ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (2/2)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Το ανεπούλωτο

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ίσως επειδή ένιωθε το τέλος να πλησιάζει, έγραψε ένα ποίημα με το οποίο απευθύνεται στους συγχρόνους του που θα ζήσουν μετά από αυτόν: «Την ηλικία της αγάπης την άφησα στα πειθαρχικά κελιά/ Οι αρυτίδωτοι πόθοι της/ Τα φλογερά μάτια, τα καστανά μαλλιά/ Όλα μου τα έσβησε και τα ξερίζωσε η φυλακή/ Εκεί αναζητήστε τη χαμένη μου νιότη/ Τα όνειρά μου στάχτες και σκόνη». Σε αυτούς τους στίχους ανακαλύπτουμε μια συγκλονιστική αλήθεια που υπερκερνά τις παραπάνω εμβαθύνσεις σχετικά με τις στιγμές της απογοήτευσης και της εναντίωσής του στις επιβουλές του κακού που εντοπίζουμε σε μερικά ποιήματα ή της διαυγούς ταύτισης της τύχης με την επιλογή που εντοπίζουμε σε μερικά άλλα. Όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, τα χρόνια που έζησε στη φυλακή -πάνω από τη μισή του ζωή- θα πρέπει να πέρασαν από μπροστά του σαν ένα βαθύ ρήγμα εντός του οποίου κατρακύλησαν σα σκόνη και στάχτες τα όνειρά του. Με αυτούς τους στίχους μοιάζει να μας απευθύνει έκκληση να στρέψουμε το βλέμμα μας στα βάθη αυτού του ρήγματος που είναι ακόμη εκεί. Αυτοί οι στίχοι μας προτείνουν να σκεφτούμε πως η ζωή δεν είναι απλώς ό,τι έκανε μέσα στα χρόνια ο άνθρωπος, ούτε ακόμη, όπως συνηθίζεται να λέγεται, οι αναμνήσεις που αποκομίζουμε στο διάβα της. Η ζωή είναι επίσης όλα όσα ο κάθε άνθρωπος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει, η ζωή είναι και τα όνειρα που κουβαλά τόσο καιρό και έχουν συνθλιβεί χρόνο με το χρόνο στη μυλόπετρα της «πορείας προς το θάνατο» και έχουν καταβυθιστεί σε αυτό το ρήγμα.

[…] (περισσότερα…)

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (1/2)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη επανέκδοση των τραγωδιών του Σοφοκλή. Είναι ένα ιδιαζόντως μοναδικό βιβλίο, τόσο μοναδικό που θα ήταν αρκετά δύσκολο να βρεθεί αντίστοιχό του στο βάθος της παγκόσμιας ιστορίας των εκδόσεων και επανεκδόσεων των έργων του Σοφοκλή. Τη μοναδικότητα αυτή την προσδίδει η ιστορίας της ζωής του μεταφραστή που συνδέεται ακόμα και με το ίδιο το μεταφραστικό του πόνημα. Μάλιστα, ακόμα και η παρούσα εισαγωγή θα μπορούσε να θεωρηθεί μοναδική καθότι, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες εισαγωγές των βιβλίων, δεν αφιερώνεται στο συγγραφέα και στο έργο του αλλά στο μεταφραστή, τον Κουγιτίμ Αλία. Και σε αυτό το σημείο απευθύνομαι στον αναγνώστη αυτών των γραμμών με την παράκληση να εντείνει τη διεύρυνση της φαντασίας του, διότι θα χρειαστεί να πω κάτι το ασυνήθιστο, ίσως ανεπανάληπτο: ο μεταφραστής του παρόντος βιβλίου, ο Κουγιτίμ Αλία, κατέληξε στη φυλακή μόλις δεκαπέντε χρονών, καταδικάστηκε αρχικά με ποινή πέντε ετών για απόπειρα αυτομόλησης, αλλά παρέμεινε έγκλειστος, φανταστείτε, τριάντα δύο χρόνια, από το έτος 1955 μέχρι και το 1987, αδιάλειπτα, στη φυλακή. (περισσότερα…)

«Βαλκανική Εδέμ» – Ένα ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Έτυχε να παρακολουθήσω προσφάτως μια παλαιά εκπομπή από τη σειρά ντοκιμαντέρ «Παρασκήνιο», αφιερωμένη στον Μανόλη Αναγνωστάκη. Εκεί λοιπόν μεταξύ πολλών άλλων ο αλησμόνητος ποιητής έλεγε και τα εξής: «Νομίζω ότι οι παραδοσιακοί ποιητές μας δεν εκμεταλλεύτηκαν όσο μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που παρέχει η ελληνική ομοιοκαταληξία. Γιατί στην Ελλάδα έχουμε το προνόμιο να διαθέτουμε λέξεις οξύτονες, παροξύτονες, προπαροξύτονες, πράγμα που δεν συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Και αυτό κάνει ένα συνδυασμό τόνων και ήχων που δεν νομίζω πως εκμεταλλεύτηκε επαρκώς η νεοελληνική παραδοσιακή ποίηση».

Ο Αναγνωστάκης, ως γνωστόν, πέρα από σπουδαίος ποιητής υπήρξε και εξαίρετος κριτικός. Τόσο τα «Αντιδογματικά»[i] όσο και «Τα συμπληρωματικά»[ii] του  αποκαλύπτουν τον συγγραφέα που και στοχαζόταν πάνω σε ζητήματα της τέχνης του και γνώριζε να διατυπώνει τεκμηριωμένες κρίσεις για το έργο τρίτων. Εκτός αυτού, και μολονότι το κυρίως ποιητικό του έργο είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, η σχέση του με την παραδοσιακή στιχουργία υπήρξε μακρά και γόνιμη. Κατά δήλωσή του, όχι μόνο την αγάπησε από τα πρώτα του παιδικά χρόνια, επιδιδόμενος μάλιστα και σε σχετικά στιχουργικά γυμνάσματα, παρά εξακολουθούσε να την αγαπά διά βίου. Και το σημαντικότερο, μας άφησε τουλάχιστον δύο απτές μαρτυρίες αυτής της τόσο ζωντανής σχέσης: πρώτ’ απ’ όλα τη «Χαμηλή φωνή»,[iii] την ανθολογία που συγκρότησε με «τα λυρικά ποιήματα μιας περασμένης εποχής», και φυσικά το βιβλίο του «Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης»,[iv] ένα έργο που παραμένει απολαυστικό, δροσερό και αγέραστο κοντά τριάντα χρόνια τώρα. Οι απόψεις του λοιπόν πάνω στη νεοελληνική μετρική αξίζουν κάθε προσοχής.

Δεδομένου όμως ότι η παραδοσιακή στιχουργία μας βρίθει από ομοιοκατάληκτους οξύτονους και παροξύτονους στίχους σε ποικίλα στροφικά σχήματα, νομίζω ότι μπορούμε να εικάσουμε με σχετική ασφάλεια πως η ανωτέρω ρήση του Αναγνωστάκη περί «αναξιοποίητων δυνατοτήτων» αναφέρεται ειδικώς στους προπαροξύτονους κατά κύριο λόγο στίχους, που απαντούν σαφώς σπανιότερα. Με μια αναγκαία διευκρίνιση ωστόσο: αυτά όσον αφορά αυστηρώς στην έμμετρη ποίηση, γιατί οι καθαρόαιμοι, ας τους πούμε έτσι, στιχουργοί μας, πιο ευέλικτοι σε πολλά από τους ποιητές των τελευταίων δεκαετιών και εκ των πραγμάτων δουλεύοντας αδιαλείπτως το μέτρο και τη ρίμα, μια χαρά αξιοποίησαν και εξακολουθούν να αξιοποιούν τις προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες. Από τους ποιητές μας πάντως, με τη σημαίνουσα εξαίρεση των Βυζαντινών υμνωδών σε ορισμένες από τις λαμπρότερες στιγμές τους, εκείνος που χρησιμοποίησε συστηματικότερα τις προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες είναι, νομίζω, ο Ελύτης.[v]

Σκέφτομαι λοιπόν πόση χαρά θα ένιωθε ο Αναγνωστάκης αν διάβαζε τη «Βαλκανική Εδέμ», το πρόσφατο ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη, που πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από μερικές ημέρες στο ίδιο αυτό ηλεκτρονικό περιοδικό που φιλοξενεί και το παρόν σημείωμα. Νομίζω μάλιστα πως θα χαιρόταν διπλά: αφενός μεν διότι στο ποίημα χρησιμοποιούνται κατ’ αποκλειστικότητα προπαροξύτονες ζευγαρωτές ρίμες, ευρηματικότατες όλες, από τον εναρκτήριο μέχρι τον ακροτελεύτιο στίχο του, αφετέρου δε για το γενικότερο πνεύμα που το διέπει, ένα πνεύμα ζωηρό και γελαστικό, όλο κέφι και μπρίο, που τόσο πολύ έχουν λείψει από την ποίησή μας. Δημιουργός αυστηρός αλλά και με χιούμορ ο Αναγνωστάκης –και το χιούμορ τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη είναι μια υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή– πιθανολογώ ότι θα ενθουσιαζόταν. Και ίσως και να συνομολογούσε: Όπως συμβαίνει με κάθε σύγχρονο ισχυρό έμμετρο ποίημα, η «Βαλκανική Εδέμ», πιστοποιεί διά της παρουσίας της και μόνον ότι το μεταλλείο της παραδοσιακής προσωδίας κάθε άλλο παρά εξαντλημένο είναι και ότι η βαθύηχη φλέβα της έμμετρης ποίησης όχι μόνο δεν έχει πει την τελευταία της λέξη αλλά μπορεί να δώσει ακόμη καθαρότατο χρυσάφι· όπως ακριβώς δεν έχει εξαντληθεί και η πάλαι ποτέ κηρυχθείσα νεκρή τονική μουσική, πράγμα που κατά τρόπο ανάλογο διαπιστώνουμε όποτε ερχόμαστε σε επαφή με μια πρωτάκουστη τερπνή μελωδία, όποτε σιγομουρμουρίζουμε ένα καινούργιο τραγούδι που μας συγκινεί.

Όμως είναι ώρα να διαβάσουμε (ή ακόμα καλύτερα να ξαναδιαβάσουμε) το ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη. Το παραθέτω ολόκληρο.

Ψηλά ο Θεός που τα τερτίπια καθενός ορά
–του πιο πληβείου και του Ναβουχοδονόσορα–,
μόνο εμένα δεν κοιτάει, το αποσπόρι του,
που ’μαι δεξιά του φορητού, ζερβά του αφόρητου.
Μην τον ακούτε ότι κρίνει πάντα αδέκαστα,
ρωτήστε εμένα να σας μάθω τα καθέκαστα –
δείχνει ό,τι θέλει τ’ αλλοπρόσαλλο το ζύγι του
κι είναι οι βουλές του επιτομή του ανεξήγητου.
Σ’ άλλους μιλάει καλιαρντά και σ’ άλλους ρώσικα
κάποιους τους έχει με λουρί και κάποιους μπόσικα,
κι αν του γυρέψεις κατιτίς, σε παίρνει αμπάριζα –
«Άμα το ζήταγες σωστά, θα σου του χάριζα».
Παθαίνει κρίση με τα διανοουμενίστικα –
«Άκουσα τόσες παπαριές, που διαολίστηκα!»
κι άμα του πείτε για το “είναι” και το “γίγνεσθαι” –
«Είμαι ο “Ων”, βρε αλητήριοι, και μου ρίχνεστε;»
Και παίρνει ανάποδες, κι αλλάζει όλα τα σύνορα,
σε παρασέρνουν άγρια σχήματα, οξύμωρα,
κι όταν ρωτάς – «Πού θα με βγάλεις, Γοργοπόταμε;»
– «Άμα τολμάς», σε φέρνει σβούρα, «ξαναρώτα με!»
* * *
Μόνο σε ένα δεν χαλάει τα χατίρια μας –
να ’χουμε όμορφες γυναίκες στα τσαντίρια μας
(εκ προοιμίου δεδομένες κι ενδεχόμενες,
μιας που ’ναι όλες εκ Θεού και θεογκόμενες).
Βγήκα κι εγώ σαν τον γαμπρό στις καφετέριες
έκοβα κι έραβα Βαλκάνιες αιθέριες,
– «Ποια να διαλέξω απ’ το λεφούσι, Μπροστοκρίαρε;»
– «Μη χολοσκάς, σου ’χω στο πιάτο μια Μαρία, ρε!»
– «Είναι καλή;», – «Κρατάει, σου λέω, απ’ ομορφόσογο,
το πρώτο όνομα στη Μπόσνα και στο Κόσσοβο,
έχει πατέρα ουτσεκά και μάνα γύφτισσα –
για να τους πείσω να στη δώσουνε ξενύχτησα».
Σε ζώνη εμπόλεμη σκαλίζω τα χωράφια μου,
ταΐζω αρκούδια και ποτίζω τα ελάφια μου,
ρακή μελώνουνε παπάδες και ιμάμηδες,
και στην αυλή χορεύουν τσάμικο οι Τσάμηδες.
Γλιστράει μονόπαντα ο ήλιος σαν τον κάβουρα,
πέφτει σκοτάδι, υποστέλλονται τα φλάμπουρα,
και με τη χάρη του Θεού του Νυχτοβάτη μας
γίνεται κόλαση τις νύχτες το κρεβάτι μας.

 

Αξιοθαύμαστο ποίημα. Και αψεγάδιαστο σε όλα του. Άρτιο επίτευγμα σοφής μαστορικής, πλούσιο σε σκέψη και ιστορική πείρα, απότοκο ενός λυρισμού που σε πρώτο επίπεδο δείχνει να «γκρινιάζει» για τα στραβά και τα ανάποδα του κόσμου, για τις κακοτοπιές και τις λογής κακοτυχίες, για τις ανεξιχνίαστες βουλές του Κυρίου –ο οποίος σε αντίθεση προς τη γνωστή κοινολεξία δείχνει άλλους μόνο να αγαπά και άλλους μόνο να παιδεύει– μα που επί της ουσίας άλλο δεν κάνει απ’ το να καταφάσκει γενναία τη ζωή: να την ανυμνεί και να τη δικαιώνει μ’ ένα χαμόγελο, που καταφέρνει να το ζωγραφίζει και στα δικά μας χείλη ενόσω το διαβάζουμε.

Κάθε φορά που ο Ρωμιός σηκώνει κεφάλι και κοιτάζει στα μάτια τη μοίρα του και τον Θεό του, κάθε φορά που τολμά να του απευθύνεται σαν ίσος προς ίσο για να προσευχηθεί ή και για να βλαστημήσει ακόμη, για να αναπέμψει ύμνους δοξαστικούς και ευχαριστήριους ή για να Του ψάλει τα σκολιανά Του και να Του ζητήσει τα ρέστα, αρνούμενος να προσυπογράψει το μεγάλο βιβλίο του κόσμου όπως του παραδόθηκε, η ελληνική ποίηση γιορτάζει. Ένας Καζαντζάκης φερ’ ειπείν σε αυτήν ακριβώς την πνευματική στάση, την αντιρρητική και εξεγερτική μα δίχως κανένα χόλιασμα και κακοκάρδισμα, χρωστά μερικές από τις χαρακτηριστικότερες λυρικές στιγμές και μυθιστορηματικές σκηνές του. Ομοίως, στη «Βαλκανική Εδέμ» του Πάνου Σταθόγιαννη ο νεοελληνικός λυρισμός φοράει τα γιορτινά του. Επιπλέον το ποίημα δείχνει ότι μπορεί κανείς να γράψει με λεπτό χιούμορ ενόσω πραγματεύεται σοβαρότατα ζητήματα, καταφέρνοντας ένα γενναίο ράπισμα στη σοβαροφάνεια και σπουδαιοφάνεια που τόσο ταλανίζει τη σύγχρονη ποίηση, χωρίς παράλληλα να είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην ευθυμογραφία.

Στη «Βαλκανική Εδέμ», άνθρωπος και Θεός, Θεός και άνθρωπος, σαν δυο παλιοί γνώριμοι, συνταξιδιώτες στις θάλασσες του χρόνου από τις απαρχές του, που έχουν περάσει πολλά μαζί και ξέρει ο ένας τα σουσούμια και τις συνήθειες, τις παραξενιές και τα κουσούρια του άλλου, συνομιλούν δίχως παραπλανητικά προσωπεία και αχρείαστες τυπικότητες, αντροκαλιούνται και κονταροχυπιούνται λεβέντικα, και ο καθένας κατά τον τρόπο και κατά τη φύση του ανταποδίδει στον άλλον τα ίσα. Και η σπαρταριστή στιχομυθία που εκτυλίσσεται αναδεικνύει τον άνθρωπο, παρ’ όλο το περατό της φύσης του, σε αντάξιο συζητητή και αντίπαλο του δημιουργού του.

Τούτη η αγορίστικη αυθάδεια, τούτη η νεανική αψηφησιά, που περιφρονεί ανοιχτά κάθε σύμβαση θρησκευτική ή άλλη, κάνοντας τους θεοφοβούμενους να σταυροκοπιούνται και να τρέμουν και τους θρησκόληπτους να φρικιούν και να εξανίστανται, τι ένεση τονωτικότατη χαράς και τι ένδειξη αλάθευτη πνευματικής υγείας! Κι αυτό γιατί δεν αποτελεί προϊόν άγνοιας, ασυγχώρητης αφέλειας, ελλειμματικής πείρας ή τυφλότητας μπροστά στον κόσμο. Κάθε άλλο. Είναι η ματωμένη κατάκτηση ενός γρηγορούντος πνεύματος που και με την ίδια τη ζωή έχει χτυπηθεί κατά μέτωπον και τον φόρο αίματος που του αναλογεί έχει καταβάλει στην Ιστορία.

Είναι η γνώση που μολονότι παραμένει αναπόδραστα βαρύ άλγημα, καθώς διδάσκει ο βλοσυρός «Εκκλησιαστής», εντούτοις δεν σκυθρωπάζει ή τουλάχιστον δεν σκυθρωπάζει επί μονίμου βάσεως. Είναι η γλαυκώπις Αθηνά, με το αστραφτερό και καθάριο βλέμμα, που από τη μια όλα τα ανθρώπινα ορά και από την άλλη όλα τα καταλαβαίνει – κι ας μην τα αποδέχεται, κι ας τηρεί τις δικές της αποστάσεις. Είναι η συνείδηση που παρ’ όλη τη σωρευμένη γνώση και πείρα, παρ’ όλη τη σοφία της, δεν έχει παραιτηθεί εντούτοις από τα δικαιώματά της στη χαρά και στο κέφι· είναι επιπλέον μια πολεμιστήρια Αθηνά που αφού τελέψει τη μάχη μπορεί να σηκώνει κάποτε την περικεφαλαία, να επισκοπεί τον κόσμο και να χαμογελά μπροστά στη μεθυστική φαντασμαγορία του. Είναι η χαρωπή γνώση, μια «χαρούμενη επιστήμη», καθώς ήθελε ο Νίτσε, που παρά το άχθος και το άλγος που συνεπάγεται, με βήματα χορευτικά και ανάλαφρα και φωνή τραγουδιστή εξακολουθεί την πορεία της.

Μια πορεία εντός του κόσμου και εν προκειμένω εντός της Βαλκανικής χερσονήσου, γεμάτη ανηφοριές και λοξοδρομίσματα, πισωγυρίσματα και στάσεις αναγκαστικές, σε μονοπάτια σκολιά και κακοτράχαλα. Έμφορτο Ιστορίας και αντιθέσεων το ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη, όπως υποδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του: Από τη μια η σκληρή και αναπόδραστη βαλκάνια πραγματικότητα, πετρώδης και αιχμηρή σαν το έδαφος στο οποίο ριζώνει, κι από την άλλη, στο κέντρο της και σε πείσμα της πραγματικότητας αυτής που ποτέ δεν ειρηνεύει, ο επίγειος παράδεισος που γεωργεί, δουλευτής ακάματος και υπομονετικός, ο έρωτας.

«Καπνός τριγύρω δε φαινότανε / μα κάπου πόλεμος γινότανε», λέει ο Γκάτσος σ’ ένα περίφημο τραγούδι του, το οποίο παρεμπιπτόντως είναι κι αυτό γραμμένο εξολοκλήρου σε προπαροξύτονους στίχους που ομοιοκαταληκτούν ζευγαρωτά.[vi] Εξίσου υποβλητικός, ίσως και υποβλητικότερος γιατί γίνεται πιο συγκεκριμένος, είναι ο Πάνος Σταθόγιαννης στη σκιαγράφηση της τρέχουσας συγκυρίας που απλώνει βαθιές ρίζες στο ιστορικό παρελθόν. Στο φόντο της συνομιλίας Θεού και ανθρώπου, σαν βοή μακρινή και επίμονη, που κρατά το ίσο σε κάθε σκέψη και πράξη, η πραγματικότητα των Βαλκανίων διαποτίζει ψυχές και σώματα. Από τη μια η διαρκής τυραννία της φτώχειας και από την άλλη η μόνιμη απειλή του πολέμου, τα δύο αήττητα φάσματα που δυναστεύουν πληθυσμούς ολόκληρους, μοιραία διαμορφώνουν (και διαστρεβλώνουν) τον χαρακτήρα της «ευρωπαϊκής πυριτιδαποθήκης» έτσι όπως βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης κρίσης.

Με δυο τρεις αδρές μολυβιές, με κάτι σποραδικές φράσεις και λέξεις, ένα δυο τοπωνύμια μόλις, ιχνογραφούνται υποδειγματικά η πανσπερμία λαών, φυλών και θρησκειών, οι αγεφύρωτες αντιθέσεις και οι σοβούσες εντάσεις που ξεσπούν κάποτε σε ανοιχτές ένοπλες συγκρούσεις: φόνοι, σφαγές και εθνοκαθάρσεις γίνονται τότε μέρος της καθημερινότητας. Αλλά κι όταν τα πράγματα κάπως ηρεμούν στην ταλαίπωρη αυτή Χερσόνησο του Αίμου, ένας αόρατος πόλεμος που εξαπολύουν οι νικητές στους ηττημένους για να μην σηκώσουν ποτέ κεφάλι εξακολουθεί να μαίνεται, σωρεύοντας κι αυτός ανώνυμα θύματα το ένα πάνω στο άλλο. Ο ποιητής το λέει καθαρά: «Σε ζώνη εμπόλεμη σκαλίζω τα χωράφια μου».

Το σημαντικό εδώ είναι ότι επιμένει να καλλιεργεί τον χιλιοβομβαρδισμένο του αγρό με το φτενό χώμα κι ας ξέρει ότι τα πάντα μπορεί να χαθούν από στιγμή σε στιγμή, κι ας ξέρει ότι, αν τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά, η σοδειά του θα ήταν ασυγκρίτως πλουσιότερη. Αν η τύχη καταπώς λένε βοηθάει τους τολμηρούς, ο Θεός των Βαλκάνιων και των Βαλκανίων, παραστέκει τους πραγματικούς τολμητίες. Και ποιος είναι τολμηρότερος από τον άνθρωπο που κατά τις παρούσες συνθήκες θέλει, παναπεί αγωνίζεται να ζει ερωτευμένος; Διότι μέσα σε αυτή την επίγεια κόλαση χτίζει ελέω Θεού μιαν άλλη «κόλαση», επίγεια και αυτή όμως ευλογημένη και γεμάτη από ένα Θεό συναγωνιστή και συνεργάτη· μια «κόλαση» που ξεσπά όταν υποστέλλονται τα κάθε λογής «φλάμπουρα» και ανεβαίνει η νύχτα.

Μπροστάρης στο γλυκόπικρο γλέντι της ζωής, μπροστολάτης και μπροστομάχος, αρχηγέτης στον έρωτα και πρόμαχος στον πόλεμο, δεν είναι κανένας χλομός θεός φτιαγμένος κατ’ εικόνα ψυχών αναιμικών και φοβισμένων, αλλά ο Μπροστοκρίαρος, όλος αρσενική ορμή, πρωτοπηγή του γενετήσιου και κάθε δημιουργικού ενστίκτου, που πηγαίνει μπροστά από τη ράτσα του και την οδηγεί.

Πού όμως; «Α, όλα κι όλα», λέει ο ποιητής. Ο Θεός είναι διατεθειμένος να συζητήσει σχεδόν για τα πάντα, αλλά ας μην παρατραβάμε το σκοινί. Αυτές ακριβώς τις ερωτήσεις είναι που δεν καταδέχεται να απαντήσει ο Γοργοπόταμος, άλλο υπέροχο «θεωνύμιο» που «εφευρίσκει» σε μια ακόμη εμπνευσμένη του στιγμή ο Πάνος Σταθόγιαννης, για να μας δώσει το ασυγκράτητο βουερό ποτάμι που ξέρει μόνο να ρέει ταχύ και ακατάπαυστο και μπορεί να υπερπηδά με τη σαρωτική του ορμή όλα τα προσκόμματα χωρίς πουθενά να κάνει στάση. Γιατί ο Θεός «διαολίζεται» με τα «διανοουμενίστικα» και τις θεωρητικολογίες, τις ατέρμονες συζητήσεις που δεν βγάζουν πουθενά. Με άλλους τρόπους επιλέγει να προωθεί τη ζωή που δεν κλείνεται και δεν χωρά σε περιοριστικά σχήματα και θεωρητικές κατασκευές. Ο Θεός αγαπά τους ερωτευμένους, τις καρδιές τις συντετριμμένες, όχι τα προϊόντα της εγκεφαλικότητάς μας.

Όπου οι ακαταπόνητοι νυχτοβάτες, όπου οι νυχτοστρατοκόποι και οι νυχτοπαρωρίτες, από κοντά και οι άλλοι περιβόητοι ξενύχτηδες, οι ποιητές, με το λυχνάρι του στίχου τους πάντα, που σαν άξιοι απόγονοι του μακρινού εκείνου λύχνου της Παλατινής γίνονται μάρτυρες των «ου φωνητών», φωτίζοντας και ιστορώντας –τι άλλο;– τις πράξεις της αγάπης.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ


[i] Μανόλης Αναγνωστάκης, Αντιδογματικά, Άρθρα και σημειώματα 1946-1977, Στιγμή, 1985.

[ii] Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα συμπληρωματικά. Σημειώσεις κριτικής, Στιγμή, 1985.

[iii] Βλ. Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς. μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, Νεφέλη, 1990.

[iv] Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης.  Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Στιγμή, 1996.

[v] Βλ. π.χ. «Ο ήλιος ο Ηλιάτορας», «Μαρία Νεφέλη» κ.ά. στο Οδυσσέας Ελύτης, Ποιήματα, Ίκαρος, 2003.

[vi] Νίκος Γκάτσος, «Το παιδί με το ταμπούρλο», Όλα τα τραγούδια, Εκδόσεις Πατάκη, 2012, σ. 370-371.

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 23. Έλενα Πολυγένη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Ἕλενα Πολυγένη

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o

(Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα, Ἀθήνα, (.poema..), 2012)

Ἡ γυναίκα γυαλί

Μπαμπά, μαμά, μὲ φτιάξατε
Ἀπὸ γυαλί.
Δὲ μεριμνήσατε γιὰ ἕνα
Πιὸ ἀνθεκτικὸ ὑλικό. Μ’ ἀφήσατε
Στὴν τύχη μου
Καὶ ὅλο τρέμετε γιὰ μένα
Μήπως σπάσω.

Καὶ πιὸ πολύ, γιατὶ στὸ βάθος
Ξέρετε
Πὼς τὰ κομμάτια μου θὰ κόψουν
Τὸ λαιμό σας.

~.~

21034372_1544173255621458_2988689582701559271_n

(Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2017)

Σονέττο παρατεταμένης ἀκινησίας

Ὅταν ἀφήνεται στὸ πάτωμα νὰ πέσει
ἡ ταραχή μου, μὲ μορφὴ ἀντικειμένου,
κοιτάζω πάντα μὲ τὰ μάτια τοῦ χαμένου
ποὺ χρόνια στέκεται ψυχρὸς στὴν ἴδια θέση.

Ὅταν ἡ πόρτα εἶναι κλειστή, δὲ μοῦ ἀρέσει
νὰ τὴν ἀνοίγω· βάρος ξένου
χεριοῦ, στὰ δάχτυλά μου φορεμένου
ὁριστικὰ μοῦ ‘χει τὴ θέληση ἀφαιρέσει.

Ὅταν ἡ μύγα μ’ ἐνοχλεῖ, δὲν τὴ σκοτώνω.
Ὅταν φωνὲς μὲ προσκαλοῦν – δὲ συμμετέχω.
Ὅταν τηλέφωνο χτυπᾶ, δὲν τὸ σηκώνω·

τὴν ἀπραξία στὶς ἐκφάνσεις της διατρέχω
καὶ μὲς στὴν πλήξη τῆς ἀδράνειας ποὺ κατέχω
μένει τὸ σῶμα μου μετέωρο καὶ μόνο.

~.~

Κάποιος ἔζησε ἐκεῖ

ΙΙ

Ὑπάρχει λόγος ποὺ ἀφήνω κλειστὰ
τὰ παράθυρα.
Κάθε φορὰ ποὺ τὰ ἀνοίγω, φέρνουν μπρός μου
τὴν ἀποσύνθεση.
Ἕνα πτῶμα σὲ κάθε σύνθεση, σὲ κάθε ὀπτικὴ
γωνία.
Διστάζω νὰ κατευθυνθῶ πρὸς τὰ κεῖ
– δὲ βρίσκω λόγο νὰ ἐπισπεύσω τὸ μέλλον.
Ὑπάρχει ἕνα πτῶμα εἴτε ὑφάσματος εἴτε
μύγας εἴτε δέντρου εἴτε γάτας εἴτε
λουλουδιοῦ.

Καὶ ζωὴ ὑπάρχει ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ
δὲν τὴ βλέπω.


Ἡ Ἕλενα Πολυγένη γεννήθηκε στὴν Πάτρα. Εἶναι ἠθοποιὸς καὶ μουσικός. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές: Γράμματα σὲ μαυροπίνακα (2009), Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα (2012), Ἡ χώρα τῶν παράδοξων πραγμάτων (2014) καὶ Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν (2017)

Κώστας Ζωτόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

800px-Stavronikita_interior_and_Athos_peak_Aug2006

Διαδοχή

Υποδυόμενος τον αρχηγό
έπινε αργά κρασί απ’ της δυναστείας την κύλικα.
Εκρήξεις και πεδία μαχών,
αναβόσβηναν σώματα ματωμένα, ακίνητα,
στις λάμψεις αστραπών.
Για δηλητήριο και θυσία στους υπηκόους, μιλούσε.
Πίστεψαν λίγοι, αποδέχτηκαν πολλοί,
μέχρι ο επόμενος να τον διαδεχτεί.
Στο βάθος πράσινοι, δροσάτοι δρυμοί
και μια μορφή θεού τις καρδιές παρηγορούσε.

~.~

Οὐρανια ἐλαφρότητα

Μετά τις αστραπές
ελαφράδα τ’ ουρανού, ηρεμία
στον ορίζοντα κυματίζουν σκεπές,
ήχοι μακρινοί απ’ την εκκλησία.

 

Αρχίζει το μάθημά του ο οικονόμος του χρόνου:
«Το πέρας γεγονός
καμπάνες κτυπούν του πόνου
άγνωστος γέροντας ο νέος νεκρός,
η λύπη λυγίζει κάτω απ’ το βάρος
μεγάλων ονείρων, μικρών ευτυχιών,
παλαιών, μα και τόσο χθεσινών.
Ποτέ το πέρας δεν μας σβήνει το θάρρος».

~.~

Χώρα των Βαΐων

Όνοι ονείρου θριαμβεύουν στων Βαΐων τη χώρα.
Αυτή η εικόνα, παλαιά, τον κατακλύζει τώρα
ενώ βαδίζει μες στο πλήθος,
η φωτεινή άφιξη δεν ήταν μύθος.
Στο έδαφος της φαντασίας χαράς μέθη
αργοσβήνει τις εικόνες απ’ τα πένθη.

~.~

Ο αγένειος Ιησούς

Νέος αθώος με αίσθημα θριάμβου
σε θρόνο ουράνιου τόξου καθισμένος
ψηλά, σε φωτεινή νεφέλη,
κρατά ανοιχτή περγαμηνή.
Από τα πόδια του πηγάζουν ποταμοί.
 
Τριγύρω του σε τέσσερα σημεία
όντα φτερωτά της αποκάλυψης
μ’ ένα βιβλίο το καθένα,
άγγελος, μόσχος, λέων, αετός,
τα σύμβολα των ευαγγελιστών.
Εικόνα ψηφιδωτού με ιστορία αιώνων ταραχώδη.
 
Παριστάνει το όραμα αρχαίου προφήτη
που κι αυτός είναι μέσα στην ίδια εικόνα γυρτός
και περιδεής ατενίζει
με τεταμένες τις παλάμες των χεριών
σε θέση μπροστά από τα ώτα.
Εκστατικός πιστός, εμπρός στην αποκάλυψη.
 
Συλλαμβάνει τα άδηλα
με σύγχυση των αισθήσεων.
Ακούει με τις παλάμες των χεριών.
Όχι, δεν βασανίζεται από αμφιβολία,
φόβο αυταπάτης, αγωνία για βεβαιότητα,
τάση για έλλογη σύλληψη του μυστηρίου.
 
Ο αγένειος νέος τού συμβολίζει το μέγιστο
που ασφυκτιούσε πάντα μέσα του,
τη δύναμη πίσω απ’ την κτίση
που πίστεψε και πόθησε να του αποκαλυφθεί.

Είχα δίκιο που υποστήριζα τον Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Χίλλαρυ Κλίντον; Ἀπολύτως!

τοῦ Slavoj Žižek

slavoj-zizek.jpg

Τὰ τελευταῖα χρόνια, δέχομαι συχνὰ τὴν ἴδια ἐρώτηση ἀπὸ φίλους (καὶ “φίλους”) σχετικὰ μὲ τὸ ἂν ἐμμένω στὴν προτίμηση ποὺ ἐπέδειξα πρὸς τὸν Ντόναλντ Τρὰμπ ἔναντι τῆς Χίλλαρυ Κλίντον, ἢ ἂν τώρα πιὰ παραδέχομαι ὅτι ἔκανα κάποιο λάθος. Εὔκολα θὰ μάντευε κανεὶς τὴν ἀπάντησή μου: ὄχι μόνο ἐπιμένω στὴν ἐπιλογή μου, ἀλλὰ βάσει τῶν γεγονότων τῶν τελευταίων ἐτῶν θεωρῶ ὅτι ἐπιβεβαιώθηκα πλήρως. Γιατί ὅμως;

Ὅπως σημειώνει κι ὁ Γιουβὰλ Χαραρὶ στὸ βιβλίο του Homo Deus, οἱ ἄνθρωποι δεσμεύονται ἀπὸ τὴ δημοκρατικὴ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς, μόνο ἐφόσον μοιράζονται κάποιον ἰσχυρὸ δεσμὸ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ψηφοφόρους. Ἂν ἡ ἐμπειρία τῶν λοιπῶν ψηφοφόρων διαφέρει ἀπὸ τὴ δική μου, καὶ ἐὰν θεωρῶ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὰ συναισθήματά μου ἢ αἰσθάνομαι ὅτι δὲ νοιάζονται γιὰ τὰ ζωτικά μου ἐνδιαφέροντα, τότε ἀκόμα κι ἂν εἶμαι ὁ ἕνας στοὺς ἑκατό, δὲν ἔχω κανέναν ἀπολύτως λόγο νὰ ἀποδεχθῶ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἕνας τρόπος ἐπίλυσης τῶν διαφωνιῶν, ἐφόσον σὲ πρώτη φάση ὑπάρχει συμφωνία ἐπὶ τῶν βασικῶν ζητημάτων. Ἂν ἐκπέσει αὐτὸ τὸ συμβόλαιο, οἱ μόνες διαθέσιμες διαδικασίες εἶναι οἱ διαπραγματεύσεις ἢ ὁ (ἐμφύλιος) πόλεμος. Ἕνεκα τούτου, τὸ μεσανατολικὸ ζήτημα δὲν μπορεῖ νὰ λυθεῖ δημοκρατικὰ μέσῳ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ πολέμου ἢ τῶν διαπραγματεύσεων.

Ἑπομένως, πῶς συνδέονται ὅλα τὰ παραπάνω μὲ τὴν διαμορφούμενη ἀπώλεια τῆς συμφωνίας ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν στὴν περίπτωση τῆς πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ; Ἡ κατάσταση περιπλέκεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διαφωνία ποὺ ἔχει προκύψει εἶναι διπλῆς κατεύθυνσης: ἀρχικά, ὁ Τρὰμπ διέρρηξε τὴν καθεστηκυία τάξη ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς λαϊκίστικης Δεξιᾶς, κι ἔπειτα, οἱ Δημοκρατικοί (Σάντερς καὶ λοιποί) ἔπραξαν τὸ ἴδιο στὴν Ἀριστερά. Τὰ δύο αὐτὰ ρήγματα δὲν εἶναι, βέβαια, ὅμοια. Ἡ πάλη μεταξὺ τοῦ Τράμπ καὶ τῶν φιλελευθέρων ἀποτελεῖ μιὰ πολιτισμική/ἰδεολογικὴ διαμάχη ἐντὸς τοῦ παγκοσμιοποιητικοῦ καπιταλισμοῦ, ἐνῶ ἡ Ἀριστερὰ ξεκίνησε νὰ ἀμφισβητεῖ τὸν παγκοσμιοποιητικὸ καπιταλισμὸ per se. (περισσότερα…)

Μια ολότελα δυσφημισμένη αρετή

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Βασιλική Πέτσα
Το δέντρο της υπακοής
Πόλις 2018

Το βιβλίο της Βασιλικής Πέτσα Το δέντρο της υπακοής συγκροτείται από τη συνύφανση έξι ιστοριών, κάποιων που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα (με προφανή μυθοπλαστική επεξεργασία), και κάποιων άλλων επινοημένων.

Αφού ιχνογραφήσουμε, όσο πιο αδρά γίνεται, το περιεχόμενο αυτών των ιστοριών θα υποστηρίξουμε ότι το βιβλίο συνιστά για τη συγγραφέα ένα τριπλό τόλμημα: α) από τη νουβέλα και το διήγημα, τα οποία υπηρέτησε ως τώρα, περνά πλέον στο μυθιστόρημα, β) από τον κόσμο της εντοπιότητας που χαρακτήριζε τα προηγούμενα έργα της, ανοίγεται τώρα στην παγκοσμιοποιημένη οικουμένη, γ) στην αποτυχία της εκκοσμικευμένης ουτοπίας (η οποία στο βιβλίο παρουσιάζεται με την αρχετυπική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης) αντιπαρατάσσει την πιστότητα στην ουράνια ουτοπία, κατά τρόπο, αν μη τι άλλο, τολμηρό για την μεταπολεμική και, ακόμη περισσότερο, την μεταπολιτευτική μας πεζογραφία.

(περισσότερα…)

Ευχές!

ProtoxroniatikesEfhesPirotehnima.png

Η Αίρεσις του Δεν

IMG_3474_1024x1024

Ἡ Αἵρεσις τοῦ Δέν

του ΙΓΟΥΑΣΑΚΙ ΓΙΑΤΑΡΟ

Γιατί, δὲ θέλω, δὲν μπορῶ, δὲν καταδέχομαι,
ὅσα ἔζησα
τώρα μονάχα ποίηση νά ’ναι
Βύρων Λεοντάρης, Ἡ ὁμίχλη τοῦ μεσημεριοῦ (1959)

 

ΝΑ ’ΤΑΝΕ ΚΑΠΟΙΟΣ νὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ λυ­τρω­μό… Για­τὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἀρ­νη­θεῖ, μ’ ό­λο του τὸν σε­βα­σμὸ στὴν πα­ρά­δο­ση καὶ στὰ πο­λι­τι­στι­κά της ἐ­πι­τεύγ­μα­τα, τε­λι­κὰ πι­ό­τε­ρο συμ­φω­νοῦ­σε μ’ αὐ­τὰ ποὺ δι­ά­βα­ζε στὴν ὀ­θό­νη τῆς ταμ­πλέ­τας του. Κι αὐ­τὸς, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, θὰ ἤ­θε­λε, σὰν τὴν πα­ρέ­α τοῦ Μυ­λω­νο­γιά­ννη, «νὰ τρα­γου­δή­σῃ τὸν π ο­ ν ε­ μ έ­ ν ο  ἄ – ν­ θ ρ ω­ π ο στὴν προ­σπά­θειά του νὰ λυ­τρω­θεῖ οἰ­κο­νο­μι­κά, πνευ­μα­τι­κά», για­τὶ ὁ «πο­νε­μέ­νος ἄνθρω­πος» ἔ­τσι σκέ­το κι ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο δὲν τοῦ ’­λε­γε τί­πο­τα… Τί τὸν ἔ­νοια­ζε αὐ­τὸν γιὰ τὶς ἀρ­ρυθ­μί­ες τοῦ Κον­το­μη­νᾶ, ἂν εἶ­ναι ὄν­τως σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στος ὁ Πού­τιν, πῶς πά­ει ὁ καρκίνος τοῦ Ἐρ­ντο­γάν…

Καὶ στὸ ἄλ­λο θὰ συμ­φω­νοῦ­σε· δὲν εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χή μας γιὰ «τὰ γι­α­ρε­δά­κια, ὁ­ποῦ ’­ναι / καθὼς τὰ προ­σα­νάμ­μα­τα στὴ στιά», ἂν εἶ­ναι τ έ­ τ ο ι α  ἐ­ π ο­ χ ὴ νὰ τὴν κοιτ­τᾶς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ μο­νὸ­κλ τοῦ κυ­ρί­ου Μα­λα­κά­ση… Κι ἂν ἦ­ταν νὰ κά­νῃ ἐ­πι­τέ­λους μιὰν ἐ­ξαί­ρε­ση, ἂς τὴν ἔκα­νε γιὰ κεῖ­νο τὸ γι­α­ρε­δά­κι τοῦ Μι­χά­λη Κα­τσα­ροῦ στῶν κλε­φτῶν τὴ μά­ζω­ξη, καὶ τ’ ἄλ­λο τοῦ Τρελ­λο­σκα­ρίμ­πα πα­ρέ­α μὲ τὸν Κύ­ριο τοῦ Τζάκ, ὅ­ταν ἀ­ψη­λώ­νου­νε τὰ με­ρά­κια καὶ γένων­ται δα­χτυ­λι­δά­κια οἱ κα­η­μοί!…

ΛυτρωμόςΝὰ ’ρ­χό­τα­νε, λέ­ει, κά­ποι­ος, καὶ νὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ Λυ­τρω­μό !… Τί ψυ­χὴ εἶ­χε – ἑ­φτὰ τεύ­χη ὅλα κι ὅ­λα πρὶν τὴν ἄ­δο­ξη κα­τά­λη­ξη, Δε­κέμ­βρη τοῦ ’33… Κι ἂς εἶ­χε ὅ­λες τὶς φθο­ρὲς τοῦ χρό­νου στὸ πε­τσί του! Κι ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φα­γω­μά­ρα τῶν τρο­τσκι­στῶν μὲ τὴν προ­λε­τα­ρια­κὴ ὀρ­θο­δο­ξί­α μέ­σα στὶς ἴ­δι­ες τὶς σε­λί­δες του… Κι ἂς λοι­δω­ρού­σα­νε ἔ­τσι ἄ­σπλα­χνα τὸν Κρισνα­μοῦρ­τι! Κι ἂς βάλ­θη­καν νὰ ψα­λι­δί­σου­νε τὰ φτε­ρὰ τῶν μα­ραμ­ποῦ τοῦ Καβ­βα­δί­α γιὰ νὰ δο­ξά­σουν ἕ­ναν φτω­χὸ δε­κα­εν­νι­ά­χρο­νο ψα­ρὰ ὀ­νό­μα­τι Φώ­τη Ἀγ­γου­λέ, ποὺ ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν ψα­ριά του, μο­σχο­βο­λών­τας θά­λασ­σα καὶ λα­κέρ­δα – ἐ­κεῖ στὴ Χιὸ ὅ­που ζοῦ­σε!…

Τὸ ἔ­νι­ω­θε: ἡ ἄρ­νη­σή τους ἦ­ταν ἡ πλη­γω­μέ­νη τους ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια· ἡ ἀ­στι­κὴ ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α, τὰ πε­νι­χρά τους μέ­σα, τρο­φο­δο­τοῦ­σαν τὴν ὑ­πε­ρή­φα­νη ἀ­κα­τα­δε­ξιά τους, τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ ἄλ­λοι σκί­πη­δες στρῶ­ναν κα­ρι­έ­ρες… Φτω­χὰ, ἀ­σπού­δα­χτα παι­διά, ψυ­χὲς εἰ­κο­σά­χρο­νες φαρμα­κω­μέ­νες ποὺ ἡ πι­στο­λιὰ τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη σκό­τω­σε μέ­σα τους διὰ παν­τὸς τὸν Μπατα­ριᾶ, καὶ τώ­ρα θέ­λα­νε νὰ θυ­μί­σουν «στοὺς με­φι­στο­φε­λι­κοὺς ὀ­πα­δί­σκους τῆς καρλαϋ­λι­κῆς ἀ­ε­ρο­λο­γί­ας καὶ στὴν ποί­η­ση», ὅ­πως λέ­γαν, πὼς εἶ­χε φτά­σει πιὰ ἡ ὥ­ρα τῆς ὁρι­στι­κῆς τους κα­τα­δί­κης, τοῦ λυ­τρω­μοῦ ἡ ὥ­ρα…

Τὸ μό­νο ποὺ κα­τα­φέρ­να­νε ἦ­ταν νὰ χα­λᾶ­νε τοὺς στί­χους τους:

Στὸ πρόσωπό σου τὸ χλωμὸ γροικῶ τὴν ἀγωνία
πὤχει ἡ καρδιά σου, ἀλήτη μου, τὸν πόνο τὸν κρυφό…
Καὶ βλαστημῶ μουτζώνοντας τὴ γύρω κοινωνία,
μ’ αὐτά της τ’ ἄθλια ξόανα τοὺς δῆθεν «κομιλφώ!»

 

ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι χα­λα­σμέ­νοι ἤ­τα­νε πι­ό­τε­ρο ἀ­λη­θι­νοί, καὶ λέ­γα­νε, καὶ γιὰ τοὺς ἴ­διους καὶ γιὰ τὸν κό­σμο γύ­ρω τους ποὺ τοὺς πλή­γω­νε, πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­λη­θι­νά! (Γι’ αὐτὸ τὸ τάχα «ὡραῖο», τὸ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, ποὺ «νευρίαζε» τὸν ἀστὸ ποιητὴ Γ.Σ. καθὼς κατσάδιαζε, γι’ ἀκόμη μιὰ φορά, τώρα καὶ στὸ χαρτί, τὸν νιόπαντρο Ἀγγουλὲ ἐκείνη τὴν Κυριακή, 30 τοῦ Γενάρη τὸ ’44 στὴν Αἴγυπτο…) Για­τὶ ἔ­τσι κα­θὼς μου­τζώ­να­νε τοὺς ἄλ­λους, τὴν κοινωνί­α καὶ τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό, βγαί­να­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πυ­ρό­βλη­το τῆς ψεύ­τι­κης εὐ­πρέ­πειας μου­τζώ­νον­τας τὸν ἴ­διο τους τὸν ἑ­αυ­τό, ὅ­πως σὲ κεί­νους τοὺς σπα­ρα­κτι­κοὺς στί­χους τοῦ Ζώ­η Μά­να­ρη, σα­ράν­τα χρό­νια, ἕ­ναν πό­λε­μο κι ἕ­ναν ἐμ­φύ­λιο με­τά:

μακροσκελῆ Ζώη Μάναρη,
ποὺ βρέχεσαι στὰ καρροτσάκια,
μουτζώνοντας ἀνάσκελα τὸν οὐρανό!
Φώναξες, μὰ ἡ κραυγή σου ἦταν ἀπὸ χαρτί
καὶ δὲν ἄγγιξε τίποτα!…

 

Ἂν ὑ­πάρ­χει μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς κραυ­γῆς, αὐ­τὴ ἔ­χει νὰ κά­νῃ πρὶν ἀ­π’ ὅ­λα μὲ ἐ­ρεί­πια. Θυμᾶται τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ἑ­ξήν­τα ἕ­ναν σκο­τει­νὸ ἄν­θρω­πο. Κον­τὸ μὲ ζα­ρω­μέ­νο δέρμα καὶ μαῦ­ρα μά­τια ποὺ λάμ­πα­νε βα­θειὰ στὶς κόγ­χες… Τὸν εἶ­χε συ­ναν­τή­σει ἕ­να μεσημέ­ρι στὴν στο­ὰ τοῦ πα­λιοῦ Εἰ­ρη­νο­δι­κεί­ου. Βα­στοῦ­σε μιὰ φθαρ­μέ­νη δερ­μά­τι­νη τσάντα γε­μά­τη δι­κό­γρα­φα. Μα­ζὶ μὲ μιὰ δι­κή του συλ­λο­γὴ τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει κι ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Κρί­τω­να Ἀ­θα­να­σού­λη. Τοῦ ἔ­μει­νε στὴ μνή­μη για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ θὰ λεῖ­παν οἱ δι­κοί της στὴν Κρή­τη, κι ἔ­τσι αὐ­τὸς θὰ κοι­μό­τα­νε στὸ σπί­τι της… Στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸν Κορυδαλ­λὸ τῆς δι­ά­βα­ζε:

Τώρα ποὺ τρώει ἡ ἀγωνία τὸ πρόσωπο τῆς γῆς,
τί νὰ διαλὲς τὰ λόγια σου, τί νὰ προσέχῃς,
πῶς γίνεται καλύτερα νὰ πῇς τὴν λέξη ἀπελπισία;…
 
Γι’ αὐτὸ κι ἡ τέχνη μου ἔτσι ἀτημέλητη
φαντάζει,
μοιάζοντας μὲ τὴ φριχτὴ γυναίκα ὅπου πετιέται
μισόγυμνη ἀπ’ τὸ σπιτικὸ ποὺ καίεται
στοὺς δρόμους.
Ποιός ἔχει νοῦ νὰ πάρῃ ἀπ’ τὸ συρτάρι του
βραχιόλια καὶ μαλάματα,
νὰ στολιστῇ μ’ αὐτὰ κι ἀπὲ νὰ ξεχυθῇ
μὲς στὰ στενὰ φωνάζοντας βοήθεια!

 

Ἀλ­λὰ τώ­ρα ποὺ τὸ ξα­να­σκε­φτό­ταν, ἴ­σως νὰ εἶ­χε δί­κιο κι ὁ Ἀρ­γυ­ρί­ου ποὺ τοὺς κα­τα­λό­γι­ζε ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στή­σου­νε ἀν­τί­λο­γο ἀ­πὸ ἔλ­λει­ψη παι­δεί­ας, μὲ τὰ φτωχὰ μαρξιστικά τους νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸν συγκροτημένο κι ἐν Παρισίοις σπουδαγ­μένο συνομήλικό τους Πηνιάτογλου… Ὅ­ταν, ὅ­μως ἔ­φτα­σε στὸ τεῦ­χος 3 καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὸ σχό­λιό τους «Κα­τά­πτω­ση!» δὲν μπό­ρε­σε νὰ μὴν χα­ρεῖ τὸ κρι­τι­κό τους θάρ­ρος, κι ἔ­πε­σε σὲ ἡ­δο­νι­κὴ ἀνά­γνω­ση ποὺ στὴν πο­ρεί­α της τοῦ προ­κά­λε­σε ἀ­νά­λο­γους σύγ­χρο­νους συ­νειρ­μούς:

Ἀ­πὸ τὸ Βό­λο μᾶς στεί­λα­νε μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα, τὴ «Λα­ϊ­κὴ Φω­νή», ἀ­πὸ τὸ χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ὁ­ποί­ας, μὲ ὑ­πο­γρα­φὴ Ἄ­θως Τριγ­κώ­νης, ἀν­τι­γρά­φου­με τὰ ἑ­ξῆς δι­α­σκε­δα­στι­κά, μὰ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ ξε­πε­σμοῦ τῶν λο­γί­ων μας:

«Στὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κὴ “Ἑ­στί­α” τῆς Τρί­της 18ης Ἰ­ου­λί­ου, ὁ με­γά­λος μας ποι­η­τὴς κύ­ριος —ὁ­λο­γρά­φως— Σκί­πης, δη­μο­σι­εύ­ει ἕ­να ἄρ­θρο “του” γιὰ τὸν Νορ­βη­γὸ συγ­γρα­φέ­α Μπγι­έν­ρσον, τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι παρ­μέ­νο, μὲ τὸν τί­τλο του μα­ζύ, ἀ­πὸ τὸ Γαλ­λι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ “Φι­λο­λο­γι­κὰ Νέ­α” τῆς 3ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932 (σε­λί­δες 6η, στῆ­λες 4η καὶ 5η). Ἀ­πὸ τὴ με­τά­φρα­ση αὐ­τὴ λεί­πουν με­ρι­κὰ κομ­μά­τια ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται εἰ­δι­κῶς στοὺς Γάλ­λους καὶ ποὺ ἀ­ναγ­κά­σθη­κε ἢ νὰ πα­ρα­λεί­ψει ἢ νὰ τὰ με­τε­τρέ­ψει ὁ κύ­ριος Σκί­πης, γιὰ νὰ μὴν τὸν πι­ά­σου­νε στὰ πράσ­σα. Λεί­πει ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὸ ἄρ­θρο αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ποὺ τὄ­γρα­ψε γαλ­λι­κά, τοῦ κ. —μὲ μι­κρὸ κ— Ζὰν Λε­σκοφ­φι­ὲ καὶ ἀντ’ αὐ­τοῦ ἔ­χει μπεῖ φαρ­δειὰ πλα­τειὰ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ με­γά­λου Ἕλ­λη­να ποι­η­τῆ Σω­τή­ρη Σκί­πη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σιά­ζει ἔ­τσι τὴν ξέ­νη σο­φί­α γιὰ δι­κιά του.»

Ἐ­μεῖς δὲν ξέ­ρου­με τί νὰ πρω­το­θαυ­μά­σου­με σ’ ὅ­λην αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση ὕ­ψους καὶ κα­τά­πτω­σης. Ὕ­ψους θρά­σους καὶ ἀ­ναί­δειας καὶ κα­τά­πτω­σης ἠ­θι­κῆς καὶ δι­α­νο­η­τι­κῆς. Νὰ θαυ­μά­σου­με τὸ με­γά­λο μας ποι­η­τῆ, τὸν ὑ­πο­ψή­φιο Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κό, ποὺ ἕ­ναν και­ρό, ἂν ὄ­χι καὶ τώ­ρα, ἐ­ρω­το­τρο­ποῦ­σε καὶ μὲ τό… Νόμ­πελ!, τὴ δι­α­νο­η­τι­κό­τη­τα αὐ­τῶν ποὺ τὸν δι­α­βά­ζουν καὶ τὸν θαυ­μά­ζουν κι­ό­λας (ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι!) ἢ τὴ στά­ση τῶν με­γα­λό­σχη­μων δι­α­νο­ου­μέ­νων μας, πού, μ’ ὅ­λο ποὺ θἄ­πε­σε σί­γου­ρα στὴν ἀν­τί­λη­ψή τους ἡ πα­ρα­πά­νω ἀ­χα­ρα­χτή­ρι­στη πρά­ξη τοῦ συ­να­δέλ­φου τους, ἀ­φί­νον­τας ἕ­να νέ­ο ἀ­π’ τὴν ἐ­παρ­χί­α —τι­μή του— νὰ τοῦ πε­τά­ξει τὴ λε­ον­τή!…

καὶ κα­λο­τύ­χι­σε τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ ἀν­τὶ νὰ ἔ­χῃ τὸ πορ­τραῖ­το του κρε­μα­σμέ­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους «με­γά­λους» στὰ γραφεῖα τῆς Νε­φέ­λης, θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μη τὸ «ποι­η­μα­τά­κι» τοῦ Σακελλά­ρη Καμ­πού­ρη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή του μὲ τὸν ση­μα­δια­κὸ τί­τλο Ἡ Αἵ­ρε­σις τοῦ Δέν :

Φτιάξτε
τὰ πορτραῖτα τῶν ποιητῶν
γιὰ
νὰ βλέπετε μετὰ ἀπὸ χρόνια
ποιοί μαλάκες
ἦταν
πιὸ ρεαλιστὲς
ἀπὸ σᾶς

 

[Ἐκ τοῦ Ἰ­α­πω­νι­κοῦ / Τρι­το­πρό­σω­πες Ἡ­με­ρο­λο­για­κὲς Ση­μει­ώ­σεις]

Ιβασάκι

ΙΓΟΥΑΣΑΚΙ ΓΙΑΤΑΡΟ

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι καλός πρόεδρος

houellbecq-trump

~.~

Μὲ τὴ ματιὰ ἑνὸς ξένου

του ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΛΜΠΕΚ

Γιὰ νά ’μαι ἀπολύτως εἰλικρινής, μοῦ ἀρέσουν πολὺ οἱ Ἀμερικανοί· ἔχω γνωρίσει ἀρκετοὺς ἀξιαγάπητους ἀνθρώπους στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες καὶ κατανοῶ τὴν ντροπὴ ποὺ νιώθουν πολλοὶ Ἀμερικανοί (κι ὄχι μόνον οἱ “νεοϋρκέζοι διανοούμενοι”) ποὺ ἔχουν αὐτὸν τὸν ἀντιπαθητικὸ κλόουν γιὰ ἡγέτη τους.

Παρ’ ὄλ’ αὐτά, θὰ σᾶς ζητήσω —καὶ ξέρω ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητῶ δὲν εἶναι εὔκολο— νὰ δεῖτε λίγο τὰ πράγματα ἀπὸ μιὰ μὴ ἀμερικανικὴ ὀπτικὴ γωνία. Δὲν ἐννοῶ νὰ τὰ δεῖτε “μέσα ἀπὸ τὴ ματιὰ ἑνὸς Γάλλου”, μιᾶς κι αὐτὸ θὰ ἦταν ὑπερβολή· ἂς ποῦμε ὅμως, ἔστω, “μέσα ἀπὸ τὴ ματιὰ τοῦ ὑπόλοιπου κόσμου”.

Σὲ πολυάριθμες περιστάσεις ὅπου μοῦ ἀπευθύνονται ἐρωτήματα γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ντόναλντ Τράμπ, ἔχω ἀπαντήσει ὅτι χέστηκα. Ἡ Γαλλία δὲν εἶναι τὸ Γουαϊόμινγκ ἢ τὸ Ἄρκανσο, ἡ Γαλλία εἶναι λίγο ἢ πολύ μιὰ ἀνεξάρτητη χώρα, ἡ ὁποία θὰ ἀνεξαρτητοποιηθεῖ ἐντελῶς —γιὰ ἀκόμα μιὰ φορά— ὅταν διαλυθεῖ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση (ὅσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα).

Οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς δὲν εἶναι πλέον ἡ ἡγέτιδα δύναμη τοῦ πλανήτη. Ὑπῆρξε, γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, σχεδὸν γιὰ ὁλόκληρο τὸν εἰκοστὸ αἰώνα. Ὅμως, δὲν εἶναι πλέον.

Παραμένει μεγάλη δύναμη – μία, ἀνάμεσα σὲ πολλὲς ἄλλες.

Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα κακὸ γιὰ τοὺς Ἀμερικανούς.

Εἶναι ὡστόσο μιὰ πολὺ καλὴ εἴδηση γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο.

Ἡ ἀπάντησή μου εἶναι κάπως ὑπερβολική. Εἴμαστε ὅλοι ὑποχρεωμένοι νὰ δείχνουμε ἔστω κι ἐλάχιστο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ ΗΠΑ παραμένουν ἡ πρώτη στρατιωτικὴ δύναμη στὸν κόσμο καὶ δυστυχῶς, ἀκόμη δὲν ἔχουν σταματήσει τὴν κακὴ συνήθεια τοῦ νὰ παρεμβαίνουν ἐκτὸς τῶν συνόρων τους. Δὲν εἶμαι ἱστορικὸς καὶ δὲ γνωρίζω πολλὰ γιὰ τὴν ἀρχαία ἱστορία —λόγου χάρη, δὲν ξέρω νὰ πῶ ἂν φταίει περισσότερο ὁ Κένεντι ἢ ὁ Τζόνσον γιὰ τὴ ζοφερὴ ὑπόθεση τοῦ Βιετνάμ— ἀλλὰ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι πάει πολὺς καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ οἱ ΗΠΑ κέρδισαν ἕναν πόλεμο, καὶ ὅτι γιὰ τουλάχιστον πενήντα χρόνια οἱ ἐπεμβάσεις της στὸ ἐξωτερικό, εἴτε ἐπίσημες εἴτε καμουφλαρισμένες, εἶναι μιὰ ἀκολουθία ἀπὸ ἀποτυχίες καὶ στραβοπατήματα.

Ἂς πᾶμε πίσω στὴν τελευταία ἠθικὰ ἄμεμπτη καὶ στρατιωτικὰ νικηφόρα ἐπέμβαση τῶν ΗΠΑ, δηλαδὴ στὴ συμμετοχή της στὸν Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τί θὰ γινόταν ἂν οἱ ΗΠΑ δὲν εἶχαν ἀναμειχθεῖ στὸν πόλεμο (μιὰ δυσάρεστη ἐναλλακτικὴ τῆς ἱστορίας); Ἀναμφίβολα, ἡ μοίρα τῆς Ἀσίας θὰ ἦταν ριζικὰ διαφορετική. Ἡ μοίρα τῆς Εὐρώπης, ἐπίσης – ἴσως λιγότερο. Σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Χίτλερ ἔχανε, θὰ συνέβαινε τὸ ἴδιο. Τὸ πιθανότερο εἶναι ὅτι οἱ ὀρδὲς τοῦ Στάλιν θὰ εἶχαν φτάσει στὸ Σερμπούρ. Οἱ χῶρες τῆς Εὐρώπης ποὺ γλίτωσαν τὸν κομμουνιστικὸ ζυγό, θὰ τὸν ὑφίσταντο.

Ἕνα δυσάρεστο σενάριο, τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ σύντομο. Σαράντα χρόνια ἀργότερα, ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση κατέρρευσε, ἁπλῶς ἐπειδὴ ἀναλώθηκε σὲ μιὰν ἀναποτελεσματικὴ καὶ κούφια ἰδεολογία. Ἀνεξαρτήτως τῶν περιστάσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς κουλτούρας ποὺ θέσπισε ὁ κομμουνισμός, δὲν ἄντεξε πάνω ἀπὸ ἕναν αίώνα – σὲ καμιὰ χώρα τοῦ κόσμου.

Ἡ μνήμη τῶν λαῶν δὲν πάει τόσο μακριά. Οἱ Οὖγγροι, οἱ Πολωνοί, οἱ Τσέχοι τοῦ σήμερα θυμοῦνται ἄραγε ὅτι κάποτε ἦταν κομμουνιστές; Διαφέρει τόσο πολὺ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον παρακολουθοῦν τί διακυβεύεται στὴν Εὐρώπη, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δυτικοευρωπαϊκὴ ματιά; Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ ἀπίθανο. Γιὰ νὰ μιλήσω λίγο μὲ τὴ γλώσσα τῆς κεντροαριστερᾶς, ὁ “καρκίνος τοῦ λαϊκισμοῦ” ἔχει διαχυθεῖ στὶς χῶρες τοῦ Βίσενγκραντ. Ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἐπιχειρηματολογία χρησιμοποιεῖται στὴν Αὐστρία, στὴν Πολωνία, στὴν Ἰταλία καὶ στὴ Σουηδία. Μία ἀπὸ τὶς σταθερὲς τῆς μακρᾶς εὐρωπαϊκῆς ἱστορίας εἶναι ὁ ἀγώνας ἐνάντια στὸ Ἰσλάμ· σήμερα ἁπλῶς, ὁ ἀγώνας αὐτὸς ἐπανέρχεται στὸ προσκήνιο.

Ἔχω διαβάσει γιὰ τὶς ἀπαίσιες τακτικὲς τῆς CIA στὴ Νικαράγουα καὶ στὴ Χιλὴ μόνο σὲ μυθιστορήματα (σχεδὸν ἀποκλειστικὰ σὲ ἀμερικανικά), κι ἔτσι δὲν μπορῶ νὰ τὶς καταδικάσω εὔκολα. Οἱ πρῶτες ἀμερικανικὲς στρατιωτικὲς ἐπεμβάσεις ποὺ μπορῶ νὰ θυμηθῶ εἶναι ἐκεῖνες τῶν δύο Μποῦς, ἰδιαίτερα ἐκείνη τοῦ υἱοῦ. Ἡ Γαλλία ἀρνήθηκε νὰ τὸν βοηθήσει στὸν πόλεμο τοῦ Ἰράκ – σ’ ἕναν πόλεμο ποὺ ἦταν ἀπὸ κάθε ἄποψη ἀνήθικος καὶ ἠλίθιος· ἡ Γαλλία ἔπραξε τὸ σωστὸ καὶ εὐχαριστιέμαι ποὺ τὸ λέω αὐτό, μιᾶς καὶ ἡ Γαλλία ἔχει σπάνια ὑπάρξει σωστὴ ἔπειτα ἀπό… ἂς ποῦμε, ἔπειτα ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ Ντὲ Γκῶλ.

Τεράστια πρόοδος ὑπῆρξε μὲ τὸν Ὀμπάμα. Ἴσως, βέβαια, πῆρε τὸ Νόμπελ Εἰρήνης λίγο νωρίς· κατὰ τὴ γνώμη μου, τὸ κέρδισε ἀργότερα, τὴ μέρα ποὺ ἀρνήθηκε νὰ ὑποστηρίξει τὴν πρόταση γιὰ ἐπίθεση τοῦ Φρανσουᾶ Ὀλᾶντ στὴ Συρία. Οἱ προσπάθειες τοῦ Ὀμπάμα νὰ συμφιλιώσει τὶς φυλετικὲς διαφορὲς ὑπῆρξαν λιγότερο ἐπιτυχημένες, μὰ δὲν ξέρω τόσο καλὰ τὴ χώρα σας γιὰ νὰ καταλάβω καλὰ γιατί δὲ συνέβη αὐτό· λυπᾶμαι, ὡστόσο. Τουλάχιστον ὅμως, ὁ Ὀμπάμα πρέπει νὰ λάβει συγχαρητήρια ποὺ δὲν ἔβαλε τὴ Συρία στὴ μακρὰ λίστα (Ἀφγανιστάν, Ἰράκ, Λιβύη κι ἄλλες περιπτώσεις ποὺ φυσικὰ καὶ δὲν ξεχνῶ) τῶν μουσουλμανικῶν χωρῶν ὅπου ἡ Δύση διέπραξε θηριωδίες.

Ὁ Τρὰμπ κυνηγᾶ καὶ ἐνισχύει τὴν πολιτικὴ τῆς μὴ ἐμποκῆς ποὺ ξεκίνησε ὁ Ὀμπάμα· αὐτὰ εἶναι πολὺ καλὰ νέα γιὰ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο.

Οἱ Ἀμερικανοὶ μᾶς ξεκαβαλᾶνε.

Οἱ Ἀμερικανοὶ μᾶς ἀφήνουν νὰ ὑπάρξουμε.

Οἱ Ἀμερικανοὶ σταμάτησαν νὰ προσπαθοῦν νὰ μοιράσουν δημοκρατία στὶς τέσσερις γωνιὲς τοῦ πλανήτη. Καὶ σύν τοῖς ἄλλοις, γιὰ ποιά δημοκρατία μιλᾶμε; Εἶναι δημοκρατία νὰ ψηφίζεις κάθε τέσσερα χρόνια γιὰ νὰ ἐκλεξεις μιὰ κυβέρνηση; Κατὰ τὴ γνώμη μου, μόνο μιὰ χώρα στὸν κόσμο (μία, ὄχι δύο) ἀπολαμβάνει ἐν μέρει δημοκρατικῶν συνθηκῶν, κι αὐτὴ ἡ χώρα δὲν εἶναι οἱ ΗΠΑ, ἀλλὰ ἡ Έλβετία. Μιὰ χώρα οὔτως ἢ ἄλλως γνωστὴ γιὰ τὴν ἀξιέπαινη πολιτικὴ οὐδετερότητά της.

Οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν εἶναι πιὰ ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ τύπου. Οὔτως ἢ ἄλλως, γιὰ ποιά ἐλευθερία τοῦ τύπου; Ἀπὸ τότε ποὺ ἤμουν δώδεκα ἐτῶν, παρακολουθῶ τὸ εὔρος τῶν ἐπιτρεπόμενων ἀπόψεων στὸν τύπο νὰ συρρικνώνεται σταθερά (τὸ γράφω αὐτὸ λίγο μετὰ τὴ νέα δίωξη ποὺ ἀσκήθηκε στὴ Γαλλία ἐναντίον τοῦ γνωστοῦ ἀντιφιλελεύθερου συγγραφέα Ἐρὶκ Ζεμμούρ).

*

181030-michaelson-trump-tease_otvr5y

*

Οἱ Ἀμερικανοὶ στηρίζονται πλέον ὁλοένα καὶ περισσότερα στὰ drones, τὰ ὁποία —ἂν ἤξεραν πῶς νὰ τὰ χειρίζονται ὡς ὅπλα— θὰ τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ μειώσουν τὸν ἀριθμὸ τῶν ἀνθρώπινων ἀπωλειῶν (ὅμως εἶναι γεγονὸς ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἦταν πάντοτε ἀνίκανοι, ἀπὸ τότε ποὺ ὑπάρχει ἀεροπλοΐα, νὰ φέρουν εἰς πέρας ἕναν σωστὸ βομβαρδισμό).

Ὡστόσο, τὸ πλέον ἀξιοσημείωτο γιὰ τὴ νέα ἀμερικανικὴ πολιτικὴ εἶναι ὁπωσδήποτε ἡ θέση τῆς χώρας ἀπέναντι στὸ ἐμπόριο, καὶ σ’ αὐτὸν τὸν τομέα ὁ Τρὰμπ παρουσιάστηκε σὰν τὸ ὑγιεινὸ φρέσκο ἀεράκι· πράξατε πολὺ καλὰ ποὺ ἐκλέξατε ἕναν πρόεδρο ποὺ γνωρίζει αὐτὸ ποὺ λέγεται “κοινωνία τῶν πολιτῶν”.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ σπάει τὶς συνθῆκες καὶ τὶς ἐμπορικὲς συμφωνίες ὅποτε θεωρεῖ ὅτι εἶναι λάθος του νὰ τὶς ὑπογράψει. Ὀρθῶς πράττει· οἱ ἡγέτες πρέπει νὰ ξέρουν πῶς νὰ χρησιμοποιοῦν τὶς περιόδους ὑπαναχώρησης καὶ νὰ ἀποσύρονται ἀπὸ τὶς κακὲς συμφωνίες.

Σ’ ἀντίθεση μὲ τοὺς φιλελεύθερους τῆς ἐλεύθερης ἀγορᾶς (ποὺ εἶναι, μὲ τὸν τρόπο τους, τόσο φανατικοὶ ὅσο κι οἱ κομμουνιστές), ὁ πρόεδρος Τρὰμπ δὲ θεωρεῖ τὸ παγκόσμιο ἐλεύθερο ἐμπόριο τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ἀνθρώπινης προόδου. Ὅταν τὸ ἐλεύθερο ἐμπόριο ἐυνοεῖ τὰ ἀμερικανικὰ συμφέροντα εἶναι ὑπέρ του· στὴν ἀντίθετη περίπτωση, θεωρεῖ κατάλληλη τὴ χρήση τῶν παρωχημένων μέτρων προστατευτισμοῦ.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ ἐξελέγη γιὰ νὰ διαφυλάξει τὰ συμφέροντα τῶν ἀμερικανῶν ἐργατῶν· κατὰ τὰ τελευταῖα πενήντα χρόνια στὴ Γαλλία, ὅλοι θὰ εὔχονταν νὰ ἔβλεπαν συχνότερα μιὰ ἀνάλογη στάση.

Στὸν πρόεδρο Τρὰμπ δὲν ἀρέσει ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση· θεωρεῖ ὅτι δὲν ἔχουμε πολλὰ κοινὰ μεταξύ μας, εἰδικὰ ὡς πρὸς τὸ σκέλος τῶν “ἀξιῶν”· καὶ τὸ βρἰσκω ἐλπιδοφόρο, μιᾶς καὶ γιὰ ποιές ἀξίες μιλᾶμε; Γιὰ “τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα”; Σοβαρά; Θὰ προτιμοῦσε νὰ διαπραγματευτεῖ ἀπευθείας καὶ μεμονωμένα μὲ τὰ κράτη καὶ πιστεύω ὅτι κάτι τέτοιο θὰ ἦταν ὄντως προτιμώτερο· δὲ νομίζω ὅτι ἡ ἰσχὺς προκύπτει ἀπαραιτήτως ἐν τῇ ἑνώσει.

Ἡ πεποίθησή μου εἶναι ὅτι ἐμεῖς στὴν Εὐρώπη δὲ μοιραζόμαστε μιὰ κοινὴ γλώσσα, οὔτε κοινὲς ἀξίες, οὔτε κοινὰ συμφέροντα, κι ἔτσι, ἐν ὀλίγοις, ἡ Εὐρώπη δὲν ὑπάρχει· οὔτε ποτὲ θὰ συστήσουμε ἕναν λαὸ ἢ θὰ ὑποστηρίξουμε τὴν ὕπαρξη μιᾶς πιθανῆς δημοκρατίας (βλ. τὴν ἐτυμολογία τῆς ἔννοιας), γιὰ τὸν ἁπλὸ λόγο ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲ θέλει νὰ συστήσει ἕναν λαό. Μὲ λίγα λόγια, ἡ Εὐρώπη εἶναι μιὰ χαζὴ ἰδέα ποὺ προοδευτικὰ μετετράπη σὲ ἐφιάλτη, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κάποια στιγμὴ θὰ ξυπνήσουμε. Καὶ μὲ τὶς ἐλπίδες του γιὰ «Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Εὐρώπης», κατ’ ἀντιστοιχίαν μὲ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς, ὁ Βίκτωρ Οὑγκὼ μᾶς ἔδωσε μιὰ περαιτέρω ἀπόδειξη τῆς μεγαληγορίας του καὶ τῆς ἠλιθιότητάς του· πάντα μοῦ κάνει καλὸ νὰ κακολογῶ λίγο τὸν Βίκτωρα Οὑγκώ.

Ἐννοεῖται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ χάρηκε μὲ τὸ Brexit. Τὸ ἴδιο κι ἐγώ· γιὰ τὸ μόνο ποὺ λυπήθηκα εἶναι ποὺ οἱ Βρετανοὶ ἔδειξαν γιὰ ἀκόμα μιὰ φορὰ ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέοι ἀπὸ ἐμᾶς ὅταν ἀντιμετωπίζουν μιὰν αὐτοκρατορία. Μοῦ τὴ δίνουν οἱ Βρετανοί, μὰ δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ θάρρος τους.

Ὁ πρόεδρος Τρὰμπ δὲ θεωρεῖ τὸν Βλάντιμιρ Πούτιν ἀνάξιο διαπραγματευτικὸ ἑταῖρο· οὔτε κι ἐγώ. Δὲν πιστεύω ὅτι ἔχει ἀνατεθεῖ στὴ Ρωσσία ὁ ρόλος τοῦ παγκόσμιου φρουροῦ τῆς ἀνθρωπότητας —ὁ θαυμασμός μου γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι δὲν φτάνει τόσο μακριά— ἀλλὰ θαυμάζω τὴ σταθερότητα τῆς ὀρθοδοξίας στὴν ἐπικράτειά της. Θεωρῶ ὅτι θὰ ἔκανε καλὸ στὸν ρωμαιοκαθολικισμὸ νὰ ἐμπνευστεῖ ἀπὸ αὐτό, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ “οἰκουμενικὸς διάλογος” θὰ ἔπρεπε νὰ περιοριστεῖ στὸν διάλογο μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι μόνο μιὰ “θρησκεία τῆς Βίβλου”, ὅπως πρόχειρα λέγεται· εἶναι ἐπίσης, κι ἴσως πάνω ἀπ’ ὅλα, μιὰ θρησκεία τῆς Ἐνσάρκωσης). Μὲ πόνο συνειδητοποιῶ ὅτι τὸ Σχίσμα τοῦ 1054 ὑπῆρξε γιὰ τὴ χριστιανικὴ Εὐρώπη ἡ ἀρχὴ τοῦ τέλους· ἀπὸ τὴν ἄλλη, βέβαια, θεωρῶ ὅτι τὸ τέλος δὲν εἶναι ποτὲ σίγουρο ἕως ὅτου ἔλθει.

Φαίνεται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ κατάφερε νὰ ἠρεμήσει τὸν τρελὸ Βορειοκορεάτη· θεωρῶ αὐτὸ τὸ προσὸν ἐξαίσιο.

Φαίνεται ὅτι ὁ πρόεδρος Τρὰμπ πρόσφατα δήλωσε, «Ξέρετε τί εἶμαι; Εἶμαι ἐθνικιστής!». Ἀκριβῶς, τὸ ἴδιο εἶμαι κι ἐγώ. Οἱ ἐθνικιστὲς μποροῦν νὰ συνομιλοῦν μεταξύ τους· μὲ τοὺς διεθνιστές, παραδόξως, ἡ συζήτηση δὲ λειτουργεῖ ἐξίσου καλά.

Ἡ Γαλλία πρέπει νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ ἴσως αὐτὴ ἡ κίνηση ἀποδειχτεῖ ἄσκοπη, ἂν ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων ἐπιχειρησιακῆς χρηματοδότησης τὸ ΝΑΤΟ ἐκλείψει ἀπὸ μόνο του. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἀκόμα ἕνα ζήτημα λιγότερο νὰ ἀνησυχοῦμε, κι ἕνας νέος λόγος νὰ ὑμνοῦμε τὸν πρόεδρο Τράμπ.

Μὲ λίγα λόγια, ὁ πρόεδρος Τρὰμπ μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς καλύτερους ἀμερικανοὺς προέδρους ποὺ ἔχω δεῖ ποτέ μου. Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, εἶναι, φυσικά, ἐξαιρετικὰ ἀντιπαθητικός. Ἂν συγχρωτίστηκε μὲ μιὰ πορνοστὰρ δὲν εἶναι πρόβλημα, ποιός χέστηκε, ἀλλὰ τὸ νὰ κοροϊδεύει ἄτομα μὲ ἀναπηρίες εἶναι δεῖγμα κακῆς συμπεριφορᾶς. Μὲ μιὰ ἰσοδύναμη ἀτζέντα, ἕνας αὐθεντικὸς συντηρητικὸς χριστιανός —δηλαδή, ἕνα ἔντιμο καὶ ἠθικὸ ἄτομο— θὰ ἦταν καλύτερος γιὰ τὴν Ἀμερική.

Ἀλλὰ αὐτὸ ἴσως συμβεῖ τὴν ἑπόμενη φορά, ἢ ἔστω τὴ μεθεπόμενη, ἂν διατηρήσετε στὴν ἐξουσία τὸν Τράμπ. Σὲ ἔξι χρόνια, ὁ Τέντ Κροὺζ θὰ εἶναι ἀκόμα ἀρκετὰ νέος, καὶ σίγουρα θὰ ὑπάρχουν κι ἄλλοι θαυμάσιοι συντηρητικοὶ χριστιανοί. Θὰ εἶστε λιγότερο ἀνταγωνιστικοί, ἀλλὰ θὰ ἐπανανακαλύψετε τὴ χαρὰ τοῦ νὰ ζεῖτε ἐντὸς τῶν συνόρων τῆς μαγευτικῆς σας χώρας, μὲ τιμιότητα καὶ ἀρετή. (Μὲ κάποιες περιπτώσεις συζυγικῆς ἀπιστίας. Κανεὶς δὲν εἶναι τέλειος, πρέπει νὰ τὸ καταλάβετε αὐτό. Ἀκόμα καὶ στὰ καλύτερα ἀμερικανικὰ θρίλερ, ὑπάρχουν σκηνὲς συζυγικῆς μεταμέλειας ποὺ δύσκολα ἀντέχει κανείς, εἰδικὰ ὅταν μπαίνουν στὴ μέση τὰ παιδιά. Δὲν παίζω τὸν “ἔκφυλο Γάλλο”, ἕναν τύπο ποὺ σιχαίνομαι, ἁπλῶς σᾶς ἱκετεύω γιὰ τὴ διατήρηση ἑνὸς ἐλάχιστου ἐπιπέδου ὑποκρισίας, δίχως τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ζωὴ μέσα στὴν κοινωνία).

Θὰ ἐξάγετε ὁρισμένα προϊόντα (ἀπαραίτητες σὲ μᾶς μπράντες: Marshall, Klipsch, Jack Daniel’s). Θὰ εἰσάγετε κάποια ἄλλα (ἐμεῖς στὴ Γαλλία ἔχουμε πολλὰ νὰ σᾶς πουλήσουμε). Τελικά, αὐτὸ δὲ θὰ εἶναι γιὰ πολύ, εἴτε λόγῳ τοῦ ἐμπορικοῦ ὄγκου εἴτε λόγῳ τοῦ διεθνοῦς συναλλάγματος. Μιὰ μείωση τοῦ παγκόσμιου ἐμπορίου εἶναι ἕνας ἐπιθυμητὸς στόχος, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα.

Μερικὲς διαμαρτυρίες θὰ ἐπισπεύσουν τὴ διαδικασία. Χωρὶς μεγάλη δυσκολία, θὰ περιορίζονταν στὰ ἀγαθὰ καὶ στὴν ἀκίνητη περιουσία. Εἶναι περιορισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν πάνω σ’ ἕνα ὁποιοδήποτε φορτηγὸ πλοῖο· σὲ περίπτωση ἐπίθεσης, θὰ ἦταν εὐκολότερο νὰ εἰδοποιήσουν τὸν καπετάνιο καὶ νὰ τὰ έγκαταλείψουν, ἀποφεύγοντας κάθε σύγκρουση.

Ὁ μεσσιανικὸς σας μιλιταρισμὸς θὰ ἐκλείψει· ὁ κόσμος θὰ ἀναπνεύσει μὲ ἀνακούφιση.

Ἡ Silicon Valley καὶ, σὲ μικρότερο βαθμό, τὸ Χόλυγουντ θὰ πρέπει νὰ ἀντεπεξέλθουν στὴν ἐμφάνιση σοβαρῶν ἀνταγωνιστῶν· ἀλλὰ ἡ Silicon Valley, ὅπως καὶ τὸ Χόλυγουντ, θὰ παραμείνουν σημαντικοὶ κλάδοι τοῦ ἐμπορίου.

Ἡ Κίνα θὰ περιοριστεῖ στὰ ὑπερφίαλα ὁράματά της. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ δυσκολότερο νὰ συμβεῖ, ἀλλὰ στὸ τέλος, ἡ Κίνα θὰ περιορίσει τὶς ἀξιώσεις της, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ Ἰνδία. Ἡ Κίνα δὲν ὑπῆρξε ποτὲ παγκόσμια ἰμπεριαλιστικὴ δύναμη, ὅπως οὔτε κι ἡ Ἰνδία – σ’ ἀντίθεση μὲ τὶς ΗΠΑ, οἱ στρατιωτικοί τους στόχοι εἶναι τοπικοί. Οἱ οἰκονομικοί τους στόχοι, εἶναι ἀλήθεια, εἶναι παγκόσμιοι. Θέλουν νὰ πάρουν τὴν οἰκονομική τους ἐκδίκηση, τὴν παίρνουν ἄλλωστε τώρα δά, κάτι ποὺ εἶναι πράγματι ἕνα γεγονὸς ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσει· ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ ἔχει πολὺ δίκιο ποὺ δὲ φοβᾶται. Τελικά, ἡ ἀλαζονεία τους θὰ ὑποχωρήσει, ὅπως κι οἱ ἀναπτυξιακοί τους δεῖκτες.

Ὅλα αὐτὰ θὰ γίνουν σὲ τούτη τὴ ζωή.

Θὰ πρέπει νὰ συνηθίσετε στὴν ἰδέα, ἀξιότιμοι ἀμερικανοὶ πολίτες· βάσει τῶν παραπάνω, ἴσως ὁ Ντόναλντ Τρὰμπ νὰ εἶναι ἕνα ἀναγκαῖο βάσανο γιὰ σᾶς. Καὶ πάντοτε θὰ μᾶς εἶστε εὐπρόσδεκτοι ὡς τουρίστες.

ΜΙΣΕΛ ΟΥΕΛΛΜΠΕΚ

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: Θανάσης Γαλανάκης


[Πηγή: Harper’s magazine, τχ. Ἰανουαρίου 2019]

Γιώργος Κεντρωτής, Laudatio για τον Aχιλλέα Κυριακίδη

Κυριακίδης

~.~

Σε περιστάσεις σαν και τη σημερινή είθισται η laudatio του τιμωμένου προσώπου να εκκινεί, αλλά και να εξικνείται σε λεπτομερείς απαριθμήσεις των συγγραφών και των εν γένει επιτευγμάτων του. Δηλώνω εξ αρχής ότι κάτι τέτοιο, ακόμα και αν το ήθελα, δεν θα το έκανα, διότι ο αρχικός θαυμασμός θα μετατρεπόταν γρήγορα σε πλήξη. Γι’ αυτό προτιμώ να πω απλώς ότι ο Αχιλλέας Κυριακίδης έχει μεταφράσει μέχρι σήμερα 127 βιβλία, έχει συγγράψει 15, έχει συμμετάσχει σε 23 συλλογικά έργα και έχει επιμεληθεί 48 εκδόσεις βιβλίων, μεταφράζει δε από τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά τόσο λογοτεχνικά έργα συγγραφέων που είναι πλέον κλασικοί ή και σύγχρονοί μας, όσο και έργα που έχουν σχέση με τον κινηματογράφο, καθώς ο ίδιος έχει διακριθεί και ως κινηματογραφιστής. Και αφού αναφέρω πρώτα τα ονόματα των Φλωμπέρ, Κορτάσαρ, Χεμινγουέυ, Κενώ, Περέκ, Εσνόζ, Σεπούλβεδα, Μοντιανό, Φουέντες, Ροθ και Κρούμυ, αποσιωπώ πολλά άλλα και κλείνω με το πολυτιμότατο όνομα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, με έργα του οποίου συστήθηκε το 1984 ως μεταφραστής και του οποίου θεωρείται ο κατ’ ουσίαν εισηγητής στην ελληνική επικράτεια των γραμμάτων.

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης τιμάται σήμερα εδώ πρωτίστως για το μεταφραστικό του έργο. Η Κέρκυρα και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ως κληρονόμος και συνεχιστής της παράδοσης της Ιονίου Ακαδημίας, τον υποδέχονται με ιδιαίτερη χαρά, διότι στο πρόσωπό του δικαιώνονται απολύτως οι μόχθοι της επτανησιακής γραμματείας, όπως έχουν κατατεθεί ιστορικώς και όπως μελετώνται εμβριθώς μέχρι και τις μέρες μας με ήθος δημιουργικής συνέχειας. Ο Ιάκωβος Πολυλάς, επιστήθιος μαθητής του Διονυσίου Σολωμού, εμπέδωσε εδώ, στην Κέρκυρα, με το μεταφραστικό του έργο εκείνο το σημαδιακό ως διδαχή και ως επιδίωξη in modo misto genuinο του δασκάλου του, μεταφράζοντας εις είδος μιχτό αλλά νόμιμο τα ομηρικά έπη και τις τραγωδίες Άμλετ και Καταιγίδα του Σαίξπηρ και ορίζοντας έτσι, με την ύπατη δυνατή επισημότητα, τις απαρχές της ελληνικής μεταφραστικής. Στη αλυσίδα των σπουδαίων μεταφραστών, που κοσμούν τη νεοελληνική γραμματεία, εκεί που δένονται γερά και ακατάλυτα ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, έρχεται να προστεθεί και ο κρίκος του Αχιλλέα Κυριακίδη, κι έτσι η πολύτιμη αυτή αλυσίδα γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και ακόμα πιο γερή.

Και γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και ακόμα πιο γερή, όχι μόνο και όχι επειδή ο Κυριακίδης κομίζει στην οικεία τέχνη (όσο είναι τέχνη η μετάφραση) υψηλής κλάσεως μεταφράσματα, αλλά και πρωτίστως επειδή στα μεταφράσματά του αυτά κρύβονται ποικίλοι ατομικοί τρόποι αναγνώσεως των κειμένων που μεταφράζει. Κομίζει τη ματιά του ο Κυριακίδης στη μετάφραση, κομίζει το αναγνωστικό του ήθος τόσο ως τρόπο (ως modus) όσο και ως συνειδητή επιλογή (ως opinio). Και όπως ο τρόπος δεν είναι μόνο ο δρόμος, αλλά και το μέλος, η μελωδία, η ρυθμική αγωγή, με την οποία περπατιέται ο δρόμος… και όπως η συνειδητή επιλογή δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα αφ’ ενός υποκειμενικής πρόσληψης των ερεθισμάτων, που εκπέμπει το προς μετάφραση πρωτότυπο, και αφ’ ετέρου έλλογης άρθρωσής τους σε άλλο γλωσσικό σύστημα, έτσι και ο Κυριακίδης μάς γνωρίζει στα μεταφράσματά του πώς αυτός ο ίδιος δεξιώνεται ελληνοπρεπώς τα ξένα κείμενα που βρίσκει στους δρόμους που περπατάει. Και επειδή εκτός από τη γλωσσική του αφθονία, διακατέχεται και κυριαρχείται και από κινηματογραφικές τάσεις και από μουσικές διαθέσεις, έτσι οτιδήποτε εντάσσεται σε αυτό που ο Τσόμσκυ και οι θιασώτες του αποκαλούν δεξιότητα, όταν έρχεται η ώρα να αναφανεί το γλωσσικό επιτέλεσμα ως μετάφρασμα, τότε το προϊόν του λόγου είναι θαυμαστό: και, βεβαίως, το μετάφρασμα είναι ο ίδιος ο Κυριακίδης!

Ο μεταφραστής αποκωδικεύει το πρωτότυπο όχι με λεξικά και με μεταφραστικά εργαλεία, όπως πιστεύουν διάφοροι αφελείς και κατά κανόνα άπραγοι περί τα μεταφραστικά, αλλά με την προσληπτική ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το ξένο ως οικείο και με την εν γένει κουλτούρα του, την οποία έχει ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμη, να ριχτεί στον αγώνα της μετατροπής του ξένου σε οικείο. Ο ορίζοντας της προσδοκίας τού μεταφραστή γίνεται στα χέρια του και ορίζοντας προσδοκίας του αναγνωστικού κοινού, καθώς ο μεταφραστής βλέπει μακρύτερα και διακρίνει καθαρότερα τα πράγματα, και τα εξηγεί, και τα ερμηνεύει. Λειτουργεί, δηλαδή, ως Ερμής: ως λόγιος και ως μεταφορέας, ως κοινωνός και μετακοινωνητής. Λειτουργεί με λέξεις, με verba που ομιλούνται σε κείμενα, τα οποία, όταν είναι μεταφράσματα, εμπεδώνουν αλλαγές, μεταβολές. Και μιας και αναφερθήκαμε στον Μπόρχες, μπορούμε εδώ να διαβάσουμε μαζί του τις δύο τελευταίες αράδες από τις Mutaciones, από τις Μεταλλαγές του, εκεί που λέει «no hay en la tierra una sola cosa que el olvido no borre o que la memoria no altere y […] nadie sabe en qué imágenes lo traducirá el porvenir»: «δεν υπάρχει στη γη ούτε ένα πράγμα», μας λέει ο Μπόρχες «που να μην το σβήνει η λήθη ή που να μην το μεταβάλλει η μνήμη, και […] κανείς δεν ξέρει σε τι εικόνες θα ρθεί να το μεταφράσει το μέλλον».

Η πρωτοτυπία του μεταφραστή Κυριακίδη έγκειται στο ότι έχει σαφή γλωσσική αντίληψη των σχέσεων που δημιουργούν τα πράγματα μες στις συναρτήσεις της λήθης και της μνήμης και προσπαθεί… και πολεμάει, καλύτερα, με όλη του τη λογοτεχνική ικμάδα και με την εν γένει παιδεία του να το μεταφράσει έγκυρα και να το αφήσει να ευδοκιμήσει, γνωρίζοντας ότι το απειλούν –και δεν θα πάψουν ποτέ να το απειλούν– οι άγρυπνες εχθρικές δυνάμεις του μέλλοντος χρόνου. Αγωνίζεται να επιβάλλει –για να αναφερθούμε και πάλι στον Μπόρχες– su música verbal, τη ρηματική μουσική του, αυτή τη μουσική που παράγεται από φθόγγους που απαρτίζουν λέξεις και ονόματα και δομούν τον λόγο του Φλωμπέρ ή του Καπότε ή του Αδόλφο Βιόυ Κασάρες όχι πλέον στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά, αλλά στα ελληνικά. Πρόκειται για τις μεταφράσεις του, για έργα διακριτά, που έχουν συγγραφέα, ναι συγγραφέα, το μεταφράζον υποκείμενο που τις επιτελεί, τον Αχιλλέα Κυριακίδη.

Σε αυτή την επισήμανση έχοντας φθάσει θα θέλαμε να καταθέσουμε τις σκέψεις που μας έχουν γεννηθεί –ομολογουμένως εδώ και πολύ καιρό– μελετώντας μεταφράσματα σαν αυτά του Ιακώβου Πολυλά ή του Άρη Αλεξάνδρου ή του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Η μετάφραση είναι επιστήμη στο μέτρο που μπορεί να προσεγγισθεί επιστημονικά το αποτέλεσμα της, το κάθε μεμονωμένο μετάφρασμα δηλαδή, και να περιγραφεί με τους γενικώς ισχύοντες κανόνες της οικείας επιστήμης, που δεν είναι άλλη από τη Γλωσσολογία. Δεν συνιστά, όμως, επιστήμη –ούτε μπορεί να γίνει ποτέ– ως προς την εκπόνηση κανόνων του μεταφράζειν, που θα ισχύουν μάλιστα κατά παραδοχή γενικώς και διαχρονικώς. Ένας είναι ο Πολυλάς, ένας είναι ο Αλεξάνδρου, ένας είναι ο Κυριακίδης – για να μείνουμε στο παράδειγμά μας. Τούτο εξηγείται από το ότι στη μεταφραστική διαδικασία εμπλέκονται αποκλειστικώς και μόνο μία σταθερά, ήτοι το πρωτότυπο κείμενο, και άγνωστος μεν, μέγας δε αριθμός παραμέτρων, που σημαδεύουν καθοριστικά το μετάφρασμα και που –ενδεικτικώς και αδρομερώς– αφορούν αφενός τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες οπού επιτελείται η μετάφραση και αφετέρου το πρόσωπο του καθέκαστον μεταφραστή – πρόσωπο μοναδικό και μη αντικαταστατό μεν, αλλά μονίμως εν εξελίξει, μονίμως εν διαμορφώσει. Αλλά ακόμη και η σταθερά του υπαρκτού και αμετάβλητου πρωτοτύπου απολύει την ατρεπτότητά της από τη στιγμή που καθορίζεται από τον τρόπο αναγνώσεως του κειμένου από τον κάθε μεταφραστή, και ο οποίος τρόπος είναι δυνατόν να ποικίλλει ανά φυσικό μεταφραστή αναλόγως του είδους τού προς μετάφραση κειμένου. Έτσι ο Μπόρχες του Κυριακίδη είναι εν όλω ο Μπόρχες του Κυριακίδη, παναπεί ο ίδιος ο Κυριακίδης.

Η μεταφραστική διαδικασία, προϋποθέτουσα γλωσσική δεξιότητα, τείνει στην άρθρωση γλωσσικών επιτελεσμάτων, που έχουν αυστηρά ατομικό χαρακτήρα: αποτελούν γλωσσικά επιτελέσματα αφορώντα συγκεκριμένον κάθε φορά μεταφραστή, καθόσον μέσα στην κάθε γλωσσική κοινότητα ούτε λειτούργησε ποτέ ούτε λειτουργεί παραλλήλως κάποια μεταφραστική κοινότητα. Ο μεταφραστής είναι μονάδα· συλλογική μετάφραση δεν νοείται, ειμή μόνο κατ’ εξαίρεση – αλλά και εκεί τον ρόλο του μοναδικού μεταφραστή τον παίζει η συνισταμένη της εκπεφρασμένης συναίνεσης των μεταφραστών επί του τελικού μεταφράσματος.

Για τη μετάφραση έχουν, ως γνωστόν, διατυπωθεί πλείστοι όσοι ορισμοί, πράγμα που αυτομάτως σημαίνει ότι δεν υφίσταται γενικώς ισχύων ορισμός της. Αποτελεί αφόρητη κοινοτοπία μεν, πλην όμως αντικατοπτρίζει πιστά την αλήθεια ο στεγνός και στενότατος εκείνος ορισμός που θέλει τη μετάφραση έγγραφη μεταφορά ενός ήδη υπάρχοντος κειμένου από μια φυσική γλώσσα σε μία άλλη φυσική γλώσσα. Όσο άγευστος και αν είναι ο ορισμός αυτός, τόσο επιβεβαιώνει (και με τη λιτότητά του) την ορθότητα περί τα πράγματα τα μεταφραστικά. Αν μπορεί να προστεθεί κάτι σε αυτόν, χωρίς να του καταστρέφει τη στρογγυλότητα είναι τούτο: η μετάφραση αφορά μεν κείμενο συνταγμένο στη γλώσσα αφετηρίας, επιτελείται όμως σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας αφίξεως. Επειδή, όμως, και τούτο το τελευταίο δεν είναι απόλυτο, μπορούμε να πούμε ότι η ισχύς του εκτείνεται όσο του επιτρέπει η έκφραση «κατά κανόνα». Αφοριστικά, αλλά καθόλου μακριά από την ορθότητα και την αλήθεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού», κάτι που ήδη τονίσαμε, για να το εξάρουμε, σε περιπτώσεις σαν αυτή του Αχιλλέα Κυριακίδη. Μέσα στην εγγενή πλατωνικότητα του ειρημένου αφορισμού χωράει, ωστόσο, πλήθος μέγα προσεγγίσεων, ακόμα και των πλέον ετερόκλητων, από την μαρξική ιστορικοϋλιστική κοινωνική ουσίωση ενός κειμένου και σε άλλη γλώσσα πλην αυτής του πρωτοτύπου του, έως και την βιτγκενστάινεια γλωσσοπαιγνιώδη παγίωση ενός γλωσσικού αγώνα – αρκεί να βρεθεί ο επί τούτω κατάλληλος μεταφραστής, επιστήμων και τεχνικός, αλλά και μητιόεις χειριστής… δηλαδή ο μαγγιώρος χειριστής των ήδη υφισταμένων λεξικών εργαλείων, αλλά και επινοητής νέων μέσων που θα (του) διευκολύνουν την επανάρθρωση του χρονικώς παλαιότερου πρωτοτύπου κειμένου σε φρέσκο μετάφρασμα, προκειμένου να καταστήσει εφικτή την επικοινωνία του κοινού αφίξεως με γλωσσογενή προϊόντα που έχει ήδη γνωρίσει ιστορικώς το κοινό αφετηρίας.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να διαβάσουμε, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη από το Ιστορίας Πρότυπον του Ραιημόν Κενώ το ακόλουθο απόσπασμα, διευκρινίζοντας ότι όπου ακούμε τη λέξη «Ιστορία», μπορούμε να την αντικαθιστούμε με τη λέξη «Μετάφραση». Ιδού τι μας λέει ο Κενώ:

Η Ιστορία δεν επιτρέπει το προβλέπειν, το ενεργείν, το επηρεάζειν τα γεγονότα. Δεν είναι επιστήμη. Παραμένει σ’ ένα επίπεδο ποιοτικό, αλχημικό, αστρολογικό. Δεν είναι παρά μια απλή αφήγηση, που συνοδεύεται από ποιοτικές κρίσεις και μια τυφλή αναζήτηση αιτίων. Είναι μια συγκεχυμένη επιστήμη. Μόνο αν διευρύνεις αυθαίρετα τον όρο «επιστήμη», μπορείς να τη χαρακτηρίσεις έτσι.

Ο μεταφραστής γίνεται έτσι, λοιπόν, όχι μόνο ρέκτης και πλάστης γλωσσικών αγαθών από γλώσσα σε γλώσσα, αλλά και χαλδαίος καταλύτης της απαραίτητης «χημικής» αντίδρασης που πρέπει να γίνεται, όποτε έρχονται σε επαφή δύο γλώσσες. Εδώ θα πω ότι όποιος έχει διαβάσει τις «Ασκήσεις ύφους» του Ραιημόν Κενώ, όπως τις μετάφρασε ο Κυριακίδης, γνωρίζει ότι τα λόγια που ακούστηκαν ώς τώρα δεν είναι καθόλου υπερβολικά. Επί πλέον, το ότι κάποιος γνωρίζει –όσο καλά και αν γνωρίζει– μία ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο συγκεκριμένος γνώστης είναι και καλός μεταφραστής. Το ότι απαιτείται η καλή γνώση της «ξένης» γλώσσας δεν αμφισβητείται· παραλλήλως, όμως, απαιτείται όπως συμπίπτουν στο πρόσωπο του μεταφραστή και αρκετές ικανότητες που εξικνούνται πέραν της απλής καλής γνώσεως μιας ξένης γλώσσας. Ο μεταφραστής πρέπει να ξέρει να βλέπει την ξένη γλώσσα μέσα στο σύστημα της δικής του, της μητρικής του γλώσσας: να είναι σε θέση να προβαίνει σε συντακτικές συστοιχήσεις, να αναγνωρίζει πραγματολογικά δεδομένα, να επινοεί υφολογικές αποκρίσεις και, εν πάση περιπτώσει, να υπηρετεί με κατά περίπτωση επιστρατευόμενη εφευρετικότητα, και όχι με πρεταπορτέ συνταγές, την ισοσθένεια των κειμένων του πρωτοτύπου και του μεταφράσματος ενεργοποιώντας αποκωδικεύσεις του πρωτότυπου κειμενικού υλικού και συντονίζοντας ανακωδικεύσεις του στο μετάφρασμα, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη του όλο το πλέγμα της κουλτούρας αφίξεως και των ευρύτερων δυνατοτήτων που επί τόπου του παρέχει. Τέτοιος αποκωδικευτής / ανακωδικευτής είναι ο Αχιλλέας Κυριακίδης.

Γι’ αυτό και, τούτων ούτως εχόντων, με τη γραφίδα και το πληκτρολόγιο τού Κυριακίδη η μετάφραση, ως διαδικασία και αποτέλεσμα, αναδεικνύεται σε πολιτιστικό συμβεβηκός και αποτελεί εμπέδωση του αλλότριου γλωσσικού κειμένου σε οικείο και ομιλούν γλωσσικό κείμενο, που μιλάει τη γλώσσα και επικοινωνεί με τη γλώσσα του μεταφραστή, του διακριτού και μοναδικού μεταφραστή: του Αχιλλέα Κυριακίδη εν προκειμένω.

Ο ιδεϊκός μεταφραστής δεν υπάρχει, ούτε τον έχει ανάγκη –αν μπορούμε να το διατυπώσουμε έτσι– η μετάφραση. Όπως επίσης δεν υπάρχει ο παμμεταφραστής. Υπάρχει απλώς ο καθέκαστον μεταφραστής, το ατομικώς ομιλούν και μεταφράζον υποκείμενο, το οποίο κινεί ένα πολιτιστικό δρώμενο με πρώτιστο τελικό σκοπό του, όπως εκφραστεί αυτό το ίδιο, και επί μέρους σκοπούς πάρα πολλούς, που όμως δεν είναι σχεδόν ποτέ ορατοί. Εκφραζόμενος δια της μεταφράσεως ο μεταφραστής εκφράζεται ως sujet parlant, ως ομιλούν υποκείμενο, και δη επεμβαίνοντας (του παίζειν χάριν) με το γλωσσικό του όργανο και τις όποιες δυνατότητές του στην ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα, προκειμένου να την αλλάξει… να τη μεταλλάξει. Στο μεταφραστικό παιχνίδι του δεν εμπλέκονται μόνο οι νεολογικές του συνεισφορές, όπως πολύ εύκολα θα μπορούσε εδώ κάποιος να υποθέσει, αλλά και οποιαδήποτε λογική δράση του, επιτυχής ή ατυχής, ορθή ή εσφαλμένη, κανονική ή κατ’ εξαίρεσιν, μέσα στον σωρό των λεξικεύσεων ή άπαξ κ.ο.κ. Έτσι ο μεταφραστής γίνεται αρωγός του γλωσσολόγου, αν όχι και γλωσσολόγος ο ίδιος.

Η κάθε μετάφραση, ως υλικό μετάφρασμα, προσφέρει στον γλωσσολόγο πλούτο γλωσσικών επιτευγμάτων που παρήχθησαν όχι πρωτογενώς, αλλά από αφορμή ενός πρωτογενώς παραχθέντος κειμένου. Ο γλωσσολόγος, πέρα από τις όποιας φύσεως αντιπαραβολικές συγκρίσεις, στις οποίες μπορεί να επιδοθεί, έχει μπροστά του το αποτέλεσμα ενός διαγλωσσικού διαλόγου και καλείται να το εκτιμήσει εν όλω ή εν μέρει, αναλόγως τού προς τα πού ο ίδιος κατευθύνει τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του. Οποιαδήποτε κατεύθυνση, όμως, και αν επιλέξει, δεν μπορεί παρά να έχει ως σημείο εκκινήσεώς του την κάθε λέξη του μεταφράσματος, τόσο χωριστά όσο και στη συνύφανσή της στο κειμενικό περιβάλλον όπου έχει ενταχθεί, αλλά και στην αναφορά της στο εν γένει πολιτιστικό περιβάλλον που την έχει υποδεχθεί… που τη δεξιώνεται ως εν τοις πράγμασι απόδοση μιας συγκεκριμένης ξένης λέξης ή φράσης ή πρότασης.

Η μετάφραση αποτελεί παγκόσμια πρακτική – από αιώνων δε. Απλώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεφύγει σχεδόν τελείως από τις προδιαγραφές ενός ειδικού ενδιαφέροντος ή μιας οσοδήποτε «επιστημονικής» ενασχόλησης και έχει γίνει και επάγγελμα και παραγωγική διαδικασία. Και έτσι όμως παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον. Με μεταφραστές σαν τον Κυριακίδη, μάλιστα, φτάνει στην παραγωγή έργων τέχνης… πρωτότυπων έργων λόγου. Η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα της τρομάζει μόνο τους αφελείς και τους μη συνειδότες. Οι νηφάλιοι μελετητές του μεταφραστικού φαινομένου γνωρίζουν ότι οι όποιες μεταφραστικές νεοπλασίες και τα όποια μεταφραστικά «λάθη» επ’ ουδενί απειλούν την γλώσσα αποδοχής, ιδίως επειδή αναλογίζονται πόσα και πόσα λάθη (και μεταφραστικά) έχουν καταστεί από αιώνων γλωσσική χρήση και δεν ενοχλούν το γλωσσικό αίσθημα κανενός χρήστη. Όπως επίσης γνωρίζουν ότι καμία γλώσσα δεν απειλείται από την δια της μεταφράσεως εισαγωγή ξένων τρόπων συντάξεως – η δια της ξενιστικής οικείωση και η απόρριψη όσων από αυτούς δεν καταφέρουν να γίνουν χρήση απλουστεύει τελείως τα πράγματα. Νόμος της ζωής, άρα και της γλώσσας είναι η επανάληψη και η αδιάλειπτη αλλαγή: η πρώτη σαν μίμηση και η δεύτερη σαν αδιάκοπη ροή. Μας το θύμισε παραπάνω ο Μπόρχες. Η μετάφραση συντελεί στην αλλαγή αυτή δια της καταθέσεως λεκτικού (διάβαζε: πολιτιστικού) πλούτου που είτε θα επενδυθεί και θα πιάσει τόπο είτε θα σπαταληθεί χωρίς αποτέλεσμα. Σημασία έχει να υπάρχει γλωσσικό χρήμα προς χρήσιν και να ρέει. Κανονικώς όλα τα άλλα είναι εκ περισσού και μπορούν να ληφθούν υπόψη ή να απαλειφθούν αζημίως.

Δικαίως και παναξίως τιμάμε σήμερα στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον άοκνο μεταφραστή, τον Ερμή και ζωντανό θρύλο της μετάφρασης, απονέμοντάς του τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας. Και είμαστε υπερήφανοι που από του νυν τον έχουμε εταίρο μας. Αλλά, προτού κλείσουμε, ας τον αφήσουμε να μας μιλήσει για τότε που πρωτοδιάβασε τον Μπόρχες στα αγγλικά:

[…] άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου [των Λαβυρίνθων], προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

Ήδη η μισή μεταφραστική δουλειά είχε γίνει – με τρόπο εικαστικό! Η άλλη μισή έγινε με καταβολή τεράστιου μόχθου. Και ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μπόρχες, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, από τον σημαδιακό Επίλογο του El hacedor, του Δημιουργού:

Ένας άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του.

Ecce homo – ο Αχιλλέας Κυριακίδης!

Κέρκυρα, 5 Δεκεμβρίου 2018

~.~

Κεντρωτής