«Είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός»

 

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο Μίκης Θεοδωράκης από το πρωί της 2ας Σεπτεμβρίου 2021 ανήκει στην αιωνιότητα. Όπως είχε γραφεί για τον Παλαμά, «είχαμε ξεχάσει πως είναι θνητός». Ο Μίκης ήταν όλων. Εγώ έζησα έναν Μίκη διαφορετικό, μόνον μέσα από το κλασσικό του έργο. Είχα μαζί του κάποιες πολύ βαθιές συζητήσεις στις οποίες διέκρινα έναν άνθρωπο σκεπτόμενο με πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Είχε μεγάλες φιλοσοφικές ανησυχίες, σκέψεις για το μέλλον της μουσικής, την αξία της. Έβλεπα ακόμη και μελαγχολία στις διηγήσεις και κυρίως στους απολογισμούς.

Ένα βράδυ είχε έρθει στο σπίτι του βιολιστή Γιώργου Δεμερτζή για να ακούσει μία πρόβα με κάποια έργα του για συνδυασμούς εγχόρδων. Βιολί & βιόλα, βιολί & τσέλο κ.α. Ήταν σπουδές που είχε γράψει όταν ήταν στη Μακρόνησο, χωρίς πιάνο, και χωρίς μουσικό χαρτί. Οι συνδυασμοί ήταν υπαγορευμένοι από το ποιοι μουσικοί ήταν συγκρατούμενοί του και το τι όργανα έπαιζαν ή είχαν μαζί τους. Ο Γιώργος και τα υπόλοιπα μέλη του Νέου Ελληνικού Κουαρτέτου έπαιξαν τις σπουδές και με το τέλος κοίταξαν τον Μίκη περιμένοντας ένα σχόλιο. Εγώ καθόμουν πλάι του στον καναπέ του σπιτιού. Εκείνος είπε: «…σας παρακαλώ. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε κι έχω ανάγκη λίγα λεπτά σιωπής». Σε εκείνη τη σιωπή ένιωσα έντονα το βάθος της σκέψης του αλλά και τον φόβο και τον προβληματισμό  για το χρόνο και την ισοπεδωτική ορμή του.

Θα αναφέρω κάποιες στιγμές που παραμένουν ανεξίτηλες στη μνήμη μου σαν φόρο τιμής στον Μίκη Θεοδωράκη, μία σειρά από αναμνήσεις που διαμόρφωσαν μέσα μου ένα «δεδομένο» που δύσκολα μπορούσα να φανταστώ πως θα με επηρέαζε τόσο πολύ το φυσικό του τέλος:

Πρώτη φορά του μίλησα τον Ιανουάριο του 1987 μαζί με συμμαθητές από το Ωδείο. Του ζητήσαμε να παρακολουθήσουμε τις πρόβες της όπεράς του «Καρυωτάκης» στην Λυρική Σκηνή. Μας άφησε. Η παράσταση ήταν μαγευτική για τα αυτιά και τα μάτια μας. Η Κική Μορφωνιού στο ρόλο της Ρωμιοσύνης αξέχαστη. Στην πρεμιέρα του πήγα την παρτιτούρα του Άξιον Εστί που είχα αγοράσει για να μου την υπογράψει. Η ημερομηνία της πρεμιέρας της όπερας, όπως έχει αποτυπωθεί και στην αφιέρωση 14 Φεβρουαρίου 1987. Είναι η ημέρα θανάτου του Κουν. Η Μελίνα Μερκούρη παρακολουθούσε την πρεμιέρα και έφυγε στο διάλλειμα προφανώς επειδή την ενημέρωσαν. Με το τέλος της παράστασης ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ο τότε διευθυντής της Λυρικής, βγήκε στη σκηνή και ανακοίνωσε στο κοινό την απώλεια του Κουν. Χρόνια μετά του είπα, του θύμισα, πως μου είχε δώσει άδεια για τις πρόβες. Με ρώτησε γιατί δεν του μίλησα περισσότερο. Του απάντησα πως ντρεπόμουν, κι εκείνος πρόσθεσε «έπρεπε να μου μιλήσεις, έπρεπε να μιλάμε… ένιωθα πολύ μόνος τότε». Θα ομολογήσω μία κλοπή: βρήκα ένα μεσημέρι και με το τέλος διαλείμματος της πρόβας μία παρτιτούρα (σπαρτίτο) της όπερας. Δεν δίστασα και την πήρα. Την πήγα σε ένα φωτοτυπογραφείο στην οδό Σόλωνος και ζήτησα να γίνει αμέσως. Στο επόμενο διάλειμμα έβαλα το σπαρτίτο στη θέση του και κράτησα το αντίγραφο. Το έχω ακόμη. Ο Μίκης με μάλωσε όταν μετά από χρόνια που του το είπα. «Έπρεπε να μου το ζητήσεις». Πιστεύω, όμως, πως κατά βάθος τον κολάκεψε η παρανομία.

 

 

Τα πρώτα χρόνια της μουσικής μου αναζήτησης υπήρχε η εντύπωση πως Μάνος – Μίκης ήταν δύο φαινόμενα τόσο αντίθετα που τίποτε δεν μπορούσε να τα γεφυρώσει. Η αίσθηση που είχαμε όσοι σπουδάζαμε μουσική και μιλάγαμε για αυτήν ήταν πως οι δύο τους δεν θα αντάλλασαν ούτε καλημέρα. Τόσες διαφορές χάους βλέπαμε στη σχέση τους. Ένα βράδυ ήμουν στο σπίτι του Χατζιδάκι και μιλάγαμε χαλαρά. Χτύπησε το τηλέφωνο και κατάλαβα πως ήταν ο Μίκης. Μίλησαν ένα πεντάλεπτο τόσο φιλικά και άμεσα, υπήρχε τόση οικειότητα στη φωνή του Χατζιδάκι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Κάποια χάρη είχε ζητήσει ο Χατζιδάκις στον Θεοδωράκη κι εκείνος του τηλεφώνησε για να του πει πως το τακτοποίησε.

Ήμασταν στο Μέγαρο Μουσικής για να ακούσουμε μία εκτέλεση της 3ης του Συμφωνίας. Εάν θυμάμαι καλά έπαιζε μία ορχήστρα από την Αρμενία. Με το τέλος της συναυλίας ο Μίκης, με δυσκολία ανέβηκε στη σκηνή. Η δυσκολία στο βάδισμα. Το κοινό τον αποθέωνε και ζητούσε επίμονα μία επανάληψη. Η ορχήστρα και ο μαέστρος δέχθηκαν. Ο Μίκης, όμως, που βάδιζε δύσκολα δεν μπορούσε να κατέβει γρήγορα από τη σκηνή και ένας μουσικός από τα πρώτα βιολιά του παραχώρησε τη θέση του για να καθίσει. Έπαιξαν ξανά το 3ο μέρος της Συμφωνίας και ο Μίκης βρέθηκε καθισμένος και σκεπτικός ανάμεσα στους μουσικούς. Μία εικόνα αξέχαστη. Άκουγε όπως όλοι με το κεφάλι λίγο κατεβασμένο απολύτως ακίνητος. Κάτι ακόμη: το 3ο μέρος της 3ης Συμφωνίας το έχω ακούσει πολλές φορές και ανεξάρτητα από την υπόλοιπη Συμφωνία. Η καλύτερη εκτέλεση που έχω δει/ακούσει ήταν υπό τη διεύθυνση του Χατζιδάκι. Η ατμόσφαιρα της συναυλίας εκείνης ήταν μοναδική. Βρήκα την ημερομηνία… 3 Απριλίου 1991, τριάντα χρόνια πριν. Θυμάμαι στη συναυλία αυτήν την Κική Μορφωνιού.

Στο Ηρώδειο είχαμε πάει για να ακούσουμε υπό τη διεύθυνσή του το «Πνευματικό Εμβατήριο» σε στίχους Σικελιανού. Στην πρώτη σειρά, στο θώκο, καθόταν με τα ασπρόξανθα μαλλιά της η Άννα Σικελιανού. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χειροκρότημα του κατάμεστου Ηρωδείου μόλις ανακοινώθηκε η παρουσία της στη συναυλία. Ο Μίκης της έδωσε μία χειραψία, ένα φιλί. Μετά από αυτή τη συνάντηση του Μίκη με τη γυναίκα του Σικελιανού οι πρώτες νότες του «Πνευματικού Εμβατήριου» ήταν συγκλονιστικές.

Το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο είχε προγραμματίσει μία συναυλία στο Μέγαρο όπου μεταξύ άλλων θα έπαιζε και δύο έργα του Μίκη Θεοδωράκη. Το ένα θα ήταν το «Κοιμητήρι» και το δεύτερο ο «Οιδίπους Τύραννος». Ο Οιδίπους ήταν γραμμένος από τον Μίκη για ορχήστρα εγχόρδων. Δεν το γνώριζα το έργο και εντυπωσιάστηκα. Η αντιστικτική του ανάπτυξη, η αρμονική πυκνότητα και η δραματουργία μου φάνηκαν εξαιρετικά. Ο Γιώργος Δεμερτζής διαπίστωσε λίγες ημέρες πριν από την πρώτη προγραμματισμένη δοκιμή του κουαρτέτου πως ο «Οιδίπους» δεν μπορούσε να παιχτεί από τις πάρτες της μορφής για ορχήστρα εγχόρδων. Πυκνογραμμένη παρτιτούρα με πολλά divisi. Κλήθηκα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο να κάνω την μεταγραφή. Δυσκολεύτηκα πολύ διότι στην πραγματικότητα δεν ήταν «μεταφορά», έπρεπε να ξηλώσω το έργο και να απομονώσω τις μουσικές ιδέες ώστε να το ανασυνθέσω από την αρχή στη νέα διανομή οργάνων. Ο Μίκης παρακολούθησε μία δοκιμή πριν από τη συναυλία και είπε πως εκείνος δεν θα μπορούσε να κάνει αυτή τη μεταγραφή διότι θα τον εμπόδιζε η σκέψη που είχε βάλει στην πυκνή ορχηστρική γραφή. Θα προσθέσω πως σε μία φράση κολακευτική προς εμένα είπε πως η μορφή αυτή ίσως είναι καλύτερη από την ορχήστρα εγχόρδων διότι είναι περισσότερο διαυγής. Το έργο παίχτηκε στο Μέγαρο κι αργότερα το εξέδωσε με τον τίτλο Κουαρτέτο αρ.3 Epoca Nocturna, έργο του 1948 όταν ήταν δηλαδή 23 ετών.

Το κουαρτέτο: https://www.youtube.com/watch?v=Q81-VS_JnMQ&t=12s

Η Ορχήστρα εγχόρδων: https://www.youtube.com/watch?v=agYxYIDpeC0&t=20s

Το 2004 ολοκλήρωσα την δική μου 3η Συμφωνία με τίτλο «Η λύπη του Χρόνου». Τηλεφώνησα στον Μίκη και του ζήτησα, πριν από την προγραμματισμένη πρεμιέρα, να του δείξω σαν ένδειξη σεβασμού την παρτιτούρα. Πήγα στο σπίτι του και μου έκανε εντύπωση με πόση προσοχή γύριζε τις σελίδες. Σχολίασε «τολμηρό να ξεκινήσεις με σόλο πίκολο». Λίγες ημέρες αργότερα, στο Θέατρο Θησείο, έκανα μία διάλεξη. Παρόλο που ήταν ανήμερα στην ονομαστική του εορτή είπε στην οικογένειά του πως πρώτα θα πάει σε μία εκδήλωση και μετά θα είναι στο σπίτι του. Ήρθε και με άκουσε. Με άκουσε με προσοχή, πρόσεξε την μουσική που παίξαμε, το Νέο Ελληνικό Κουαρτέτο κι εγώ στο πιάνο. Στην βραδιά αυτή ήταν παρούσα και η Κική Δημουλά. Τους σύστησα, δεν είχαν συναντηθεί ποτέ μέχρι τότε.  «Είναι εδώ η κ. Δημουλά» του είπα «η ποιήτρια» συμπλήρωσε. Βγάλαμε μια ωραία φωτογραφία.

 

 

Θυμάμαι με μεγάλη συγκίνηση την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση της 4η Συμφωνίας (ήμουν και στην 2η). Ήταν στο Παλλάς Κυριακή πρωί Μάιος του 1987. Είχαμε πάει φίλοι με πολύ ενδιαφέρον. Στο πόντιου ήταν ο Λουκάς Καρυτινός που διηύθυνε με πολύ μεγάλη ένταση. Ήταν παράξενη η διανομή της ορχήστρας και πρωτότυπη. Από εκείνη την εκτέλεση θυμάμαι πολύ έντονα την Λήδα Τασοπούλου. Έχω ακόμη στ’ αυτιά μου τη φωνή της στα χορικά, χωρίς μικρόφωνο όρθια στη σκηνή ανάμεσα στα αναλόγια δεξιά. Κάποια στιγμή σήκωσε τα χέρια της και κοιτούσε ψηλά. Στην πρώτη της 2ης ένας φίλος, που συχνά αμφισβητούσε τον Μίκη και έλεγε πως πρέπει να του το λέμε όταν κάτι δεν είναι καλό, τον πλησίασε και του είπε πως δεν του άρεσε. Η 2η είναι έργο της δεκαετίας του ’50 που ολοκληρώθηκε, όμως, το ‘80. Στεκόμασταν και πάλι στο Παλλάς, πίσω πίσω στην πλατεία προς την έξοδο. Του είπε «δεν μου άρεσε, όχι Μίκη, δεν είναι καλό». Εκείνος δεν έδωσε μεγάλη σημασία αλλά του απάντησε ήρεμα «με ενοχλεί ο τρόπος που το λες». Δεν μπορώ να θυμηθώ την χρονολογία.

Ο  Μίκης χάρισε στη Βιβλιοθήκη του Μεγάρου στην Αθήνα ολόκληρο το αρχείο του. Εκεί, οι υπεύθυνοι, ανακάλυψαν ένα ημιτελές νεανικό του έργο: κουαρτέτο εγχόρδων με τον τίτλο «Μάζα». Μου ανέθεσαν να το ολοκληρώσω ώστε σε συναυλία να του προσφέρουν την «ολοκληρωμένη» εκτέλεσή του ως δώρο. Το έκανα με πολύ κόπο. Θα πω πως θαύμασα τον νεαρό Μίκη. Πήρα στα χέρια δεκάδες σελίδες για μόλις 10’ μουσικής. Η σκέψη, ο τρόπος επεξεργασίας του μουσικού υλικού, οι δοκιμές ήταν ιδιοφυείς.  Λίγες ημέρες πριν από την εκτέλεση παρακολούθησε μία δοκιμή και μου είπε: «Εγώ αυτό που έκανες δεν θα μπορούσα να το κάνω. Τότε ήμουν περισσότερο τολμηρός. Αυτό το έργο θα το συνυπογράψουμε». Αντέδρασα φυσικά. Το έργο παίχτηκε και λίγο αργότερα εκδόθηκε στη Γερμανία. Με κάλεσε στο σπίτι του για να μου δώσει ένα αντίτυπο της έκδοσης. Βλέπω το όνομά μου στο εξώφυλλο. «Υπερβολή» του λέω «αφού το γράφετε μέσα στην πρόλογο πως έχω κάνει την ολοκλήρωση/επιμέλεια» για να μου απαντήσει πως «τους προλόγους δεν τους διαβάζουν οι περισσότεροι ενώ το εξώφυλλο το βλέπουν όλοι». Έγραψε και δύο πολύ κολακευτικά λόγια για εμένα στην έκδοση του κουαρτέτου σε CD. Στην ίδια συναυλία έκανα και κάτι ακόμη: μου έδωσαν από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης του Μεγάρου και μία σελίδα με καταγεγραμμένη με το χέρι του Μίκη την μελωδική γραμμή ενός τραγουδιού με τίτλο «Τρεις αρραβωνιασμένοι». Δεν είχε καθόλου ενδείξεις συνοδείας, μόνον σκέτη η φωνητική γραμμή. Εναρμόνισα/ενορχήστρωσα το τραγούδι για φωνή και κουαρτέτο εγχόρδων. Το τραγούδι γράφτηκε από τον Μίκη στη δεκαετία του ’40, «τρεις αρραβωνιασμένοι στην Ικαριά» σε στίχους του ίδιου του Μίκη. Του άρεσε που το άκουσε αν και δεν το θυμόταν καθόλου.

Το Κουαρτέτο «Μάζα»: https://www.youtube.com/watch?v=InKdKWsXXto

 

 

Ένα βράδυ, και πάλι στο Μέγαρο Μουσικής, είχα πάει με τα παιδιά μου για να ακούσουμε μία χορωδία που μεταξύ άλλων θα τραγουδούσε και Μίκη. Ήταν εκεί. Μας είδε και μας ζήτησε να καθίσουμε κοντά του. Τα παιδιά μου πρέπει να ήταν εννέα ετών. Μιλήσαμε πολύ ώρα με τα παιδιά και μου έλεγε νέα σχετικά με τα κουαρτέτα του. Ακούσαμε το «Κοιμήσου αγγελούδι μου» ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ. Ο μικρός μου Κωσταντής έσκυψε και μου είπε: «Μπαμπά, τι όμορφο τραγούδι!». Τον παρότρυνα να του το πει διότι καθόμασταν πίσω του. Ο Κωσταντής τον ακούμπησε στον ώμο: «κ. Μίκη, πολύ όμορφο το τραγούδι σας». Γύρισε και τον κοίταξε σαν παππούς με συγκίνηση και χαρά.

 

 

Αυτός ο γίγαντας είχε πολλές στιγμές ανασφάλειας και αναστολών όσο κι αν φαίνεται απίστευτο από το μέγεθος της προσωπικότητας. Εγώ έζησα τέτοιες στιγμές και θα τις θυμάμαι. Κάποιοι εκπλήσσονται όταν το λέω αλλά είναι αλήθεια. Κάποια άλλη στιγμή θα διηγηθώ συζητήσεις που είχα μαζί του για τον φόβο του «μετά» σε σχέση με την αξία της μουσικής του, για την δική του ανάγκη να επιβεβαιώσει τη σημασία των όσων έκανε. Ένα μόνον θα πω. Άκουσα από τα χείλη του τη φράση: «δηλαδή, κάτι έκανα κι εγώ…». Ήμασταν οι δυο μας. Με είχε ρωτήσει εάν πραγματικά μου άρεσε το 1ο του Κουαρτέτο. Έχει τίτλο «Το κοιμητήρι». Του απάντησα πως το βρίσκω εξαιρετικό και πολύ πρωτότυπο ως δομή. Επέμενε «δηλαδή σου αρέσει πραγματικά;» …επέμενα κι εγώ πως αληθινά μου άρεσε. Τότε είπε αυτή τη φράση… «δηλαδή, κάτι έκανα κι εγώ…». Διστάζω να βάλω ερωτηματικό στη φράση αυτή διότι το θυμάμαι, ακούω τον τονισμό της ερώτησης στη μνήμη μου αλλά δεν είμαι σίγουρος…

Εμένα ο Μίκης Θεοδωράκης μου φέρθηκε με γενναιοδωρία και ειλικρίνεια. Ξέρω από συναδέλφους και φίλους πολλές ιστορίες διαφορετικές, παράπονα και προβλήματα. Όλα είναι μέσα στη ζωή και έχουν την αλήθεια τους. Εγώ καταθέτω την δική μου εμπειρία, την δική μου μνήμη. Δέχτηκα ένα πρωί ένα τηλεφώνημα από την γραμματέα του την κ. Παρμενίδου: «… ο κ. Μίκης θέλει να σας δει. Πότε μπορείτε;». Βρήκαμε την ημέρα και τη ρώτησα εάν θα μπορούσα να είμαι μαζί με την Ευγενία. «Και βέβαια, θα το χαρεί πολύ». Ήταν ένα υπέροχο απόγευμα στο σπίτι του. Μιλήσαμε οι τρεις μας περισσότερο από τρεις ώρες. Ανεξίτηλη η εντύπωση από τα λόγια ενός φίλου –με συστολή χρησιμοποιώ τη λέξη- που μας κάλεσε για έναν απλό καφέ, μια βροχερή Τετάρτη ήταν. Δεν θυμάμαι να μιλήσαμε πολύ για μουσική. Για τις οικογένειές μας λέγαμε, τις σπουδές μας, τα παιδιά μας. Φυσικά και η διήγηση πέρασε στους αγώνες, στις εξορίες, στην πολιτική.

Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος κριτής. Θα μελετηθεί, ελπίζω, το φαινόμενο «Μίκης Θεοδωράκης» και θα του αποδοθεί η αλήθεια, θα προσδιοριστεί η θέση και το μέτρο. Πιστεύω πως από το έργο του θα ζήσουν πολλά. Κάποια, μάλιστα, που δεν τα φανταζόμαστε. Δεν θα ήθελα να σας κουράσω με μουσικές πληροφορίες. Τα τραγούδια θα ζήσουν όσο η κοινωνία θυμάται. Είναι τραγούδια που φέρουν μνήμες συλλογικές. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος για το μέλλον όσο αναχωρούν οι γενεές που ενέπνευσαν και εμπνεύστηκαν από αυτά. Ο λυρικός Μίκης όσο ο άνθρωπος αναζητά την ομορφιά θα υπάρχει.

Από τα άλλα έργα δεν μπορώ να φανταστώ πως θα χαθούν έργα όπως η 3η Συμφωνία, τα τραγούδια «Έρως & Θάνατος», ο «Οιδίπους Τύραννος» για έγχορδα, η «Ελληνική Αποκριά» καθώς και κάποια έργα μουσικής δωματίου. Αλήθεια: έχουμε ακούσει/δει με προσοχή τα πρελούδια για σόλο πιάνο; Τη 2η Λειτουργία για τα παιδιά που χάνονται στον πόλεμο σε ποίηση Λειβαδίτη…

Ας είχαμε όλοι έστω κι ένα μικρό κομμάτι από την ακάματη εργατικότητά του. Μόνον τις χιλιάδες σελίδες μουσικής, τις χιλιάδες σελίδες κειμένων, τις εκατοντάδες συναυλίες να σκεφτεί κανείς καταλαβαίνει πως πράγματι έζησε χίλιες ζωές σε μία. Μόνον ως γραφική εργασία είναι άθλος.

Θα μπορούσα να γράψω ένα κείμενο με ανάλογη έκταση εκφράζοντας τις αντιθέσεις μου, τα λάθη του κατά τη δική μου αντίληψη, τις υπερβολές και τα ελαττώματά του. Τι νόημα έχει όμως. Μόλις ακούσω το τραγούδι «με τ’ αστεράκι της αυγής» τα ξεχνάω όλα. Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ.

Ανάμνηση: τον Μάρτιο του 2011 παίχτηκε ένα έργο μου στην Όπερα του Κιέβου. Στην ίδια συναυλία, με έργα ελλήνων συνθετών, παίχτηκαν και αποσπάσματα από τη μουσική για το μπαλέτο «Ζορμπάς». Είχαν έρθει έλληνες από το Χάρκοβο και την Οδησσό οδικώς κάνοντας σε ατέλειωτες ώρες το ταξίδι  για να ακούσουν Μίκη. Δεν φαντάζομαι πως ήρθαν για να ακούσουν μόνο Καλομοίρη, Σκαλκώτα, Μούζα και Τσαλαχούρη. Όταν βγήκε στη σκηνή η κοπέλα που τραγούδησε το «αστεράκι της αυγής» τα έχασα. Ήταν πανέμορφη και της είχαν δώσει να κρατάει ένα τριαντάφυλλο. Νομίζω πως δεν υπήρχε ούτε ένας θεατής μέσα σε αυτό το τεράστιο θέατρο που να μην δάκρυσε. Τόση ομορφιά σε λίγα λεπτά δύσκολα αντέχει κανείς.

Για την πολιτική του διαδρομή δεν θα πω τίποτε… θα τον κρίνει η ιστορία. Τα έχουμε ζήσει, τα έχω ζήσει. Εγώ είμαι ένας μουσικός και μίλησα από αυτήν και για αυτήν την πλευρά. Είναι αδύνατον ένας έλληνας μουσικός να μην έχει παίξει έστω και μία μόνον νότα που έγραψε το χέρι του Μίκη Θεοδωράκη.

Η προσφορά του είναι δυσθεώρητη και κάθε προσπάθεια περιγραφής θα είναι τουλάχιστον ελλιπής. Θα αναφέρω μόνον μία: Ο Μίκης με την μουσική του έβαλε στο στόμα κάθε Έλληνα στίχους μεγάλων ποιητών δημιουργώντας καθιστώντας τη μουσική του μία κιβωτό της νεοελληνικής ποίησης, της νεοελληνικής γλώσσας. Κάθε μαθητής σε όλα τα σχολεία της χώρας θα τραγουδήσει τους στίχους του Ελύτη «Την δικαιοσύνης ήλιε νοητέ / και μυρσίνη εσύ δοξαστική». Στίχος δύσκολος στο νόημά του, με πανέμορφες λέξεις και υψηλή ποιητική πνοή. Μόνον μέσα από την μουσική θα μπορούσε να γίνει κτήμα, κοινό κτήμα ένας τέτοιας αξίας λόγος. Εάν προσθέσουμε τον Ρίτσο, τον Σικελιανό, τον Λειβαδίτη και τόσους άλλους θα φτιάξουμε, όπως είπα, μία κιβωτό κατάφορτη από ομορφιά και ελπίδα. Δεν μένει παρά να επιβιβαστούμε τραγουδώντας.

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ
4 Σεπτεμβρίου 2021