεψή τους στους Δελφούς– πρόσφερε στον Πάουντ ενθύμιο δώρο ένα βιβλίο του στα αγγλικά: το κείμενό του για τους Δελφούς, που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: «For Ezra Pound with my devotion George Seferis. Athens 5.10.65».

[Μόλις και μετά βίας συγκρατώ ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ, καθώς ο δαίμων της ανακρίβειας και της παραπλάνησης παραποιεί πάλι περιπαιχτικά τις αφηγήσεις για ετούτο το ταξίδι].

Ο Σεφέρης, ως γνωστόν, πέρα από τις συγκεκριμένες ημερολογιακές καταγραφές, αποτύπωσε και φωτογραφικά εκείνη τη συνάντηση (για την ακρίβεια η Μάρω στέκεται πίσω από τον φακό), με τον ίδιο πλάι στον Έζρα Πάουντ στην αυλή του σπιτιού της οδού Άγρας. Ιδιαίτερα εύγλωττες φωτογραφικές στιγμές –στιγμές ίσως μόνον– αλλά τόσο ενδεικτικές της «άναρθρης συνομιλίας» την οποία μνημονεύει ο Σεφέρης, που αξίζουν ένα σύντομο σχολιασμό. Στην μια ο οικοδεσπότης όρθιος κρατώντας μια διακριτική απόσταση πίσω από τον καθιστό Πάουντ, με μια έκφραση διερωτητικής έγνοιας και φροντίδας για τη φιλοξενία και τους φιλοξενούμενους· ο Πάουντ γυρτός προς τα εμπρός, σαν κουλουριασμένος στον εαυτό του, με το βλέμμα στυλωμένο χαμηλά. Στην άλλη φωτογραφία, ο Πάουντ ορθός κι ευθυτενής, με το μάλλον αμήχανο βλέμμα του σταθερά καρφωμένο στον φακό, αλλά με τα χέρια στις τσέπες και τον Σεφέρη, περιχαρή και χαλαρωμένο, σταθερά όμως στηριγμένο στα πόδια του, να τον στηρίζει με τον ώμο του και το διακριτικό –σχεδόν αόρατο– δεξί του χέρι περασμένο στο αριστερό χέρι του Πάουντ. Ευθυτενής, ‘ευκίνητος’ μα κι εύθραυστος συνάμα δείχνει ο γερο-Έζρα πλάι στον στιβαρό Σεφέρη. Μόνο σημείο δύναμης ακατάβλητης η καίουσα φλόγα της επίμονης ματιάς του. (περισσότερα…)