ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Υπέρ Κεντρωτή λακτίζειν

κεντρωτ

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Ως συνήθως, η τελευταία μετάφραση του Κεντρωτή προκάλεσε πυρ ομαδόν. Ώς και καθηγητές της μετάφρασης ή της φιλολογίας βάλθηκαν να επιχειρηματολογούν ότι χρειάστηκαν λεξικό (των ελληνικών) για να παρακολουθήσουν τη μετάφραση, αλλά και ότι ο Κ. κάνει επιλογές που δεν δικαιολογούνται από «το λεξικό» (των γαλλικών).

Θα ήταν δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ότι ο Κ. καταφεύγει συστηματικά σε λογής-λογής ιδιωματικούς τύπους, συχνά αναντίστοιχους με το ύφος του πρωτοτύπου. Είναι όμως αξιοπερίεργο πώς τόσοι και τόσοι φιλαναγνώστες και φιλολογούντες δεν εννοούν να εννοήσουν ότι αν όχι ρητά, τουλάχιστον προγραμματικά ο Κ. δίνει μεταφράσεις σε στυλ παρόμοιο με εκείνο των δικών του ποιημάτων. Θα έπιανε κανείς με την ίδια άνεση να κατακρίνει γι’ αυτό και παλιούς λογοτέχνες «του Κανόνος»; ‘Η μόνον οι νεκροί δεδικαίωνται για τέτοιες ιδιοτροπίες, οπότε θα πρέπει να … πεθάνει ο άνθρωπος για να αξιολογηθούν οι μεταφράσεις του σε σχέση με το καθαυτό λογοτεχνικό του έργο;

Πέρα όμως από την ιδιαίτερη περίπτωση του λογοτέχνη που κάνει και μεταφράσεις, τίθεται ένα ευρύτερης εμβέλειας ερώτημα: όλοι όσοι μεταφράζουν σήμερα γνωστά, «κλασικά» κείμενα που έχουν ήδη μεταφραστεί (και θα μεταφραστούν ξανά και στο μέλλον) οφείλουν δηλαδή να μοιράζονται τα ίδια μεταφραστικά ιδεώδη πιστότητας, ακρίβειας, οικειότητας και κοινοχρησίας; Αν κάποιες μεταφράσεις που ήδη υπάρχουν και κυκλοφορούν είναι πιο κοντινές τόσο στο πρωτότυπο όσο και στο τρέχον γλωσσικό αίσθημα, όπως γράφεται, μα … ακριβώς, ένας λόγος παραπάνω για να γίνονται και μεταφράσεις με στοχεύσεις διαφορετικές, μεταφράσεις που παρεκκλίνουν από ένα consensus το οποίο ήδη υπηρετείται, υποτίθεται, ικανοποιητικά.

Αυτά όμως φαντάζουν υψηλές θεωρίες μπροστά στα επιχειρήματα δίκην αυτοτρικλοποδιάς που βλέπουμε να αντιτείνονται. Είναι δυνατόν επαγγελματίες του λόγου να ισχυρίζονται σοβαρά ότι χρειάζονται λεξικό για λέξεις όπως (επιλέγω από παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, από αξιόλογη μάλιστα ομότεχνο του κρινόμενου) μπαίγνιο, ξεδιψάστρα, άμιχτη, νέρινη, κατάρατες, σκιώσεις, ασκημιά, δισκοποτήρι, ντροπαλότη, γεροσύνη, αβυσσωμένα, αστερωμένα, ανάπνια, εχτύπαε, εκάπναε, ήμπαν, εγέλααν, πλέχουν, ευώδα, όμμα, βένθη, χορεία, δεσμωτεία, φιλόψογα, έμφοβα, αείζωο, πανόλβιος, ασπαίρον, έμπλεες, πυρφόρες, ατύπτως, αδολέσχως, επειράσθη, εκπτύσσεται, συγχρώνται, μαρμαίρουν, μεθύσκει, στίζει, σπένδουν, εμπεδούνται; Ο άλλος δε ισχυρισμός, ότι ανοίγουμε λεξικό και για το «μπονζούρ», δεν σημαίνει αυτοδικαίως ότι οφείλουμε κατόπιν και να το μεταφράσουμε μόνο με ό,τι βρούμε στο λήμμα: το λεξικό δεν το φτιάχνουν τίποτα θεότητες, αλλά ακόμα κι αν έχει ερμηνεύματα σπάνιας ευστοχίας, θα έχει αυτονόητα και περιορισμούς λόγω του όποιου μεγέθους του. Είναι αφελές να περιμένει κανείς ότι ένα λεξικό, ακόμα και το πληρέστερο και πλέον έγκυρο, θα καταγράφει όλες τις δυνατές σημασίες ή αποχρώσεις που μπορεί να πάρει μια λέξη ή έκφραση, ώστε να μπορεί να ανακηρυχθεί κύφων πομπεύσεως ατάκτων μεταφραστών.

Η πληθωρική ανακυκλοφόρηση ξεχασμένων τύπων, που ως επί το πολύ εγγράφονται πλέον στο λεγόμενο παθητικό λεξιλόγιο των περισσότερων αναγνωστών, ασφαλώς δεν συνιστά πρακτική που θα πρέπει να ακολουθήσει για οποιαδήποτε κείμενα σύσσωμη η μεταφραστική κοινότητα. Όμως προέχει να συνειδητοποιήσουμε ότι η επίκληση ενός προτάγματος στυλιστικής ομοιογένειας, μέσω της αλγοριθμικής τυποποίησης της μετάφρασης, εκβάλλει σε έναν γλωσσικό ορίζοντα όπου η πολλή συμμόρφωση θα γίνει στενός κορσές.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

ΥΓ. Όχι, δεν με ενθουσιάζουν οι μεταφράσεις του Κεντρωτή, όμως φρονώ πως ζητούν άλλη αντιμετώπιση, έστω και μόνον ως παράρτημα του έργου ενός από τους καλύτερους σημερινούς ποιητές μας.

Oι «Λύκοι» του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη

palamas-520x245

~.~

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Το 2016, ο Κωστής Παλαμάς, από το αιώνιο βάθρο που βρίσκεται και μας εποπτεύει όλους, είδε το έργο του να γίνεται αντικείμενο συζήτησης κι αντιπαράθεσης στη Βουλή των Ελλήνων[1] μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που η αναφορά στο όνομά του περιοριζόταν σε εθνικές επετείους και σε φράσεις του που λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά και ρήσεις. Συγκεκριμένα, ο Γενικός Γραμματέας του Λ. Σ.-Χρυσή Αυγή, Νίκος Μιχαλολιάκος, επιθυμώντας να καυτηριάσει τους —αριστερής προέλευσης— πολιτικούς του αντιπάλους, χρησιμοποίησε ως βέλος στη φαρέτρα του τη φράση «καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι» από τους παλαμικούς «Λύκους». Η αντίδραση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε τόσο το ποίημα-απάντηση του Κώστα Βάρναλη στους «Λύκους» όσο και την αναφορά στην πάνδημη κηδεία του εθνικού ποιητή που εξελίχθηκε σε παλλαϊκή αντιναζιστική κι αντικατοχική διαδήλωση. Το ποίημα των «Λύκων», ωστόσο, αφέθηκε στην άκρη, ωσάν να είχε τοποθετηθεί ορθώς εντός των συμφραζομένων που ο Μιχαλολιάκος το έθεσε.

mprosta_2.jpgΕπιπλέον, ξανά το 2016 ο ίδιος πολιτικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με κείμενά του για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, με τους «Λύκους» σε περίοπτη θέση στο οπισθόφυλλο.[2] Πρόκειται για μια συρραφή των κατά καιρούς άρθρων του σχετικά με τη λογοτεχνία στην παραταξιακή εφημερίδα της Χρυσής Αυγής,[3] προφανώς ιδωμένα μέσα από τη σκοπιά της εθνικιστικής προπαγάνδας της συγκεκριμένης οργάνωσης. Κι αν μεν ο Μιχαλολιάκος και ο κάθε Μιχαλολιάκος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφέρει λόγο περί της Ελληνικής Λογοτεχνίας, δημιουργείται δε μείζον ζήτημα όταν επιλέγει να παρουσιάσει μόνο τα τμήματα εκείνα του παλαμικού έργου που τον συμφέρουν με σκοπό να δικαιολογήσει τα προκατασκευασμένα συμπεράσματά του, τη στιγμή μάλιστα που κατηγορεί τους αντιπάλους για τον ίδιο ακριβώς λόγο.[4] Σε ένα πολυσχιδές και πολυπρισματικό έργο όπως το παλαμικό, η προσπάθεια απόκρυψης ισοδυναμεί με έγκλημα. Ιδιαίτατα, την περίπτωση των «Λύκων» οφείλει να πέσει άπλετο φως, καθώς το κομβικό και μεταβατικό αυτό ποίημα αποτελεί την τομή που κλείνει εκκωφαντικά τον κύκλο του Κωστή Παλαμά ως ‘‘ποιητή-προφήτη’’· πέραν αυτού, οι εξακτινώσεις του ταξιδεύουν πολύ μακρύτερα από οποιαδήποτε επικαιρική ανάγνωση. (περισσότερα…)

Για ένα τραγούδι

δρόμος

~-~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~.~

Στη θεολογία και το δίκαιο, ως γνωστόν, έχουμε αυθεντική ερμηνεία, ερμηνεία δηλαδή ex officio, από επίσημο φορέα, δεσμευτική για την κοινότητα των πιστών ή την έννομη τάξη. Τέτοιοι αυθεντικοί ερμηνευτές είναι λ.χ. ο πάπας ή η οικουμενική σύνοδος, στη μια περίπτωση, τα δικαστήρια, ιδίως τα ανώτατα, κάποτε και ο νομοθέτης διά των ερμηνευτικών του δηλώσεων, στην άλλη.

Στη λογοτεχνία τα πράγματα έχουν αλλιώς. Αυθεντικός ερμηνευτής δεν υπάρχει. Κανείς αναγνώστης, κανείς κριτικός, και ο πιο σπουδαίος ακόμη, δεν μπορεί να ορίσει δεσμευτικά το σημαινόμενο ενός έργου, να εξαντλήσει τελεσίδικα τις πιθανές δηλώσεις ή παραδηλώσεις του. Ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας, αυθεντικός ερμηνευτής του έργου του δεν είναι. Το «όσα ξέρει ο νοικοκύρης, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος» εδώ δεν ισχύει, η ερμηνεία είναι δουλειά συλλογική, μοιάζει με ψηφιδωτό: κάθε γενιά αναγνωστών συμπληρώνει ψηφίδες στην παραδεδομένη εικόνα, ή με παλίμψηστο: σβήνει τις παλιές και, χωρίς ποτέ να τις εξαλείφει ολότελα, γράφει επάνω τους τις δικές της εντυπώσεις.

Φυσικά, δεν θέλω να πάω εδώ τόσο μακριά όσο οι μεταμοντέρνοι που θεωρούν ότι ο καθείς μπορεί να κάνει με το έργο ό,τι γουστάρει – κάθε άλλο. Η σπουδαία λογοτεχνία παρότι πολυσήμαντη, δεν είναι ερμηνευτικά χαώδης. Ο συγγραφέας θέτει όρια στον ερμηνευτή του, εκτός των οποίων δεν μπορεί να κινηθεί. Εδώθε όμως των ορίων, οι δυνατότητες αυτού του τελευταίου είναι μεγάλες, και πάντως ικανές να θρέψουν τη φαντασία και να κινητοποιήσουν την εμβρίθεια και την ευαισθησία του.

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που άναψε τελευταία για τη σωστή ερμηνεία ενός πασίγνωστου και κοσμαγάπητου τραγουδιού του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του «Αγάλματος» που δισκογραφήθηκε το 1969 από τον Γιάννη Πουλόπουλο σε μουσική Μίμη Πλέσσα και, μισόν αιώνα τώρα, δεν έλειψε από το στόμα των Ελλήνων. Το «άγαλμα» του στιχουργού είναι λέξη κωδική, μεταφορική υποστήριξε ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης: ««Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού».

Όχι, τον αντικρούει ο μελετητής της γλώσσας Νίκος Σαραντάκος: «ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο». Στην κουβέντα παρενέβησαν κατόπιν και άλλοι, το πράγμα μάλιστα όλως αναιτίως τραχύνθηκε, οι τόνοι υψώθηκαν, ρωτήθηκε και ο ίδιος ο Παπαδόπουλος και η απάντησή του, όπως μας μεταφέρθηκε από τον Άρη Δημοκίδη, μοιάζει να στηρίζει την εικασία του Χωμενίδη ή, έστω, να μην της αφαιρεί τη νομιμοποιητική βάση.

Αναπόφευκτα, η διένεξη πέρασε και στο πεδίο το αισθητικό. Τι είναι λογοτεχνικά επιτυχέστερο; Η εικόνα του πέτρινου αγάλματος που ζωντανεύει για να παρηγορήσει τον ερωτοχτυπημένο, προδομένο ήρωα του τραγουδιού; Ή η εικόνα της τροτέζας της παρομοιαζόμενης με άγαλμα, στον ίδιο ρόλο; Και οι δυο αυτές εικόνες είναι συνήθεις στη λογοτεχνία. Στην Κίχλη του Σεφέρη, όπως επισημάνθηκε, βρίσκουμε τέτοια εξανθρωπισμένα αγάλματα:

Κι ὅμως τ’ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο· κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλημα στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος·
λυγίζουν· γίνουνται ἀλαφριὰ μ’ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος

Αλλά και η αντίστροφη εικόνα του ανθρώπου που απολιθώνεται δεν λείπει. Ο Ελύτης στο Άξιον εστί μάλιστα την συνδέει κι εκείνος με μια γυναίκα εκδιδόμενη:

Βλέπω τὴ μικρὴ Μυρτώ, τὴν πόρνη ὰπὸ τὴ Σίκινο, στημένη πέτρινο ἄγαλμα στὴν πλατεία τῆς Ἀγορᾶς μὲ τὶς Κρῆνες καὶ τὰ ὀρθὰ Λεοντάρια

Αν συνεχίζαμε τη γενεαλόγηση αυτή θα φτάναμε σίγουρα ώς τον Τάλω του Ηφαίστου και τη Γαλάτεια του Πυγμαλίωνα από τη μια μεριά, και ώς την φαρμακερή Μέδουσα και τη Γυναίκα του Λωτ από την άλλη. Και οι δυο μεταμορφώσεις είναι ισχυρές, δικαιωμένες από τον μύθο και την τέχνη των αιώνων. Άσκοπο να αναρωτιόμαστε ποια είναι καλύτερη. Προσωπικά πάντως, η εκδοχή του αγἀλματος-τροτέζας που παρηγορεί τον νέο με συγκινεί περισσότερο. Παρά την φαινομενικά ρομαντική αύρα της, δίνει ρεαλιστικό βάθος στον στίχο, σάρκα απτών, αληθινών ανθρώπων. Επιπλέον ενδυναμώνει την πλοκή και κεντρίζει τη φαντασία μας. Η κοπέλα του δρόμου δεν είναι άγνωστη στον νεαρό, τον ξέρει από παλιά· βλέποντάς τον, μας λέει ο ποιητής, «τον θυμήθηκε». Ήταν άραγε πελάτης της κι εκείνος, μήπως η παρηγορητική της στάση κρύβει ένα ενδιαφέρον βαθύτερο, μήπως το τρίγωνό μας είναι και ερωτικό;

Θυμίζω ότι ειδικά εκείνη την εποχή, η φιγούρα της συμπονετικής πόρνης, που όμως στο τέλος μένει μόνη και έρημη παρά το ηθικό της ύψος, είναι πολύ συνηθισμένη στην τέχνη. Κορυφαία της δείγματα, μια ταινία, η Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, και ένα άλλο πασίγνωστο τραγούδι, το «Πρέπει» του Άκη Πάνου, που το έκανε διάσημο η φωνή της Βίκυς Μοσχολιού.

Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα
επεράσαμε ωραία λίγες ώρες μαζί…
Είμαι εκείνη που είμαι κι έχεις όνομα κάποιο
σε χρυσό κόσμο σάπιο δε χωράω να μπω

Το κυριότερο επιχείρημα όμως υπέρ αυτής της ερμηνείας, αυτό που την καθιστά τόσο θελκτική, και νομίζω ανώτερη, είναι ότι δεν ακυρώνει και την άλλη εικόνα, αυτήν του ζωντανεμένου αγάλματος. Έρχεται να προστεθεί σ’ αυτήν, να την μπολιάσει με ένα πρόσθετο, και συναρπαστικό, επίπεδο σημασιών. Γιατί οι κοπέλες του δρόμου, ας το σκεφτούμε, είναι πράγματι αγάλματα. Όχι μόνο λόγω της στάσης τους τόση ώρα, ούτε μόνο από το επιδεικτικό βάψιμο που τις κάνει να μοιάζουν με διακοσμητικά μπιμπελό. Αλλά πρωτίστως επειδή είναι συναισθηματικά πετρωμένες, λίθινες. Το δόσιμο του κορμιού στον αγοραίο έρωτα προϋποθέτει τον ευνουχισμό του αισθήματος, είναι ένας ψυχικός ακρωτηριασμός. Και όταν αυτός για λίγο παύει, είναι σαν το άγαλμα να ζωντανεύει, να ξαναβρίσκει την χαμένη του ανθρώπινη φύση, από σκεύος ηδονής να ξαναγίνεται παλλόμενη καρδιά.

«Η ιδέα μου είναι ότι τα δυνατά συναισθήματα και οι βαθιά ριζωμένοι πόθοι» γράφει ο Σεφέρης προλογίζοντας τη μετάφραση του Άσματος Ασμάτων, «μπορούν να τραφούν από πολλές και διάφορες προσχώσεις και μπορεί να προσαρτήσουν και άλλους πόθους που μοιάζουν αλλότριοι — αν αγγίζουν ακέρια την ανθρώπινη ψυχή… Είναι πλούτος αυτό το μπόλιασμα· δεν είναι φτώχεια». Ας συγκρατήσουμε όμως και την παρότρυνση του ιδίου, αμέσως μετά: «Ωστόσο προτιμώ αυτό το πλούτισμα να το βρίσκω όπου μπορώ και όπως μπορώ χωρίς την ενοχλητική παρεμβολή του δογματισμού».

Τόσα πολλά σ’ ένα τραγούδι, θα πει κανείς; Και πολλά περισσότερα, θα πρόσθετα: όταν βέβαια το τραγούδι είναι τέτοιο, τουτέστιν λογοτεχνία σημαίνουσα. Κλείνω, παραθέτοντάς το, για όσους θέλουν να το θυμηθούν. Κι επειδή, εξ όνυχος ο λέων, ας προσεχθεί λίγο και η μαστοριά του Παπαδόπουλου: στίχος τροχαϊκός δεκατρισύλλαβος αυστηρός, με τομή στη όγδοη συλλαβή και (σπάνιο!) όλο με προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες.

Χθες μεσάνυχτα και κάτι κατηφόρισα
στη μικρή την πλατεΐτσα που σε γνώρισα
Κάποιο άγαλμα που μ’ είδε με θυμήθηκε
και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε

Και του μίλησα για σένα και για μένανε
και τα μάτια του βουρκώναν κι όλο κλαίγανε
Του ‘πα για το φέρσιμό σου και για τ’ άλλα σου
τ’ ασυγχώρητα τα λάθη τα μεγάλα σου

Κι ύστερα με πιάσαν θέ μου κάτι κλάματα
που με βρήκανε κουρέλι τα χαράματα
Με το άγαλμα ώς το δρόμο προχωρήσαμε
μου εσκούπισε τα μάτια και χωρίσαμε

Το παιχνίδι είναι σικέ

WC

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~.~

«Το ποδόσφαιρο είναι καθαρός καπιταλισμός», δήλωσε προ καιρού ο άσσος της Μπάγερν Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι. Και ζήτησε από την ομάδα του ν’ αποκτήσει κι άλλους σαν αυτόν αν θέλει να διακριθεί.

Είχε προηγηθεί βέβαια η υπερμεταγραφή του Νεϋμάρ στην Παρί και άλλες ανάλογες αστρονομικού ύψους μετακινήσεις παικτών, που κάνουν ακόμη και μια Μπάγερν να φαντάζει πλέον δύναμη παρακατιανή στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

Η απάντηση στον Πολωνό είναι ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι, έγινε καθαρός καπιταλισμός, το 1995. Ήταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο που το έδωσε ρεγάλο σε Ρώσους ολιγάρχες και Άραβες σεΐχηδες με την «απόφαση Μποσμάν» που ήρε τους περιορισμούς στις μεταγραφές, χάριν λέει των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Με την απόφαση αυτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση σκότωσε αυτό για το οποίο υποτίθεται ότι κόπτεται, τον ανταγωνισμό.

Τη δεκαετία του 1980, του 1990, τη μεγαλύτερη διασυλλογική διοργάνωση της Ευρώπης κέρδιζαν ομάδες όπως η Στεάουα, η Πόρτο, η Αϊντχόφεν, ο Ερυθρός Αστέρας. Αυτό θα ήταν σήμερα εντελώς αδύνατο, δυο-τρεις αγγλικές ομάδα, άλλες τόσες ισπανικές, αραιά και πού και καμιά άλλη μονοπωλούν τις επιτυχίες. Και τα πρωταθλήματα έχουν γίνει παρωδία, ο Ολυμπιακός στην Ελλάδα, η Γιουβέντους στην Ιταλία, η Μπάγερν στη Γερμανία πολύ σπανίως έχουν σοβαρό αντίπαλο.

Στις εθνικές ομάδες, στη Γαλλία πέρυσι, στη Ρωσσία φέτος, είδαμε τι σημαίνει άμιλλα, είδαμε τους υπέροχους Ισλανδούς και Ουαλούς να φτάνουν ψηλά, είδαμε τους Πορτογάλους να παίρνουν το έπαθλο κερδίζοντας τους οικοδεσπότες, βλέπουμε τώρα τους Βέλγους, τους Κροάτες. Σε συλλογικό επίπεδο, αντίθετα, το παιχνίδι είναι σικέ, ξέρεις από τώρα τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους. Τι θέλω να πω; Οι απόλυτες ελευθερίες, είτε πρόκειται για την ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων, είτε διακίνησης ανθρώπων είναι απόλυτες ανοησίες. Δογματισμοί ξένοι προς την πραγματικότητα, το είδαμε και στο Brexit. Στον αθλητισμό, στον πολιτισμό, σε μια σειρά από κρίσιμους τομείς δεν μπορεί να ισχύει η λογική των Βρυξελλών.

Δεν είναι αφελείς οι Αμερικανοί που στη χώρα τους, την Μέκκα του καπιταλισμού, έχουν θέσει εκτός ισχύος τους νόμους της ελεύθερης αγοράς στον ομαδικό αθλητισμό. Στο ΝΒΑ λ.χ., για να αποτραπεί η μονοπώληση των τίτλων, υπάρχει πλαφόν στις αμοιβές, η δε στρατολόγηση νέων παικτών γίνεται έτσι ώστε οι λιγότερο ισχυρές ομάδες να ενισχύονται με τα καλύτερα ταλέντα της νέας φουρνιάς. Η πίστη στην ομάδα ανταμείβεται ηθικά, συχνά μεγάλοι σταρ παραιτούνται από υψηλότερες αποδοχές ώστε η ομάδα τους να ενισχυθεί στις μεταγραφές. Αυτό που επιζητείται είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού, όχι η διαιώνιση των ίδιων πάντα «μεγάλων» στον θρόνο τους.

Παράλληλα, οι Αμερικανοί καλλιεργούν συστηματικά τον σχολικό και κολεγιακό αθλητισμό. Διαπαιδαγωγούνται στο πνεύμα της άμιλλας, της ατομικής και ομαδικής πειθαρχίας και στην επιδίωξη των πρωτείων, με τρόπο που μόνο στην Αρχαία Ελλάδα μπορούμε να βρούμε το ανάλογό του. Οι ήρωες των σχολικών πρωταθλημάτων τους γίνονται πρότυπα συμπεριφοράς. Οι προπονητές και οι γυμναστές τους είναι στην πραγματικότητα εθνικοί παιδαγωγοί, διαπλάστες χαρακτήρων.

Στην Ευρώπη, αντίθετα, οι μεγαλοσύλλογοι ξεμυαλίζουν με τα λεφτά τους τα ταλέντα και τις οικογένειές τους από τα δέκα και τα δώδεκά τους χρόνια. Ακόμη και ο Άγιαξ είναι αδύνατο να τα συγκρατήσει πια στην ποδοσφαιρική του ακαδημία. Και οι παίκτες έχουν γίνει γυρολόγοι, χωρίς σχέση βαθύτερη με τη φανέλα που φορούν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Γιάννης Πατίλης, Photo-poem

ONeoellinTisErntoganEpochis-02.jpg

Βισλάβα Συμπόρσκα, Πώς να (και να μη) γράφεις ποίηση

Szymborska

~.~

Συμβουλές μιας νομπελίστριας προς επίδοξους ποιητές

μετάφραση: Ιωάννης Αβραμίδης

Από τη στήλη της στην πολωνική εφημερίδα Λογοτεχνική Ζωή, η νομπελίστρια ποιήτρια Βισλάβα Συμπόρσκα για χρόνια απαντούσε σε επιστολές απλών αναγνωστών που της έστελναν τα ποιήματά τους. Μια επιλογή αυτών των απαντήσεων σε μετάφραση Clare Cavanagh δημοσιεύθηκε από το Poetry Foundation στα αγγλικά, απ’ όπου και η ελληνική απόδoση.

Στον Ηλιόδωρο από το Πρζέμυσλ: «Γράφεις “ξέρω ότι τα ποιήματά μου έχουν πολλά ψεγάδια, αλλά και τι έγινε; Δεν πρόκειται να κάτσω να τα διορθώσω.” Γιατί έτσι, Ηλιόδωρε; Μήπως επειδή θεωρείς την ποίηση τόσο ιερή; Ή μήπως την νομίζεις ασήμαντη; Και οι δύο τρόποι ν’ ἀντιμετωπίζεις την ποίηση είναι εσφαλμένοι και, το χειρότερο, απαλλάσσουν τον αρχάριο ποιητή από την υποχρέωση να δουλεύει πάνω στους στίχους του. Το να λέμε στην παρέα μας ότι μας κατέλαβε η έμπνευση του βάρδου την Παρασκευή στις 2:45 μ.μ. και άρχισε να ψιθυρίζει μυστηριακά απόκρυφα στο αυτί μας με τέτοια ένταση που μόλις και προλάβαμε να τα καταγράψουμε, ακούγεται ευχάριστο και προσφέρει ικανοποίηση. Αλλά στο σπίτι, πίσω από τις κλειστές πόρτες, διορθώνουμε επιμελώς, διαγράφουμε και αναθεωρούμε αυτά που διατυπώσαμε με άλλες λέξεις. Οι εμπνεύσεις είναι ωραίες και εκλεπτυσμένες, αλλά ακόμη και η ποίηση έχει την πεζή της πλευρά.»

Στον Χ.Ο., επίδοξο μεταφραστή: «Ο μεταφραστής δεν είναι υποχρεωμένος να μένει πιστός μόνο στο κείμενο. Οφείλει επίσης να αναδεικνύει τη συνολική ομορφιά της ποίησης διαφυλάσσοντας τη μορφή της και διατηρώντας με όση πληρότητα είναι δυνατόν το πνεύμα και το ύφος της εποχής».

Στη Γκράζυνα από το Σταραχοβίτσε: «Ας αφήσουμε τα φτερά κι ας δοκιμάσουμε να γράψουμε πατώντας στο έδαφος, τι λες;»

Στον κ. Γ. Κρ. από τη Βαρσοβία: «Χρειάζεστε καινούργιο στυλό. Αυτό που χρησιμοποιείτε κάνει πολλά λάθη. Θα είναι αλλοδαπό».

Στον Πήγασο (sic) από το Νιεπολομίτσε: «Με ρωτάς με ρίμες αν η ζωή μάς καταλαβαίνει (sic). Το λεξικό μου απαντάει αρνητικά.

Στον κ.  Κ.Κ. από το Μπύτομ: «Μεταχειρίζεσαι τον ελεύθερο στίχο σαν ανοιχτό στα πάντα. Αλλά η ποίηση (παρά τα όσα λέμε) είναι, ήταν και θα είναι πάντα παιχνίδι. Και όπως κάθε παιδί γνωρίζει, όλα τα παιχνίδια έχουν κανόνες. Γιατί λοιπόν μεγαλώνοντας να το ξεχνάμε;»

Στην Πούσκα από το Ράντομ: «Ακόμη κι η ανία θα ’πρεπε να περιγράφεται με γούστο. Πόσα πράγματα συμβαίνουν σε μια μέρα που δεν συμβαίνει τίποτε;»

Στον Μπολέσλαβ Λ-κ. από την Βαρσοβία: «Η υπαρξιακή σου οδύνη εύκολα καταλήγει σε μικρολογία. Χορτάσαμε απόγνωση και ζοφερά βάθη. “Oι βαθυστόχαστες σκέψεις” , λέει ο αγαπητός Τόμας (ο Μαν φυσικά, ποιος άλλος;) “θα ’πρεπε να μας προκαλούν μειδίαμα”. Διαβάζοντας το ποίημά σου «Ωκεανός» βρεθήκαμε να παραδέρνουμε σε μια μικρή λιμνούλα. Καλύτερα να θεωρείς τη ζωή σου μια αξιοσημείωτη περιπέτεια που σου συνέβη. Αυτή είναι και η μοναδική μας συμβουλή προς το παρόν.»

Στον Μάρεκ, επίσης από τη Βαρσοβία: «Έχουμε μια αρχή, ότι όλα τα ποιήματα για την άνοιξη αποκλείονται αυτομάτως. Το θέμα αυτό δεν υπάρχει πια στην ποίηση. Εξακολουθεί, φυσικά, να ευδοκιμεί στην ίδια τη ζωή. Aλλά πρόκειται για δυο ξεχωριστά πράγματα.»

Στον Μπ. Λ. από τα προάστια του Βρότσλαβ: «Ο φόβος για τον άμεσο λόγο, η σταθερή, επίμονη προσπάθεια να εκφράσετε τα πάντα με μεταφορές, η συνεχής ανάγκη ν’ αποδεικνύετε σε κάθε στίχο ότι είστε ποιητής: Αυτές είναι οι ανησυχίες που κατατρύχουν κάθε εκκολαπτόμενο βάρδο. Είναι, ωστόσο, ιάσιμες, αν διαγνωσθούν εγκαίρως.»

Στον Ζμπ. από το Πόζναν: «Κατορθώσατε να στριμώξετε περισσότερες υψήγορες λέξεις σε τρία μικρά ποιήματα από ό,τι οι περισσότεροι ποιητές σε όλη τους τη ζωή. “Πατρίδα”, “αλήθεια” , “ελευθερία” , “δικαιοσύνη”: λέξεις σαν αυτές δεν είναι ανέξοδες. Τις διαρρέουν πραγματικοί ποταμοί αίματος που το μελάνι δεν μπορεί να απομιμηθεί.»

Στον Μιχάλ από το Νόουι Ταργκ: «Ο Ρίλκε απέτρεπε τους νέους ποιητές από τα μεγάλα, σαρωτικά θέματα, αφού είναι τα πλέον δύσκολα και απαιτούν μεγάλη καλλιτεχνική ωριμότητα. Τους συμβούλευσε να γράφουν γι’αυτά που βλέπουν γύρω τους, για το πώς ζουν την κάθε μέρα, για το τι χάθηκε, τι βρέθηκε. Tους ενθάρρυνε να κομίσουν στην τέχνη τους ό,τι μας περιβάλλει: εικόνες ονείρων, αξιομνημόνευτα αντικείμενα  “Αν η καθημερινή ζωή σου μοιάζει φτωχή”, έγραφε, “μη κατηγορείς τη ζωή. Τον ίδιο σου τον εαυτό να κατηγορείς. Απλώς δεν είσαι αρκετά ποιητής ώστε να αντιληφθείς τον πλούτο της”. Ίσως αυτή η συμβουλή να σας φαίνεται κοινότοπη κι εξυπνακίστικη. Γι’ αυτό επικαλεστήκαμε προς υποστήριξή μας έναν από τους πιο εσωτεριστές ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας – παρατηρήστε απλώς πώς εγκωμίασε τα λεγόμενα ποιήματα της καθημερινότητας.»

Στην Ούλα από το Σόποτ: «Έναν ορισμό της ποίησης σε μια πρόταση – εντάξει. Γνωρίζουμε τουλάχιστον πεντακόσιους ορισμούς, αλλά κανένας τους δεν μας δίνει την εντύπωση του ακριβούς και αρκούντως περιεκτικού συγχρόνως. Καθένας τους εκφράζει το γούστο της δικής του εποχής. H έμφυτη επιφυλακτικότητα μας εμποδίζει να επιχειρήσουμε μόνοι μας έναν καινούργιο. Αλλά θυμηθείτε τον χαριτωμένο αφορισμό του Καρλ Σάντμπουργκ: “Ποίηση είναι το ημερολόγιο ενός θαλάσσιου πλάσματος που ζει στη ξηρά και θα επιθυμούσε να πετά”. Ποιος ξέρει αν μια μέρα δεν τα καταφέρει;»

Στον Λ-κ Μπ.-Κ από το Σλουψκ: «Περιμένουμε περισσότερα από έναν ποιητή που συγκρίνει τον εαυτό του με τον Ίκαρο, από όσα αποκαλύπτει μέσα από το μακροσκελές ποίημα που εσωκλείει.  Κύριε Μπ. – Κ., αδυνατείτε να αντιληφθείτε το γεγονός ότι ο σημερινός Ίκαρος ανυψώνεται πάνω από ένα τοπίο διαφορετικό από εκείνο των αρχαίων χρόνων. Βλέπει μεγάλους δρόμους γεμάτους αυτοκίνητα και φορτηγά, αερολιμένες, αεροδιαδρόμους, τεράστιες πόλεις, εκτεταμένα σύγχρονα λιμάνια και άλλα τέτοια πράγματα. Είναι δυνατόν να μην εισβάλει στο αυτί του ώρες ώρες ένας χείμαρρος;»

Στον Τ.Β., Κρακοβία:  «Στο σχολείο δεν αφιερώνεται καθόλου χρόνος –φευ– για την αισθητική ανάλυση των λογοτεχνικών έργων. Επικεντρώνουν στην κεντρική ιδέα και τα ιστορικά συμφραζόμενα. Φυσικά αυτή η γνώση είναι καίριας σημασίας, αλλά ανεπαρκής για οποιονδήποτε επιθυμεί να γίνει καλός ανεξάρτητος αναγνώστης, πόσο μάλλον για κάποιον με δημιουργικές φιλοδοξίες. Οι νεαροί επιστολογράφοι μας συχνά σοκάρονται επειδή τα ποιήματά τους για την ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Βαρσοβίας ή για την τραγωδία του Βιετνάμ μπορεί να μην είναι καλά. Είναι πεπεισμένοι πως οι έντιμες προθέσεις εγγυώνται το ύφος. Αν όμως θέλεις να γίνεις ένας αξιοπρεπής τσαγκάρης δεν αρκεί να ενθουσιάζεσαι με το ανθρώπινο πόδι. Πρέπει να γνωρίζεις για το δέρμα σου, τα εργαλεία σου, να επιλέξεις το σ,ωστό σχήμα κ.ο.κ. Το ίδιο ισχύει και για την καλλιτεχνική δημιουργία.»

Στον κ. Μπρ. Κ. από το Λάσκι: «Τα πεζά ποιήματά σας κυριαρχούνται από τη μορφή του Μεγάλου Ποιητή που δημιουργεί τα σπουδαία έργα του σε κατάσταση  ευφορίας υπό την επήρεια αλκοόλ. Μπορούμε να μαντέψουμε ποιον έχετε κατά νου, αλλά σε τελική ανάλυση τα ονόματα δεν μας απασχολούν. Μάλλον πρόκειται για την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το αλκοόλ διευκολύνει τη συγγραφή, ενισχύει τη φαντασία, οξύνει το πνεύμα και υπηρετεί ένα σωρό άλλες χρήσιμες λειτουργίες που βοηθούν την έμπνευση του βάρδου. Αγαπητέ μου κ. Κ., ούτε αυτός ο ποιητής ούτε κανείς άλλος ποιητής που γνωρίζω προσωπικά, και στην πραγματικότητα κανείς άλλος ποιητής δεν έχει γράψει ποτέ τίποτε το σπουδαίο υπό μόνη την επήρεια σκληρών ποτών. Το καλό έργο προκύπτει από την προσεκτική και κοπιώδη νηφαλιότητα χωρίς κανένα εύθυμο βουητό στο κεφάλι. “Έχω ιδέες συνεχώς, μα μετά τη βότκα το κεφάλι μου πονάει”, λέει ο Βισπιάνσκι. Αν ένας ποιητής πίνει, το κάνει ανάμεσα σ’ ένα ποίημά του και στο επόμενό του. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Αν το οινόπνευμα προήγε την σπουδαία ποίηση τότε ένας στους τρεις πολίτες της χώρας μας θα ήταν τουλάχιστον Οράτιος. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να γκρεμίσουμε ακόμη ένα μύθο. Ελπίζουμε ότι θα ανασυρθείτε αλώβητος από τα συντρίμμια.»

Στον Ε.Λ., Βαρσοβία:  «Μάλλον θα ’πρεπε να μάθεις να αγαπάς σε πεζό λόγο.»

Στον Έσκο από το Σίερατζ: «Η νιότη είναι μια ενδιαφέρουσα περίοδος της ζωής. Αν κάποιος προσθέσει στις δυσκολίες της νιότης και συγγραφικές φιλοδοξίες θα πρέπει να διαθέτει μια εξαιρετικά στέρεη ιδιοσυγκρασία προκειμένου ν’ αντεπεξέλθει. Στα συστατικά της θα πρέπει να περιλαμβάνονται: επιμονή, συνέπεια, πολύ διάβασμα, περιέργεια, παρατήρηση, αποστασιοποίηση από το εγώ, ευαισθησία για τους άλλους, κριτική σκέψη, αίσθηση του χιούμορ και εδραία πεποίθηση ότι ο κόσμος αξίζει α. να συνεχίσει να υπάρχει, και β. καλύτερη τύχη από όση είχε ίσαμε τώρα. Οι δοκιμές που στείλατε φανερώνουν μόνο την επιθυμία σας να γράψετε και καμιά από τις υπόλοιπες αρετές που περιγράφονται ανωτέρω. Έχετε πολλή δουλειά να κάνετε.»

Στην Κάλι από το Λοτζ: «Το “γιατί” είναι η πιο σημαντική λέξη στην γλώσσα αυτού του πλανήτη και, μάλλον, και σ’ αυτή των άλλων γαλαξιών επίσης.»

Στον κ. Παλ-Ζετ από το Σκαρζύσκο Καμιέννα: «Τα ποιήματα που στείλατε υποδηλώνουν ότι αποτυγχάνετε να διακρίνετε τη διαφορά ύφους ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία. Για παράδειγμα το ποίημα με τίτλο “Εδώ”  είναι μια μικρή περιγραφή σε πεζό λόγο ενός δωματίου και της επίπλωσής του. Στην πεζογραφία τέτοιες περιγραφές επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία: στήνουν το σκηνικό για τη δράση που ακολουθεί. Την επόμενη στιγμή οι πόρτες θα ανοίξουν, κάποιος θα μπει και κάτι θα συμβεί. Στην ποίηση η ίδια η περιγραφή “συμβαίνει”. Καθετί γίνεται σημαίνον, έχει νόημα: η επιλογή των εικόνων, η θέση τους, το σχήμα που παίρνουν μέσα στις λέξεις. Η περιγραφή ενός συνηθισμένου δωματίου πρέπει να μετατραπεί μπροστά στα μάτια μας σε εξερεύνηση του δωματίου και το συναίσθημα που εμπεριέχεται στην περιγραφή πρέπει να κοινωνηθεί στους αναγνώστες. Ειδάλλως η πρόζα θα μείνει πρόζα, ανεξαρτήτως του πόσο σκληρά δουλέψατε για να κόψετε τις προτάσεις σας σε σειρές στίχων. Και το χειρότερο, τίποτε δεν συμβαίνει μετά.»

~ . ~

szymborska 2

«Η Ανέγγιχτη» ή «η πρόωρη αδερφή της Γέλινεκ»

 

«Η Ανέγγιχτη» ή «η πρόωρη αδερφή της Γέλινεκ[1]»

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η σχέση του γερμανικού κοινού (της κριτικής μη εξαιρουμένης) με το έργο της Γκίζελας Έλσνερ (Gisela Elsner) ήταν και παραμένει σχέση αγάπης-μίσους. Κυρίως δε το δεύτερο. Σε ποιον αρέσει άλλωστε να του ‘χτυπούν’ κατάμουτρα τις αδυναμίες του. Έτσι, όταν ο Όσκαρ Ρόλερς γύρισε το 2000 την ταινία με τίτλο «Η ανέγγιχτη» (Die Unberührbare), τα έργα της συγγραφέως και μητέρας του ήταν από καιρό εξαντλημένα και λησμονημένα. Από την άλλη, μόλις το 2007,  οπότε η Έλσνερ θα γιόρταζε τα 70α της γενέθλια, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γερμανία το μυθιστόρημά της Το άγιο αίμα (Heilig Blut). Ο γνωστός εκδοτικός οίκος Ρόβολτ (Rowohlt) είχε αρνηθεί την έκδοσή του το 1982. Κι αυτό δεν είναι όλο: Με αφορμή τη δημοσίευση αποσπασμάτων από το μυθιστόρημά της Απαγόρευση της επαφής (Berührungsverbot) στην Ελβετία, πραγματοποιήθηκε επίθεση στα γραφεία της εφημερίδας που τα είχε δημοσιεύσει. Αλλά και στην Αυστρία, η κριτική κατά του βιβλίου υπήρξε δριμεία. Μόλις το 2002, τριανταδύο χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του και δέκα από το θάνατο της συγγραφέως, η κριτική έκανε λόγο για μια «αιχμηρή καρικατούρα ηθών», προσπαθώντας να συμφιλιώσει την Έλσνερ με την προηγούμενη γενιά. Το 2007 το περιοδικό Σπήγκελ έγραψε για την «εκ νέου ανακάλυψη ενός λογοτεχνικού ινδάλματος». Παρ’ όλα αυτά, η συγγραφέας των οχτώ μυθιστορημάτων και των πολυάριθμων δοκιμίων και διηγημάτων, η οποία γεννήθηκε στη Νυρεμβέργη το 1937 και τερμάτισε τη ζωή της πέφτοντας από ένα παράθυρο στο Μόναχο το 1992, εξακολουθεί να ενοχλεί. Η έντονη κριτική της απέναντι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το φασισμό, αλλά και στη διαβρωτική επιρροή του καπιταλισμού όχι μόνο στην οικονομία και την πολιτική, αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι κάτι που δεν της συγχωρούν. Απόδειξη; Τα βιβλία της σπανίζουν στα ράφια των γερμανικών βιβλιοπωλείων και κάποτε είναι δύσκολη ακόμη και η παραγγελία τους. Και κάπου εδώ έρχεται το Amazon…

Ο Ματίας Μάιερς αναφέρει στο κείμενό του «Η Γκίζελα Έλσνερ και οι Κομμουνιστές»[2], μεταξύ άλλων, τα εξής:

                    «Για κάμποσο καιρό, για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματα της Γκίζελας Έλσνερ δεν υπήρχε θέση σε κανένα αστικό περιοδικό. Καμία βιβλιοπαρουσίαση, καμία βιβλιοκριτική δεν δημοσιευόταν σε εφημερίδες, δίχως να συνοδεύεται από –υποτιμητικά ως επί το πλείστον – σχόλια για την εμφάνιση, την κόμμωση, τα ρούχα και το βάψιμό της. Ως επί το πλείστον δε, αυτή η ηθελημένη παράλειψη οφειλόταν στη σιωπηρή ταξινόμηση της συγγραφέως στην κατηγορία της υπερβολικής, προκλητικής, εκκεντρικής και άρα κάπως παλαβής γυναίκας. Χάρη σε αυτή τη μέθοδο, το κύρος τόσο του έργου όσο και της προσωπικότητας της Έλσνερ δέχτηκαν μεγάλο πλήγμα. Όσο για την πρόσληψη του έργου της, διαπιστώνει κανείς μια μεταβολή με την πάροδο του χρόνου. Ενώ αρχικά θεωρήθηκε σοβαρή συγγραφέας με ένα πολλά υποσχόμενο πρωτόλειο, τους Γιγάντιους νάνους (Die Riesenzwerge, 1964), το τοπίο άρχισε γρήγορα ν’ αλλάζει και ολοένα περισσότερο να γίνεται λόγος για μια παράφρονα ντίβα κι αυτάρεσκη συγγραφέα.

                   Πολύ πιο ευχάριστα έγραφαν για την εμφάνισή της, παρά για το έργο της: πώς να το κάνουμε, για το πρώτο χρειάζεται κανείς λιγότερο μυαλό.

                   Η δε αστική κριτική θεωρούσε τις πολιτικές της πεποιθήσεις ως άλλη μία από τις εξαλλοσύνες της. Μ’ αυτόν τον τρόπο δεν χρειαζόταν να αναμετρηθεί με τις ουσιαστικές πολιτικές της τοποθετήσεις. Η διαπίστωση μάλιστα αυτή αφορά όλα τα χρόνια συγγραφής της Έλσνερ, με αποκορύφωμα την εποχή μετά την ένταξή της στο Κομμουνιστικό Κόμμα.» (…)

                   «Η Έλσνερ δεν υπήρξε ποτέ κλασική εκπρόσωπος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά της δεν χρησιμοποιούσε τους θετικούς ήρωες, με τους οποίους ο αναγνώστης θα ήθελε να ταυτιστεί. Κύριο εργαλείο της ήταν η άρνηση.       Η άρνηση της άρνησης, ως διαλεκτική αρχή, της άρεσε πολύ. (…)

Στα περισσότερα μυθιστορήματά της κατορθώνει να αποτυπώσει επιτυχώς το βίαιο χαρακτήρα των κοινωνικών συνθηκών, ο οποίος πηγάζει –όπως σωστά αναγνωρίζει– από τις οικονομικές συνθήκες. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους το έργο της Έλσνερ ανήκει σε ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η ρεαλιστική λογοτεχνία της Γερμανίας. Αυτό που τη διακρίνει είναι η σπάνια δεξιότητά της στη σάτιρα. Ήταν σε θέση να περιγράψει καταστάσεις και συνθήκες διατηρώντας μια ουδέτερη στάση, χωρίς αξιολογικές κρίσεις και ανεξάρτητα από ηθικές επιταγές.

                   Η μονοδιάστατη αντιμετώπισή της Έλσνερ από τη λογοτεχνική κριτική επεδίωκε διαρκώς την απαξίωσή της ως «κατακρίτριας του μικροαστισμού», χαρακτηρισμός που για την ίδια τη συγγραφέα συνιστά «γενικευτική ανακρίβεια». «Γι’ αυτό θα ήθελα να εκφράσω την αντίθεσή μου απέναντι στους όρους ‘μικροαστισμός’ ή ‘αποθέωση του μικροαστικού’, αφού ο ‘μικροαστός’ δεν αφορά μια συγκεκριμένη και κοινωνικά σαφώς προσδιορισμένη ομάδα. Από την άλλη, όποιος χρησιμοποιεί τον όρο, απευθύνεται συνήθως στους άλλους». (…)

                   Με αφορμή την τελευταία φάση της ζωής της, η Έλσνερ παρουσιάζεται συχνά ως μια γυναίκα αποκαρδιωμένη, απελπισμένη, σε απόγνωση. Την ίδια απλουστευτική, εξού και λανθασμένη, άποψη για τη συγγραφέα αναπαρήγαγε και η ταινία «Η ανέγγιχτη» το 2000. (…)

                   Η Γκίζελα Έλσνερ ήταν έξυπνη γυναίκα. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι με το δικό της ξεχωριστό τρόπο υπήρξε και μοναδική Κομμουνίστρια.»

       

[1] Έτσι είχε χαρακτηρίσει τη Γκίζελα Έλσνερ το περιοδικό «Έμμα» (Emma)

[2] Mathias Meyers, “Gisela Elsner und die Kommunisten“ in Gisela Elsner: Flüche einer Verfluchten“, Verbrecher Verlag, S. 375-394.

«Εγώ δεν είμαι εγώ» – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (2/5)

*

Επιμέλεια Aφιερώματος – Mετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

ΧΟΥΑΝ ΡΑΜΟΝ ΧΙΜΕΝΕΘ

Π ο ι ή μ α τ α 

ΕΦΗΒΕΙΑ

Κάποια στιγμή στο μπαλκόνι
μείναμε οι δυο μας μονάχοι.
Απ’ τη γλυκειά εκείνη μέρα
ήμαστε οι δυο μας μια αγκάλη.
—Το νυσταγμένο τοπίο
κοιμόταν σε τόνους σκόρπιους
κάτω από ουρανό γκρίζο
και ροδαλό, φθινοπώρου.—
Της είπα, θα την φιλούσα·
τα μάτια ήρεμα κλείνει
και θησαυρό σαν να χάνει
τα δυο της μάγουλα δίνει.
—Πέφταν τα φύλλα φρυγμένα
στο σιωπηλό μέσα κήπο,
και στον αέρα αιωρούνταν
άρωμα από ηλιοτρόπιο.—

Να με κοιτάξει, πού τόλμη;
Της είπα, είμαστε ένα,
…κι έμειναν τα δυο της μάτια
μελαγχολικά, βρεγμένα.

(ADOLESCENCIA)

~.~

Η ΑΛΛΑΓΗ

Το γήινο, για σένα,
εξαίσιο εγίνη,
ουράνιο.
Και τότε,
το ουράνιο, για μένα,
ευχάριστα εγίνη
επίγειο.

(EL CAMBIO)

~.~

ΓΕΓΟΝΟΣ

Σαν έχει φύγει εκείνη,
το μάτι τη διακρίνει.
Μετά, καθώς γυρνάει,
στο πουθενά σκορπάει.

(EL HECHO)

~.~ (περισσότερα…)

Ἡ πετριά τῶν συγγραφέων

arrog

~ . ~

τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ ~ . ~ 

Κάθε ἄνθρωπος κάποιου δημιουργικοῦ τάλαντου, σ᾿ ὁποιονδήποτε τομέα, ἔχει ἔφεση νά πιστεύει στόν ἑαυτό του. Χωρίς αὐτήν τήν πίστη δέν θά καταπιανόταν μέ δημιουργική δουλειά. Σ᾿ ἕνα ἑπόμενο βῆμα οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀναπτύσσουν, ὡς φυσική συνέπεια αὐτῆς τῆς ἔφεσης, ἕναν κάποιον ἐγωκεντρισμό. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις δύσκολα θά ᾿λεγε κανείς πώς δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἄτομα κοινῆς συμπεριφορᾶς. Ὁ ἐγωκεντρισμός ἀφορᾶ λίγο πολύ κάθε ἄνθρωπο καί περισσότερο αὐτούς πού ἀφοσιώνονται στήν ἰδιαίτερη κλίση τους. Κάποτε ὡστόσο ἡ παραπάνω ἔφεση ἐκδηλώνεται ἐντονότερα, σέ βαθμό πού νά ξεπερνάει τὰ συνήθη ὅρια. Κάτι πού συμβαίνει μᾶλλον συχνά σέ ἄτομα πού καταγίνονται μέ τίς τέχνες καί τά γράμματα. Ἄν περιορίζαμε αἴφνης τό θέμα στήν περιοχή τῆς λογοτεχνίας, θά εἴχαμε τό περιθώριο νά κάνουμε ὁρισμένες παρατηρήσεις.

Τό θέμα ἀφορᾶ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες φαντασιώνεται κανείς τόν πνευματικό ἑαυτό του πάνω ἀπό τά κοινά μέτρα ἤ, ἀλλιῶς, πάνω ἀπό τόν μέσο ὅρο. Ἔχουμε π.χ. ἄτομα πού δέν κρύβουν ὅτι ἔχουν μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους. Σπάνια τό λένε βέβαια ρητά, ἀλλά στά λόγια τους ὑποδηλώνεται εὐδιάκριτα ἕνα ἐγώ διογκωμένο. Γιά ὁρισμένους αὐτή ἡ αἴσθηση εἶναι πηγαία, ἰδιοσυγκρασιακό συνεπῶς γνώρισμα τῆς ὕπαρξής τους καί τή βλέπουμε νά ἐκδηλώνεται ἀμέσως, ἀπό τό πρῶτο πρῶτο δημοσιευμένο ἔργο τους. Ὅπως συμβαίνει λ.χ. μέ τόν Α. Σικελιανό ἤ μέ τόν Ζ. Λορεντζάτο. Χωρίς ὡστόσο νά εἶναι κανείς ἀπόλυτα σίγουρος πὼς σέ τέτοιες περιπτώσεις ἀπουσιάζει κάθε στοιχεῖο φαντασίωσης. Ὅμως ὁ ἰδιοσυγκρασιακός παράγοντας παραμένει ἔντονα αἰσθητός.

Σέ μιά δεύτερη σειρά περισσότερων συγγραφέων ἔχουμε σχετικές διαφορές. Οἱ συγγραφεῖς αὐτοί δηλαδή, ἄν καί καθόλου ἀτάλαντοι, δέν φαντασιώνονται μεγάλο τόν ἑαυτό τους ἀμέσως, ἀπό τήν ἀρχή ἀρχή. Μάλιστα ἀρχικά ἡ στάση τους, ἀναφορικά μέ τά πρῶτα ἔργα τους, εἶναι μᾶλλον ταπεινή. Ἄν καί δέν τούς λείπει ὁ ἐνδόμυχος καλλιτεχνικός ἐγωκεντρισμός, δέν τόν δείχνουν παρά μόνο πολύ συγκρατημένα. Ἀντίθετα ἔχουν μεγάλη ἔγνοια καί παρακολουθοῦν ἀνήσυχοι αὐτά πού γράφονται ἀπό τούς κριτικούς γιά τή συγγραφική δουλειά τους. Τότε δίνουν σημασία ἀκόμα καί στήν παραμικρή σημείωση πού γράφεται γι᾿ αὐτούς. Ἀπό τήν ὥρα ὅμως πού κάπως ξεχωρίζουν ἀπό τόν σωρό, ἀποκτώντας μιά κάποια δημόσια ἐπιφάνεια, ἀρχίζουν νά ἐκδηλώνουν περισσότερο τήν αὐτοπεποίθησή τους. Ἔκτοτε, ὅσο ἡ δημόσια ἀναγνώριση κερδίζει ἔδαφος, τόσο μεγαλώνει ἡ ἔξαρση τοῦ ἐγώ τους. Ἀναλογικά δηλαδή ἀναπτύσσεται καί ἡ φαντασιωτική μεγέθυνση τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ὥσπου ἀπό κάποιο σημεῖο καί μετά πέφτουν στή δίνη ἑνός φαύλου κύκλου. Ὁπότε, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ποιότητα τῆς ὕστερης παραγωγῆς τους, μετράει τό ἔδαφος πού κερδίζουν στό ἐπίπεδο τῆς δημόσιας προβολῆς τους -δημοσιεύσεις σέ ἐφημερίδες, φωτογραφίες,παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, φιλοφρονητικά σχόλια ἤ κριτικές, τιμητικές ἐκδηλώσεις, βραβεῖα, συχνές ἐμφανίσεις στήν τηλεόραση, κ.λπ. κ.λπ. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα μοιάζει νά ζοῦν καί νά κινοῦνται μέσα στόν χῶρο τῆς ἀτομικῆς τους προέκτασης ἤ, ὅπως λέμε, στόν κόσμο τους. Εἶπα, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὕστερη παραγωγή τους. Γιατί συνήθως δέν συμβαδίζει ἡ ποιοτικότερη παραγωγική περίοδός τους μέ τό διάστημα τῆς δημόσιας προβολῆς τους πού ἔρχεται βραδύτερα καί πού ὑποθάλπει τόν ὑποκειμενισμό τους. Ἀπό τή στιγμή πού περνάει κανείς στήν περιοχή τοῦ φαύλου κύκλου, πού προανάφερα, ὥς ἔνα βαθμό τουλάχιστο, χάνει τήν ἐπαφή τουμέ τόν ἔξω κόσμο. Ἔτσι δύσκολα βλέπει καθαρά τί συμβαίνει γύρω του, δύσκολα δέχεται ὁποιαδήποτε παρατήρηση πάνω στή δουλειά του, δύσκολα μπορεῖ νά κρίνει εὐνοϊκά τά σύγχρονα, ὁμοειδή μέ τά δικά του, ἔργα. Ἐνῶ βασική φροντίδα του γίνεται ἡ περισσότερ οαὐξημένη δημόσια εἰκόνα του. Σέ σημεῖο πού θά ᾿λεγε κανείς πώς  χάνει τό μέτρο τῶν πραγμάτων καί τήν καθαρή ἐπαφή μαζί τους. «Κι αὐτή», μεταθέτοντας τό νόημα ἀπό τά λόγια τοῦ ποιητή, «δέν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα».[1] Γιατί, σύμφωνα μέ τή λαϊκή ρήση, «τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξη», ἔχουμε αὐξανόμενη βουλιμία γιά περισσότερη ἀναγνώριση πού, ὅσο διαπιστώνεται, τόσο κεντρίζεται ἡ παραπέρα διόγκωση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ. Πρόκειται γιά μιά κατάσταση στήν ὁποία τό ὑποκείμενο κατέχεται ἀπό τήν ἔμμονη ἰδέα τοῦ φαντασιωμένου ἑαυτοῦ του, κάτι πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τό νά πατάει στό κατώφλι μιᾶς ἐλαφρᾶς, θά ᾿λεγε κανείς,  ψύχωσης. Ἐνδεικτικά παραδείγματα ἔχουμε πολλά. Λίγα ὀνόματα ἀρκοῦν, π.χ. Ο. Ἐλύτης, Γ. Ρίτσος, Ν.Καροῦζος, Γ. Χειμωνᾶς, Γ. Ἰωάννου…

Πρέπει νά πῶ, ἄν δέν ἔγινε ἤδη ἀντιληπτό, πώς τά παραπάνω δέν ἀφοροῦν ἀκριβῶς τή λογοτεχνική ἀξία τῶν συγγραφέων, ἀφοροῦν ἁπλῶς ἕνα  φαινόμενο φαντασίωσης τοῦ ἐγώ πολλῶν ἄξιων λογοτεχνῶν. Κάτι σάν ψυχωτική ἔξαρση τοῦ ἑαυτοῦ τους. Φαινόμενο πού δέν εἶναι ἀποκλειστικά νεοελληνικό. Ἀρκεῖ νά θυμηθοῦμε λ.χ. τόν προκλητικό ἐγωκεντρισμό τῶν Ο. Οὐάλντ, Φ.Τ. Μαρινέτι, τοῦ Β. Μαγιακόφσκι, κ.ἄ. Μέ τή διαφορά πώς ἐδῶ σέ μᾶς, στή μικρή καί καθυστερημένη χώρα μας, ὁ λογοτεχνικός στίβος εἶναι στενός καί πενιχρός σέ ἀναγνώριση καί ὑλικές ἀπολαβές. Οἱ λογοτέχνες μας διαγκωνίζονται μέσα σ᾿ αὐτόν τόν στενό στίβο μέ ἀσήμαντα ὀφέλη καί προσπαθοῦν νά εἶναι κάτι ἔστω ὡς ὄνομα. Ἕνα ὑποκατάστατο τῆς εὐρείας φήμης πού ἀπολαμβάνουν οἱ λογοτέχνες σέ χῶρες πού διαθέτουν ὑψηλό ἐπίπεδο παιδείας καί εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ δικοί μας εἶναι καί αἰσθάνοναι ἀδικημένοι ἀπό τίς συνθῆκες. Ἐνῶ, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, δέν τούς διαφεύγει τό γεγονός ὅτι ἡ πολιτεία πολύ λίγο ἐνδιαφέρεται γιά τήν ὕπαρξή τους καί ὅτι ἁπλῶς ὑποκριτικά λέει πώς τούς ἔχει περί πολλοῦ. Πάντως, ἄν θέλει νά παραδειγματιστεῖ κανείς θετικά, δέν ἔχει παρά νά κοιτάξει λογοτέχνες πού εἶχαν ταπεινή ἤ πολύ συνετή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους, ὅπως ὑπῆρξε ἡ περίπτωση τοῦ Σταντάλ, τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι, τοῦ Ρ. Μ. Ρίλκε, τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ,τοῦ Φ. Πεσσόα, τοῦ  Χ.Λ. Μπόρχες, τοῦ Α. Καμύ, κ.ἄ. Καί ὅπως τῶν δικῶν μας Δ. Σολωμοῦ, Λ. Πορφύρα, Τ. Παπατσώνη, Τ. Ἄγρα, Γ. Μπεράτη, Μ. Σαχτούρη.

Ἐκτός ἀπό τίς δυό παραπάνω κατηγορίες συγγραφέων ὑπάρχει καί μιά τρίτη, πολυπληθέστερη, πού κινεῖται στήν περιοχή τῆς λογοτεχνίας. Σ᾿ αὐτή ἀνήκουν ἄτομα πού ἔχουν ἔντονη ἐπιθυμία νά ὑπάρξουν μέ κάποιο ὄνομα μέσα στή λογοτεχνική κοινότητα. Ἡ φιλοδοξία τους ἤ ἡ ματαιοδοξία τους εἶναι τό «ἐξαίσιον Οὖτος Ἐκεῖνος»!..[2] Ἡ πετριά τους δηλαδή εἶναι νά βγοῦν στή δημοσιότητα, ὅσο περισσότερο γίνεται, ὡς συγγραφεῖς ποιημάτων, πεζῶν, κριτικῶν, μελετῶν. Ἡ δημοσιότητα εἶναι, θά λέγαμε, ὁ διακαής πόθος τους. Δέν βασίζονται ὅμως, ὅπως οἱ προηγούμενοι, στό ὑπολογίσιμο τάλαντό τους, κάτι πού, καθώς φαίνεται, τό διαισθάνονται, γι᾿ αὐτό ἐπινοοῦν διαφορετικούς τρόπους προβολῆς. Μεταξύ αὐτῶν προέχουν, καθώς πιστεύω,  οἱ ἑπόμενοι.

Μία συνηθισμένη τακτική εἶναι νά πρωτοεμφανίζεται κανείς βγάζοντας ἕνα περιοδικό, συνήθως περιορισμένης χρονικής διάρκειας. Ἔτσι πού μέσα ἀπό τή διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ νά ἔχει τή δυνατότητα νά συνδεθεῖ μέ πρόσωπα καί καταστάσεις καί κατά κάποιον τρόπο νά γίνει μέλος τοῦ λογοτεχνικοῦ συναφιοῦ. Στήν ἴδια κατηγορία ἀνήκουν κι ἐκεῖνοι πού πρωτοπαρουσιάζονται μέσα ἀπό ἐκδοτικές ὁμάδες περιοδικῶν ἤ ἀπό συντροφιές ἔντυπων μεγάλης κυκλοφορίας. Ἀπώτερος σκοπός ὅλων αὐτῶν εἶναι βέβαια ἡ κάποιου βαθμοῦ δικτύωση, ὥστε νά προσεχτεῖ ἤ ἔστω νά γραφτεῖ κάτι θετικό ἀργότερα, ὅταν θά κυκλοφορήσουν τά πρῶτα βιβλία τους. Ἔκτοτε κινοῦνται ὅλο καί πιό ζωηρά στό πλαίσιο τῆς λογοτεχνικῆς κίνησης καί εἶναι μᾶλλον ἐπιρρεπεῖς σέ ἐλεγχόμενες συμβιβαστικές ἐνέργειες.

Μιά ἄλλη συνηθισμένη τακτική εἶναι νά γράφει ἀρχικά κανείς κάμποσες φιλοφρονητικές κριτικές γιά γνωστά ὀνόματα. Πράξη πού ὁδηγεῖ σέ χρήσιμες γνωριμίες, ὥστε μελλοντικά νά περιμένει κάποιες δημόσιες ἀνταποκρίσεις ἀπό τή μεριά τους. Περίπου ἴδια τακτική ἀκολουθοῦν κι ἐκεῖνοι πού ἐπιδιώκουν νά μποῦν στόν στενό κύκλο κάποιου σημαντικοῦ συγγραφέα. Ἡ συνέχεια εἶναι αὐτονόητη.

Ἕνας ἀκόμη τρόπος δημόσιας προβολῆς εἶναι νά διαθέτει κανείς πολιτικό ἤ παραγοντικό δόντι. Τό «μέσο» ἔχει εἰσχωρήσει καί στή λογοτεχνική δημοσιότητα. Ξέρουμε, ὅσο κι ἄν δέν κοινολογεῖται στόν τύπο, ὅτι ὁρισμένες κρατικές βραβεύσεις βιβλίων ἔχουν γίνει μετά ἀπό τηλεφωνήματα ὑπουργῶν σέ μέλη τῆς Κριτικῆς Ἐπιτροπῆς Κρατικῶν Βραβείων. Εἶναι γνωστή ἐπίσης ἡ σκανδαλωδῶς συχνή παρουσία, σέ τηλεοπτικές ἐκπομπές ἤ ἄλλες ἐκδηλώσεις, εὐνοούμενων πολιτικά συγγραφέων. Ἡ πιό κραυγαλέα ὡστόσο προβολή, ἀπό πολιτικό κόμμα ἐξουσίας, στάθηκε αὐτή τοῦ Νίκου Θέμελη. Μιά περίπτωση πού θά περιμέναμε νά ἀντιμετωπιστεῖ μέ εἰρωνικά σχόλια, ἀντιμετωπίστηκε ἀντίθετα ἀπό τήν κριτική μέ ὑποτακτική σοβαροφάνεια. Ἡ πεζογραφία τοῦ Θέμελη δέν σηκώνει σοβαρή συζήτηση, ἀναχρονιστική στή δομή της καί ρηχή στό περιεχόμενό της, παρουσιάζει ἔντονα ὀπισθοδρομικό χαρακτῆρα. Τέτοιον πού γυρίζει τήν πεζογραφία δυό σχεδόν αἰῶνες πίσω. Κι ὅμως ὁ θεός τῆς πολιτικῆς τήν πρόβαλε ὡς σπουδαῖο πεζογραφικό ἐπίτευγμα. Δυστυχῶς λείπει ἀπό αὐτόν τό τόπο ἡ αἴσθηση τῶν ἀναλογιῶν, ἀλλά καί ἐκείνη τῆς σάτιρας καί τοῦ χιοῦμορ.

 ~ . ~

Ἡ ὀρθόδοξη φορά τῶν πραγμάτων εἶναι νά ἀναδείχνεται κάποιος ὡς δημόσιο πρόσωπο, νά ἀποκτάει συνεπῶς δημόσια ἐπιφάνεια, λόγω τῆς ἀξίας του. Στήν περίπτωση αὐτή ἡ ἀξία προηγεῖται καί ἀκολουθεῖ ἡ δημόσια ἀναγνώριση. Ὅμως ἡ τροχιά αὐτή μπορεῖ νά ἑρμηνευτεῖ καί ἐρμηνεύεται πολύ συχνά μέ ἀντίστροφη κατεύθυνση. Ἤτοι: μιά καί ἡ δημόσια ἐπιφάνεια δηλώνει ἀξία, δέν ἔχει κανείς παρά νά ἐπιδιώξει νά ἀποκτήσει πρῶτα καί μέ κάθε τρόπο δημόσια ἐπιφάνεια. Κι αὐτό νά σημαίνει ἔκτοτε πώς στό μέτρο τῆς δημόσιας ἐπιφάνειάς του εἶναι ἄτομο ἀνάλογης πνευματικῆς ἀξίας. Τούτη ἡ ἀνορθόδοξη πρακτική γίνεται συχνά ὁ ἐπιδιωκόμενος στόχος πολλῶν συγγραφέων. Συγγραφέων βέβαια πού δέν αἰσθάνονται πολύ σίγουροι γιά τό τάλαντό τους. Πρόκειτα γιά συγγραφεῖς πού ἀνήκουν κυρίως στήν τρίτη ἀπό τίς παραπάνω κατηγορίες.

Γιατί ὅμως τόση πρεμούρα γιά μιά κάλπικη ἀπόκτηση ἄδοξης δόξας, τέτοιας πού ἡ ἱστορία ἔχει δείξει πώς ἀποτελεῖ πυγολαμπίδα πού δέν ἀντέχει στήν κρίση τοῦ χρόνου; Πρῶτα πρῶτα, θά ᾿λεγα, γιατί εἶναι ἔμφυτη ἡ τάση νά θέλουμε νά εἴμαστε κάτι στά μάτια τῶν ἄλλων, κάτι πού ἀξίζει τόν κόπο, πού ξεπερνάει τά κοινά μέτρα, κ.λπ. κ.λπ. Ἔπειτα γιατί ἡ ἴδια ἡ πετριά ἐνέχει ἕνα βαθμό, ὄχι μικρό, αὐθυποβολῆς. Ἀρχίζει δηλαδή νά βλέπει κανείς μέ μεγεθυντικό φακό τά θετικά στοιχεῖα του, ὅσο ὑποδεέστερα κι ἄν εἶναι αὐτά, καί νά πιστεύει εἰλικρινά στόν ἑαυτό του. Ἄλλωστε ἡ διόγκωση τοῦ ἑαυτοῦ μας συνεπάγεται αὐτόματα καί μιά τάση νά  μή  θεωροῦμε καί τόσο ἐξαιρετικά τά ξένα ἐπιτεύγματα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τά ὅρια ἀνάμεσα στή γνήσια καί στή νόθα πετριά δέν εἶναι εὔκολο νά διαχωριστοῦν. Γιατί ἡ νόθα δέν εἶναι συνήθως ἀπόλυτα νόθα, μέ τήν ἔννοια ὅτι περιέχει κι ἕνα κάποιο βαθμό γνήσιας πίστης στό συγγραφικό ἐγώ.

Σύμφωνα μέ αὐτά ἡ διάκριση ἀνάμεσα στή γνήσια καί στή νόθα πετριά εἶναι σχετική. Πέρα ὅμως ἀπό ἕνα σημεῖο ἡ διάκριση γίνεται σαφέστερη ἤ ἐξαιρετικά σαφής. Τό σημεῖο αὐτό καθορίζεται ἀπό τήν προκλητικότητα μέ τήν ὁποία ἐκδηλώνεται τό διογκωμένο συγγραφικό ἐγώ, ἤ, ἀλλιῶς,ἀπό τή στιγμή πού αὐτό τό ἐγώ παρουσιάζεται δημόσια χωρίς ἐπιφυλάξεις. Τότε, ὅπως ἔχω ἤδη πεῖ, ἔχουμε νά κάνουμε μέ φαντασιωτική ἔξαρση πού ἀγγίζει τά ὅρια τῆς ψύχωσης, κατάσταση συνεπῶς ὄχι ἰδιαίτερα ἰσορροπημένη. Δέν θέλω νά πῶ πώς τά ἄτομα αὐτά εἶναι ψυχοπαθολογικά, κάθε ἄλλο, θέλω μόνο νά ἐπισημάνω μιά κατάσταση κατά τήν ὁποία ὁρισμένα ἄτομα αἰχμαλωτίζονται ἀπό τή φαντασιωτική ἰδέα πού ἔχουν γιά τόν ἑαυτό τους, σέ βαθμό πού νάἐπηρεάζεται ἀπό αὐτή τήν ἰδέα ἡ συμπεριφορά τους. Ἡ πετριά τῶν λογοτεχνῶν καί γενικότερα τῶν ἀνθρώπων τῆς τέχνης δέν εἶναι κάτι πού δέν τό ξέρει ὁ κόσμος. Λίγο πολύ ὅλοι τήν ἀντιλαμβάνονται, ἰδιωτικά μάλιστα σχολιάζεται συχνά ποικιλότροπα. Δημόσια ὡστόσο δέν λέγεται τίποτα, γιατί, ἐνῶ γίνεται αἰσθητή ἀπό τόν καθένα, δέν εἶναι εὔκολο νά σταθμιστεῖ ἀντικειμενικά καί νά πιστοποιηθεῖ μέ ἀποδεικτικά στοιχεῖα. Πάντως, ἄν ἔχει κάτι σημασία νά σημειωθεῖ πάνω στό θέμα τῆς πετριᾶς, αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι στό μέγεθος πού, συνειδητά ἤ ὄχι, ὑποκύπτουμε στή γοητεία της, ἔχουμε ἀντίστοιχο μειωμένο βαθμό αὐτογνωσίας.

Γιῶργος Ἀράγης

[1] Τελευταῖος στίχος ἀπό τό ποίημα τοῦ Μ. Ἀναγνωστάκη «Τό σκάκι», ἀπό τή συλλογή του Ἡ συνέχεια, Θεσσαλονίκη 1954.

[2] Ἀπό τό ποίημα «Οὖτος Ἐκεῖνος» τοῦ Καβάφη.

«Γεύση από μένα» (3/3)

 

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Το βιβλίο της Σεσίλιας Βικούνια «Γεύση από μένα» είναι ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του. Όντας το ίδιο έργο τέχνης, αφού η δημιουργός του το συνέθεσε και διακόσμησε από διάφορα υλικά –κυρίως ύφασμα– και «αντικείμενα τέχνης», εμφανίστηκε το 1973, ενόσω εκείνη, εξόριστη στην Αγγλία, σπούδαζε τέχνη.

Αυτό το χειροποίητο βιβλίο αρχικά προοριζόταν να γίνει ένα «Ημερολόγιο αντικειμένων», αλλά με την είδηση του θανάτου του Αλιέντε απέκτησε χαρακτήρα επαναστικό και μαγικό, έγινε το ίδιο μέσο αντίστασης. Η ίδια αναφέρει: «τα αντικείμενα καλούνται να επιτύχουν ένα στόχο τριπλό: να αποτυπώσουν μία εργασία μαγική, μία επαναστατική και μια τρίτη, αισθητική. Συνιστούν ένα Ημερολόγιο Ζωής: κάθε μέρα είναι και ένα αντικείμενο (ένα κεφάλαιο) και όλες οι μέρες μαζί συνθέτουν μια ιστορία. Δεν θέλησα να εξαντλήσω τον αναγνώστη με λέξεις –ίσα που επαρκεί ο χρόνος για να ζήσουμε–. Τα αντικείμενα προσφέρουν απλόχερα το νόημά τους».

Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, ο Φελίπε Έρενμπεργκ σημειώνει πως το «Γεύση από μένα» είναι η πρώτη κραυγή της δημιουργικής συνείδησης της Χιλής, δυο μόλις μήνες μετά το βιασμό του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας» και συνεχίζει: «η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να εκφραστεί με απόλυτη ελευθερία, παρά μονάχα από την εξορία. Η πολυτέλεια αυτού του βιβλίου, που για λόγους ανωτέρας βίας τυπώθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων [η πρώτη έκδοση από τον εκδοτικό Beau Geste Press κυκλοφόρησε μόλις σε 250 αντίτυπα], συνίσταται στην ίδια του την ύπαρξη». Επιπλέον, όπως σημειώνει ο Σέρχιο Μοντραγόν στο οπισθόφυλλο της έκδοσης πια του 2007, «με το έργο αυτό η Βικούνια συστήνεται για πρώτη φορά ως ποιήτρια και μας μεταφέρει σε μια αξέχαστη ιστορική στιγμή, φορτισμένη με επιθυμίες και δημιουργική δύναμη».

Έτσι, το «Γεύση από μένα» συνιστά προοικονομία και ταυτόχρονα πεγραφή του Είναι της Σεσίλιας Βικούνια, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην Τέχνη, ως εικαστικός και ως ποιήτρια ―μια καλλιτέχνις, περήφανη για τη λατινοαμερικανική γενικά και την ιθαγενή καταγωγή της ειδικότερα, όπως αποδεικνύει και το καλλιτεχνικό επώνυνο που επέλεξε. «Βικούνια» ονομάζεται ένα από τα καμηλοειδή των Άνδεων, στα οποία ανήκει και το, γνωστότερο ίσως, λάμα. Ένα περαιτέρω χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης της που τη συνδέει με τη λατινοαμερικανική παράδοση είναι, όπως αποτυπώθηκε και στα δύο προηγούμενα μέρη του παρόντος αφιερώματος, η τέχνη του πλεξίματος και τα νήματα. Αν και το διαδίκτυο δεν ενδείκνυται για την πλήρη εμπειρία της «Γεύσης από μένα», θα προσπαθήσουμε να την αποτυπώσουμε όσο πληρέστερα γίνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Βικούνια αναδύεται όπως την περιέγραψε σε επιστολή του προς αυτήν ο Χένρυ Μίλλερ: «μια, αναμφισβήτητα, καθαρή ψυχή».

**********************

Η πιο εμπνευσμένη (και αληθής;) αφιέρωση που μου έγινε ποτέ

 

Αριθμός τηλεφώνου (Número telefónico)

Όταν άλλαξαν τον αριθμό του τηλεφώνου σου
πίστεψα πως κατέφτανε η καταστροφή
αφού το 2 και το 3 ήρθαν
να αντικαταστήσουν τα αγαπημένα 4 και 9
και πλέον καμία μυθολογία δεν θα κυρίευε
το 7 και το 9 με τον τρόπο που εκείνη γδερνόταν
στο 0 και στο 8
Ήταν τόσο στρογγυλά και ηχηρά και τρυφερά!
Έρεεαν σε ρυθμούς τροπικούς
από σκούρο καφέ
παλιό καπνό λακαρισμένα αρώματα
Ζούσαν μέσα σου και σε συλλάβιζαν
πατώντας με μικρά κομματάκια από μάρμαρο
ενώ τα τελευταία νούμερα 9 και 4
ήταν βαριά κι ασαφή
σαν θολωμένα μάτια
σαν αριθμό τηλεφώνου
δοσμένο στον Άδη
ή σε κάποιον άλλον ακόμη πιο μακριά
αντί για την άψυχη εταιρία των αριθμών
που αγνοεί σε ποιον δίνει
τον αριθμό που δίνει
Το 23 79 30 δεν σημαίνει τίποτε
δυσκολεύει την απομνημόνευση
έχει έναν αέρα ατυχή και περιοριστικό
πέρα από τον ανώνυμο ήχο
που είναι αδύνατο να με ενδιαφέρει
Αντιθέτως το 49 08 94 είναι μέλι απωλεσμένο
πίνακας του Σασέτα
όπου γυμνοί ερημίτες
γιορτάζουν μια γιορτή χρυσή.

1971

Στο κέντρο του μάνταλα (El centro del mandala)

Να σε φιλώ δεν είναι λύση
Να εισβάλλεις μέσα μου και να με γλείφεις
δεν είναι λύση!
Να σε κοιτάζω έγινε πια πιο απόλυτο
από το να σε φιλώ
Ένα φιλί για μένα είναι λίγο
Η συνουσία είναι υπερβολικά λίγη
Η συνουσία δεν μπορεί να περιβάλει ούτε να εκφράσει
ούτε να ικανοποιήσει το αίσθημά μου για σένα
Η ζωή και ο θάνατος φωλιάζουν
κι αφοπλίζονται μέσα σου
Όταν σε κοιτάζω συντελείται
η ευτυχής ανάλωση
η επιτυχής συνάντηση
δύο ρευμάτων δύο καιρών
που καταφτάνουν από τόπους άλλους
του κόσμου
Είναι όπως σε ένα βάθρο με μικρόφωνο
όπου πλήθος περιμένει στη σειρά
να πάρει θέση πίσω απ’ το μικρόφωνο
Πολλά τα μικρόφωνα
μα καθένας ανεβαίνει στο δικό του μικρόφωνο
Είναι η πλήρωση της κοινωνίας
η τέρψη δυο ρευμάτων που επιτέλους ενωθήκαν:
το μικρόφωνο και ο ομιλητής.
 

Δυάδα ή σουσουράδα (Pajarito o parejito)

Και αν αφιέρωνα τη ζωή μου
σε κάποιο απ’ τα φτερά της
για να ζήσω τη ζωή της
να εισβάλω μέσα της και να την κατανοήσω;
Να τη σκεφτώ και να γίνω εκείνη ώς το τέλος;
                        Και να φτάσω
στο σημείο όπου οι κινήσεις μου
να γίνουν οι χιλιάδες μικρότατες ακτίνες
του φτερού;
                        Και η σιωπή μου
τα σούσουρα να γίνουν και οι ψίθυροι
του ανέμου στο φτερό;
                        Και οι καμπύλες μου
βελούδινες και διψασμένες να γίνουν
σαν το φτερό;
Και οι σκέψεις μου
γοργές και σίγουρες και ορισμένες
σαν τις μη-σκέψεις
του φτερού;

1971

 
Λίγη ηρεμία (Un poco de calma)

Και ξαπλώναμε γυμνοί
σαν να επρόκειτο να κάνουμε κάτι
και δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να αγγιζόμαστε
στήθος με στήθος
τα στήθη μου
και τα δικά σου
τα δικά μου απαλά
σκληρά τα δικά σου
Εγώ τα έβαζα στο στόμα σου
κι εσύ ξεκόρμιζες
και μου έλεγες:
            «Σεσίλια, εγώ δεν αποκρίνομαι
            αν εσύ…»
και σου απάντησα:
            «Δεν πειράζει αν δεν αποκριθείς
            αφού δεν θα σε ρωτήσω
            τίποτε.»

1972

 
Φυσικές αποκλίσεις (Desviaciones naturales)

Σπουδάζαμε φιλοσοφία
σε ένα σπίτι γεμάτο μικροσκοπικά ζωάκια
Έβρισκες αλεπούδες
στο μέγεθος νεογέννητου ποντικού
και παπάκια όχι μεγαλύτερα από μύγα
πινγκουίνους και άλλα πολλά
                                    Τα υπνοδωμάτια
γεμάτα ψυχασθενείς
που σκάλιζαν αγάλματα στο μάρμαρο.
                                    Μετά την αντιγραφή
ενός ολόκληρου κειμένου για τον Ηράκλειτο
τον Παρμενίδη και τη σχέση με τον Χάιντεγκερ
πιανόμασταν να σκεφτόμαστε καθένας
τα απρόσμενα μεσοδιαστήματα
ανάμεσα στη γραμμή και το κενό.
                                    Παρά το ακανόνιστο λευκό
των αιθουσών
φυλούσαμε σκοπιά για γερασμένους ποιητές
που κατέφθαναν με μπλε παλτό
για να διαλύσουν το εργαστήριο των εικόνων μας.
 

Αυτοπροσωπογραφία (Retrato físico)

Έχω ένα κρανίο σε σχήμα φουντουκιού
και δυο παλλόμενα μάγουλα για οπίσθια
όπου καταλήγουν δυο γαργαλευτοί πεπόνινοι μηροί
γόνατα ηλιοτρόπια
αστραγάλους από πέτρα ηφαιστειακή
αυχένα από αφρικανική σημύδα
αφού, πέρα από τα δόντια,
δεν έχω πάνω μου λευκό
ούτε καν το λευκό των ματιών μου
που έχει χρώμα απροσδιόριστο
Τα δάχτυλά μου είκοσι και αβέβαιο
αν θα μπορέσω να τα κρατήσω
έτσι όπως στέκουν πάντοτε
στο χείλος του γκρεμού
αν και πολύ τα αγαπώ
Θα τελειώσω τον εαυτό μου αργότερα
και θα κρατήσω τα υπόλοιπα για την ακτή.
Για να πω την αλήθεια, τολμηρή πολύ δεν είμαι
Όπου υπάρχει τρύπα
πέφτω μέσα
αφού δεν είμαι επιφυλακτική
ούτε καχύποπτη.
1966
 

Ο θρίαμβος της Λατινικής Αμερικής (El triunfo de Latinoamérica)

Η Λατινική Αμερική δεν πρέπει ποτέ να γίνει σαν την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ

Η Χιλή θα μπορούσε να γίνει η πρώτη χώρα του κόσμου που θα έφτανε στην απόλυτη ευτυχία. Η αθωότητα και η νεολιθική έκσταση θα εμφανίζονταν ξανά κατά τρόπο που ολοένα θα περιέβαλλε στοργικά την ύπαρξη. Αυτοκτονίες δεν θα υπήρχαν. Ο σοσιαλισμός θα διέθετε συναίσθηση του σύμπαντος και θα ήταν το άθροισμα της σοφίας των ιθαγενών της Αμερικής και της υπόλοιπης σοφίας του κόσμου. Ο σοσιαλισμός της Λατινικής Αμερικής θα γεννούσε έναν πολιτισμό, όπου η σκέψη με την καρδιά θα ήταν πιο αποκαλυπτική απ’ ό,τι η σκέψη με το μυαλό και όπου η επέκταση της αντίληψης και των σχέσεων θα προξενούσε όλο και περισσότερη ικανοποίηση. Θα υπήρχε πολύς χορός, πολλή μουσική, πολλή φιλία και ένας τρόπος υπέροχος να υπάρχεις!

22/8/1973

 

Φιντέλ και Αλιέντε (Fidel y Allende)

Όταν ο Φιντέλ επισκέφτηκε τη Χιλή το 1971, ο κόσμος ήταν τόσο χαρούμενος που οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε υπαίθριο πανηγύρι. Για να συμμετέχω κι εγώ στους πανηγυρισμούς γι’ αυτή την ιστορική συνάντηση  στην ιστορία του λατινοαμερικανικού νότου, αποφάσισα να τη ζωγραφίσω. Ζωγράφισα μια πεταλούδα να πετάει από το χέρι του Αλιέντε και τους δυο τους να σχηματίζουν με το αεροπλάνο που έφερε τον Φιντέλ ένα τρίγωνο, με την κορυφή του προς τα κάτω. Πρόκειται για σχήμα μαγικό που σημαίνει την ευχή να διατηρήσουν τη δύναμή τους για όσο χρόνο είναι απαραίτητο.

Τον Φιντέλ τον έντυσα με τη χρυσή στολή των ηρώων, ενώ τον Αλιέντε με το πέπλο εκείνων που περνούν στην ιστορία. Ο Αλιέντε δεν είναι πλήρως ντυμένος γιατί ρουχισμός του είναι η υποστήριξη του λαού, αν και στη Χιλή εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι ανόητοι που δεν τον υποστηρίζουν. Παρομοίως, το ένα πόδι του Φιντέλ είναι γυμνό γιατί θέλησα να δείξω όχι μονάχα τη φυσική του ομορφιά ή την ιστορική του σημασία, αλλά γιατί ο Φιντέλ συμβολίζει τον «νέο άνθρωπο».

Περιβάλλονται δε από λουλούδια γιατί και οι δυο είναι το άνθος μιας νέας υπάρξης, τύχη αγαθή για τη Λατινική Αμερική.

 

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε (La muerte de Salvador Allende)

(δε σώζονται φωτογραφίες αυτού του έργου)

Η κόκκινη κηλίδα, αυτό το κάλυμμα αστραπή, το κακό που καταφτάνει πετώντας είναι το πραξικόπημα, ενώ και το αίμα που κυλάει είναι οι πληγές και το αίμα του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Αυτός ο προφητικός λεκές σηκώνει καπνό, σκοτώνοντας καθετί ζωντανό και μετατρέποντας σε έρημο ό,τι προηγουμένως ήταν κήπος. Και από την μαγική Χιλή του σοσιαλισμού, από τον εφευρημένο αυτό παράδεισο δεν απομένει άλλο από πέτρες, κόκαλα και σκελετούς.

Η σορός του Σαλβαντόρ Αλιέντε πέφτει στην άβυσο, στη σχισμή που άνοιξαν οι δολοφόνοι, όχι μόνο του Αλιέντε, αλλά και όλου του μεγαλείου του.

Ο θάνατος του Αλιέντε δεν με συνεπήρε, δεν εισχώρησε στη συνείδησή μου, μόνο άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου αργά και μυστικά σαν σπόρος, μικρόβιο ή αρρώστια. Άρχισε να πονά κάμποσες ώρες αργότερα, αφού πήρε την τρομερή μορφή μιας φρικαλεότητας, μιας κραυγής πνιχτής και δύσοσμης στα σωθικά. Τότε ήταν που ένιωσα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Ξεκίνησα στις πέντε τα χαράματα και συνέχισα όλο το πρωινό ώς τις τρεις το μεσημέρι της δωδεκάτης Σεπτεμβρίου.

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε είναι έγκλημα, με τον ίδιο τρόπο που όλα τα εγκλήματα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα. Δεν σκότωσαν μόνο εκείνον, αλλά και τη ζωή μου, τη ζωή όλων όσων ζούσαν, όλων όσων τρέφονταν από την ανέγερση του σοσιαλισμού ως εργασίας χειρονακτικής, ηλιακής, μιας ευτυχίας δίχως τέλος.

Ο θάνατος του Αλιέντε σκοτείνιασε όλους τους ήλιους μου, σκότωσε τις γωνίες μου, την ενότητά μου, τη σαρωτική επιτάχυνση στη χώρα του Ποτέ Ξανά. Η σοσιαλιστική Χιλή ήταν για μένα ο ορισμός του μεγαλείου γιατί δεν ήταν μόνο δικό μου, κι εγώ δεν ανήκα πια σε μένα, αφού δεν ήμουν πια ΕΓΩ παρά ΕΜΕΙΣ για πρώτη φορά!

Ας γίνει ο θάνατος του Αλιέντε η σπίθα που θα αναγεννήσει την επανάσταση από τις στάχτες.

Ο θάνατος του Αλιέντε έθεσε τέλος στη μία και μοναδική λαμπρή στιγμή μας.

Ο θάνατός του είναι και δικός μου θάνατος και θα αναγεννηθώ μονάχα με την αναγέννηση της επανάστασης. Διαφορετικά, τα πάντα θα μείνουν χαρακιές και οργή και πόνος και σκιές και έρημος, από εδώ ώς τον ψίθυρο.

Αν το νόημα του θανάτου είναι η ανάσταση, τότε η έρημος θα δώσει ξανά καρπούς.

Αν όχι, η έρημος θα παραμείνει για πάντα έρημος και ποτέ δεν θα καρπίσει, ποτέ δεν θ’ ανθίσει τίποτε μέσα της, αφού μια φασιστική Χιλή δεν είναι η Χιλή, αλλά ‘Ήλιχ’: μια κατάσταση συναγερμού.

12/9/1973

 

Βιολέτα Πάρρα ή βιολέτα (Violeta Parra o Violeta Vid)

«Βιόλα θαυμαστή» ή «Βιόλα chilensis» ή «Βιόλα ηφαιστειακή», «Πουλί του παραδείσου επί γης» ή «Βιολέτα των Άνδεων» σύμφωνα με τον Νικανόρ Πάρρα. «Αγία Βιολέτα» ή «αγριοδαμασκηνιά» σύμφωνα με τον Πάμπλο Νερούδα. (Βιολέτα αγαπημένη, για μένα.)

            Αποφάσισα να ζωγραφίσω το πορτραίτο της Βιολέτας Πάρρα για τον κύκλο Ήρωες της Επανάστασης, καθώς δεν ήταν όλοι οι ήρωες διοικητές, διανοούμενοι ή αντάρτες. Έπρεπε να προστεθούν και οι ήρωες της επιβίωσης, της ζωγραφικής, της επινόησης.

            Τη ζωγράφισα λοιπόν ως ένα είδος συνδικάτου που στόχο έχει να δίνει δύναμη και μυστήριο στις συντρόφους της.

            Επιπλέον, η Βιολέτα Πάρρα είναι ηρωίδα γιατί, όντας γυναίκα, τόλμησε να υπάρξει και να δημιουργήσει κατά τα δικά της ‘θέλω’. Τη ζωγάφισα κομμένη σε τρία μέρη γιατί ο κόσμος είναι ένα σφαγείο που την τεμάχισε και τώρα την εκθέτει σαν φιλέτο. Τη διαίρεσα στα τρία, πριν μάθω για τις τρεις απόπειρες αυτοκτονίας της που προηγήθηκαν της τελευταίας και τελεσίδικης.

             Παρόλο που η Βιολέτα σημαίνει πολλά πράγματα, την απεικόνισα ως «Πλέκτρια του κόσμου» γιατί αυτή ήταν και η μαγική της δραστηριότητα. Εδώ, την έβαλα να πλέκει τους στίχους του τραγουδιού της «Ευχαριστώ τη ζωή»*.

            Τα μάτια της κοιτάζουν στα αριστερά όπου και ξεκινά το τραγούδι: «Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα, που μου έδωσε δυο μάτια και, όταν τα ανοίγω, άριστα διακρίνω το μαύρο από τ’ άσπρο, ψηλά στον ουρανό τον έναστρο θόλο, και μέσα στο πλήθος τον άντρα που αγαπάω.» Πιο χαμηλά: «Μου έδωσε την ακοή που μέσα στο εύρος της καταγράφει νύχτα και μέρα, γρύλλους και καναρίνια, σφυριά, τουρμπίνες, γαυγίσματα και καταιγίδες.» Και πάνω: «Μου έδωσε το αλφάβητο και τον ήχο και, μαζί με αυτά, τις λέξεις που σκέφτομαι και ονοματίζω τη μάνα, το φίλο, τον αδερφό και το φως που καίει.» Στο γαλάζιο ουρανό: «Μου έδωσε την καρδιά που πάλλεται σαν βλέπω τους καρπούς του ανθρώπινου μυαλού.» Εδώ οι καρποί αυτοί συμφολίζονται με δυο ροδάκινα. Για να συνεχίσει κανείς να διαβάζει τη Βιολέτα πρέπει να καταφύγει στη βιογραφία της, στους στίχους λαϊκών τραγουδιών, στα πλεκτά και στα τραγούδια της, στα αντικείμενά της, όπως και στη συνεργασία της με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εδώ απεικονίζω με ένα μικρό σφυροδρέπανο.

Μάιος 1973

*Πρόκειται για το πασίγνωστο τραγούδι “Gracias a la vida” που ερμήνευσαν σπουδαίες φωνές όπως αυτή της Μερσέντες Σόσα.

___________________

Όλα τα ποιήματα και οι πίνακες είναι δημιουργίες της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ και περιλαμβάνονται στον τόμο «Γεύση από μένα».

Σεσίλια Βικούνια: «Ποίηση – ο άχωρος χώρος, ο άχρονος χρόνος» (2/3)

Eισαγωγή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Την ακούς και θυμάσαι τι θα πει άνθρωπος. Προσφεύγοντας στη γαλήνη, προκειμένου να ακούσεις τη σιγανή κι αργόσυρτη φωνή της με την τόση θαλπωρή, αφουγκράζεσαι τον μέσα και τον έξω κόσμο, η Αγωνία σου ενώνεται με την πνοή του ανέμου και το βάδισμα μιας μικροσκοπικής, κόκκινης (απ’ όλα τα χρώματα!) αράχνης. Και ανοίγεσαι και απλώνεσαι και αφήνεσαι…

«Το ποίημα είναι ένα πλεκτό από  λόγο.» Όταν γεννήθηκε, η μητέρα της έβαλε μια αράχνη να περπατήσει στην παλάμη της. Άλλη μια ιθαγενής της Χιλής συνέδεε με αυτό το φυσικό τελετουργικό την κόρη της με τη μακρά παράδοση που τη συνέχει το νήμα.

Το 1530, ο χάρτης τούς αγνοούσε. Και μαζί με αυτόν, και ο ‘πολιτισμένος’ κόσμος. Περιττοί εκ γενετής, στα 1800 ήδη redundant. Τελευταία επιζήσασα της γραμμής, τώρα αντεπιτίθεται με την «πολυτέλεια να υπάρχει»: τραγουδά με του κολίμπριου τη φωνή, για κάθε γυναίκα καλλιτέχνη της Αμερικής silenciada.

 «Στολίδια μου είναι τα λουλούδια» γράφει ως έφηβη και, viejita, την πλεξίδα της στολίζει με λεβάντα. Με πλήρη συναίσθηση της θέσης και της κίνησης στο χώρο, γλυπτό εν κινήσει ή σύγχρονη ιέρεια –contemporánea–, η μικρόσωμη γυναίκα κατευθύνεται στο Σημείο. Παίρνει λίγο νερό, το αφήνει να πέσει, ιερή σπονδή στη μοίρα που την οδήγησε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην καρδιά της Ευρώπης, ένα απόγευμα αμφίθυμο, με ήλιο, συννεφιά, αέρα δροσερό. Απλώνει το χέρι, βρέχει τη δέσμη λουλουδιών απ’ τον αγρό και με αυτή ραντίζει ένα γύρο, πρόσωπα και χώρο. Τι θα ’λεγε αν γνώριζε για το δικό μας αγιασμό;

Το κόκκινο νήμα ξεδιπλώνει μπροστά της, σύμμαχο, αντίπαλο, Οδηγό:

«Έφερα εδώ μαζί μου λίγο από το αίμα μου: γιατί το «Κίπου* της περιόδου», το “Kίπου-Mήτρα” που παρουσιάζω στην Ντοκουμέντα [14], στην πραγματικότητα ξεκίνησε όταν ήμουν δώδεκα χρονών.

Η μητέρα μου είναι ντιαγίτα. Ξέρετε τι θα πει «ντιαγίτα»; «Ντιαγίτα» ονομάζεται μια κοινότητα ιθαγενών, ένας σπουδαίος ιθαγενής πολιτισμός στη βόρεια Χιλή που εξοντώθηκε κατά το 17ο και 18ο αιώνα. Η μητέρα μου δεν έμαθε ποτέ ότι ήταν ντιαγίτα. Ακόμη και σήμερα, το αγνοεί. Έτσι λοιπόν, ούτε εγώ γνώριζα αν ήμουν ή δεν ήμουν ντιαγίτα, δεν γνώριζα ποια ήμουν.

Τη μέρα της πρώτης μου περιόδου,** δεν γνώριζα τι θα πει «περίοδος». Ποτέ μου δεν είχα ακούσει αυτή τη λέξη ούτε και την ιστορία της. Ξύπνησα στη μέση της νύχτας, νιώθοντας μια υγρασία –μια υγρασία;– ανάμεσα στα πόδια μου. Τι να σήμαινε άραγε αυτή η υγρασία; Η πρώτη μου ερμηνεία ήταν ότι ίσως να τα είχα κάνει πάνω μου – κοίταξα τότε, και είδα ότι ήταν αίμα. Η δεύτερη ερμηνεία μου ήταν ότι μάλλον με είχαν μαχαιρώσει την ώρα που κοιμόμουν. Η τρίτη μου ερμηνεία ήταν να βάλω τις φωνές και τα κλάματα. Η μητέρα μου ξύπνησε κι ήρθε τρέχοντας στο δωμάτιο να δει τι είχε συμβεί. Μου είπε: «Όχι, κοριτσάκι μου, δεν είναι τίποτε. Αυτό συμβαίνει στα κοριτσάκια

Ξεκίνησα λοιπόν με αυτή την ιστορία γιατί είναι η ιστορία της καταπίεσης των ιθαγενών πολιτισμών από τον σύγχρονο πολιτισμό που ζούμε και γνωρίζουμε ―των ιθαγενών δε πολιτισμών όλης της ανθρωπότητας και όχι μονάχα της Χιλής. Ο ανθρώπινος πολιτισμός στο σύνολό του υποφέρει από έναν λανθασμένο ορισμό της ανθρωπότητας που ξεκινά από την καταπίεση της γυναίκας και συνεχίζει ώς την καταστροφή του πλανήτη. Έτσι, εδώ και πενήντα χρόνια, αναζητώ κι ανακαλύπτω ποια είναι η σημασία αυτού του πορφυρού νήματος.

Για την Ντοκουμέντα έξεδωσα ένα καινούργιο βιβλίο που φέρει τον τίτλο “Read thread”, στα αγγλικά, μιας και πρόκειται για τη σημερινή lingua franca και την κατεξοχήν γλώσσα της σημερινής τέχνης. Μάλιστα το βιβλίο το έγραψα εξαρχής στα αγγλικά, παρόλο που είναι μια γλώσσα που μισώ, για τον απλό λόγο ότι αυτή η ιστορία πρέπει να γίνει γνωστή. Αντιθέτως, στη Χιλή δεν υπάρχει ενδιαφέρον για μια Σεσίλια Βικούνια, ενώ ένα βιβλίο της στην ισπανική γλώσσα θα ξεχαστεί απλά σε κάποιο συρτάρι***. Λέω ότι μισώ τα αγγλικά γιατί στα εννιά μου χρόνια φύγαμε ξαφνικά από την εξοχή, όπου ζούσαμε μέσα στα λουλούδια και τα ζώα, και βρεθήκαμε στο Σαντιάγο. Οι γονείς μου, σκεπτόμενοι έξυπνα, με έβαλαν σε ένα σχολείο αγγλικό, αγγλικανικό, όπου όμως τιμωρούσαν τα παιδιά που δεν μιλούσαν αγγλικά αναγκάζοντάς τα να φάνε σαπούνι, αμερικανικό σαπούνι. Πήγαινες να μιλήσεις και γέμιζες αφρούς. Έτσι λοιπόν, η αγγλική γλώσσα ήταν για μένα αρχικά ένα είδος καταπίεσης, ένα είδος βίας, επιβολής. Από την άλλη, οι γονείς μου μού έλεγαν πως αν δεν μάθαινα αγγλικά, δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω πολίτης του κόσμου. Θυμάμαι λοιπόν πολύ έντονα –δεν θα την ξεχάσω ποτέ– τη μέρα που με ανάγκασαν να μάθω ένα τραγουδάκι για νήπια, το εξής: “Twinkle, twinkle, little star/ How I wonder what you are”. Όταν κατάλαβα τι σήμαινε αυτό το «τουίνκλ, τουίνκλ», δηλαδή αυτή τη διακοπτόμενη λάμψη των αστεριών, λάτρεψα αυτή τη γλώσσα. Είπα προηγουμένως ότι μισώ τα αγγλικά, γιατί πρέπει να τα μιλώ συνέχεια και γιατί είναι μια γλώσσα που περιορίζει την ανθρώπινη γνώση: είναι μια γλώσσα άγρια, σχεδόν βίαιη, πρωτόγονη.  Επομένως, η σχέση μου με τα αγγλικά είναι μια σχέση τρομερή, μια σχέση αγάπης-μίσους.

Έλεγα λοιπόν ότι έγραψα το βιβλίο στα αγγλικά. Ο τίτλος σημαίνει «Διαβάζοντας το νήμα». Και πώς γεννήθηκε αυτός ο τίτλος; Στην πραγματικότητα με αυτό το βιβλίο ήθελα να διηγηθώ την ιστορία του πορφυρού νήματος. Αν επισκεφτείτε την έκθεση, θα δείτε ότι υπάρχει ένας πίνακας, τον οποίο ζωγράφισα, αν θυμάμαι καλά, το 1972, όπου εμφανίζεται ήδη τότε το πορφυρό νήμα. Το ίδιο ισχύει και για έναν προηγούμενο πίνακα, επίσης της δεκαετίας του ’70, ο οποίος δυστυχώς έχει χαθεί. Στην αρχή λοιπόν ξεκίνησα να ζωγραφίζω την πορφυρή γραμμή, ενώ στη συνέχεια πέρασα στη δημιουργία/οριοθέτηση χώρων, χρησιμοποιώντας μια υπαρκτή κόκκινη γραμμή. Σήμερα, που βρίσκομαι πολύ πιο κοντά στο θάνατό μου απ’ ό,τι στη γέννησή μου, αρχίζω να κατανοώ, με άλλα λόγια να διαβάζω, την ιστορία του κόκκινου νήματος.

Σε αυτό το σημείο λοιπόν σταματώ τα της ιστορίας και τη θέτω στη διάθεσή σας, ώστε να βιώσετε και να νιώσετε οι ίδιοι με μια επίσκεψή σας στη Ντοκουμέντα, στο Κάσσελ, τι βρίσκεται κάτω από ένα γλυπτό από αυτό το υλικό, αλλά με ύψος δέκα μέτρα. Πρόκειται για μια κατασκευή σχεδόν αδύνατη, εξαιτίας του είδους του υλικού που χρησιμοποιώ. Δεν είναι άλλο, από το φυσικό μαλλί ενός ζώου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του υλικού είναι ότι το μαλλί -τόσο των ανθρώπων, όσο και των ζώων- είναι ταυτόχρονα απόλυτα εύθραυστο και όμως ένα από τα πιο δυνατά υλικά του πλανήτη. Με το γνέσιμό του, δηλαδή την περιστροφή του, τα μόριά του πιέζονται, ενώνονται και έτσι γίνονται πιο δυνατά. Όταν μάλιστα γνέθεις ένα κομμάτι προς τα δεξιά και το άλλο προς τα αριστερά, η αντίθεση αυτή κάνει το νήμα ακόμη πιο ισχυρό. Αυτή ακριβώς είναι και η αρχή που διέπει τους ιθαγενείς πολιτισμούς στη Λατινική Αμερική και ιδίως στις Άνδεις: η συμπληρωματική ένωση των αντιθέτων.

Η συμπληρωματική ένωση των αντιθέτων είναι αυτή που μας επιτρέπει και την ομιλία. Σύμφωνα με τον Σίγκμουντ Φρόυντ, οι λέξεις ενέχουν τον ανταγωνισμό, καθώς υπάρχουν δύο, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, σύνθετα μέρη σε κάθε σύνθετη λέξη. Είναι λοιπόν θαυμάσιο το πώς η γλωσσολογική αρχή που διέπει όλες τις γλώσσες του κόσμου βασίζεται σε αυτόν τον εποικοδομητικό ανταγωνισμό που -ως άλλη μηχανή- δίνει στις λέξεις την απαραίτητη δύναμη κι ενέργεια για την κινητοποίηση και τη διακίνησή τους ―και όχι μόνο ως προς τη σημασία τους, αλλά, κατά την άποψή μου, ως προς τη συμπαντική τους δομή.

Δουλεύω λοιπόν με τη συμπαντική δομή του νήματος. Το νήμα για τον πολιτισμό των Άνδεων συνιστά συμπαντικό αέριο, το στοιχείο από το οποίο γεννιούνται οι γαλαξίες, το στοιχείο από το οποίο γεννιέται το νερό. Έτσι, η προέλευση του νερού, της γλώσσας, του τραγουδιού και του ήχου, από την σκοπιά του ιθαγενούς πολιτισμού ολόκληρης της ανθρωπότητας και όχι μονάχα των Άνδεων, σχετίζεται με μία δύναμη: την ίδια δύναμη που κάνει τα ξέχωρα μόρια του νήματος να ενωθούν. Αυτή η δύναμη, με όρους της κβαντικής φυσικής, ονομάζεται ‘γκλούον’. Οι επιστήμονες της κβαντικής φυσικής αναζητούν διακαώς αυτό το ‘γκλούον’. Δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμη. Έχουν αναπτύξει θεωρίες γι’ αυτό εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμη γιατί δεν πρόκειται για ένα μόριο, αλλά για τον τρόπο συσχετισμού των μορίων μεταξύ τους.

Η αναζήτηση της ένωσης, που συνιστά και προέλευση της γλώσσας, είναι η ουσία για παράδειγμα της ποίησης γκουαρανί στη ζούγκλα της Παραγουάης και αλλού. Στη γλώσσα γκουαρανί, η δύναμη αυτή ονομάζεται «η αγάπη που ενώνει». Έτσι, η λέξη, το τραγούδι και η ίδια η ζωή γεννιούνται από αυτή τη δύναμη, «την αγάπη που ενώνει». Παρατηρήσατε ότι την ώρα που το έλεγα αυτό συμμετείχε και ο αέρας; Νιώσατε αυτή την πνοή του ανέμου; Πάει, πέρασε.

Στην ποίηση των ιθαγενών της Αμερικής, όλα τα στοιχεία συμμετέχουν στη σύνθεση. Έτσι δουλεύω κι εγώ, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο σύνθεσης. Ερχόμενη λοιπόν εδώ για να σας συναντήσω, δεν προετοίμασα τίποτα. Έφερα μαζί μου αυτό το πορφυρό νήμα και ήξερα πως εκείνο θα με καθοδηγούσε.»

(Ομιλία της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς, Τμήμα Μετάφρασης στο Γκέρμερσχάιμ, στις 07.06.2017. Υπεύθυνη σεμιναρίου: Λιλιάνα Μπισάμα)

 

ΣτΜ:

*Το ‘κίπου’ είναι μια κατασκευή από νήματα, χαρακτηριστική του πολιτισμού των Άνδεων, η οποία μπορεί να έχει ποικιλία περιεχομένων και παρουσιάζει διαφορετικούς βαθμούς συνθετότητας. Ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας του, επιτρέπει ή όχι την αποκρυπτογράφησή του. Πρόκειται για ολόκληρο σύστημα/κώδικα από κόμπους, στους οποίους δίνεται διαφορετικό σχήμα, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα είδος ημερολογίου, καταλόγου, ευρετηρίου κλπ. Ενώ είχε κυρίως χρηστική αξία, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η εικαστική του σημασία. Το γεγονός ότι η Βικούνια χρησιμοποιεί (και για την Ντοκουμέντα) αυτό το χαρακτηριστικό μέσο του πολιτισμού των Άνδεων, συνιστά ένα ακόμη στοιχείο που ενώνει το έργο της με την λατινοαμερικανική παράδοση, δίνοντάς του τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

**Δεν είναι καθόλου τυχαίο –και πολύ λιγότερο αθώο– ότι στα ελληνικά αποδίδουμε την έναρξη του έμμηνου κύκλου με το ρήμα «αδιαθέτησα» ή το ουσιαστικό «αδιαθεσία». Γυναίκες όμως με περίοδο μπορούν να είναι κάλιστα ευδιάθετες. Take my word for it!

***Η Βικούνια μίλησε στους φοιτητές και για τη λογοκρισία που υπέστησαν τα έργα της στη Χιλή, πριν καν εκδοθούν, κατά τη δικτατορία του Πινοτσέτ και αργότερα. Επιπλέον, καυτηρίασε το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα γυναίκες συγγραφείς (και δη εκείνες με ιθαγενή προέλευση) απορρίπτονται από τους εκδοτικούς κι αποκλείονται από τις προθήκες των εκεί βιβλιοπωλείων. Σε ερώτηση που της έγινε να συγκρίνει την πρόσληψη του έργου της στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, απάντησε ότι η σύγκριση είναι αδύνατη: «Δεν μπορώ να συγκρίνω την πρόσληψη, γιατί στη Λατινική Αμερική πρόσληψη δεν υφίσταται»! 

 

Η μετανάστρια γλώσσα (1/3)

Της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ /Μτφρ: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η γλώσσα μεταναστεύει. Οι λέξεις ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, από γλώσσα σε γλώσσα, από τον έναν πολιτισμό στον άλλον. Τα κορμιά μας μεταναστεύουν: κύτταρα και βακτήρια μεταναστεύουν επίσης. Και γαλαξίες ολόκληροι μεταναστεύουν.

Προς τι λοιπόν όλη αυτή η φασαρία εναντίον των μεταναστών; Δεν μπορεί, παρά να στρέφεται εναντίον του ίδιου μας του εαυτού, εναντίον της ζωής της ίδιας.

Πριν είκοσι χρόνια, θέλησα να διευρύνω τη λέξη «μετανάστης», διαβάζοντας μέσα της μια επικίνδυνη μείξη από ρίζες λατινικές και γερμανικές. Φαντάστηκα τη λέξη «μετανάστης», “migrant” στα αγγλικά, να προέρχεται από το λατινικό mei που σημαίνει την αλλαγή και την κίνηση, και το gra που θα πει «καρδιά» από το γερμανογενές kerd. Έτσι, ο «μετανάστης» μετατράπηκε στην «αλλαγμένη καρδιά»,

μια καρδιά μες στον πόνο,

που αλλάζει την καρδιά της γης.

Η λέξη «μετανάστης», ως “immigrant” στα αγγλικά, θα σήμαινε τότε «δώσε μου ζωή». Εξάλλου το ρήμα “grant” θα πει «προσφέρω, παραχωρώ, χορηγώ» και σχετίζεται με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα dhe που σημαίνει την «πράξη» και το «νόμο». Γι’ αυτό και το επίθετο “sacerdotal” αναφέρεται στην τέλεση ιερών μυστηρίων.

Ποιο είναι λοιπόν το μυστήριο που τελείται από εκατομμύρια ανθρώπων που μετακινούνται ανά τον κόσμο αναζητώντας ένα ασφαλές λιμάνι; Δείχνοντάς μας επιπλέον κατάμουτρα την αδιαφορία μας και τη συνενοχή μας για τους συνεχιζόμενους πολέμους;

Είναι ο πόνος τους αρκετά δυνατός, ώστε να αλλάξει τις δικές μας καρδιές και να δούμε το ρόλο μας σε όλο αυτό;

Η Μαργαρίτα, μια φίλη μετανάστρια, χρησιμοποίησε το ρήμα “wounder”, συνδυάζοντας το ρήμα «απορώ», «αναρωτιέμαι» (“wonder”) με την «πληγή» (“wound”), κάτι που αποδίδει ιδανικά την πραγματική μας κατάσταση!

Ο Βιθέντε Ουιντόμπρο είχε γράψει: «Άνοιξε το στόμα σου για να λάβεις την όστια του πληγωμένου λόγου.»

Η πληγή είναι ένα μάτι. Μπορούμε να το κοιτάξουμε κατάματα;

Ειδικότης μου δεν είναι να νιώθω,/παρά να βλέπω./ Γι’ αυτό λέω:/ (η λέξη είναι μια σκληρή ματιά). —Ροζάριο Καστεγιάνος

Δεν βλέπω με τα μάτια:/ Μάτια μου, οι λέξεις. —Οκτάβιο Πας

Το 1980 βρισκόμουν εξόριστη στη Μπογοτά, όπου ετοίμαζα το πρότζεκτ “Palabrarmas[1]”, με το οποίο επιχείρησα να ανοίξω τις λέξεις προκειμένου να δω τι είχαν εκείνες να μου πουν. Ως νέα ποιήτρια, τότε, είχα για οδηγό μια ρήση του Νοβάλις, ότι «η ποίηση είναι η αρχέγονη θρησκεία της ανθρωπότητας». Ζώντας στη βίαιη εκείνη πόλη της Κολομβίας, θέλησα να δω αν συμμερίζεται κανείς αυτή την άποψη κι έτσι βγήκα στο δρόμο με μια κάμερα ανά χείρας και μια ομάδα εθελοντών, προκειμένου να ρωτήσω τους περαστικούς. Ρωτούσα οποιονδήποτε περνούσε από μπροστά μου «Τι σημαίνει η ποίηση για σένα;». Τις καλύτερες απαντήσεις τις πήρα από επαίτες, πόρνες κι αστυνομικούς. Η καλύτερη δε όλων ήταν με διαφορά: “Que prosiga”, που θα πει κάτι σαν «ας συνεχίσει», «ας μακροημερεύσει». Πώς να μεταφράσω την υποτακτική, την πιο όμορφη μορφή που αποκτά το ρήμα στην ισπανική γλώσσα; Η υποτακτική σημαίνει αυτό που «τάσσεται υπό» τη δύναμη του αγνώστου. Αφορά ένα μελλοντικό ενδεχόμενο που προκύπτει υπό συνθήκες απρόβλεπτες, πράγμα που συμπίπτει πλήρως με τον ορισμό της αναδυόμενης ιδιότητας ως κβάντο.

Αν ψάξει κανείς στο Google τη λέξη «υποτακτική», θα βρει την περιγραφή της ως έγκλισης, στα αγγλικά “mood”, λες και το ρήμα θα μπορούσε να νιώσει και να έχει μια ‘διάθεση’. Θα βρει ακόμη ότι πρόκειται για εκείνη τη «μορφή του ρήματος που χρησιμοποιείται προκειμένου να εκφραστεί μια ευχή, μια παρότρυνση, μια διαταγή ή μια εναντίωση». Ή ακόμη ότι «η υποτακτική ενεστώτα είναι η γυμνή μορφή του ρήματος, δηλαδή το ρήμα δίχως κατάληξη».

Τη λάτρεψα αυτή την ερμηνεία, αυτή την ανεξάντλητη μορφή του γυμνού ρήματος! Ο άντρας που καταγράφηκε στην ταινία μου σαν φευγαλέα σκιά λέγοντας «Ας μακροημερεύσει» έμεινε στην κάμερά μου μια στιγμή, και όμως εξέφρασε με δυο λέξεις την υπέρτατη ακρίβεια της ιθαγενούς προφορικής παράδοσης. Όσοι βλέπουν την ταινία αυτή σήμερα, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι δεν ακολουθήθηκε κάποιο σενάριο, αφού στα τριανταέξι χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε φαίνεται να έχουμε ξεχάσει αυτή την τέχνη της σύνθετης έκφρασης και συνομιλίας. Στην ταινία, οι περαστικοί αυτοσχεδιάζουν δίνοντας αυθόρμητες απαντήσεις, επιδεικνύοντας ωστόσο μια γλωσσική ετοιμότητα και συναίσθηση που σήμερα μάλλον εκλείπουν. Αναρωτιέμαι λοιπόν και με πληγώνει: πώς άλλαξε αυτό; Και η καρδιά μου απαντά πως μάλλον ευθύνεται γι’ αυτή την αλλαγή ο φόβος, ο ωκεανός από ψέματα μες στον οποίο κολυμπούμε, ακολουθώντας το συνεχές ρεύμα διπροσωπίας και βίαιων δυνάμεων που μας καταδυναστεύουν. Ζώντας υπό ένα δικτατορικό καθεστώς, το πρώτο πράγμα που βλέπεις να εξαλείφεται είναι ο παιγνιώδης λόγος, η χαρά και η ελευθερία να πεις αυτό που όντως σκέφτεσαι. Ο σύνθετος δημόσιος λόγος εκλείπει και, μαζί με αυτόν, πάμπολλα είδη λόγου που καταδικάζονται σε εξαφάνιση.

Η λέξη «είδος», αγγλιστί “species”, προέρχεται από το λατινικό “speciēs” που σχετίζεται με την όραση. Ίσως χάνουμε αυτά τα είδη, αυτές τις γλώσσες και τη χαρά που συνδέεται μαζί τους γιατί δεν επιθυμούμε να δουμε τι πράττουμε. Μη βλέποντας την όραση των λέξεων, νεκρώνουμε τις αισθήσεις μας.

Ακούω τον «υπόκωφο συνεχή θόρυβο ιπτάμενων μηχανών», το βόμβο που εκπέμπουν στον κόσμο οι θανατηφόρες σκέψεις μας. Ο βόμβος αυτός σημαίνει την υπέρτατη αποκοπή μας από τις λέξεις, την ικανότητά μας να μιλούμε δίχως συναίσθηση των συνεπειών αυτών των λόγων. «Οι λέξεις είναι πράξεις» για τον Οκτάβιο Πας. Οι λέξεις μας γίνονται βόμβος, ιπτάμενα ρομπότ. Να απευαισθητοποιούμαστε, μη νιώθοντας τις λέξεις μας ως πράξεις; Δεν αναλογίζομαι μονάχα τα θύματα, αλλά και τους θύτες του ρομποτικού πολέμου, τους χειριστές αυτών των ιπτάμενων ρομπότ άνευ πληρώματος. Η Νορβηγίδα σκηνοθέτις του ντοκυμαντέρ “Drone”, Τόνια Έσεν Σέι, σχολιάζει το πώς τα παιδιά εκπαιδεύονται να σκοτώνουν παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια: «Κάνουν τον πόλεμο να μοιάζει με παιχνίδι, το να σκοτώνεις γίνεται πράξη ηρωική. … Θεωρώ ότι αυτή η στρατιωτικοποίηση έχει θλιβερές επιπτώσεις», όχι μόνο για τους νέους στρατιώτες, αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της. Το διαφημιστικό σποτ του ντοκυμαντέρ ξεκινά με τα λόγια τέως βοηθού του Κόλιν Πάουελ κατά τη διοίκηση των Μπους/Τσήνεϋ:

ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΜΕΛΛΟΝ: ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΘΡΗΝΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΑΣ. Ή ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΑΛΛΑΞΕΤΕ
—Λώρενς Γουίλκερσον, απόστρατος συνταγματάρχης του στρατού των Η.Π.Α.

Στον «Αστροθόρυβο», έκθεση της Λάουρας Πουατρά στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Γουίτνεϋ, παρακολουθούμε μια γλώσσα που μετατρέπεται σε ποίηση και τέχνη. Ξαπλώνουμε σε ένα κρεβάτι, παρακολουθώντας τον νυχτερινό ουρανό που τον σκίζουν ιπτάμενα ρομπότ. Η αναζήτηση ταιριαστών μοτίβων, οι αλγόριθμοι που χρησιμοποιούνται για να εξολοθρεύσουν την ανθρωπότητα με αυτά τα ιπτάμενα ρομπότ, αντιστρέφεται για να αποκαλύψει τα γρανάζια του συστήματος. Και καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, παρακολουθούμαστε! Ένα νέο είδος οπτικής ποίησης αναδύεται και συνδέει το σώμα μας με την αληθινή πάλη για την ψυχή της Γης. Το αποτέλεσμα; Μια διερώτηση που πληγώνει: Θα φτάσουμε άραγε στο σημείο να απευαισθητοποιήσουμε τόσο τους εαυτούς μας, να γίνουμε τόσο απάνθρωποι, ώστε η ίδια η Γη να ευελπιστεί στο τέλος μας;

Η μάχη δίνεται παντού και ίσως αυτή να είναι η μόνη ομορφιά του καιρού μας. Όσοι μιλούν ακόμη κετσούα στο Περού, λένε «ομορφιά είναι ο αγώνας».

Ίσως το σκότος να γίνει πηγή φωτός. (Η ζωή εξάλλου αναγεννάται στο σκοτάδι.)

Βλέπω τον ποιητή/μεταφραστή σαν το πρόσωπο εκείνο που καταφεύγει στο σκοτάδι αναζητώντας εκείνον «τον/ην άλλον/ην» εντός του/της ή εκείνο που δεν επιθυμούμε να αντικρίσουμε, σαν να επρόκειτο η πράξη αυτή να αποκαλύψει ό,τι ο κόσμος κρατάει κρυφό. 

Ο Εδουάρδο Κον, στο βιβλίο του «Πώς σκέφτονται τα δάση: Προς μια Ανθρωπολογία Πέραν του Ανθρώπου», σημειώνει τη δημιουργία ενός καινούργιου ρήματος από τους ομιλητές κετσούα του Εκουαδόρ, του ρήματος “riparana” που θα πει «συνειδητοποιώ», «αντιλαμβάνομαι». Πρόκειται για παραλλαγή στην κετσούα του ρήματος της ισπανικής “reparar” που θα πει «παρατηρώ», «αισθάνομαι», «επιδιορθώνω», λες και η συναίσθηση ή η απλή παρατήρηση έχουν τη δύναμη να θεραπεύσουν. Για μένα, η επινόηση τέτοιων λέξεων δεν είναι παρά αληθινή ποίηση, το πιθανό μονοπάτι που θα μας οδηγήσει μακριά από την καταστροφή που προξενούμε.

Όταν με ρωτούν για το ρόλο του ποιητή στη σημερινή εποχή, αντιρωτώ: «τείνουμε τα ώτα μας ως άλλον οδηγό επιβίωσης, όπως πρότεινε ο Πάουλ Τσέλαν; Ή σωπαίνουμε και εμείς ενόψει της ίδιας μας της καταστροφής;»

Ο υποδιοικητής Μάρκος, αντάρτης με τους Ζαπατίστας, παραφράζει τον Γέροντα Αντώνιο, έναν ινδιάνικο θρύλο: «Οι θεοί αναζητούσαν τη σιωπή για να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους, μα δεν τη βρήκαν πουθενά.» Αυτό το ‘πουθενά’ είναι η εποχή μας, ο χώρος μας και ο χρόνος μας, γι’ αυτό και χρειαζόμαστε να μεταφράσουμε τη γλώσσα σε γλώσσα προκειμένου ΕΚΕΙΝΗ να πειστεί για τη δική μας συναίσθηση.

Η γλώσσα είναι ο μεταφραστής. Θα μπορούσε άραγε να μας μεταφράσει σε ένα μέρος όπου θα σταματούσαμε να ανεχόμαστε την αδικία και την εξόντωση της ζωής;

Η ζωή είναι γλώσσα. «Όταν μιλούμε, μιλάει η ζωή» διαβάζουμε στο Καουσιτάκι Ουπανισάντ. Η συναίσθηση δημιουργεί τον εαυτό της να κοιτάζει τον εαυτό της. Είναι εφήμερη και αιώνια μαζί.

Τα πάντα μεταναστεύουν

Ας μεταναστεύσουμε στην απορία της συναίσθησης, στην ίδια την ποίηση.

 

***********

Κείμενο δημοσιευμένο στα αγγλικά στον κατάλογο της έκθεσης Ντοκουμέντα [14], μεταφρασμένο με την άδεια της συντάκτριας.

[1] ΣτΜ: Λεξιπλασία της Βικούνια, σύνθετη λέξη από τις λέξεις “palabra” («λέξη») και “armas” («όπλα»).