ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Γράμμα από το Βερολίνο

Eikones-Gia-COVID19-4
Βερολίνο, 19.03.2020

Emprisonnement Raisonnable

Ὁ χοντρὸς ἡλικιωμένος ἄντρας κουνιέται πάνω στὸ μηχανάκι του, σὰν μικρὸ παιδὶ πάνω στὸ ἀλογάκι τοῦ λούνα-πάρκ. Δὲν μπορεῖ νὰ κινηθεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός – μοιάζει ἀβοήθητος. Τὸ κρανοφόρο του σῶμα, τὸ φορτωμένο μὲ προμήθειες κορμί του, στέκει ἐστεμμένο μὲ δέκα, δώδεκα πακέτα χαρτιοῦ ὑγείας· στριμωγμένος ἀνάμεσα σὲ πυργίσκους ἀπὸ συσκευασίες χαρτιοῦ καὶ συσκευασμένα σὲ κονσέρβες τρόφιμα. Ἕνας πρόθυμος νὰ τὸν βοηθήσει περαστικὸς δίνει ὤθηση στὸν ἄντρα καὶ τὸ ταλαίπωρο μηχανάκι του, μπὰς καὶ ξεκινήσουν. Δίχως νἄχει διανύσει διαδρομὴ ἑνὸς μέτρου, πέφτει, πρῶτα στὸ πλάι κι ἔπειτα μὲ τὴν πλάτη. Κάπου ἐκεῖ τὸ βίντεο σταματᾶ.[1]

Τὰ δυὸ κορίτσια ποὺ βιντεοσκοποῦν τὸ περιστατικὸ μὲ τὸ κινητό τους, τηρῶντας φυσικὰ τὴ δέουσα ἀπόσταση, γελοῦν ὑστερικά. Γελῶ κι ἐγῶ λιγάκι, ἐξίσου ἀπὸ ἀπόσταση ἀσφαλείας, στὸ σπίτι μου, κοιτῶντας τὴν ὀθόνη τοῦ δικοῦ μου κινητοῦ τηλεφώνου. Ἀκόμα μπορῶ νὰ γελῶ, μιᾶς καὶ τὸ δίκτυο πιάνει, τὸ ψυγεῖο παραμένει γεμάτο καὶ ἀνὰ μία ὥρα ἐνημερώνομαι γιὰ τὶς τελευταῖες ἐξελίξεις σχετικὰ μὲ τὴν τρέχουσα κατάσταση, ὅπως ὅλοι ἄλλωστε. Ἐνῶ ὁρισμένες κυνικὲς φωνὲς λένε ὅτι ἐπιτέλους κάτι συμβαίνει, ἐνῶ οἱ οἰκονομολόγοι λένε ὅτι βρισκόμαστε πρὸ μίας καταστροφῆς, ἐγὼ παρακολουθῶ σχεδὸν ἀδιάφορος. Τὸ περιβάλλον ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς γιὰ τὰ τερτίπια τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκονομίας. Ἡ Γκρέτα Τ. τρίβει τὰ χέρια της μὲ ἀπολυμαντικὸ τζέλ, ἡ βιβλιοθήκη μου εἶναι γεμάτη κι ἔχω νὰ αἰσθανθῶ αὐτὸ τὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν πρώιμη παιδική μου ἡλικία, ὅταν δὲν εἶχα νὰ κάνω ἀπολύτως τίποτα καὶ ἔπαιζα μὲ τὸ κουνιστό μου ἀλογάκι πάνω στὸ καφὲ χαλὶ τῆς Robert-Koch-Straße. Πιάνω ἕνα βιβλίο ἀπὸ τὸ ράφι, εἶναι Ἡ Πανούκλα τοῦ Ἀλμπὲρ Καμύ. Τὸ ἀνοίγω καὶ διαβάζω τὴν εἰσαγωγή, ἡ ὁποία πάει κάπως ἔτσι:

„Il est aussi raisonnable de représenter une espèce d’emprisonnement par une autre que de représenter n’importe quelle chose qui existe réellement par quelque chose qui n’existe pas.”Daniel De Foe  [= «Ἡ ἀναπαράσταση ἑνὸς εἴδους αἰχμαλωσίας μὲ ἕνα ἄλλο εἶναι τόσο εὔλογη, ὅσο καὶ ἡ ἀναπαράσταση τοῦ ὑπαρκτοῦ μὲ τὸ ἀνύπαρκτο»][2]

Παρεμπιπτόντως, μιᾶς κι ἀναφερθήκαμε στὸν Ρόμπερτ Κόχ, τί ρόλο ἐπιτελεῖ σήμερα τὸ RKI [= Ἰνστιτοῦτο Ρόμπερτ Κόχ]; Γρήγορα νὰ δοῦμε τὶς τελευταῖες εἰδήσεις στὸ Τουΐττερ. Τὶς τελευταῖες ἡμέρες οἱ ἰολόγοι ἔχουν ἀντικαταστήσει τοὺς νομοθέτες μας, ὅλοι ἀναμένουν μὲ ἀνυπομονησία τὶς ἑπόμενες ἀνακοινώσεις καὶ ἀποφάνσεις τους, οἱ ὁποῖες ἐν συνεχείᾳ θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοστοῦν ἀπὸ τὴν κυβέρνηση: περιορισμοὶ στὴν ἀγοραστικὴ κίνηση, ἀπαγόρευση έκδηλώσεων καὶ συναθροίσεων, ἀκύρωση τοῦ πάρτυ τῶν τριακοστῶν γενεθλίων μου. Καί τώρα, βρίσκομαι ἐδῶ, μόνος, φορῶντας ἕνα καπέλο κλόουν ποὺ μοῦ προκαλεῖ σύγχυση: χλέυη – πλήξη.

Σὲ μιὰ παλιὰ φωτογραφία κάθομαι πάνω σ’ ἕνα ξύλινο ποδήλατο – εἶμαι μόλις ἑνὸς ἔτους. Ἡ φωτογραφία αὐτὴ κοσμεῖ τὴν ὀμαδικὴ συνομιλία ποὺ ἔφτιαξα στὸ Whatsapp γιὰ τὴν προγραμματισμένη γιορτή μου, καὶ τώρα πρέπει νὰ σημειώσω κάτω ἀπὸ τὸ ὄνομά μου ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνει κανένα “Corona-πάρτυ”. Ξέρω, not that Berlin of me, ὅμως οὕτως ἢ ἄλλως δὲν κατάγομαι ἀπὸ δῶ. Οὔτε τὸ Βραδεμβοῦργο μοῦ ἀρέσει . Πρέπει νὰ πάει πίσω στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’20. Τέλος πάντων, δὲν θὰ μείνω ἐδῶ γιὰ νὰ γιορτάσω, γι’ αὐτὸ πρέπει πλέον νὰ δικαιολογηθῶ στοὺς φίλους μου. Πλέον, διανύοντας μιὰ περίοδο ἤπιας καραντίνας, δὲν μοῦ λείπει τίποτα. Πρὸ ἡμερῶν πῆρα ἀκόμα ἕνα βιβλίο ἀκουμπῶντας τὸ στὴν ἀτέλειωτη στοῖβα τῶν βιβλίων ποὺ πρόκειται κάποτε νὰ διαβάσω: το Kruso τοῦ Lutz Seiler. Κι ἐδῶ βρῆκα στὴν ἀρχὴ ἕνα μότο τοῦ Daniel De Foe στην αρχή του. Αὐτὸς ὁ De Foe – κάτι πρέπει νὰ εἶχε καταφέρει, σκέφτομαι. Ὁπωσδήποτε, ἦταν περισσότερο ἀπασχολημένος ἀπ’ ὅ,τι ὑπῆρξα ἐγὼ σήμερα, καὶ ὁπωσδήποτε, ἦταν ἀπίστευτα φιλόδοξος. Γιατί ὅμως;

Ὁ ἄνδρας στὸ βίντεο πέφτει, κάνει μιὰ τούμπα καὶ μένει ξαπλωμένος ἀνάσκελα, ἐνῶ τὰ κορίτσια γελοῦν μαζί του. Λένε ὅτι οἱ νέοι δὲν κινδυνεύουν τόσο, δὲν ἀνήκουν στὴν ὀμάδα ὑψηλοῦ κινδύνου. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ μεγάλη μας τύχη· κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πῶς θὰ ἦταν ἡ ἀντίστροφη κατάσταση καὶ πόσο θὰ ἀνησυχοῦσαν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ γονεῖς, ποὺ θὰ ἔφταναν στὸ σημεῖο νὰ μπουκάρουν μὲ σκοῦτερ μέσα ἀπὸ τὰ παράθυρα κλειδωμένων καταστημάτων, ἀναζητῶντας εἴδη πρώτης ἀνάγκης, ἀναζητῶντας τὰ τελευταῖα ρολά χαρτιοῦ ὑγείας. Ἴσως ὅλο αὐτὸ εἶναι, ἂν θὰ θέλατε μιὰ παιδιάστκη ἐκτίμηση ἀπὸ μέρους, ἕνας μηχανισμὸς αὐτορρύθμισης τῆς φύσης, ἡ ὁποία μᾶς δείχνει πόσο εὔθραυστοι εἴμαστε καὶ πόσο τὴν ἴδια στιγμὴ πόσο προσαρμοστικοί. Ἐπιπλέον, ἐπιλύει σ’ ἕναν βαθμὸ καὶ τὸ συνταξιοδοτικὸ πρόβλημα. Ἐκεῖνοι ποὺ ἀκόμα μποροῦν νὰ γελοῦν μὲ τὸ τελευταιο, μᾶλλον δὲν πιστεύουν στὸν δικό τους θάνατο.

Τὴν περασμένη Κυριακὴ συναντήθηκα μὲ ἔναν φίλο μου, προκειμένου νὰ ἐξερευνήσουμε τὸ ἄδειο Βερολίνο, ἐκμεταλλευόμενοι τὴ μοναδικὴ αὐτὴ εὐκαιρία καὶ ἐπιδιώκοντας νὰ ἀναλάβουμε δράση ξεκινῶντας κάποια ἐκστρατεία· μερικὲς φορὲς νιώθεις ἀτρόμητος, ὅταν ὅλοι φοβοῦνται καὶ μένουν στὸ σπίτι, ὅμως ἀπογοητεύτηκα τελικά, μιᾶς καὶ τὸ Βερολίνο ἦταν κάθε ἄλλο παρὰ ἄδειο. Στὸ Gleisdreieckpark, οἱ νέοι, ὡς συνήθως, ἔπαιζαν μπάσκετ καὶ ἔκαναν σκέιτμπορντ, στὰ παγωτατζιδικα οἱ πατεράδες περίμεναν νὰ ἑτοιμαστεῖ ἡ παραγγελία τους ἀποτελούμενη ἀπὸ μερικὲς μπάλες παγωτοῦ μὲ διάφορες χρωματιστὲς γαρνιτοῦρες, ἐνῶ τὸ μόνο διαφορετικὸ στοὺς καταναλωτὲς τοῦ Ostkreuz ἦταν ὅτι ἄγγιζαν τὰ ψιλά τους μὲ γάντια λάτεξ, ἀφοῦ πρῶτα εἶχαν ἀγγίξει τὰ κινητά τους τηλέφωνα. Ἄραγε οἱ Βερολινέζοι εἶναι ἀθάνατοι, ἄραγε δὲν τοὺς ἀρέσει τίποτα, ἢ ἁπλῶς ἂρνοῦνται τὰ πάντα; Μήπως θυμώνουν μετά, ὅταν τὰ σκέφονται ἢ ἁπλῶς ἀποδέχονται ὅ,τι εἶναι; Σύντομα ἴσως ὅλοι μας χαθοῦμε, σκέφτομαι ἐνῶ βρίσκομαι μπροστὰ ἀπὸ τὴ βιβλιοθήκη μου, κοιτῶντας τὴν πλάτη του φίλου.

Eikones-Gia-COVID19-3

Ἀντὶ νὰ κάτσω ἐπιτέλους στὸ γραφεῖο μου γιὰ νὰ γράψω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζήτησε ὁ Θανάσης, ἐπιλέγω νὰ περιπλανιέμαι στὸ Διαδίκτυο ―ὦ, μὰ τί ἐξερευνητής!― σπαταλῶντας τὸν χρόνο μου, ὅπως συνηθίζω νὰ κάνω τὴ μισὴ ζωή μου, κάτι ποὺ εἶναι ἐμφανέστερο τὶς τελευταῖες αὐτὲς ἀτέλειωτες ἡμέρες. Βρίσκω στὴν διαδικτυακὴ Zeit κάτι σχετικὸ μὲ τὸν David Wagner[3] κι ἐλπίζω νὰ φορᾶ καλὰ τὰ γάντια του ὅταν διαλέγει λαχανικά καὶ νὰ παραμένει ὑγιής. Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι ζεῖ κάπου κοντὰ στὸ Prenzlberg κι εἶναι ἀνοσοκατεσταλμένος ἔπειτα ἀπὸ μιὰ μεταμόσχευση ὀργάνων ποὺ ὑποβλήθηκε· ἴσως ἔχει τακτοποιήσει τὰ ἕως τώρα ἐκδομένα ἔργα του – ἄλλωστε κάτι πρέπει νὰ παραμείνει ἀπ’ αὐτόν. Γιὰ νά ’μαι εἰλικρινής, δὲν ξέρω ἂν ὅλα ὅσα λένε εἶναι σωστά, κι ὅπως ὅλοι μας ξέρουμε, δὲν πρέπει πάντοτε νὰ πιστεύουμε τοὺς συγγραφεῖς. Ὁ συγκεκριμένος μοῦ ἦταν πάντα συμπαθής, ἐνῶ τὰ γραπτά του μὲ κάνουν παρὰ τὴ θέλησή μου νὰ θέλω νὰ βγῶ ἔξω – εἰδικὰ σήμερα. Γιατί νὰ εἶναι κανεὶς ξακουστὸς συγγραφέας;

Τὰ παιδιὰ στὸ βίντεο γελοῦν. Δὲν βοηθοῦν τὸν γέρο· ἴσως δὲν ξέρουν πῶς νὰ τὸ κάνουν. Ὁ ἐπίδοξος κάμερα-μὰν προφητεύει ἐπανειλημμένα: «Τώρα θὰ πέσει! Τώρα θὰ πέσει!» Καὶ χαίρεται ὅταν αὐτὸ τελικὰ συμβαίνει. Τὸ βίντεο γίνεται βάιραλ, δηλ. ἀποκτᾶ τρομακτικὴ δημοσιότητα, μόλις γιὰ μία ἡμέρα, χωρὶς νὰ ἔχει νόημα τί θ’ ἀπογίνει ἀργότερα. Ὅσο γιὰ τὸν COVID-19, κανένας νέος δὲν φαίνεται νὰ κόπτεται – οὔτε κὰν γιὰ μιὰν ἀκίδα τῆς κορώνας του.

Στὴν Ἑλλάδα ἔχει ξεσπάσει ἕνας πόλεμος μεταξὺ τῆς ἐκκλησίας καὶ τοῦ κράτους. Διαβάζω στὶς εἰδήσεις ὅτι παρὰ τὴν κρίση, πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ πιστοὶ ποὺ δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα νὰ λάβουν τὰ παιδιά τους τὴ Θεία Κοινωνία ἀπὸ μία λαβίδα. Πίσω ἀπ’ τὸ δικό μου παράθυρο ἀκούγεται γελοῖο, ὅμως δὲν εἶναι.

Αύτὸ ποὺ τελικὰ μένει, ὅσο συνεχίζεται αὐτὴ ἡ κατάσταση, εἶναι οἱ νέοι ποὺ γελοῦν, μὴ παίρνοντας τίποτα στὰ σοβαρά, ὅπως ἐμεῖς, οἱ ἀκόμα-νέοι ἢ οἱ ἡλικιωμένοι. Πῶς νὰ μιλήσει κανεὶς σ’ ἕναν κόσμο, στὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν θέλει νὰ γεράσει; Τουλάχιστον ὑπάρχουν καὶ χειρότερες ἀσθένειες ἀπ’ τὰ γηρατειά. Οἱ γονεῖς μου ἀνήκουν κι ἐπίσημα στὴν ὀμάδα ὑψηλοῦ κινδύνου ἀπὸ πέρυσι, ὡστόσο ἡ μητέρα μου προτιμᾶ, ὅπως ἡ ἴδια λέει, νὰ ζήσει τὴ νεότητά της λίγο ἀκόμα. Τώρα εἶναι ἡ καλύτερη στιγμὴ γιὰ νὰ τὸ κάνει.

Πηγαίνοντας στὴ δουλειά, εἶδα πρόσφατα  ὅλους ἐκείνους τοὺς νέους, ποὺ ἔπαψαν νὰ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο ἕνεκα ὑψηλοῦ κινδύνου διάδοσης τοῦ ἰου, νὰ περνοῦν τὴν ὥρα τους γύρω ἀπὸ τραπέζια πινγκ-πονγκ καὶ γήπεδα ποδοσφαίρου. Πίστεψα ὅτι κάτι τέτοιο θά ’ταν γιὰ λίγο, ἔτσι ἄλλωστε θὰ ἔκανα κι ἐγώ. Ὄχι ἐπειδὴ μοῦ ἄρεσε νὰ εἶμαι ἔξω, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤμουν ἀντιδραστικός. Ἴσως γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἔμενα τόσο συχνὰ ἔξω, ὅμως ἐδῶ μιλᾶμε γιὰ μιὰν ἄλλη ἱστορία, γιὰ μίαν ἄλλη, μεγάλη καραντίνα, ἡ ὁποία ὅταν ἔρθει μὲ ὁδοφράγματα ποὺ θὰ ἔχουν τοποθετηθεῖ παντοῦ, θὰ ἦταν μιὰ ὡραία ἀφορμὴ γιὰ σκέψη ὥστε τελικά νὰ κινητοποιηθοῦμε. Ἴσως, ἂς τὸ ἀφήσω αὐτό. Νὰ φύγω ἢ νὰ μείνω; Ὅλη τὴ μέρα κλωθογύριζα αὐτὴ τὴ σκέψη στὸ διαμέρισμά μου στὸ Ostkreuz, πηγαίνοντας πέρα-δῶθε – ὁ διάδρομος εἶναι ἀρκετὰ μακρὺς κι ἐγὼ τὸν ἐξερευνῶ ὅπως ἐνδεχομένως ἐξερευνῶ λίγο ἀργότερα τὸ δωμάτιό μου στὸ νοσοκομεῖο, ὅπως ἐξερευνᾶ κανεὶς κάνοντας ἕνα μεγάλο ταξίδι, ὅπως ἐξερευνᾶ κανεὶς τὸν κόσμο.

Ἀκόμα κι ἂν πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ἔρχεται ὕφεση, ὁ ἰὸς ἐξακολουθεῖ νὰ προελαύνει. Μόλις χτὲς βγήκαμε ἀπὸ μιὰν ἔντονη περιπέτεια, κι ἑπομένως ἀντιμετωπίζουμε μὲ ἔκπληξη τὴν ξαφνικὴ αὐτὴ ἠρεμία. Συνήθως νιώθει κανεὶς χαρούμενος ὅταν τὸ σῶμα του βρίσκεται σὲ ἠρεμία. Ἀκριβῶς, ὅπως κι οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι φαίνεται νὰ μένουν ἐντελῶς ἀνεπηρέαστοι ἀπ’ ὅλο αὐτό. Ἂν καὶ τὸ ἀπολαμβάνω, πρέπει νὰ ἀνακτήσω τὴν ἐγρήγορσή μου, γιατὶ σὲ περίπτωση ποὺ τελικὰ δὲν ἐπιβιώσω θὰ πρέπει σιγά-σιγὰ νὰ κάτσω καὶ νὰ γράψω αὐτὸ τὸ κείμενο. Ἴσως δὲν θὰ ἔχω ποτὲ ξανὰ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία.

ERIK EISING

[Μτφρ. ἀπὸ τὰ γερμανικά: Θανάσης Γαλανάκης]

[1] Πρόκειται γιὰ ἕνα βίντεο ποὺ κυκλοφόρησε τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ καταναλωτικοῦ παροξυσμοῦ, ἐν ὄψει τῆς πανευρωπαϊκῆς ―καθὼς φαίνεται― καραντίνας. Στὸ βίντεο συμβαίνει ὅ,τι περιγράφει ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου. [σ.τ.μ.]
[2] Ἡ μετάφραση δανεισμένη ἀπὸ τὴν ἔκδ. Ἀλμπὲρ Καμύ, Ἡ πανούκλα, (μτφρ.: Ἀγγελικὴ Τατάνη), Ἀθήνα, Γράμματα, 1990. [σ.τ.μ.]
[3] Γερμανὸς συγγραφέας, γνωστὸς γιὰ τὸ ἔργο του, Leben, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὴ διαρκῆ περιπέτεια τῆς ὑγείας του, τὶς μεταμοσχεύσεις του καὶ γενικότερα τὴ στάση ζωῆς ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ διαρκῶς βρίσκεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο. Ἕνα βιβλίο ποὺ ἀξίζει νὰ διαβαστεῖ καὶ νὰ μεταφραστεῖ καὶ στὰ ἑλληνικά. [σ.τ.μ.]
*Oἱ γερμανομαθεῖς φίλοι μποροῦν νὰ δοῦν περισσότερα κείμενα τοῦ ταλαντούχου χρονικογράφου, δοκιμιογράφου καὶ ἐπίδοξου συγγραφέα, Erik Eising, στὸ πλούσιο ἀπὸ κάθε ἄποψη ἱστολόγιό του: https://rikrolled.blogspot.com/

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Η Αθέατη Γενιά

world-poetry-day-2020

 

Η ΑΘΕΑΤΗ ΓΕΝΙΑ

Είμαστε η Αθέατη Γενιά του Ενενήντα,
«του κλειστού χώρου» ποιητές, των μπλογκ των διαδικτύων,
μακριά σκιά μάς σκέπασε η Γενιά του Εβδομήντα
και του Ογδόντα. Ζήσαμε «δράματα δωματίων»

διασκορπισμένοι εδώ κι εκεί, σ’ υπόγειες γκαρσονιέρες,
καταραστήκαμε το φως που ’δαμε απ’ τον φεγγίτη.
Είχαμε το περίστροφο, δεν βρίσκαμε τις σφαίρες
και δεν αυτοκτονήσαμε, μα μείναμε στο σπίτι

όπως σε τάφο μυστικό θαμμένοι βασιλιάδες
ταριχευμένοι καρτερούν σκαπάνη αρχαιολόγου.
Ρε πούστη μου, είμαστε ποιητές κι οι κριτικοί γραφιάδες,
τον λόγο μας στ’ αρχίδια τους τον γράψαν άνευ λόγου.

Υπήρξαμε χωρίς αυτούς, ποιητές περιθωρίου
της σάτιρας, του χλευασμού, της αυτοκριτικής μας
και του ρυθμού όχι του αριθμού, του μέτρου όχι μετρίου,
σαν μουσική υπόκρουση κάποιας αισθητικής μας.

Δεν βάλαμ’ έναν πιο μπροστά να τον ακολουθούμε,
έτσι όπως πάν’ τα πρόβατα ξοπίσω απ’ τον τσοπάνο.
Δεν είχαμε περιοδικά δικά μας να εκδοθούμε
κι οι εκδότες κάθε συλλογή την χρέωναν παραπάνω

διπλά, μπορεί και τρίδιπλα – βορά του κάθε αχρείου
γινήκαμε, οι ανάξιοι του αιώνος στιχουργούντες·
πολλοί βιβλία βγάλαμε: λίγα, εκτός εμπορίου –
«λίθον ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες».

Κι έχουμε μια συγκομιδή που αγνοείς, ξερόλα
του copy paste κριτικέ, κόψε το παραμύθι
περί Αθέατης Γενιάς: Σολδάτου «Λήγω απ’ όλα»·
ο «Γιουβενάλης» του Βολκώφ· του Κυριαζή οι «Μύθοι

του Αισώπου» σε μετάφραση έμμετρη, να ζηλεύεις,
«Ανθολογία Παλατινή»· Σοφίας Κολοτούρου
«Ποιήματα Αν-επίκαιρα»· Βολκώφ το «Missa Brevis»,
«Sexus», «Σονέτα»… Κριτικέ, κόψε το μπούρου-μπούρου,

έπεται και συνέχεια… Του Κώστα Κουτσουρέλη
φυσάει «Αέρας Αύγουστος» κι η «Νύχτα» κατεβαίνει,
«Η τέχνη που αυτοκτονεί», «Κρέων», «Λάμπρου Λαρέλη»
και το «Παμπάλαιο Νερό» με Νέους Ήχους κρένει.

«Σειράχ», «Ίσις» και «Κάνθαροι» του Γιώργου Βαρθαλίτη·
«Ερωταφίου παραφορά», του Κυριαζή και πάλι.
Πού είσαι… αθέατε κριτικέ; Χαμήλωσε την μύτη
κι οσφρήσου εδώ στα χαμηλά μια ποίηση που θάλλει.

Stixakias, σύγχρονος Σουρής! Ούτε καρφίτσα χάμου
δεν πέφτει ασχολίαστη, μα εμείς από τα γέλια.
Αχ, για τα «Χείλια» γράφτηκαν χίλια τα «δίστιχά» μου
και ξέφυγαν του κριτικού, γλίστρησαν σαν τα χέλια.

Είμαστε η Αθέατη Γενιά κι όχι του θεαθήναι.
Άλλοι προεξέχουν κατιτίς, κρυμμένοι άλλοι θα ζήσουν
σαν Ασκητές Αόρατοι – έτσι καλύτερα είναι:
όντως αθέατους, δεν μπορούν να μας εξαφανίσουν!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
21. 3. 2020, Παγκόσμια Ημέρα της Ποιήσεως

Γράμμα από το Μιλάνο

Per Jannis
Μιλάνο, 18 Μαρτίου 2020

Είμαστε στη δεύτερη εβδομάδα.

Περίμενα πώς και πώς την άνοιξη, όταν επιτέλους η γρίπη θα έπαιρνε τον δρόμο της ύφεσης, για να ξαναβρώ το κέφι μιας παρέας, ενός χαρούμενου τραπεζώματος στην εξοχή. Είμαι κλεισμένη στο σπίτι απ’ τον Οκτώβριο, όταν άρχισε ο πυρετός που με ειδοποιούσε ότι το ανοσοποιητικό μου σύστημα απαιτούσε, επειγόντως, βοήθεια.

Ήμουν στην Λισσαβώνα εκείνες τις μέρες και στην Λισσαβώνα θα επιστρέψω μόλις βγούμε απ’ αυτόν τον εφιάλτη. Οι θεραπείες άρχισαν τον Δεκέμβριο, αλλά οι γιατροί ήδη από το τέλος του Οκτωβρίου μου συνέστησαν προσοχή κι άμεσο αυτοπεριορισμό στις μετακινήσεις και στις συναναστροφές . (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Χαιρετισμός στον δόκτορα

Ploberger_Self-portrait-with-opthalmological

Χαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

(περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Κρίση

Ἀναβάλλεται τὸ ταξίδι.

Ταξίδι τώρα
μὲ τέτοια κρίση;

ποιός ἔχει νὰ πληρώνει βαρκάρηδες

τί κι ἂν εἶσαι διὰ τῆς βίας καλεσμένος
τὰ μεταφορικὰ δικά σου – ξεκαθαρισμένο

ὁ ὕπνος δωρεὰν, δὲν τὸ συζητῶ

ὅπως καὶ νά ‘χει, ποιός δίνει τὸ τελευταῖο του
κέρμα

γιὰ νὰ μὴν ἐπιστρέψει ποτέ;

Βέβαια, ὑπόσχεται εὐκολίες πληρωμῆς
ἡ πτώχευση

πὼς θὰ πληρώνεται
μὲ δόσεις ὁ Ἀχέροντας

μὴ τρελαθοῦμε, ποῦ ἀκούστηκε
Ἀχέροντας μὲ δόσεις

μᾶς ἐμπαίζουν
στὴν οὐσία μᾶς ληστεύουν διότι

αὐτὸ τὸ ναῦλο
στὸ τετραπλάσιο τὸ ἔχουμε πληρώσει
γιὰ προηγούμενους ἐν ζωῆ θανάτους

καὶ τώρα νὰ σοῦ λένε
μὲ δόσεις ὁ Ἀχέροντας

παραμύθια
ἔτσι καὶ μπεῖς στὴ βάρκα
σὲ γδύνουν σ’ τὰ παίρνουν ὅλα

σοῦ παίρνουν ὣς καὶ τὴ γνώση

ὅτι κατὰ τὴν ἀποβίβαση
οὐδεὶς σὲ περιμένει

οὔτε ἕνα ουδέν.

~.~

Μὲ τὸ ποίημα αὐτό, πρωτοδημοσιευμένο στὸ ἔντυπο Νέο Πλανόδιον (τχ. 1, χειμώνας 2013-2014), ὁλοκληρώνεται τὸ ἀφιέρωμά μας στὴν Κικὴ Δημουλᾶ (1931-2020). Προηγήθηκαν τὰ κείμενα τεσσάρων ὁμιλιῶν γιὰ την Ποιήτρια τῶν Κ. Κουτσουρέλη, Σ. Ιγγλέση Μαργέλλου, Δ. Ἀγαθοκλῆ καὶ Κ. Χατζηαντωνίου.

 

kd np1

Κική Δημουλᾶ: Ἡ Μεταφυσικὴ τῆς Στιγμῆς

kiki

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Αν η αγωνία συνιστούσε πάντα προϋπόθεση για να περάσουμε στη σφαίρα του αυθεντικού βίου (δηλαδή σε μια ζωή που ζητεί πληρότητα), η αγωνιστική διάθεση με την οποία η δίψα για μια ακέραιη ζωή τεντώνει την ύπαρξη, πιο ευγενική προσπάθεια μεταστοιχείωσης της υπαρκτικής λύπης δεν βρήκε από αυτήν που εν φαντασία και λόγω ονομάσαμε ποίηση.

Οδηγημένοι από μια τέτοια κατεύθυνση της αγωνίας, ως αφετηρία βίου όπου αφέτης είναι πάντα ο ανεύρετος βίος, όσοι πορεύονται μέσα στη διαυγή νύχτα νοσταλγώντας όχι κάποιο τόπο μακρινό, αλλά έναν άφθαρτο χρόνο στον οποίο θα ήθελαν να κατοικούν, αναζητούνε την τέχνη που καθώς ξετυλίγεται η ζωή, αυτή η ανίατη προς θάνατον ασθένεια, θα διατρέχει μαζί τους την έρημο του όντος. Στο αγωνιώδες τούτο ταξίδι, ο ποιητής, έκφραση των ανθρώπων «που σιγά-σιγά λυγίζουν», δεν μπορεί παρά να αγωνιά αν όχι για εκείνες τις μορφές που θα του χαρίσουν κάποιο αναλογισμό στο διαρκές, τουλάχιστον για τη γνήσια αισθητική μαρτυρία της μιας και μόνης ζωής που μας ορίστηκε. (περισσότερα…)

Ἄτεγκτα περάσματα: Τὸ ποιητικὸ ἔργο τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

dimoula-2

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

Time is the longest distance between two places [1]

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ τῆς Κικῆς Δημουλᾶ ἐμφανίζει μιὰν ὁριακότητα. Στὰ χέρια της ἡ γλώσσα «δεινοπαθεῖ». Τὰ μέρη τοῦ λόγου ἀνταλλάζουν ρόλους, ὑιοθετοῦν νέους γραμματικοὺς κανόνες καὶ δημιουργοῦν πολλάκις ἕνα συντακτικὸ ποὺ ξαφνιάζει. Φυσικά, μιὰ τέτοια διαπίστωση δὲν ἀποτελεῖ διόλου μομφή, ὅπως κάποιοι θὰ ὑπέθεταν. Ἀντιθέτως δείχνει πόσο ψηλὰ ἔθεσε ἡ ποιήτρια τὸν ποιητικὸ πήχυ ἐξ ἀρχῆς, ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη της συλλογή (Ἔρεβος, 1956). Δυναμικὰ εἰσορμώντας στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὅπου καὶ παραμένει, περπατάει σὰν σχοινοβάτιδα σὲ τεντωμένο σκοινὶ ἰσορροπώντας μὲ μιὰ βαρειὰ κι εὐλύγιστη ράβδο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ γλώσσα — ἡ γλώσσα ὅπως μόνο ἐκείνη ξέρει τόσο ἰδιαίτερα νὰ χειρίζεται. Καὶ εἶναι διάχυτη ἡ αἴσθηση ὅτι τὸ τόλμημα αὐτὸ τῆς ποιήτριας εἶναι λίαν ἐπικίνδυνο καὶ ὅτι λίγο νὰ «σκοντάψει» οἱ στίχοι της θὰ βρεθοῦν (εἴτε ἐκφραστικῶς εἴτε θεματολογικῶς) γκρεμισμένοι στὸ κενό, στὸ ποιητικὸ χάος· καὶ στὴν περίπτωση τῆς Δημουλᾶ δίχτυ ἀσφαλείας δὲν ὑπάρχει. (περισσότερα…)

Ἡ φυσικὴ μεταφυσικὴ τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

Kiki_Dimoula pro

τῆς ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

«Ναί, τώ­ρα τε­λευ­ταῖα, κα­λῶ εὐ­κρι­νέ­στε­ρα τὸν Θε­ὸ ἢ καὶ τὸν οὐ­ρα­νό, νὰ ζή­σουν λί­γο μα­ζί μας ἐ­δῶ, στὴ Γῆ. Κι ὅ­ποιος ὑ­πάρ­ξει, με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη ἐ­ξα­κρί­βω­ση…», εἶ­χε πεῖ ἡ Κι­κὴ Δη­μου­λᾶ, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ Εὕ­ρε­τρα, στὴν Ὄλ­γα Σελ­λᾶ.

«Κι ὅ­ποιος ὑ­πάρ­ξει»; Τρυ­πώ­νει, ὡς ἀ­να­με­νό­ταν, ὁ σκώ­ληξ τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας. Ἀλ­λά, ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ Θε­οῦ συ­νω­νυ­μεῖ συ­χνὰ-πυ­κνὰ μὲ τὴν πρό­κλη­ση καί, φυ­σι­κά, δὲν νο­εῖ­ται πί­στη ἄ­νευ δυ­σπι­στί­ας. Ἀ­πὸ τὶς σπα­ρα­κτι­κό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες στιγ­μὲς τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς εἶ­ναι ἡ κραυ­γὴ μεταφυ­σι­κῆς ἀμ­φι­σβή­τη­σης τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου: «Ἠλὶ ἠλὶ, λιμᾶ σαβαχθανί;»     «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ., 27,46).

Καί, βέ­βαι­α, εἶ­ναι χρή­σι­μη ἡ δυ­σπι­στί­α, καὶ μά­λι­στα ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ μὴ πί­στη, λέ­ει ἡ Δη­μου­λᾶ, για­τί νο­η­μα­το­δο­τεῖ τὴν ὕ­παρ­ξη, ὄ­χι μό­νο τὴ δι­κή της ἢ τὴ δι­κή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ: «οὔ­τε ὁ Θε­ὸς πι­στεύ­ει σὲ μᾶς // ἀλ­λὰ ὅ­σα τοῦ δί­νει ἡ ὕ­παρ­ξή μας / τὰ προ­σθέ­τει στὸ νό­η­μά του» («Ἡ χρη­σι­μό­τη­τα τῆς δυ­σπι­στί­ας»).

Κατ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, ὅ­μως, δὲν νο­εῖ­ται δυ­σπι­στί­α χω­ρὶς ἔ­στω ἕ­να ἵ­ζη­μα πί­στης. Καὶ εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι τὰ Εὕ­ρε­τρα θε­ο­κρα­τοῦν­ται – ἀ­πε­γνω­σμέ­να, ἐκ­μυ­στη­ρευ­τι­κά, εἰ­ρω­νι­κά, προ­κλη­τι­κά, σκαν­δα­λι­στι­κά, σχε­τλι­α­στι­κά, βέ­βη­λα ἴ­σως, πάν­τως θε­ο­κρα­τοῦν­ται. (περισσότερα…)

Ὁ θρίαμβος τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

Kiki Dimoula

Κικὴ Δημουλᾶ, 1931-2020

~.~

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Στὴ Σαλονίκη
ξέρω κάποιονε
ποὺ μὲ διαβάζει·
κι ἕναν ἀκόμη
στὸ Μπὰντ Νάουχαϊμ.

Κι ἔτσι ἔχω ἤδη δυό.

Αὐτὰ ἔγραφε πολλὲς δεκαετίες πρὶν ἕνας σπουδαῖος ποιητὴς τῆς Μεσευρώπης, ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους γερμανόφωνους τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ὁ Γκύντερ Ἄιχ. Τίτλος τοῦ ποιήματός του: «Αἰσιοδοξία». Τίτλος εἰρωνικός, θὰ νόμιζε κανείς. Κι ὅμως, εἰρωνικὴ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς εἰρωνείας. Ὁ ποιητὴς δηλώνει εἰλικρινὰ αἰσιόδοξος, χαρούμενος γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες του, εὐτυχὴς ποὺ τοὺς ἔχει – κι ἃς εἶναι μόνο δυό. Τὸ ἄγχος τῆς μόνωσης ποὺ ἀπ’ τοὺς καιροὺς τοῦ Χαίλντερλιν φαρμακώνει τοὺς λυρικοὺς λάρυγγες ἀνὰ τὸν κόσμο, στὸν Ἄιχ λείπει ὁλότελα. Σὲ πεῖσμα τῶν «μικρόψυχων καιρῶν», λοιπόν, ὁ ποιητὴς αἰσιοδοξεῖ.

Θὰ παρακάμψω πρὸς στιγμὴν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀναγνῶστες τοῦ Ἄιχ δὲν ἦταν ποτὲ τόσο ὀλίγιστοι, ὅσο μᾶς τοὺς παρουσιάζει. Θὰ ξεχάσω μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος ἀνῆκε στοὺς πιὸ προβεβλημένους καὶ πολυβραβευμένους συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του. Καὶ θὰ ρωτήσω εὐθέως: Ἂν τὰ realia τῆς δηλώσεως εὐσταθοῦν –ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθέσιμων ἀναγνωστῶν δηλαδή–, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ τίτλου ἡ πιὸ γελοία αὐταπάτη; Δὲν εἶναι μιὰ εὔκολη, κοινότοπη παρηγοριά, σὰν ἐκείνη λ.χ. ποὺ σερβίρει ὁ καβαφικὸς Θεόκριτος στὸν δυστυχῆ Εὐμένη γιὰ νὰ τοῦ χρυσώσει τὸ χάπι; Θυμάστε τώρα «τὸ σκαλὶ τὸ πρώτον» κτλ., κτλ. Ὡσὰν ἡ μετριότης νὰ ἦταν ποτὲ τίτλος τιμῆς… (περισσότερα…)

ΝΠ4, κυκλοφορεί

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ | τχ. 4 | χειμώνας 2019-2020

Π ε ρ ι ε χ ό μ ε ν α

Έζρα Πάουντ – Χιού Σέλγουην Μώμπερλυ
[Μετάφραση, επιλόγισμα Κ. Κουτσουρέλης]
Αλέξανδρος Κορδάς – Τρία ποιήματα
Ντέλμορ Σουώρτς – Στα όνειρα αρχίζουν οι ευθύνες
[Μετάφραση Γ. Αποσκίτης]
Φώτης Δούσος – Αποσπάσματα από το ημερολόγιο ενός νεϋζέν
Έλενα Σταγκουράκη – Τέσσερα ποιήματα
Θανάσης Γαλανάκης – Χωρίς, έγνοιες
Κώστας Κουτσουρέλης – Πρώτοι αστροναύτες

Θ Ε Μ Α
Κωστής Παλαμάς
160 χρόνια από τη γέννησή του

Θεοδόσης Βολκώφ – Το παλαμικό ζήτημα. Ένας Δωδεκάλογος για τον Παλαμά
Παντελής Μπουκάλας – Ο Παλαμάς ως πολίτης του κόσμου και ως πατριώτης
Παντελής Βουτουρής – Ο Παλαμάς και η σοσιαλιστική πρόκληση
Γιώργος Βαρθαλίτης – Μικρός δωδεκάλογος για τον Κωστή Παλαμά
Κώστας Ανδρουλιδάκης – Ο Παλαμάς στοχαστής. Σχεδίασμα του φιλοσοφικού στοχασμού του
Θωμάς Ιωάννου – Μάχιμη ποίηση
Θανάσης Γαλανάκης – Προς μιαν επανεισήγηση του παλαμικού έργου
Κωστής Παλαμάς – Ανέκδοτη επιστολή

Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ

Στιχάκιας – Καθέλκυση
Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ – Όρια ηλικίας
[Μετάφραση Μάχη Μαλακάτα, Σηλίκα Ρηγοπούλου]
Ντέηβιντ Όρ – Ο δρόμος που δεν πήρα. Το πιο παρερμηνευμένο ποίημα της Αμερικής
[Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη]
Γιώργος Πινακούλας – Ο Μπόρχες στην Κέρκυρα
Ειρήνη Γιαννάκη – Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Ο μοντερνιστής κριτικός Νικόλας Κάλας. Μια ποιητική εικόνων, ρημάτων, πραγμάτων, Αρμός, 2018
Θεώνη Κοτίνη – Δημήτρης Κοσμόπουλος, Θέριστρον, Κέδρος, 2018
Θανάσης Γαλανάκης – Ο σαρκωμένος λόγος του Σωτήρη Τριβιζά
Ντόροθυ Πάρκερ – Κόντα
[Μετάφραση Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου]

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Ποίηση και πάθος

Αποτέλεσμα εικόνας για nicola crocetti

του ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Ελάχιστοι μας διαβάζουν
ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας,
μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι
σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά,
όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά

Αυτό το σύντομο ποίημα του Κύπριου Κώστα Μόντη αποδίδει πολύ καθαρά την αγάπη, το πάθος και την υπερηφάνεια που αισθάνονται οι Έλληνες για τη γλώσσα τους.

Ακόμη καλύτερα το διατυπώνει ο Σεφέρης στις Δοκιμές:

Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ώς τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους του Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πως όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας […].

Παραφράζοντας τη διάσημη ρήση ενός πολιτικού, μπορούμε να πούμε ότι καμιά άλλη γλώσσα στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει προσφέρει τόσα πολλά σε τόσους λαούς όσο η ελληνική. Κι αυτό ισχύει κυρίως στον χώρο της ποίησης και της λογοτεχνίας. Η μεγαλύτερη ποίηση που μας κληροδοτήθηκε στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, γράφτηκε στην Ελλάδα αιώνες προ Χριστού: από τον Όμηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς ποιητές. Πρόκειται για μια ποίηση που ξεχειλίζει από πάθος.

Διότι η ποίηση είναι κόρη του πάθους και των δύο αγγέλων του, του έρωτα και του πόνου. Στην ποίηση όλα είναι προϊόν αυτών των δύο συναισθημάτων. Αυτά γεννούν τα πιο θαυμάσια και δύσμορφα παιδιά, τις πιο αισχρές και πιο υπέροχες πράξεις του ανθρώπου, από τους πολέμους μέχρι τα αριστουργήματα της τέχνης.

Ο Όμηρος, οι τραγικοί και οι λυρικοί ποιητές ύμνησαν όλα τα πάθη: το επικό, το δραματικό, το πάθος για την πατρίδα και τον μύθο, τα οικογενειακά πάθη, τους κρυφούς πόθους, το πάθος για τη γνώση και τη λογικότητα, το πάθος για την τέχνη και για το ύψιστο. Τέλος, το «πάθος των παθών»: τον έρωτα, το «γλυκόπικρο ερπετό» όπως τον αποκαλεί η Σαπφώ. Διαφορετικά, γιατί λεγεώνες ποιητών και συγγραφέων πέρασαν τη ζωή τους ν’ αραδιάζουν λέξεις σε λευκά χαρτιά χωρίς καν να ξέρουν αν ποτέ κανείς θα τους διάβαζε και θα γνώριζε τις σκέψεις και τα αισθήματά τους;

Γιατί άραγε ο Καβάφης –που κληρονόμησε από τη μητέρα του λίγες εκατοντάδες ελληνικές λέξεις– πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του να μελετάει, μακριά από την Ελλάδα, αυτή τη γλώσσα, επιλέγοντάς την ως εργαλείο του έργου του, ωσότου γίνει ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της ελληνικής λογοτεχνίας όλων των εποχών;

Και γιατί ο Καζαντζάκης πέρασε χρόνια από τη ζωή του να γυρνάει στα χωριά της Κρήτης και στα νησιά του Αιγαίου και να καταγράφει, μ’ ένα μολύβι κι ένα σημειωματάριο, χιλιάδες λέξεις που άκουγε από το στόμα αγροτών, βοσκών, ψαράδων, φτωχών και αναλφάβητων ανθρώπων, ώστε να δώσει σ’ αυτές νέα ζωή ενσωματώνοντάς τες στα μυθιστορήματά του και προπαντός στην Οδύσεια, μεταμορφώνοντας αυτό το θαυμάσιο ποίημα σ’ ένα είδος γλωσσικής κιβωτού του Νώε, η οποία θα μετέφερε στο όρος Αραράτ του μέλλοντος μια κληρονομιά που διαφορετικά προοριζόταν να χαθεί παντοτινά; Πολλοί αναγνώστες, και κυρίως κριτικοί λογοτεχνίας, καταδίκασαν (ή πιο πιθανόν δεν κατάλαβαν) αυτό το εγχείρημα, παραπονούμενοι ότι τα χιλιάδες αθησαύριστα λήμματα «είναι δύσκολα ή ακατανόητα». Προτού σπεύσουν να τα θεωρήσουν δύσκολα ή ακατανόητα, δεν αναλογίστηκαν ότι πρόκειται για λέξεις της ελληνικής γλώσσας και ότι το να τις μάθει κανείς, δεν θα έπρεπε να είναι χάσιμο χρόνου παρά εμπλουτισμός. Ενδεχομένως, μπορεί κανείς να παραπονεθεί (εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα) για την έλλειψη ενός καζαντζακικού λεξικού ή μιας σχολιασμένης έκδοσης της Οδύσσειας.

Τέλος, γιατί άνθρωποι όλων των εποχών και όλων των χωρών, οι οποίοι πέρασαν και περνούν μέχρι και σήμερα, υπό άθλιες συνθήκες, χρόνια εξορίας ή φυλακής σε στρατόπεδα για τις πολιτικές τους ιδέες (από τη Ρωσία ως τη Νότια Αμερική, από την Κίνα ως την Αφρική, και ασφαλώς στην Ελλάδα), είχαν ως μοναδική παρηγοριά και λύτρωση τη γραφή και την αγάπη για τη γλώσσας τους;

Και γιατί λεγεώνες μεταφραστών αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους για να μεταφράσουν σε μιαν άλλη γλώσσα εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως εκατομμύρια λέξεις ποιητών και συγγραφέων από την Ελλάδα και άλλες χώρες, συχνά με γελοία οικονομική ανταμοιβή και χωρίς κανένα προσωπικό όφελος;

Ίσως, θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε, για τον ίδιο λόγο για τον οποίο ένας καλλιτέχνης περνάει τη ζωή ζωγραφίζοντας πορτρέτα του αγαπημένου του προσώπου, δίχως να ξέρει αν οι πίνακές του θα κρεμαστούν ποτέ στους τοίχους ενός μουσείου, με τη μόνη ελπίδα, σχεδόν πάντα μάταιη, να δει να του ανταποδίδεται η αγάπη – διότι καμιά μεγάλη αγάπη δεν ανταποδόθηκε ποτέ με την ίδια ένταση όποιου τη νιώθει.

Πράγματι, όλα αυτά γίνονται για έναν μοναδικό λόγο: από αγάπη.

Είμαι πεπεισμένος πως οποιοσδήποτε ξένος, ο οποίος έχει το προνόμιο να γνωρίζει το θαύμα της ελληνικής γλώσσας, ποίησης και λογοτεχνίας, έχει επίσης το καθήκον να μοιράζεται με τους υπόλοιπους αυτό το μεγάλο προνόμιο. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που κι εγώ αφιέρωσα όλη μου τη ζωή για να κάνω γνωστή την ελληνική ποίηση και λογοτεχνία στην Ιταλία, σχεδόν πάντα χωρίς οικονομική ανταμοιβή και χωρίς κανένα προσωπικό όφελος. Από αγάπη.

Λόγω αυτής της αγάπης έχω εκδώσει, είτε στα βιβλία μου είτε στο περιοδικό Poesia –το οποίο εδώ και τριάντα-δύο χρόνια για το είδος του έχει τη μεγαλύτερη κυκλοφορία στην Ευρώπη–, περισσότερους από τρεις χιλιάδες πεντακόσιους ποιητές και πάνω από τριάντα-έξι χιλιάδες ποιήματα από τριάντα-οκτώ γλώσσες. Οι εκατό από τους τρεις χιλιάδες πεντακόσιους ποιητές είναι Έλληνες.

Ως μεταφραστής μετέφρασα από τα ελληνικά στα ιταλικά δεκάδες ποιητές: από τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Αναγνωστάκη, τον Σινόπουλο ώς τη Γενιά του Εβδομήντα, μέχρι πολλούς άλλους που δεν είχαν μεταφραστεί ποτέ πριν στα ιταλικά. Συνολικά, περισσότερους από εκατό χιλιάδες στίχους και δεκάδες χιλιάδες σελίδες πεζογραφίας.

Μια αγάπη, που στην περίπτωσή μου όπως και στις άλλες, ανταποδόθηκε ελάχιστα ή άσχημα.

Δεν έχει σημασία. Η αγάπη για την ποίηση τροφοδοτείται από μόνη της και βρίσκει ανταμοιβή στην ίδια την ποίηση.

Αυτή η ξεχωριστή εμπειρία μ’ έκανε όμως να γνωρίσω και ν’ αγαπήσω εκατοντάδες ποιητές, από τους μεγαλύτερους στον κόσμο, οι οποίοι συχνά μου χάρισαν την εκτίμηση και τη φιλία τους: μια ικανοποίηση πολύ ανώτερη από οποιαδήποτε οικονομική ανταμοιβή.

Την ίδια ικανοποίηση και την ίδια τιμή που μου προσφέρετε εσείς, εδώ, σήμερα. Ευχαριστώ.

ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ


Ομιλία που εκφώνησε χθες, 11 Δεκεμβρίου 2019, ο Νικόλα Κροτσέττι κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Ε.Κ.Π.Α.

~.~

Αποτέλεσμα εικόνας για nicola crocetti