ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Μια στιγμή να ξεφύγει απ’ τη Μοίρα της, φτάνει!

~.~

Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Είμαστε όλοι παιδιά του Μίκη. Είμαστε όλοι παιδιά του Μάνου. Οι δυο τους, και μαζί μ’ αυτούς και οι επίγονοί τους, νοηματοδότησαν σταθερά την εποχή που μεγαλώσαμε. Χάρισαν στον ελληνικό πολιτισμό τη σύγχρονη ταυτότητά του, αληθινές αφηγήσεις της αγωνίας του, των οραμάτων και των αναφορών του. Με το καλλιτεχνικό τους έργο και τη δημόσια παρουσία τους, διαμόρφωσαν και υπερασπίστηκαν το έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Το τραγούδι που λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί με κυρίαρχο αίτημά του το καλλιτεχνικό, στηρίζοντας την γλώσσα και την ιστορία του τόπου αυτού – αυτό το είδος τέχνης που η επικρατούσα σήμερα κουλτούρα του ναρκισσισμού και της βιομηχανοποιημένης διασκέδασης, εχθρεύεται περισσότερο κι από τα κρίματά της.

Κατέθεσαν στην Τράπεζα του Μέλλοντος σπουδαία έργα ώστε να αντλεί για δεκαετίες μετά τη φυγή τους ο ελληνικός λαός, μνήμες συλλογικών μύθων και ίχνη δρόμων αξιοπρέπειας και εθνικής συνείδησης. Και με τη δημόσια παρουσία τους υπέδειξαν πως ο καλλιτέχνης κρίνεται ως «όλον», για το σύνολο της προσφοράς του στη χώρα του, και ως δημιουργός αλλά και ως πολίτης. Γι αυτό κι είχαν και οι δύο απέναντι τους κατά καιρούς ως ισχυρούς αντιπάλους τους κόμματα που έρχονταν και παρέρχονταν σε αντίθεση με τη δική τους σταθερή παρουσία στις καρδιές των Ελλήνων, μηχανισμούς κομματικούς που θεωρούσαν και θεωρούν απειλή για τον κανόνα τους, το λαϊκό έρεισμα και τη δύναμη του λόγου και πράξης των σημαντικών καλλιτεχνών.

Κυρίως όμως τόσο ο Μάνος όσο και ο Μίκης, ξεπέρασαν τη Μοίρα τους. Και γι’ αυτό ίσως αγαπήθηκαν τόσο. Κι όχι για μια στιγμή μόνο. Έγιναν δηλαδή οι ίδιοι δημιουργοί Ιστορίας, ακολουθώντας τα ίχνη της Γενιάς του ’30, συνομίλησαν απευθείας ως καλλιτέχνες – πρόσωπα με τον Χρόνο που έζησαν και διεκδίκησαν τη θέση τους στον Τόπο που αγάπησαν. Κι αυτό είναι ίσως η σπουδαιότερη παρακαταθήκη που μας κληρονόμησαν σε μια εποχή που μικραίνει τις ανθρώπινες δυνάμεις και δυναμικές αφαιρώντας την δυνατότητα ιστορικής παρέμβασης και δημιουργίας.

Είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατο του Μάνου, η χώρα αυτές τις μέρες πενθεί με παλλαϊκό τρόπο τον Μίκη. Με τα τραγούδια του αλλά και ανασύροντας μνήμες και εικόνες του, από στιγμές που αποτελούν πια περιουσία όλων.

Αυτή η συναυλία του Άξιον Εστί το 1977 στον Λυκαβηττό, με το συνωστισμένο πλήθος να τραγουδά τους στίχους του ποιήματος, είναι επιτρέψτε μου να πιστεύω η εικόνα της «καλής Ελλάδας». Μιας Ελλάδας που έστω για μια στιγμή θέλησε να ξεπεράσει τη Μοίρα της τραγουδώντας την πίστη της στην Ομορφιά.

Κι αν δημιουργεί αμηχανία σε διάφορους «παροικούντες την Ιερουσαλήμ», η τόσο μεγάλη λαϊκή απήχηση του Μίκη, ας σκεφθούν τι θα σήμαινε η αποκαθήλωση από το εικονοστάσι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού των μορφών του Μίκη, του Μάνου, της Γενιάς του ’30, των επιγόνων τους, αλλά και όσων ακόμη και σήμερα συντηρούν παλεύοντας με τα κύματα, τις αναφορές τους. Τι θα έμενε άραγε;

Κι αν υπάρχει ένας λόγος για να αναφερόμαστε στον Μάνο όταν αναφερόμαστε στον Μίκη και στον Μίκη όταν μνημονεύουμε τον Μάνο, είναι γιατί ακριβώς αυτή η εποχή δεν σηκώνει άλλους διχασμούς, ούτε ψεύτικες αντιπαλότητες. Απαιτεί μια Ελλάδα αποφασισμένη να ξεφύγει από τη Μοίρα της! Έστω και για μια στιγμή.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΡΑΣΟΥΛΟΣ
5 Σεπτεμβρίου 2021

«Είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός»

 

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο Μίκης Θεοδωράκης από το πρωί της 2ας Σεπτεμβρίου 2021 ανήκει στην αιωνιότητα. Όπως είχε γραφεί για τον Παλαμά, «είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός». Ο Μίκης ήταν όλων. Εγώ έζησα έναν Μίκη διαφορετικό, μόνον μέσα από το κλασσικό του έργο. Είχα μαζί του κάποιες πολύ βαθιές συζητήσεις στις οποίες διέκρινα έναν άνθρωπο σκεπτόμενο με πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Είχε μεγάλες φιλοσοφικές ανησυχίες, σκέψεις για το μέλλον της μουσικής, την αξία της. Έβλεπα ακόμη και μελαγχολία στις διηγήσεις και κυρίως στους απολογισμούς.

Ένα βράδυ είχε έρθει στο σπίτι του βιολιστή Γιώργου Δεμερτζή για να ακούσει μία πρόβα με κάποια έργα του για συνδυασμούς εγχόρδων. Βιολί & βιόλα, βιολί & τσέλο κ.α. Ήταν σπουδές που είχε γράψει όταν ήταν στη Μακρόνησο, χωρίς πιάνο, και χωρίς μουσικό χαρτί. Οι συνδυασμοί ήταν υπαγορευμένοι από το ποιοι μουσικοί ήταν συγκρατούμενοί του και το τι όργανα έπαιζαν ή είχαν μαζί τους. Ο Γιώργος και τα υπόλοιπα μέλη του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου έπαιξαν τις σπουδές και με το τέλος κοίταξαν τον Μίκη περιμένοντας ένα σχόλιο. Εγώ καθόμουν πλάι του στον καναπέ του σπιτιού. Εκείνος είπε: «…σας παρακαλώ. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε κι έχω ανάγκη λίγα λεπτά σιωπής». Σε εκείνη τη σιωπή ένιωσα έντονα το βάθος της σκέψης του αλλά και τον φόβο και τον προβληματισμό  για το χρόνο και την ισοπεδωτική ορμή του.

Θα αναφέρω κάποιες στιγμές που παραμένουν ανεξίτηλες στη μνήμη μου σαν φόρο τιμής στον Μίκη Θεοδωράκη, μία σειρά από αναμνήσεις που διαμόρφωσαν μέσα μου ένα «δεδομένο» που δύσκολα μπορούσα να φανταστώ πως θα με επηρέαζε τόσο πολύ το φυσικό του τέλος:

Πρώτη φορά του μίλησα τον Ιανουάριο του 1987 μαζί με συμμαθητές από το Ωδείο. Του ζητήσαμε να παρακολουθήσουμε τις πρόβες της όπεράς του «Καρυωτάκης» στην Λυρική Σκηνή. Μας άφησε. Η παράσταση ήταν μαγευτική για τα αυτιά και τα μάτια μας. Η Κική Μορφωνιού στο ρόλο της Ρωμιοσύνης αξέχαστη. Στην πρεμιέρα του πήγα την παρτιτούρα του Άξιον Εστί που είχα αγοράσει για να μου την υπογράψει. Η ημερομηνία της πρεμιέρας της όπερας, όπως έχει αποτυπωθεί και στην αφιέρωση 14 Φεβρουαρίου 1987. Είναι η ημέρα θανάτου του Κουν. Η Μελίνα Μερκούρη παρακολουθούσε την πρεμιέρα και έφυγε στο διάλλειμα προφανώς επειδή την ενημέρωσαν. Με το τέλος της παράστασης ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο τότε διευθυντής της Λυρικής, βγήκε στη σκηνή και ανακοίνωσε στο κοινό την απώλεια του Κουν. Χρόνια μετά του είπα, του θύμισα, πως μου είχε δώσει άδεια για τις πρόβες. Με ρώτησε γιατί δεν του μίλησα περισσότερο. Του απάντησα πως ντρεπόμουν, κι εκείνος πρόσθεσε «έπρεπε να μου μιλήσεις, έπρεπε να μιλάμε… ένιωθα πολύ μόνος τότε». Θα ομολογήσω μία κλοπή: βρήκα ένα μεσημέρι και με το τέλος διαλείμματος της πρόβας μία παρτιτούρα (σπαρτίτο) της όπερας. Δεν δίστασα και την πήρα. Την πήγα σε ένα φωτοτυπογραφείο στην οδό Σόλωνος και ζήτησα να γίνει αμέσως. Στο επόμενο διάλειμμα έβαλα το σπαρτίτο στη θέση του και κράτησα το αντίγραφο. Το έχω ακόμη. Ο Μίκης με μάλωσε όταν μετά από χρόνια που του το είπα. «Έπρεπε να μου το ζητήσεις». Πιστεύω, όμως, πως κατά βάθος τον κολάκεψε η παρανομία.

 

 

Τα πρώτα χρόνια της μουσικής μου αναζήτησης υπήρχε η εντύπωση πως Μάνος – Μίκης ήταν δύο φαινόμενα τόσο αντίθετα που τίποτε δεν μπορούσε να τα γεφυρώσει. Η αίσθηση που είχαμε όσοι σπουδάζαμε μουσική και μιλάγαμε για αυτήν ήταν πως οι δύο τους δεν θα αντάλλασαν ούτε καλημέρα. Τόσες διαφορές χάους βλέπαμε στη σχέση τους. Ένα βράδυ ήμουν στο σπίτι του Χατζιδάκι και μιλάγαμε χαλαρά. Χτύπησε το τηλέφωνο και κατάλαβα πως ήταν ο Μίκης. Μίλησαν ένα πεντάλεπτο τόσο φιλικά και άμεσα, υπήρχε τόση οικειότητα στη φωνή του Χατζιδάκι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Κάποια χάρη είχε ζητήσει ο Χατζιδάκις στον Θεοδωράκη κι εκείνος του τηλεφώνησε για να του πει πως το τακτοποίησε.

Ήμασταν στο Μέγαρο Μουσικής για να ακούσουμε μία εκτέλεση της 3ης του Συμφωνίας. Εάν θυμάμαι καλά έπαιζε μία ορχήστρα από την Αρμενία. Με το τέλος της συναυλίας ο Μίκης, με δυσκολία ανέβηκε στη σκηνή. Η δυσκολία στο βάδισμα. Το κοινό τον αποθέωνε και ζητούσε επίμονα μία επανάληψη. Η ορχήστρα και ο μαέστρος δέχθηκαν. Ο Μίκης, όμως, που βάδιζε δύσκολα δεν μπορούσε να κατέβει γρήγορα από τη σκηνή και ένας μουσικός από τα πρώτα βιολιά του παραχώρησε τη θέση του για να καθίσει. Έπαιξαν ξανά το 3ο μέρος της Συμφωνίας και ο Μίκης βρέθηκε καθισμένος και σκεπτικός ανάμεσα στους μουσικούς. Μία εικόνα αξέχαστη. Άκουγε όπως όλοι με το κεφάλι λίγο κατεβασμένο απολύτως ακίνητος. Κάτι ακόμη: το 3ο μέρος της 3ης Συμφωνίας το έχω ακούσει πολλές φορές και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη Συμφωνία. Η καλύτερη εκτέλεση που έχω δει/ακούσει ήταν υπό τη διεύθυνση του Χατζιδάκι. Η ατμόσφαιρα της συναυλίας εκείνης ήταν μοναδική. Βρήκα την ημερομηνία… 3 Απριλίου 1991, τριάντα χρόνια πριν. Θυμάμαι στη συναυλία αυτήν την Κική Μορφωνιού.

Στο Ηρώδειο είχαμε πάει για να ακούσουμε υπό τη διεύθυνσή του το «Πνευματικό Εμβατήριο» σε στίχους Σικελιανού. Στην πρώτη σειρά, στο θώκο, καθόταν με τα ασπρόξανθα μαλλιά της η Άννα Σικελιανού. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χειροκρότημα του κατάμεστου Ηρωδείου μόλις ανακοινώθηκε η παρουσία της στη συναυλία. Ο Μίκης της έδωσε μία χειραψία, ένα φιλί. Μετά από αυτή τη συνάντηση του Μίκη με τη γυναίκα του Σικελιανού οι πρώτες νότες του «Πνευματικού Εμβατήριου» ήταν συγκλονιστικές.

Το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο είχε προγραμματίσει μία συναυλία στο Μέγαρο όπου μεταξύ άλλων θα έπαιζε και δύο έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Το ένα θα ήταν το «Κοιμητήρι» και το δεύτερο ο «Οιδίπους Τύραννος». Ο Οιδίπους ήταν γραμμένος από τον Μίκη για ορχήστρα εγχόρδων. Δεν το γνώριζα το έργο και εντυπωσιάστηκα. Η αντιστικτική του ανάπτυξη, η αρμονική πυκνότητα και η δραματουργία μου φάνηκαν εξαιρετικά. Ο Γιώργος Δεμερτζής διαπίστωσε λίγες ημέρες πριν από την πρώτη προγραμματισμένη δοκιμή του κουαρτέτου πως ο «Οιδίπους» δεν μπορούσε να παιχτεί από τις πάρτες της μορφής για ορχήστρα εγχόρδων. Πυκνογραμμένη παρτιτούρα με πολλά divisi. Κλήθηκα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο να κάνω την μεταγραφή. Δυσκολεύτηκα πολύ διότι στην πραγματικότητα δεν ήταν «μεταφορά», έπρεπε να ξηλώσω το έργο και να απομονώσω τις μουσικές ιδέες ώστε να το ανασυνθέσω από την αρχή στη νέα διανομή οργάνων. Ο Μίκης παρακολούθησε μία δοκιμή πριν από τη συναυλία και είπε πως εκείνος δεν θα μπορούσε να κάνει αυτή τη μεταγραφή διότι θα τον εμπόδιζε η σκέψη που είχε βάλει στην πυκνή ορχηστρική γραφή. Θα προσθέσω πως σε μία φράση κολακευτική προς εμένα είπε πως η μορφή αυτή ίσως είναι καλύτερη από την ορχήστρα εγχόρδων διότι είναι περισσότερο διαυγής. Το έργο παίχτηκε στο Μέγαρο κι αργότερα το εξέδωσε με τον τίτλο Κουαρτέτο αρ.3 Epoca Nocturna, έργο του 1948 όταν ήταν δηλαδή 23 ετών.

Το κουαρτέτο: https://www.youtube.com/watch?v=Q81-VS_JnMQ&t=12s

Η Ορχήστρα εγχόρδων: https://www.youtube.com/watch?v=agYxYIDpeC0&t=20s

Το 2004 ολοκλήρωσα την δική μου 3η Συμφωνία με τίτλο «Η λύπη του Χρόνου». Τηλεφώνησα στον Μίκη και του ζήτησα, πριν από την προγραμματισμένη πρεμιέρα, να του δείξω σαν ένδειξη σεβασμού την παρτιτούρα. Πήγα στο σπίτι του και μου έκανε εντύπωση με πόση προσοχή γύριζε τις σελίδες. Σχολίασε «τολμηρό να ξεκινήσεις με σόλο πίκολο». Λίγες ημέρες αργότερα, στο Θέατρο Θησείο, έκανα μία διάλεξη. Παρόλο που ήταν ανήμερα στην ονομαστική του εορτή είπε στην οικογένειά του πως πρώτα θα πάει σε μία εκδήλωση και μετά θα είναι στο σπίτι του. Ήρθε και με άκουσε. Με άκουσε με προσοχή, πρόσεξε την μουσική που παίξαμε, το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο κι εγώ στο πιάνο. Στην βραδιά αυτή ήταν παρούσα και η Κική Δημουλά. Τους σύστησα, δεν είχαν συναντηθεί ποτέ μέχρι τότε.  «Είναι εδώ η κ. Δημουλά» του είπα «η ποιήτρια» συμπλήρωσε. Βγάλαμε μια ωραία φωτογραφία.

 

 

Θυμάμαι με μεγάλη συγκίνηση την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση της 4η Συμφωνίας (ήμουν και στην 2η). Ήταν στο Παλλάς Κυριακή πρωί Μάιος του 1987. Είχαμε πάει φίλοι με πολύ ενδιαφέρον. Στο πόντιου ήταν ο Λουκάς Καρυτινός που διηύθυνε με πολύ μεγάλη ένταση. Ήταν παράξενη η διανομή της ορχήστρας και πρωτότυπη. Από εκείνη την εκτέλεση θυμάμαι πολύ έντονα την Λήδα Τασοπούλου. Έχω ακόμη στ’ αυτιά μου τη φωνή της στα χορικά, χωρίς μικρόφωνο όρθια στη σκηνή ανάμεσα στα αναλόγια δεξιά. Κάποια στιγμή σήκωσε τα χέρια της και κοιτούσε ψηλά. Στην πρώτη της 2ης ένας φίλος, που συχνά αμφισβητούσε τον Μίκη και έλεγε πως πρέπει να του το λέμε όταν κάτι δεν είναι καλό, τον πλησίασε και του είπε πως δεν του άρεσε. Η 2η είναι έργο της δεκαετίας του ’50 που ολοκληρώθηκε, όμως, το ‘80. Στεκόμασταν και πάλι στο Παλλάς, πίσω πίσω στην πλατεία προς την έξοδο. Του είπε «δεν μου άρεσε, όχι Μίκη, δεν είναι καλό». Εκείνος δεν έδωσε μεγάλη σημασία αλλά του απάντησε ήρεμα «με ενοχλεί ο τρόπος που το λες». Δεν μπορώ να θυμηθώ την χρονολογία.

Ο  Μίκης χάρισε στη Βιβλιοθήκη του Μεγάρου στην Αθήνα ολόκληρο το αρχείο του. Εκεί, οι υπεύθυνοι, ανακάλυψαν ένα ημιτελές νεανικό του έργο: κουαρτέτο εγχόρδων με τον τίτλο «Μάζα». Μου ανέθεσαν να το ολοκληρώσω ώστε σε συναυλία να του προσφέρουν την «ολοκληρωμένη» εκτέλεσή του ως δώρο. Το έκανα με πολύ κόπο. Θα πω πως θαύμασα τον νεαρό Μίκη. Πήρα στα χέρια δεκάδες σελίδες για μόλις 10’ μουσικής. Η σκέψη, ο τρόπος επεξεργασίας του μουσικού υλικού, οι δοκιμές ήταν ιδιοφυείς.  Λίγες ημέρες πριν από την εκτέλεση παρακολούθησε μία δοκιμή και μου είπε: «Εγώ αυτό που έκανες δεν θα μπορούσα να το κάνω. Τότε ήμουν περισσότερο τολμηρός. Αυτό το έργο θα το συνυπογράψουμε». Αντέδρασα φυσικά. Το έργο παίχτηκε και λίγο αργότερα εκδόθηκε στη Γερμανία. Με κάλεσε στο σπίτι του για να μου δώσει ένα αντίτυπο της έκδοσης. Βλέπω το όνομά μου στο εξώφυλλο. «Υπερβολή» του λέω «αφού το γράφετε μέσα στην πρόλογο πως έχω κάνει την ολοκλήρωση/επιμέλεια» για να μου απαντήσει πως «τους προλόγους δεν τους διαβάζουν οι περισσότεροι ενώ το εξώφυλλο το βλέπουν όλοι». Έγραψε και δύο πολύ κολακευτικά λόγια για εμένα στην έκδοση του κουαρτέτου σε CD. Στην ίδια συναυλία έκανα και κάτι ακόμη: μου έδωσαν από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης του Μεγάρου και μία σελίδα με καταγεγραμμένη με το χέρι του Μίκη την μελωδική γραμμή ενός τραγουδιού με τίτλο «Τρεις αρραβωνιασμένοι». Δεν είχε καθόλου ενδείξεις συνοδείας, μόνον σκέτη η φωνητική γραμμή. Εναρμόνισα/ενορχήστρωσα το τραγούδι για φωνή και κουαρτέτο εγχόρδων. Το τραγούδι γράφτηκε από τον Μίκη στη δεκαετία του ’40, «τρεις αρραβωνιασμένοι στην Ικαριά» σε στίχους του ίδιου του Μίκη. Του άρεσε που το άκουσε αν και δεν το θυμόταν καθόλου.

Το Κουαρτέτο «Μάζα»: https://www.youtube.com/watch?v=InKdKWsXXto

 

 

Ένα βράδυ, και πάλι στο Μέγαρο Μουσικής, είχα πάει με τα παιδιά μου για να ακούσουμε μία χορωδία που μεταξύ άλλων θα τραγουδούσε και Μίκη. Ήταν εκεί. Μας είδε και μας ζήτησε να καθίσουμε κοντά του. Τα παιδιά μου πρέπει να ήταν εννέα ετών. Μιλήσαμε πολύ ώρα με τα παιδιά και μου έλεγε νέα σχετικά με τα κουαρτέτα του. Ακούσαμε το «Κοιμήσου αγγελούδι μου» ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Ο μικρός μου Κωσταντής έσκυψε και μου είπε: «Μπαμπά, τι όμορφο τραγούδι!». Τον παρότρυνα να του το πει διότι καθόμασταν πίσω του. Ο Κωσταντής τον ακούμπησε στον ώμο: «κ. Μίκη, πολύ όμορφο το τραγούδι σας». Γύρισε και τον κοίταξε σαν παππούς με συγκίνηση και χαρά.

 

 

Αυτός ο γίγαντας είχε πολλές στιγμές ανασφάλειας και αναστολών όσο κι αν φαίνεται απίστευτο από το μέγεθος της προσωπικότητας. Εγώ έζησα τέτοιες στιγμές και θα τις θυμάμαι. Κάποιοι εκπλήσσονται όταν το λέω αλλά είναι αλήθεια. Κάποια άλλη στιγμή θα διηγηθώ συζητήσεις που είχα μαζί του για τον φόβο του «μετά» σε σχέση με την αξία της μουσικής του, για την δική του ανάγκη να επιβεβαιώσει τη σημασία των όσων έκανε. Ένα μόνον θα πω. Άκουσα από τα χείλη του τη φράση: «δηλαδή, κάτι έκανα κι εγώ…». Ήμασταν οι δυο μας. Με είχε ρωτήσει εάν πραγματικά μου άρεσε το 1ο του Κουαρτέτο. Έχει τίτλο «Το κοιμητήρι». Του απάντησα πως το βρίσκω εξαιρετικό και πολύ πρωτότυπο ως δομή. Επέμενε «δηλαδή σου αρέσει πραγματικά;» …επέμενα κι εγώ πως αληθινά μου άρεσε. Τότε είπε αυτή τη φράση… «δηλαδή, κάτι έκανα κι εγώ…». Διστάζω να βάλω ερωτηματικό στη φράση αυτή διότι το θυμάμαι, ακούω τον τονισμό της ερώτησης στη μνήμη μου αλλά δεν είμαι σίγουρος…

Εμένα ο Μίκης Θεοδωράκης μου φέρθηκε με γενναιοδωρία και ειλικρίνεια. Ξέρω από συναδέλφους και φίλους πολλές ιστορίες διαφορετικές, παράπονα και προβλήματα. Όλα είναι μέσα στη ζωή και έχουν την αλήθεια τους. Εγώ καταθέτω την δική μου εμπειρία, την δική μου μνήμη. Δέχτηκα ένα πρωί ένα τηλεφώνημα από την γραμματέα του την κ. Παρμενίδου: «… ο κ. Μίκης θέλει να σας δει. Πότε μπορείτε;». Βρήκαμε την ημέρα και τη ρώτησα εάν θα μπορούσα να είμαι μαζί με την Ευγενία. «Και βέβαια, θα το χαρεί πολύ». Ήταν ένα υπέροχο απόγευμα στο σπίτι του. Μιλήσαμε οι τρεις μας περισσότερο από τρεις ώρες. Ανεξίτηλη η εντύπωση από τα λόγια ενός φίλου –με συστολή χρησιμοποιώ τη λέξη- που μας κάλεσε για έναν απλό καφέ, μια βροχερή Τετάρτη ήταν. Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε πολύ για μουσική. Για τις οικογένειές μας λέγαμε, τις σπουδές μας, τα παιδιά μας. Φυσικά και η διήγηση πέρασε στους αγώνες, στις εξορίες, στην πολιτική.

Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος κριτής. Θα μελετηθεί, ελπίζω, το φαινόμενο «Μίκης Θεοδωράκης» και θα του αποδοθεί η αλήθεια, θα προσδιοριστεί η θέση και το μέτρο. Πιστεύω πως από το έργο του θα ζήσουν πολλά. Κάποια, μάλιστα, που δεν τα φανταζόμαστε. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω με μουσικές πληροφορίες. Τα τραγούδια θα ζήσουν όσο η κοινωνία θυμάται. Είναι τραγούδια που φέρουν μνήμες συλλογικές. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για το μέλλον όσο αναχωρούν οι γενεές που ενέπνευσαν και εμπνεύστηκαν από αυτά. Ο λυρικός Μίκης όσο ο άνθρωπος αναζητά την ομορφιά θα υπάρχει.

Από τα άλλα έργα δεν μπορώ να φανταστώ πως θα χαθούν έργα όπως η 3η Συμφωνία, τα τραγούδια «Έρως & Θάνατος», ο «Οιδίπους Τύραννος» για έγχορδα, η «Ελληνική Αποκριά» καθώς και κάποια έργα μουσικής δωματίου. Αλήθεια: έχουμε ακούσει/δει με προσοχή τα πρελούδια για σόλο πιάνο; Τη 2η Λειτουργία για τα παιδιά που χάνονται στον πόλεμο σε ποίηση Λειβαδίτη…

Ας είχαμε όλοι έστω κι ένα μικρό κομμάτι από την ακάματη εργατικότητά του. Μόνον τις χιλιάδες σελίδες μουσικής, τις χιλιάδες σελίδες κειμένων, τις εκατοντάδες συναυλίες να σκεφτεί κανείς καταλαβαίνει πως πράγματι έζησε χίλιες ζωές σε μία. Μόνον ως γραφική εργασία είναι άθλος.

Θα μπορούσα να γράψω ένα κείμενο με ανάλογη έκταση εκφράζοντας τις αντιθέσεις μου, τα λάθη του κατά τη δική μου αντίληψη, τις υπερβολές και τα ελαττώματά του. Τι νόημα έχει όμως. Μόλις ακούσω το τραγούδι «με τ’ αστεράκι της αυγής» τα ξεχνάω όλα. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ.

Ανάμνηση: τον Μάρτιο του 2011 παίχτηκε ένα έργο μου στην Όπερα του Κιέβου. Στην ίδια συναυλία, με έργα ελλήνων συνθετών, παίχτηκαν και αποσπάσματα από τη μουσική για το μπαλέτο «Ζορμπάς». Είχαν έρθει έλληνες από το Χάρκοβο και την Οδησσό οδικώς κάνοντας σε ατέλειωτες ώρες το ταξίδι  για να ακούσουν Μίκη. Δεν φαντάζομαι πως ήρθαν για να ακούσουν μόνο Καλομοίρη, Σκαλκώτα, Μούζα και Τσαλαχούρη. Όταν βγήκε στη σκηνή η κοπέλα που τραγούδησε το «αστεράκι της αυγής» τα έχασα. Ήταν πανέμορφη και της είχαν δώσει να κρατάει ένα τριαντάφυλλο. Νομίζω πως δεν υπήρχε ούτε ένας θεατής μέσα σε αυτό το τεράστιο θέατρο που να μην δάκρυσε. Τόση ομορφιά σε λίγα λεπτά δύσκολα αντέχει κανείς.

Για την πολιτική του διαδρομή δεν θα πω τίποτε… θα τον κρίνει η ιστορία. Τα έχουμε ζήσει, τα έχω ζήσει. Εγώ είμαι ένας μουσικός και μίλησα από αυτήν και για αυτήν την πλευρά. Είναι αδύνατον ένας έλληνας μουσικός να μην έχει παίξει έστω και μία μόνον νότα που έγραψε το χέρι του Μίκη Θεοδωράκη.

Η προσφορά του είναι δυσθεώρητη και κάθε προσπάθεια περιγραφής θα είναι τουλάχιστον ελλιπής. Θα αναφέρω μόνον μία: Ο Μίκης με την μουσική του έβαλε στο στόμα κάθε Έλληνα στίχους μεγάλων ποιητών δημιουργώντας καθιστώντας τη μουσική του μία κιβωτό της νεοελληνικής ποίησης, της νεοελληνικής γλώσσας. Κάθε μαθητής σε όλα τα σχολεία της χώρας θα τραγουδήσει τους στίχους του Ελύτη «Την δικαιοσύνης ήλιε νοητέ / και μυρσίνη εσύ δοξαστική». Στίχος δύσκολος στο νόημά του, με πανέμορφες λέξεις και υψηλή ποιητική πνοή. Μόνον μέσα από την μουσική θα μπορούσε να γίνει κτήμα, κοινό κτήμα ένας τέτοιας αξίας λόγος. Εάν προσθέσουμε τον Ρίτσο, τον Σικελιανό, τον Λειβαδίτη και τόσους άλλους θα φτιάξουμε, όπως είπα, μία κιβωτό κατάφορτη από ομορφιά και ελπίδα. Δεν μένει παρά να επιβιβαστούμε τραγουδώντας.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ
4 Σεπτεμβρίου 2021

 

 

Διασχίζοντας τον βάλτο

 

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μικρό σχόλιο στό ποίημα τοῦ Olav H. Hauge «Διασχίζοντας τόν βάλτο»

Ἐδῶ εἶναι οἱ ρίζες ὅλων τῶν δέντρων πού πέθαναν,
γιά νά μπορεῖς νά βαδίζεις ἀσφαλῶς
πάνω στά ὑδαρῆ σημεῖα πού ὑποχωροῦν.
Ρίζες σάν αὐτές κρατοῦν τήν σταθερότητα, εἶναι
πιθανόν νά βρίσκονται ἐδῶ αἰῶνες.
Κι ὑπάρχουν ἀκόμα κάποια μαῦρα
ὑπολείμματά τους κάτω ἀπ’ τά βρύα.
Ὑπάρχουν ἀκόμα στόν κόσμο καί σέ
στηρίζουν γιά νά μπορέσεις νά φτάσεις στό τέλος.
Κι ὅταν σπρώχνοντας βγεῖς πέρα στήν βουνίσια λίμνη,
ψηλά, νιώθεις πῶς ἡ μνήμη
ἐκείνου τοῦ παγωμένου προσώπου
πού πνίγηκε κάποτε ἐδῶ
βοηθᾶ νά μένει στήν ἐπιφάνεια ἡ εὔθραυστη βάρκα σου.
Αὐτός, πραγματικά τρελός, ἐμπιστεύθηκε τή ζωή του
στό νερό καί τήν αἰωνιότητα.

Δοκίμαζα νά τό γυρίσω στή γλώσσα μας, ἀπό τά ἀγγλικά βέβαια, τίς μέρες πού καιγόταν ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ὁ τόπος πάλι. Σκεπτόμουν πώς ὁ Νορβηγός, πού λάτρευε τά δέντρα, στεκόταν μέ εὐγνωμοσύνη ἀκόμα καί πρός τίς ἀρχαῖες τους ρίζες, αὐτές πού εἶχαν ἀπομείνει στόν βαλτότοπο. Θαυμάζοντας παρατηρεῖ πώς τά μισοβυθισμένα κούτσουρα σέ στηρίζουν νά τόν διαβεῖς. Δέν εἶναι δύσκολο νά δοῦμε τήν κυρίαρχη μεταφορά τοῦ ποιήματος: πορεία ζωῆς μ’ ἕνα εὔθραστο σκάφος, τό σῶμα, πάνω σέ ἀνασφαλές ἔδαφος, ἕναν κινούμενο βάλτο. Μόνον ὅταν βγεῖς στά Τερπνά Βουνά, στά ὁποῖα προσέβλεπε καί προσδοκοῦσε ὁ ἥρωας στό μεσαιωνικό Ταξίδι τοῦ Προσκυνητῆ, μπορεῖς νά διακρίνεις τή βοήθεια πού πῆρες ἀπό τίς παλιές ρίζες. Εἶναι ἴσως πράξη τρέλας νά ἐμπιστεύεσαι κι ἐσύ, σάν τόν παλιό πνιγμένο, τό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά τί θ’ ἀπογίνεις χωρίς καμιά ἐμπιστοσύνη στίς ρίζες κι ἔχοντάς τις ὅλες κάψει; Ποιός εἶναι ὁ τρελός ;

Πᾶμε τώρα νά καλύψουμε μέ λέξεις τά ἐγκαύματα τῶν Δέντρων. Τίς χιλιάδες μαῦρες πληγές τῶν Δασῶν πού ἀνοίξαμε. Πᾶμε τώρα νά κρυφτοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις. Νά ὑποκριθοῦμε πώς ἀναπνέουμε ὀξυγόνο. Μασκοφόροι, πᾶμε νά φτιάξουμε αἰσιόδοξα χειροποίητα προγράμματα: «Νά πάρουμε πίσω τη ζωή μας…» Λές ἡ ζωή εἶναι ἐνέχυρο. Τό ἄχυρο τῆς ζωῆς μας τό Ἀχειροποίητο.

Ἄν πνιγοῦμε στόν βάλτο μας, Ὄλαφ, δέ θά ’μαστε οἱ τρελοί πού ἐμπιστεύθηκαν τή ζωή τους στό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Θά εἴμαστε κάποιοι ἀπαθεῖς μέ παγωμένα πρόσωπα. Τά νεκρά μούσκλια καί βρύα πᾶνε τώρα νά σαβανώσουν τά Πλάσματα στά Δάση.

Νά ξεχαστοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις, μπορεῖ. Νά κρυφτοῦμε ἀπό τά ἀνομήματά μας, ἀδύνατον.

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

 

 

Γιατί καίγονται οι εκκλησίες στον Καναδά;

 

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η σύγχρονη φιλελεύθερη μυθολογία θέλει τον Καναδά έναν επίγειο παράδεισο σε έναν σπαραζόμενο κόσμο. Μια πλούσια χώρα με συναρπαστική φύση, υψηλό βαθμό κοινωνικής συνοχής και, κυρίως, πρότυπο πολυπολιτισμικής συμβίωσης. Είναι παράδοξο λοιπόν το ότι ο διεθνής τύπος έχει ασχοληθεί ελάχιστα με το κύμα βανδαλισμών και εμπρησμών σχεδόν 60 εκκλησιών, κυρίως ρωμαιοκαθολικών, που έλαβε χώρα αυτό το καλοκαίρι στον Καναδά.

Καθώς οι εμπρησμοί έπληξαν εκκλησίες που βρίσκονται σε εδάφη των αυτοχθόνων Καναδών (αυτούς που λέγαμε «Ινδιάνους» και που στον Καναδά αποκαλούνται «Πρώτα Έθνη»), είναι σχεδόν βέβαιο ότι συνδέονται με το σκάνδαλο των θρησκευτικών οικοτροφείων που ξέσπασε μερικούς μήνες πριν. Τα οικοτροφεία λειτουργούσαν υπό την επίβλεψη των μεγαλύτερων εκκλησιών, αν και στην πορεία πέρασαν υπό τον έλεγχο του κράτους του Καναδά, και στέγασαν στον περίπου έναν αιώνα ύπαρξής τους 150 χιλιάδες παιδιά που είχαν αποσπαστεί από τις αυτόχθονες οικογένειές τους, συχνά με την βία.

Αποστολή των οικοτροφείων ήταν η εξάλειψη της γλώσσας και του πολιτισμού των «Ινδιάνων» και η μετατροπή τους σε «τυπικούς» Καναδούς πολίτες. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν απάνθρωπες, με αποτέλεσμα χιλιάδες παιδιά στο πέρασμα των δεκαετιών να πεθάνουν. Τα οικοτροφεία δεν επέστρεφαν τις σωρούς στις οικογένειές τους, αλλά τις έθαβαν σε μαζικούς τάφους. Ήταν η αποκάλυψη αυτών των μαζικών τάφων – έως και 1200 σε πέντε διαφορετικά σχολεία στον δυτικό Καναδά – που δημιούργησε κύμα αγανάκτησης σχετικά με τα δικαιώματα και την καταπίεση των Πρώτων Εθνών. Καθώς τα οικοτροφεία για μεγάλο διάστημα λειτουργούσαν υπό την επίβλεψη των εκκλησιών και η θρησκεία έπαιζε μεγάλο ρόλο στην εκπαίδευση των παιδιών, θεωρείται βέβαιο ότι ομάδες ακτιβιστών προχωρούν σε εμπρησμούς για να τιμωρήσουν την εκκλησία και τον Χριστιανισμό.

Γίνεται εύκολα κατανοητό γιατί αυτό το σκάνδαλο έχει αποκτήσει τόση δημοσιότητα σήμερα, σε μια εποχή όπου, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό κόσμο, υπάρχει έντονη συζήτηση για την κληρονομιά του ιμπεριαλισμού, της αποικιοκρατίας και της δουλείας. Εξίσου εύκολα κατανοητό όμως γίνεται, δυστυχώς, και το γιατί η αντίδραση της κυβέρνησης και της κοινής γνώμης στο κύμα εμπρησμών είναι εξαιρετικά υποτονική.

Ο πρωθυπουργός Ζυστέν Τρυντώ έκανε την πρώτη του δήλωση για το θέμα μόλις 10 ημέρες μετά τον πρώτο εμπρησμό, και ενώ ήδη δεκάδες εκκλησίες είχαν καεί. Μέχρι τις αρχές Αυγούστου μόλις ένας ύποπτος είχε συλληφθεί, οδηγώντας έναν συντηρητικό αναλυτή να σχολιάσει ότι «ο Τρυντώ έχει βάλει περισσότερους ανθρώπους φυλακή για το έγκλημα να πάνε στην εκκλησία για να παρακολουθήσουν λειτουργία [σσ: αναφερόμενος στα μέτρα για την πανδημία] παρά για το έγκλημα να την κάψουν».

 

 

Για τον Τρυντώ η υπόθεση είναι δύσκολη, όχι μόνο γιατί, αντίθετα με την προοδευτική επικοινωνιακή περσόνα που προσεκτικά έχει φιλοτεχνήσει, έχει πάρει πολλές αποφάσεις που θεωρείται ότι προσβάλλουν τα συμφέροντα των Πρώτων Εθνών. Αλλά και γιατί τα οικοτροφεία λειτουργούσαν υπό τον έλεγχο του κράτους όταν ο πατέρας του ήταν πρωθυπουργός την δεκαετία του 1970. Ανάλογη διστακτικότητα υπάρχει και από την ηγεσία των εκκλησιών των οποίων ναοί κάηκαν, προφανώς υπό την πίεση του κλίματος που βλέπει τον χριστιανισμό ως όργανο καταπίεσης. Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από φωνές που βλέπουν τους εμπρησμούς των εκκλησιών ως δικαιολογημένη έκφραση αγανάκτησης, αν όχι νόμιμα αντίποινα, για τα εγκλήματα της αποικιοκρατίας. Σε αυτό το κλίμα μπορεί κάποιος να καταλάβει κα την έλλειψη σοβαρής δημοσιογραφικής κάλυψης των εμπρησμών διεθνώς.

Η αλήθεια βέβαια είναι αρκετά πιο περίπλοκη, και δείχνει πώς η, αναγκαία σε κάποιες χώρες, συζήτηση για τις συνέπειες της αποικιοκρατίας εκτρέπεται από ακραίες ιδεολογικές ατζέντες. Το πρώτο πράγμα που αποσιωπάται είναι ότι οι ίδιοι οι αυτόχθονες Καναδοί στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν εγκρίνουν τους εμπρησμούς. Ακόμα και εκπρόσωποι των Πρώτων Εθνών που κατηγορούν την εκκλησία για το δράμα των οικοτροφείων έχουν καταδικάσει τις επιθέσεις. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία, οι πάλαι ποτέ «Ινδιάνοι» είναι εξαιρετικά θρησκευόμενοι και έχουν οικοδομήσει γύρω από την χριστιανική θρησκεία μεγάλο μέρος της κοινωνικής τους ζωής. Οι εμπρησμοί συνιστούν επίθεση σε ένα σημαντικό συστατικό του σημερινού πολιτισμού των Πρώτων Εθνών, παρά την δύσκολη ιστορικά σχέση τους με αυτό.

Βλέπουμε εδώ την επανάληψη ενός μοτίβου που είχε παρατηρηθεί και το καλοκαίρι του 2020 στις ΗΠΑ με τις διαδηλώσεις του κινήματος Black Lives Matter. Όσο τα μεγάλα αμερικανικά ΜΜΕ επέμεναν με τρόπο κωμικό ότι οι διαδηλώσεις ήταν «ειρηνικές» ενώ μετέδιδαν ζωντανές εικόνες βανδαλισμών, ταυτόχρονα αποσιωπούσαν φωνές μαύρων καταστηματαρχών που εκλιπαρούσαν για αστυνομική προστασία ενώ οι περιουσίες τους καίγονταν. Με τον ίδιο τρόπο στον Καναδά σήμερα, πολλοί αυτόχθονες είναι πεπεισμένοι ότι οι εμπρησμοί δεν γίνονται από άλλους αυτόχθονες αλλά από λευκούς Καναδούς αριστερούς, οι οποίοι μέσα από μια διεστραμμένη έννοια επαναστατικότητας κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα με τα οικοτροφεία του παρελθόντος: βανδαλίζουν και καταστρέφουν τον ιδιαίτερο πολιτισμό των Πρώτων Εθνών.

Αλλά ακόμα και η έννοια του «σκανδάλου» στην υπόθεση είναι τεχνητή, αν κάποιος γνωρίζει τα γεγονότα επακριβώς. Εδώ και δεκαετίες οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης είχαν γίνει αντικείμενο δημοσιογραφικής έρευνας στον Καναδά. Το συγκεκριμένο ζήτημα των τάφων είχε καταγραφεί με κάθε λεπτομέρεια από την Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης για τις σχέσεις με τα Πρώτα Έθνη το 2015. Ενώ η δημοσιογραφική κάλυψη αφήνει την εντύπωση ότι χιλιάδες μαζικοί τάφοι αποκαλύφτηκαν φέτος, ξεσκεπάζοντας ένα μυστικό αιώνων, αυτό που έχει γίνει στην πραγματικότητα είναι ότι ένα ήδη καλά γνωστό ζήτημα ανήχθη σε σκάνδαλο σε μια εποχή όπου η δημόσια σφαίρα ψάχνει παντού αποδείξεις «συστημικού ρατσισμού» και «αποικιοκρατίας».

Κανείς φυσικά δεν αμφισβητεί ότι ο πολιτισμός και τα δικαιώματα των Πρώτων Εθνών επλήγησαν βάναυσα από την δυτική – πρώτα βρετανική και γαλλική, μετά καναδική – πολιτική. Το ερώτημα όμως είναι αν η σύγχρονη οπτική μιας αδικίας που έλαβε χώρα πριν δεκαετίες ή αιώνες αποδίδει δικαιοσύνη σχετικά με το ποιος είναι ο φταίχτης και, σε τελική ανάλυση, βοηθά όντως να επανορθωθούν αυτές οι αδικίες σήμερα ή απλά εξυπηρετεί άλλους σκοπούς.

Σε ένα πρώτο πρακτικό επίπεδο, η παρουσίαση των οικοτροφείων ως κολαστήρια πολιτιστικής γενοκτονίας αγνοεί το ότι το 1883, όταν ξεκίνησε η λειτουργία τους, όλες οι μαζικές δομές κοινωνικής πολιτικής στον δυτικό κόσμο – οικοτροφεία, ορφανοτροφεία, σανατόρια – λειτουργούσαν σε συνθήκες απαράδεκτες για τα σημερινά πρότυπα. Το ότι «χιλιάδες παιδιά Ινδιάνων πέθαναν σε οικοτροφεία» ακούγεται σκανδαλώδες σήμερα, αλλά η τραγική αλήθεια είναι ότι χιλιάδες παιδιά τότε πέθαιναν σε πολλές ανάλογες δομές στον Καναδά και αλλού, κυρίως από γρίπη και φυματίωση. Η μαζική ταφή ήταν επίσης μια πρακτική της εποχής, ατυχής αλλά απαραίτητη για λόγους υγιεινής. Όσο για το ότι οι τάφοι ανακαλύπτονται σήμερα χωρίς διακριτικά, αυτό πιθανότατα έχει να κάνει με το ότι με την πάροδο των δεκαετιών αυτά εξαφανίστηκαν παρά με προσπάθεια συγκάλυψης. Όπως είπαμε, εκείνη την εποχή αυτές οι πρακτικές ήταν δυσάρεστες αλλά όχι κάτι που η κοινωνία δεν γνώριζε ή δεν φανταζόταν.

Αν εξετάσουμε και το ιδεολογικό πλαίσιο λειτουργίας των οικοτροφείων όμως, θα δούμε ότι η σημερινή «αντι-αποικιακή» τους ανάγνωση είναι απλουστευτική. Στην Βικτωριανή εποχή, ο «εκπολιτισμός των αγρίων» ήταν ένας κατεξοχήν προοδευτικός στόχος, που αντανακλούσε την αισιοδοξία του δυτικού ανθρώπου ότι η επιστήμη, η εκπαίδευση και η τεχνολογία θα οδηγήσουν στο ξεπέρασμα προλήψεων και δεισιδαιμονιών. Ο σκοπός της δημιουργίας των οικοτροφείων ήταν η αποκοπή των παιδιών από το φυσικό τους περιβάλλον και η μετατροπή τους σε σύγχρονο ορθολογικό άνθρωπο, μια αντίληψη που έχει τις ρίζες της στα πρώτα διδάγματα του Διαφωτισμού σχετικά με τον έμφυτο ρασιοναλισμό του ατόμου και την δυσμενή επιρροή οπισθοδρομικών πολιτιστικών προτύπων.

Στα τέλη του 19ου αιώνα επομένως, η μέθοδος των οικοτροφείων είχε την συνολική υποστήριξη της πολιτικής, της κοινωνίας και, κυρίως, της επιστήμης. Αν στα 1880 η πολιτική εξουσία ανέθεσε την λειτουργία τους στις μεγάλες εκκλησίες λόγω της μακράς εμπειρίας αυτών στην εκπαίδευση, τα οικοτροφεία επιβίωσαν δεκαετίες αφότου η καναδική κοινωνία είχε υποστεί ραγδαία εκκοσμίκευση και η λειτουργία τους είχε περάσει εξ ολοκλήρου στο κράτος μέχρι να σταματήσουν να λειτουργούν το 1996. Αν μη τι άλλο, και τα οικοτροφεία και το φαινόμενο της αποικιοκρατίας εν γένει θα πρέπει να αποτελούν προειδοποίηση για τις παράπλευρες συνέπειες που πάντα έχει η τυφλή εφαρμογή των ιδεών της πάση θυσία «προόδου» σε κάθε εποχή.

Ένας δεύτερος αναχρονισμός αφορά την κοινωνική διάσταση του προβλήματος των αυτοχθόνων. Αν και οι αυτόχθονες της Βορείου Αμερικής αντιμετωπίζονται στην εποχή μας με δικαιολογημένη συμπάθεια, ακόμα και σήμερα επιβιώνουν μεταξύ τους πολλές «πολιτιστικές πρακτικές» (για να χρησιμοποιήσουμε τον σχετικό ευφημισμό) που η σύγχρονη προοδευτική σκέψη λογικά θα έπρεπε να καταδικάζει απερίφραστα. Σε αυτό το πρόβλημα των «παράλληλων κοινωνιών» τουλάχιστον, ανάλογο με αυτό που αντιμετωπίζει η Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες, δεν είναι παράλογο να υποστηρίξει κάποιος ότι η επιρροή του εκχριστιανισμού τον τελευταίο ενάμιση αιώνα τις έφερε εγγύτερα στα δυτικά πρότυπα.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα των εμπρησμών, βλέπουμε λοιπόν πώς αυτοί που υποτίθεται ότι θέλουν να επανορθώσουν την καταστροφή που υπέστη ένας πολιτισμός από την αποικιοκρατία, επιτίθενται σε βασικά στοιχεία αυτού του πολιτισμού σήμερα – γιατί η χριστιανική θρησκευτικότητα είναι βασικότατο κομμάτι της ζωής των αυτόχθονων πληθυσμών της Βορείου Αμερικής. Και ενώ λένε ότι θέλουν να ανατρέψουν δομές ισχύος και εκμετάλλευσης, με κάποιο τρόπο τις συνέπειες του «αγώνα» – σπασμένες βιτρίνες, βανδαλισμένες εκκλησίες – τις υφίστανται πάντα αυτοί που θεωρητικά «απελευθερώνονται».

Οι ακραίοι αντι-αποικιακοί ακτιβιστές του σήμερα επομένως δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους ρασιοναλιστές αποικιοκράτες του χθες: και οι δυο αυτοί χαρακτηριστικοί τύποι της δυτικής νεωτερικότητας εμφορούνται από μια μεσσιανική αλαζονεία που τους δίνει το δικαίωμα να ανατρέψουν τον τρόπο ζωής και την ιδιοπροσωπία αυτών που πρέπει να βρουν την προοδευτική λύτρωση. Με άλλα λόγια, ένας πολιτισμός πρέπει να καταστραφεί για να σωθούν τα μέλη του. Και τότε και τώρα, οι «Ινδιάνοι» φυσικά ήταν απλά η δικαιολογία: ο πραγματικός στόχος ήταν και είναι να επιβεβαιωθεί η ηγετική θέση κάποιων στην νέα πρωτοπορία.

Ακόμα και οι ακραίοι ακτιβιστές πάντως έχουν την δικαιολογία ενός κάποιου ιδεαλισμού. Πολύ πιο απογοητευτική είναι η στάση πολιτικών τύπου Τρυντώ, που όχι μόνο αδυνατούν να λάβουν ξεκάθαρη θέση στο οποιοδήποτε ζήτημα παρουσιάζει έστω και έναν ελάχιστο βαθμό ηθικής ή ιστορικής αμφισημίας, αλλά επιτρέπουν σε κάθε είδους «προοδευτικό» ριζοσπαστισμό να υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς για τους οποίους κατά τα άλλα κόπτονται. Η αρχική διστακτικότητα του Τρυντώ να καταδικάσει απερίφραστα τις επιθέσεις – κάτι που μπορούμε να εικάσουμε ότι θα είχε κάνει αμέσως αν αυτές αφορούσαν άλλες θρησκείες – αναδεικνύει την πλαδαρότητα του κυρίαρχου ιδεολογήματος που συνδυάζει μια επιλεκτική αντιθρησκευτικότητα με μια άκριτη αποδοχή κάθε ιδέας και μόδας που παρουσιάζεται ως παράγοντας πολυπολιτισμικότητας.

Αυτή η μεροληπτική στάση είναι και απόδειξη της έλλειψης ιστορικού βάθους στην σκέψη των σημερινών ελίτ, που αγνοούν ότι η προστασία της πίστης υπήρξε  το θεμέλιο και πρωταρχική πηγή νομιμοποίησης της νεωτερικής κοσμικής εξουσίας. Αγνοούν επίσης ότι η επικρατούσα θρησκευτικότητα μιας κοινωνίας αποτελεί πάντα το ασφαλέστερο ανάχωμα έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, και ως μαζική έκφραση της ανθρώπινης αυτοτέλειας έναντι της πολιτικής εξουσίας και ως πλέγμα ηθικών αναστολών και αυτο-περιορισμού των ασκούντων αυτή. Είναι ακριβώς αυτός ο διττός ρόλος της θρησκείας που την κάνει απαραίτητο παράγοντα εξισορρόπησης σε ένα πολιτικό σύστημα. Ένα κράτος που δεν προστατεύει την πίστη είναι ένα κράτος που χάνει την αξιοπιστία του ως εγγυητής δικαιωμάτων των λίγων, και που κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί ότι δεν θα γίνει πηγή αυθαιρεσίας εις βάρος των πολλών.

Στην υπόθεση των εμπρησμών των εκκλησιών του Καναδά επομένως πιο ανησυχητική και από τον ιδεολογικό εξτρεμισμό μικρών ομάδων είναι η σιωπηλή ανοχή τους από το κατεστημένο της εξουσίας και των ιδεών. Νομίζοντας ότι ανανεώνουν την νομιμοποίησή τους με το να προσεταιρίζονται λίγη από την φρεσκάδα και ορμή του ακτιβισμού, στην πραγματικότητα αυτές οι ελίτ συμβάλλουν στην διάβρωση θεσμών και νοοτροπιών που αποτελούν την μόνη εγγύηση απέναντι σε κάθε είδους αυταρχισμό.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*Ο συγγραφέας είναι ερευνητής στο Κέντρο Ρομπέρ Σουμάν του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας και πρόεδρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής (ΙΝΣΠΟΛ).

 

 

 

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Το χαρτζιλίκι που άφηναν ήταν μια κάποια λύσις.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Το πτίλο στον αρσιβαρίστα

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Στις αρχές Ιουλίου έλαβα μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία μου ζητείτο να παρέμβω σε μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία, σύμφωνα με τους αποστολείς των μηνυμάτων, όφειλαν άπαντες να ταχθούν υπέρ ή κατά καθώς αυτή αφορούσε την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αντιπαρατιθέμενοι ήταν ένας κύκλος σχολιαστών και ένας εκδοτικός οίκος.

Λέω σήμερα, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της αντιπαράθεσης, πως τόσο ο κύκλος των σχολιαστών όσο και ο εκδοτικός οίκος, αποτελούν φατρίες, ανήκουν αμφότεροι σε ημικύκλια γνωμιακών αντιλήψεων. Εάν λοιπόν έχω κάτι να πω, δίχως αυτό να σημαίνει πως εάν δεν το εκφράσω η εν λόγω αντιπαράθεση θα απομείνει λειψή στην αποτίμησή της, ή, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην ενεχυρίασή της, είναι τα παρακάτω∙ τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από απλοποιημένα ψήγματα κειμένων που είχα συντάξει παλαιότερα. Εν ολίγοις θα επαναληφθώ.

Η ποίηση, εφόσον είναι τέχνη -διότι εάν δεν είναι τέχνη χρειάζεται άλλου είδους προσέγγιση- επικυρώνεται με τεκμήρια. Τα στοιχεία μέσω των οποίων επιβεβαιώνεται η ποίηση είτε είναι τεκμηριωμένα είτε είναι τεκμαιρόμενα. Τα τεκμήρια προκύπτουν από έρευνες, μελέτες, στα έργα των σημαντικότερων ποιητών. Τα τεκμήρια δηλαδή δεν στηρίζονται στην ανταπόκριση και την εμπειρία της ποίησης μα στο νόημα και την ερμηνεία της, δεν έχουν να κάνουν με τη συντέλεση ενός υποκειμένου εντός ποίησης ή με τον τρόπο, το είδος, της συντέλεσής του, μα με τη συντέλεση νέου περιεχομένου.

Η γνώμη, λοιπόν, οι γνώμες, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη ποίησης. Η γνώμη, είτε ως ασαφής δήλωση είτε ως σαφής, αποτελεί μεροληπτική πληροφορία, ενημέρωση μη δοκιμασμένη, μη αληθής -σε σχέση με το φαινόμενο της ποίησης ή επί της ποιητικής διάστασης–  η οποία εκφράζει σκέψεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, ανάγκες και αποβλέψεις.

Στον τομέα της ποίησης κάθε ομοθυμία όπως και κάθε διαφωνία εδράζει στις προαναφερθείσες χρονικές αξίες τεκμηρίωσης. Η διαφορά στον τομέα της ποίησης, δε, εδράζει εξίσου σε όλες αυτές τις χρονικές αξίες.

Όταν λοιπόν γεννάται αφορμή ή ανάγκη απόδειξης, κριτικής ή εξέτασης της ποίησης, συνολικά ή επί μέρους, δεν είναι λογικό να ερωτώνται μόνο όσοι φέρουν γνώμες, αυτό είναι εντελώς παράλογο, χρειάζεται να ερωτώνται κι εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι προσφέρουν τεκμήρια, όσο αντιθετικά, ανόμοια ή αντικρουόμενα μπορεί μεταξύ τους να είναι, καθώς τέτοια είναι τα είδη της ποίησης.

Η «δαψιλής δημοκρατικότητα» των γνωμών δεν αφορά την ποίηση, μολονότι αφορά το εύρος μιας αυταπάτης: υπεραφθονία τοποθετήσεων οι οποίες συγκλίνουν απολύτως σε ένα πράγμα, στο αλάθητο της από κοινού έγκρισής τους, θα μπορούσε να πει κανείς, μα είναι πιο ακριβές να πω ότι πρόκειται για μία και μόνη τοποθέτηση η οποία συντίθεται από παραλλαγές ομολογίας πίστης στο δόγμα της αισθητικής επιστασίας.

Μηχανισμό αξιοποίησης και παγιοποίησης των αποκυημάτων μιας τέτοιας αυταπάτης αποτελούν οι διαπιστώσεις και οι αξιολογήσεις οι οποίες έγκεινται σε κερδοσκοπίες μη κερδοσκοπικών εταιριών, σε εξουσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων, σε κινήματα πτωμάτων, σε συλλογικότητες ημιμαθών, σε ανθρωπάρια μικροφώνων και τραπεζοκαθισμάτων, σε επιτροπές διεκπεραιωτών ή υπαλλήλων.

Η δαψίλεια αυτή αποτελεί φαινόμενο κοινωνικό, όχι ποιητικό. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μηχανισμός αξιοποίησης και παγίωσής της είναι κατά πολύ σημαντικότερος από τις σημειωμένες λέξεις που, τρόπον τινά, εξυπηρετεί, καθώς δίχως αυτόν το μηχανισμό, οι σημειωμένες λέξεις δεν αρκούν για να γίνεται λόγος, για να προτείνεται μια «ταμπακιέρα», όπως συνηθίζουν να λένε.

Ο ντόρος είναι η ποίηση αυτού του μικρόκοσμου διότι η ποίηση δεν είναι ντόρος. Ανάμεσα στην ποίηση και στον διαχειριστικό, διαφημιστικό, ντόρο των εκδόσεων και των εκδηλώσεων υπάρχει χάσμα, το οποίο όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται αντί να περιορίζεται.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το ποιόν και το περιεχόμενο της ποίησης, στο οποίο αναφέρομαι εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαπέντε χρόνων η κατάσταση δεν έμεινε στάσιμη, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος, από λυπηρή έγινε κατάπτυστη. Τα τεκμήρια αξιολόγησης αυτής της κατάστασης υπάρχουν, είναι δημοσιευμένα. Δεν περιέχονται σε κάποιου προϊσταμένου ποίησης το ευαγγέλιο, μα ούτε σε κάποια από τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διακινούνται ως ιερά κείμενα της ποίησης.

Ο ρόλος της ποίησης είναι ασυγκέραστος. Το πρόβλημα που περιέχει τη λύση. «Το πτίλο στον αρσιβαρίστα».

Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η απόβλεψη αφορά τον μέσο όρο.

Ο μέσος όρος δεν είναι αμετάβλητος. Η εξέλιξη της ποίησης είτε από κακή γίνεται χείριστη είτε από καλή γίνεται καλύτερη, είτε το αντίστροφο, διαμορφώνει αδιάλειπτα έναν μέσο όρο. Αυτός ο μέσος όρος, εξελίσσεται και μεταβάλλεται επίσης, ο μέσος όρος γίνεται από κακός χείριστος και από καλός καλύτερος, είτε το αντίστροφο. Αυτό ονομάζεται νόρμα. Η νόρμα είναι εκείνη που διατηρεί τον εκδοτικό και τον «πολιτιστικό» μηχανισμό σε λειτουργία. Το ελάχιστο ποσοστό της ποίησης δεν είναι αρκετό για να διατηρεί αυτόν τον μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία. Εάν η ποίηση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο κανόνας είναι το έρμα του εκδοτικού-πολιτιστικού μηχανισμού. Ας μη λησμονούμε πως κάθε βράβευση και κάθε επιδότηση ενέχει κάποια συγκεκριμένη κριτική/πολιτιστική, και συχνά πολιτική, στόχευση. Ο βραβευμένος ή ο επιδοτούμενος συναινεί απολύτως σε αυτή κι επιπλέον παραδέχεται το ήθος και την ειδικότητα των μελών που την εξέφρασαν – εφόσον δεν την αρνείται.

Αυτά τα λίγα, επαναλαμβανόμενα, ως προκαταρκτικά.

Οι δημοτερπείς δεκαρολογίες δεν μπορούν παρά να είναι δημοσυντήρητες, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί οι προτιμήσεις δεν είναι σταθερές.

Παρίσι, 13 Ιουλίου 2021

Για την ελληνική οικονομία μικρό σχόλιο

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ελληνική οικονομία στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους έχει πραγματοποιήσει διαχρονικά σημαντική πρόοδο ώστε σήμερα να βρίσκεται, παρά την υπερδεκάχρονη βαθιά κρίση, στις 30 πρώτες αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη.

Η ιστορική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο παραγωγικό υπόδειγμα το οποία ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματώσει ουσιαστικά τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν από την ύπαρξη του ελληνικού κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επί της ουσίας «έχασε» τις δύο βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, και την ηλεκτρονική επανάσταση του τέλους του 20ου αιώνα. Στο παραγωγικό της υπόδειγμα ενσωμάτωσε πάντοτε μια μέση και χαμηλή τεχνολογία με ελάχιστες ίσως, κατά καιρούς, νησίδες υψηλότερης τεχνολογίας. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επανάσταση της ψηφιακής-τεχνικής νοημοσύνης η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήδη έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προηγμένες οικονομίες. Σημειώνω ότι η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε καταναλωτής τεχνολογίας και παραγωγός.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αφορμή τους πόρους που θα εισαχθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης επαναφέρει πάλι σε πρώτο πλάνο την αλλαγή του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος κυρίως με την ενσωμάτωση της νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας είναι μια παλιά συζήτηση η οποία διαρκεί στην χώρα τουλάχιστον από τις αρχές της μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αυτό που συνέβη ήταν ένας «ποσοτικός εκσυγχρονισμός» της οικονομίας που δεν ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως παράδειγμα αναφέρω την υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών (με ενσωμάτωση χαμηλής τεχνολογίας, π.χ. τουρισμό και εμπόριο), αλλά και την ουσιαστική εγκατάλειψη του μεταποιητικού τομέα. Είναι τουλάχιστον άξιον απορίας από που απορρέει η υπέρμετρη αισιοδοξία της κυβέρνησης ότι μπορεί να δρομολογήσει τέτοιες αλλαγές που θα θίξουν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ανιχνεύονται σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ότι ομιλεί για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος το 2021 και όχι για εκσυγχρονιστική προσαρμογή σε επιμέρους τομείς και σημεία δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος στο οποίο ενυπάρχουν εξ αρχής όλα τα σπέρματα της αποτυχίας. Τι είναι αυτό που κάνει την κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Αν θεωρεί η κυβέρνηση ότι είναι ο όγκος των πόρων που θα έχει στη διάθεσή της θα πρέπει να γνωρίζει ότι και στα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχουν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις, το Σχέδιο Μάρσαλ, τα Μεσογειακά Προγράμματα, τα Πακέτα Ντελόρ και γενικά τα Κοινοτικά Προγράμματα Στήριξης. Με τα προγράμματα αυτά εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία μεγάλα χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν διάφορα εμβληματικά έργα που θα οδηγούσαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και την χώρα σε νέες επιτυχίες. Γνωρίζουμε, εκ του αποτελέσματος, ότι τα μεγάλα αυτά ποσά δεν οδήγησαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, τα ονομαζόμενα «δομικά προβλήματα» της ελληνικής οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν αλλά, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία έκανε σημαντικά βήματα προόδου και πήρε θέση στις πλέον αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Οι φοβεροί σχεδιασμοί, τα αλλεπάλληλα μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου παρέμειναν στα γραφεία όσων τα σχεδίασαν και οι ανάλογες φιλοδοξίες των κυβερνήσεων που παρέμειναν να αιωρούνται στον αέρα της ανυπαρξίας στοιχειώνουν και τη σημερινή κυβέρνηση.

Αν ακόμη θεωρεί η κυβέρνηση ότι η οικονομική της ιδεολογία της παρέχει την δυνατότητα να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα και να επεμβαίνει σε αυτή, όλη η τελευταία περίοδος της κρίσης, σε παγκόσμιο περίοδο, έχει δείξει περίτρανα τις αποτυχίες της και μάλιστα σιγά σιγά έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται βασικά της θεωρητικά δόγματα.

Επιπλέον η ανακήρυξη συλλήβδην του προηγούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος ως «αντιπαραγωγικού», που αξίζει να καεί στις φωτιές της κόλασης, αποτελεί πράξη εθελοτυφλίας και αποπροσανατολισμού για την ιστορική παραγωγική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι, στην παρούσα συγκυρία και υπό τις παρούσες συνθήκες, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη δραστική αλλαγή στο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Όλοι όσοι σκέπτονται με τον τρόπο αυτό λοιδορούν πρωταρχικά τον εαυτό τους και μετά όλους τους υπολοίπους. Αν τα παραγωγικά υποδείγματα των διαφόρων χωρών μπορούσαν να μεταβληθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με βάση τα προτάγματα της ατελέσφορης οικονομικής discipline1, θα ζούσαμε σε άλλον κόσμο, πιθανά ιδανικό, όπως τα απαγωγικά οικονομικά υποδείγματα τα οποία παράγουν λύσεις μόνο στον πίνακα των αιθουσών διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάποιον άχρονο οικονομικό συμβολισμό, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επινοήσει άχρονο, οικουμενικό τρόπο ζωής τον οποίο κάποια «ορθολογική ύπαρξη» θα ακολουθεί όπου και όποτε συμβαίνει να ζει. Είναι ο καθένας ό,τι είναι, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τις ιδιαίτερες κατηγορίες, κοινωνικές και ψυχολογικές, πνευματικές και συγκινησιακές που επικρατούν σε δεδομένο χώρο και χρόνο.

Οι μεταβολές είναι μακρόσυρτες και μακροχρόνιες, απαιτούν μεγάλη προσπάθεια για να ενσωματωθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες, δεν είναι επ’ ουδενί γραμμικές, οι κινήσεις τους παρουσιάζουν άλματα προς τα εμπρός και μεγάλα πισωγυρίσματα η ιστορία είναι ανοικτή και οι σκοποί της διέπονται από ετερογένεια.

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους, στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»2

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας επιτρέπει τον υπέρμετρο κομπασμό των οικονομολόγων (εκτός των φιλοσόφων όπως σημειώνει ο Π. Κονδύλης).

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

1 Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία, 2013.
2 N. Machiavelli, «Ο Ηγεμόνας», στο: N. Machiavelli, Έργα, Τόμος Ι, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1984, σελ. 266-267.

~.~

Ο Γιάννης

*
~.~

Στους «δεξιούς» ξινίζει επειδή είναι μαύρος και, άκουσον-άκουσον, υπερήφανος και για τις αφρικανικές του ρίζες. Στους «αριστερούς» βρωμάει επειδή η ζωή του όλη είναι ένας ύμνος στο τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Οι νάρκισσοι του ατομικισμού απορούν που δεν κομπάζει για τα προσωπικά του επιτεύγματα και κάθε φορά μιλάει μόνο για την ομάδα του, για την πόλη του, για την πατρίδα του. Οι τραπεζορρήτορες του δικαιωματισμού σκυλιάζουν που δεν αναλώνεται σε καταγγελίες αλλά κάνει σιωπηρά ό,τι μπορεί: χτίζει γήπεδα για τα παιδιά, μοιράζει τρόφιμα, βοηθά όσους έχουν ανάγκη.

Τί άνθρωπος είναι αυτός που αρνείται να σπιλώσει την ελληνική σημαία κοτσάροντας πάνω την τζίφρα του, την ώρα που τόσοι και τόσοι «συμπατριώτες» του αυτή τη σημαία ζητούν να την κάψουν; Πού ακούστηκε ο αδελφός του ο Θανάσης να πληρώνει από την τσέπη του για να μπάσει χίλιους ομογενείς στο γήπεδο σ’ εκείνο το κρίσιμο ματς με τους Νετς;

Ο Γιάννης είναι ο εαυτός μας που απαρνηθήκαμε, αυτός που τιμά εκείνα που εμείς περιφρονήσαμε. Από την Ελλάδα είχε την τύχη να πάρει το καλύτερο. Χωρίς τους ιερείς και τους πνευματικούς του εκεί στα Σεπόλια, χωρίς τους σκάουτερ και τους προπονητές της εφηβείας του, χωρίς κάποιους γείτονες, χωρίς όλους αυτούς που στήριξαν την οικογένεια σε δύσκολες στιγμές, δεν θα ’πιανε ποτέ την πορτοκαλιά μπάλα στα χέρια του.

Και αυτή την μπάλα την έφτασε ψηλά. Η παραμυθένια ιστορία της οικογένειας Αντετοκούνμπο είναι η ζωντανή απόδειξη του πόσο δύσκολη είναι η ενσωμάτωση του ξενοφερμένου. Γιατί πρέπει να συντρέχουν και τα δύο αυτά: και η νέα πατρίδα να θέλει να εγκολπωθεί και να ενσωματώσει, και οι νέοι πολίτες της να αγωνιστούν συνειδητά να ενταχθούν και να προσφέρουν. Όταν λείπει η μια απ’ αυτές τις προϋποθέσεις, το τίμημα είναι τα γκέττο και η διάλυση.

Ο Γιάννης είναι περισσότερο Έλληνας απ’ όλους εμάς, για τον απλό, απλούστατο λόγο ότι την Ελλάδα εκείνος την ανέβασε ένα σκαλί ψηλότερα ενώ εμείς την κατακρημνίζουμε καθημερινά. Επειδή δηλαδή την είδε ως ιδεώδες αγαπητικό όχι ως νάυλον σύνθημα. Οι πολιτικάντηδες που μπαίνουν τώρα στην ουρά για να τον συγχαρούν ας μη μας εμποδίσουν να δούμε, να συναισθανθούμε αυτή την πελώρια διαφορά.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*

~.~

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»

«Ο Απών, ο Παρών, ο Ερχόμενος»: σχόλια στο συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια (Αραχτή Άρκτος, Λευκωσία 2021).

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία της γέννησης, και δη της γέννησης των εγγονιών, που όπως εύγλωττα αποτυπώνει η λαϊκή σοφία «είναι δκυο φορές παιδκιά μας», είναι κυρίως μια αμφίσημη και ταυτόχρονα αναγεννητική εμπειρία, αφού συντίθεται από την εναλλαγή ή τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων και καταστάσεων. Της χαρμόσυνης γέννησης των παιδιών-εγγονιών από τη μια, η οποία διασφαλίζει την αδιάκοπη συνέχεια της γραμμής αίματός μας μέσα στον χρόνο, κι από την άλλη της τραγικής επίτασης της αναπόφευκτης εγγύτητάς μας στο τέρμα και στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το σημαίνον από πολλές απόψεις συνθετικό ποίημα του Μιχάλη Παπαδόπουλου Πρώτα λόγια αναπηδά από τα βαθύτερα εσωτερικά —αναζωογονητικά και αναγεννητικά— του βιώματα και προβάλλει ως εσωτερική αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού του εαυτού μπροστά στο θαύμα της ζωής και της γέννησης, αποτυπώνοντας όχι μόνο την ωρίμανση του ποιητή, αλλά και μια καίρια ιστορικοκοινωνική θέαση του πραγματικού.[1]

(περισσότερα…)

Μία ἀνώτερη γλώσσα

*

ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
—ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους—

 *

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ χάνει τὴν ἀξία του σὲ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἄγεται καὶ φέρεται ἀπ’ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται στερρῶς ἀπὸ κάποιον ἐθνικὸ σχεδιασμό, μία κοινωνία ποὺ ζῆ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ὅραμα ―ἢ ἀκόμη χειρότερα σιτίζει τὸ σαρκίον της μὲ εὐτελῆ junk food ἰδεολογήματα― εἶναι δυστυχῶς ἡ γλώσσα. Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νὰ βγάζουν νόημα καὶ κοῦφοι νεολογισμοὶ ἀναδύονται ὅλο καὶ πυκνότερα γιὰ νὰ προσδώσουν περιεχόμενο σὲ ἀντίστοιχες κοῦφες θεωρητικὲς πομφόλυγες (φαινομενικὰ μεγάλες ἀλλὰ πλήρεις κενοῦ), τότε ὁπωσδήποτε κάτι συμβαίνει[1]. Ἡ γλώσσα ἀρχίζει νὰ μεταμορφώνεται σὲ κάτι δύσκαμπτο, ἐχθρικό, ξένο. Καὶ ἂν δεχτοῦμε τὴν (αὐθαίρετη) ἀρχὴ ὅτι ἡ γλώσσα διαρκῶς ἐξελίσσεται[2], τότε σίγουρα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει ἀγγίξει ἀνώτερα ἐπίπεδα ἐκφραστικῆς ἱκανότητας ἀπόδοσης τῶν πιὸ λεπτεπίλεπτων νοηματικῶν ἀποχρώσεων ― ἐπίπεδα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ σπανίως δυνάμεθα νὰ συλλάβουμε.

Στὸν βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτερότητας παρατηροῦμε, ἐδῶ καὶ μερικὲς ἑβδομάδες, νὰ θύουν οὐκ ὀλίγοι τηλεοπτικοὶ ἱερεῖς προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ ἀνεπίτρεπτο μέτρο περὶ διαχωρισμοῦ τῶν πολιτῶν σὲ ἐμβολιασθέντες καὶ μη-ἐμβολιασθέντες (μὲ τὴ δαιμονοποίηση τῶν δευτέρων). Ἡ προσέγγισή μου (καὶ ἔνσταση) δὲν εἶναι νομικοῦ χαρακτῆρος. Ἂς ὑπερασπιστοῦν οἱ νομικοὶ τὴν ἐπιστήμη τους. Εἶναι καθαρῶς γλωσσική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς μαθηματικὸς ποὺ ἔχει μάθει νὰ λέει τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα[3] ἀπαιτῶ κατ’ ἐλάχιστον σαφήνεια στὸν προφορικό (ἀλλὰ καὶ γραπτό) λόγο ποὺ χρησιμοποιεῖται ὅταν εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ πολίτες γιὰ πολιτικὲς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται. Νομίζω δὲν ζητάω πολλά. Πῶς ὅμως νὰ μὴν δυσφορεῖ κανεὶς ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος καθημερινῶς μ’ ἕναν μετα-γλωσσικὸ μηχανισμό, ὁ ὁποῖος μετέρχεται γλωσσικὰ τρὺκ προκειμένου νὰ βαπτίσει, τεχνηέντως, τὸ παράλογο ὡς λογικό, ἄρα καὶ σωστό, ἄρα καὶ ἠθικό! «Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προνομίων. Ὑπάρχει ζήτημα λογικῆς», μᾶς ἐξηγεῖ σοβαρῶς ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ κάποιο τηλεοπτικὸ παράθυρο. Καὶ γιὰ νὰ θέσει ἔτι περαιτέρω τὸ θέμα στὴ σωστή του βάση, σὲ ἄλλη του συνέντευξη, μᾶς ἐνημερώνει (καὶ καθησυχάζει) ὅτι ὅποιες ἀποφάσεις παρθοῦν καθόλου δὲν θὰ ἀφοροῦν στὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν μη-ἐμβολιασθέντων ἀλλὰ θὰ εἶναι «περισσότερο βαθμοὶ ἐλευθερίας τῶν ἐμβολιασμένων σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνεμβολίαστους» ― οἱ ὁποῖοι (ἐμβολιασμένοι) «θὰ μποροῦν νὰ κινοῦνται πιὸ ἐλεύθερα σὲ περισσότερους χώρους», σύμφωνα πάντοτε μὲ τὸν ὑπουργό.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Κόβω ὅμως τὸ κεφάλι μου ὅτι ἀνάλογα λογικὰ ἐπιχειρήματα θ’ ἀκούγονταν καὶ στὴ Γερμανία, τὶς παραμονὲς τοῦ 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ὅταν ξεφύτρωναν πινακίδες στὰ καταστήματα τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύοντας τὴν εἴσοδο στοὺς Ἑβραίους. Στὴν Τσεχία, μετὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ ’40, οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπισκέπτονται θέατρα, κινηματογράφους, καφετέριες, βιβλιοθῆκες ἐνῶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κάθονται στὸ τελευταῖο βαγόνι τῶν ἀστικῶν συγκοινωνιῶν[4]. Στὸν κακόβουλο ἀναγνώστη ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτὸ συνιστοῦσε παράφορη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μποροῦμε πλέον ν’ ἀπαντήσουμε ―μετὰ ἀπὸ χρόνια κερδισμένης σοφίας!― πὼς ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γενναία ἀπόδοση τινῶν βαθμῶν ἐλευθερίας στοὺς μη-ἑβραίους πολίτες· τίποτε περισσότερο. Οἱ δὲ Ἑβραῖοι (γιὰ δικό τους καλό) θὰ ἔπρεπε νὰ φέρουν σὲ εὐκρινὲς σημεῖο τὸ ἀστέρι τοῦ Δαυίδ. Σήμερα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ἀντικαθίσταται ἀπ’ τὶς μάσκες καὶ τὰ rapid test (γιὰ τοὺς μη-ἐμβολιασμένους μόνο). Διότι, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ προαναφερθεὶς ὑπουργός, «ἐφόσον ἐσὺ ἔχεις ἀποφασίσει νὰ κινδυνεύεις περισσότερο (=νὰ μὴν ἐμβολιάζεσαι) ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε μέτρα ποὺ θὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπιλογή σου». Γιὰ τὸ καλό σου, θὰ συμπληρώναμε ἐμεῖς.[5]

Ἴσως ν’ ἀκούγονται ἐκτὸς πραγματικότητας τὰ παραπάνω· ἱστορίες ἀπὸ κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μιὰ μικρὴ δόση ὑπερρεαλισμοῦ στὴν καθημερινότητά μας. Ὅπως στὴν ταινία Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τοῦ Ρομπέρτο Μπενίνι ὅπου τὸ παιδὶ ρωτάει τὸν πατέρα του γιατί στὸν φοῦρνο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Ἑβραίους καὶ στὰ σκυλιά (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή). Καὶ ὁ πατέρας, προσπαθώντας ν’ ἀπαλύνει τὸ παιδικὸ τραῦμα, τοῦ λέει μὲ ἀπόλυτη φυσικότητα ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἕνας καταστηματάρχης παρακάτω δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδο στοὺς Ἱσπανοὺς καὶ στ’ ἄλογα· ἢ στὸ φαρμακεῖο τῆς γειτονιᾶς, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Κινέζους καὶ στὰ καγκουρώ. Καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς, στὸ δικό τους βιβλιοπωλεῖο, καλὸ θὰ ἦταν ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους.[6] (περισσότερα…)

Θέρους ψόγος

*

ΘΕΡΟΥΣ ΨΟΓΟΣ

στὴν Αἰμιλία Ἰωαννίδου

Δὲν ξέρω ἐσεῖς τί λέτε πάντως, κύριοι,
μὰ ἐγὼ λατρεύω κρύο καὶ χειμῶνα
καὶ ἂν οἱ λόγοι μου ἠχοῦν μυστήριοι
σταθῆτε, σᾶς τὸ κάνω καὶ εἰκόνα.

Ἰδοὺ λοιπὸν τοῦ θέρους τὰ καμώματα
χωρὶς περιστροφὲς καὶ ἀποκρύψεις,
τὰ πάντα θὰ είπωθοῦνε μὲ ὀνόματα,
μὲ νούμερα, στοιχεῖα κι ἀποδείξεις.

Κινᾷς νὰ πᾷς στὴν θάλασσα χαράματα,
νὰ μὴ πετύχῃς κίνησι στὸν δρόμο,
μὰ εἶν’ αὐτὰ εὐχάριστα τὰ πράματα;
Διαλέγεις ἢ τὴν νύστα ἢ τροχονόμο;

Κι ἂς ποῦμε πὼς παρὰ τὸ μποτιλιάρισμα
κατάφερες νὰ φτάσῃς πρὶν τὴν μία∙
λοιπόν, σᾶς τὸ ἀφήνω, κύριοι, χάρισμα
αὐτὸ ποὺ ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ.

Μπροστά σου τὸ ἀμμῶδες παλκοσένικο,
ἡ πλάζ, ἡ παραλία, οἱ όμπρέλλες,
Βαβὲλ ποὺ προσελκύει κάθε ἔνοικο
καὶ κάθε θεοπάλαβου τὶς τρέλες.

Ἄλλοι τὰκ τάκ, χτυπᾶνε τὰ μπαλλάκια τους
μ’ ἐκεῖνες τὶς ἀπαίσιες ῥακέττες
καὶ μὲς στὰ λουλουδᾶτα στενοβράκια τους
σκορποῦν τὸν πανικὸ μὲ πιρουέττες.

Ἄλλοι τὰ μπράτσα σφίγγουν καὶ τὰ στήθη τους
μπροστὰ ἀπὸ κυρίες καλλιπύγους
κι ὑπόσχονται οἱ μύες τους ἀμύθητους
τοὺς παφλασμοὺς τοῦ ὁρμονικοῦ τους σφρίγους.

Πιὸ πέρα ἀρχίζουν οἱ ἀπρέπειες:
μὲ τάπερ παραμάσχαλα κι ἐπ’ ἄμμου
ἀπολαμβάνουν πλήρως τὶς συνέπειες
οἱ σύζυγοι τοῦ εὐτυχοῦς των γάμου.

Ἀνάμεσα σὲ ἴχνη ἀπὸ πέλματα
ποικίλων μεγεθῶν ἀνὰ τὰς θῖνας
ἀκοῦς ἐνθουσιώδη παραγγέλματα
στὴν κλίμακα τῶν τόνων τῆς σειρήνας.

«Κωστάκη, στὰ ῥηχὰ καὶ μή ξανοίγεσαι,
γιατί φορᾷς μονάχα ἕνα μπρατσάκι;
Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ τώρα νὰ πνίγεσαι,
βγὲς ἔξω νὰ στὰ ψάλω ἕνα χεράκι!

Βασίλη, εἶναι τὸ λάδι στ’ αὐτοκίνητο
μὲ δείκτη προστασίας στὸ τριάντα»
λέγει ἡ κομψότατη μαντὰμ καὶ τείνει τὸ
κλειδὶ ποὺ ἔχει βγάλει ἀπὸ τὴν τσάντα.

Μὰ δὲν τελειώνει ἀκόμη τὸ σενάριο
ἀπ’τὰ ἠχεῖα, πές, ποιος μὲ φυλάγει;
Βαρᾷ ἕνα τὰμ – τὰμ ὑποσαχάριο
καὶ λείπουν μόνο τῆς φυλῆς οἱ μάγοι.

Κι ἂν τρέξω νὰ γλυτώσω μὲς στὰ κύματα
ἀλλίμονο! θὰ πέσω σὲ κηλῖδα:
παχύρρευστο τὸ στρῶμα ἀπὸ τὰ λύματα
λαδιῶν λογῆς γιὰ κάθ’ ἐπιδερμίδα.

Σὲ ὕδατα βαθιὰ καὶ καθαρώτερα
μὲ ζώνει μιὰ τρομάρα πιὸ μεγάλη:
κι ἂν κάποιο ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμoκότερα
μοῦ κόψῃ ὅλο τὸ χέρι ἀπ’ τὴν μασχάλη;

Κι ἂν ξεπεράσω τὴν αἰγιαλίτιδα
καθὼς θὰ κολυμπῶ ἴδιος δελφίνι
(δὲν ἐκκινῶ καὶ βόρεια ἀπ’ τὴν Κρήτη δά!)
μοῦ λέτε, κύριοι, τότε τι θὰ γίνῃ;

Τὸ βλέπω τὸ κορμί μου τὸ νικέλινο,
ποὺ ἔχει σμιλευτῆ μὲ τόση χάρι,
σὲ μιᾶς ἀκταιωροῦ μὲ ἡμισέληνο
νὰ λιώνῃ τὸ πιὸ τρίσβαθο ἀμπάρι.

Θέρετρα λέτε ὑπάρχουνε καὶ ὄρεια.
Βεβαίως, συμφωνῶ καὶ ἐπαυξάνω,
μὰ νά καὶ κάτι σμήνη ἀπὸ πελώρια
κουνούπια σὰν Ῥαφὰλ ἐκεῖ ἀπάνω.

Μὰ πάλι καὶ στὴν κόλασι τῆς πόλεως
πῶς γίνεται κανεὶς νὰ παραμείνῃ;
Θὰ ἤμουν ἀσυγχώρητα ἐπιπόλαιος
ἂν ζοῦσα τόσους μῆνες στὸ καμίνι.

Ἀνάβουν πανταχόθεν τὰ τσιμέντινα
τοτὲμ τῶν ἐργολάβων κι ἐν ᾦ πρῶτα
μ’ ἐνδύματα κομψὰ τὸ σῶμα ἔντυνα
μὲ πνίγει τώρα αὐτὴ ἡ ῥεντικότα.

Ἱδρῶτα στάζει ὡς καὶ τὸ ἡμίψηλον
κι οἱ γκέτες μου κι αὐτὲς ἀκόμη ἱδρῶτα,
καὶ νά ποὺ ἀντικατέστησα τὸ ὕψιλον
καὶ γράφω τὸν ὑδρόβιο μὲ γιῶτα.

Ἂ ὄχι πιά! Τὸ θέρος δὲν λιμπίζομαι!
Χειμῶνες φέρτε μου, βροχὲς ἀβέρτα,
σ’ ἕνα βιβλίο μέσα νὰ βυθίζωμαι,
νὰ κάνω μακροβούτια στὴν κουβέρτα.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Νύχτες του Ιουλίου 2021

~.~

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ για πέμπτη συνεχή χρονιά εφέτος οργανώνουν στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, από τις 2 έως τις 31 Ιουλίου, κύκλο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη φετινή θεατρική παραγωγή του θεάτρου «Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, μουσική συναυλία με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη και τους συνεργάτες του, ανοιχτές συζητήσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων λειτουργίας του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, αφιερώματα σε μεγάλους Σταθμούς του Θεάτρου με καλεσμένους τους ποιητές και μεταφραστές Στρατή Πασχάλη και Γιώργο Μπλάνα, τιμητικές εκδηλώσεις για τον Γιώργη Μανουσάκη και τον Αλέξη Πολίτη, παρουσιάσεις βιβλίων των Γιάννη Κιουρτσάκη, Κώστα ΧατζηαντωνίουΛίλας Τρουλινού και Κώστα Κουτσουρέλη και συζήτηση με τους συγγραφείς τους. Μετά την τελευταία παράσταση θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Θανάση Βαλτινό.

Ακολουθεί το πλήρες και αναλυτικό πρόγραμμα όλων των εκδηλώσεων.

Την ευθύνη των εκδηλώσεων έχουν οι Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης, και Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας.

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

  

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Όλες οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.30 μ.μ. Όπου δεν αναγράφεται κάτι διαφορετικό, η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

 

Παρασκευή 2/7 | Θεατρική πρεμιέρα

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

 «Ο Αντρέας Κορδοπάτης είναι όλοι εκείνοι που προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τη νεοελληνική ένδεια. Υπέστησαν τα πάντα: ταπεινώσεις, κακουχίες. Τα κατάφεραν ωστόσο», έχει πει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Βαλτινός. Η Θεατρική Εταιρεία Μνήμη ανεβάζει στη σκηνή ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Σκηνοθετεί ο Μιχάλης Βιρβιδάκης. Ερμηνεύει ο ηθοποιός Φώτης Κοτρώτσος. Σκηνογραφία-κοστούμια Ξανθή Κόντου. Σύνθεση ήχων Δημήτρης Ιατρόπουλος. Φωτισμοί Μικαέλα Παπά.

Γενική είσοδος 14 €, φοιτητικό εισιτήριο 10 €

 

Σάββατο 3/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 4/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 5/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο Κυδωνία 2000-2020: 20 χρόνια προσφοράς στα Χανιά

Με έναυσμα την πρόσφατη έκδοση «Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη – Θέατρο Κυδωνία. 20 χρόνια θέατρο στα Χανιά» της Ιωάννας Ρεμεδιάκη (λέκτορος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ), η συγγραφέας και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία Μιχάλης Βιρβιδάκης συζητούν με το κοινό, τους δημοσιογράφους, τους φίλους και τους συνεργάτες του θεάτρου (ηθοποιούς, μεταφραστές, σκηνογράφους, μουσικούς, εθελοντές κ.ά.) για τα είκοσι αυτά χρόνια της διαδρομής του.

Τετάρτη 7/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο εκτός των Πυλών

Η Αλεξία Αλτουβά, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, συζητά με την Ιωάννα Ρεμεδιάκη και τον Μιχάλη Βιρβιδάκη για το ελληνικό θέατρο το εκτός Αθηνών, για τους θιάσους και τα σκηνικά εγχειρήματα της περιφέρειας, αλλά και για τη μακρά εκδοτική δραστηριότητα της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη. 

Παρασκευή 9/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 10/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς (Με τον Στρατή Πασχάλη) 

Στην πρώτη μιας σειράς από δύο βραδιές αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Κυριακή 11/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς (Με τον Γιώργο Μπλάνα)

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Δευτέρα 12/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Θαύμα και η Τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον Κόσμο του Ομήρου στην Παγκόσμια Επαρχία», του Γιάννη Κιουρτσάκη

Πίσω από την ποικιλία των θεμάτων που απαντούν στα έργα του Γιάννη Κιουρτσάκη υπάρχουν πάντοτε τρεις σταθεροί άξονες: η ταυτότητα, ατομική ή συλλογική ως αναπόφευκτη σχέση με τους άλλους· η δημιουργία, ως μοναδικό θεμέλιο ενός πολιτισμού· η αναζήτηση μιας ανθρώπινης ζωής στους δύσκολους καιρούς. Με αφορμή το νέο βιβλίο του, ένα δοκίμιο αναστοχαστικό για το 1821 και την πορεία του ελληνισμού έκτοτε (Πατάκης, 2020), τον συγγραφέα και το έργο του παρουσιάζει η Λίλα Τρουλινού, φιλόλογος και πεζογράφος. Μαζί του συζητά η φιλόλογος και συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζει ο Αιμίλιος Καλογερής.

Τετάρτη 14/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Παρασκευή 16/7 | Τιμητική εκδήλωση

Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη, οι Νύχτες του Ιουλίου τιμούν τον κορυφαίο φιλόλογο, τον ακαταπόνητο αναδιφητή της γραμματείας μας, τον γοητευτικό ομιλητή και συγγραφέα. Για τον άνθρωπο και το έργο του θα μιλήσουν οι Έμμυ Παπαβασιλείου, πολιτικός μηχανικός και σκηνοθέτις, Δημήτρης Πολυχρονάκης, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης και Γιάννης Δημητρακάκης, επίκουρος καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Σάββατο 17/7 | Τιμητική εκδήλωση και Μουσική συναυλία

«Στην Αρχή των Τραγουδιών»: Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

Η πορεία του Νίκου Ξυδάκη στην ελληνική μουσική μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει καρπούς που ανήκουν πλέον στην κοινή μας περιουσία: σημαδιακούς δίσκους, πασίγνωστους κύκλους τραγουδιών, συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς, ποιητές, μουσικούς και ερμηνευτές. Σε μια ατμοσφαιρική βραδιά, ο συνθέτης ανατρέχει σ’ αυτή του τη διαδρομή και ξαναστέκεται σε μερικούς από τους σημαντικότερούς της σταθμούς. Μαζί του οι μουσικοί Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, φωνή) και Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι, φωνἠ). Τον τιμώμενο συνθέτη θα προλογίσει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Μετά τη συναυλία ο Νίκος Ξυδάκης θα συνομιλήσει με το κοινό.

Γενική είσοδος 15 €

Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

Δευτέρα 19/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Τετάρτη 21/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 24/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 25/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση

Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο «Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές» (Κίχλη 2021), μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος.

Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία

«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη

Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Παρασκευή 30/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Ίδιο Χώμα. Κατεβαίνοντας τις Ανηφόρες της Ιστορίας», της Λίλας Τρουλινού

Το ταξίδι στον χρόνο δύο εφήβων από ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, σε μια απέλπιδα αναζήτηση της ρίζας του κακού στην αναστατωμένη εποχή μας. Για το πρόσφατο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού, ένα ιστορικό μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού και ορμητικής φαντασίας (Περισπωμένη, 2021), μιλούν η Νίκη Τρουλλινού, πεζογράφος, και η Άννα Λαμπαρδάκη, φιλόλογος. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Σάββατο 31/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Την τελευταία παράσταση του έργου θα τιμήσει με την παρουσία του ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός.