
~.~
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Τα νεογέννητα από την Κίνα και το Καμερούν, μαθαίνουμε από πρόσφατες έρευνες, κλαίνε αλλιώς απ’ ό,τι τα γαλλόπουλα ή τα γερμανόπουλα – «το κλάμα τους μοιάζει περισσότερο με τραγούδι». Γλωσσολόγοι από το πανεπιστήμιο του Βύρτσμπουργκ ανέλυσαν εκατοντάδες χιλιάδες ηχογραφήσεις και εξήγησαν το φαινόμενο ως εξής: καθώς στις γλώσσες των χωρών αυτών ο μουσικός τονισμός είναι έντονος, τα βρέφη προσανατολίζονται στα λόγια που ακούν και προσαρμόζονται αναλόγως, κλαίνε μουσικότερα. Αλλά και τα νεογέννητα στη Γαλλία κλαίνε αλλιώτικα από εκείνα στη Γερμανία, η μελωδικότητα και ο ρυθμός μεταξύ τους διαφέρουν όσο διαφέρει και η γαλλική γλώσσα στην εκφορά της από την γερμανική.
Τι μας λένε όλα αυτά; Πολλά και συναρπαστικά. Ότι τα μωρά αρχίζουν να μαθαίνουν την μητρική τους γλώσσα ήδη από την κοιλιά της μάνας τους, ας πούμε. Ή ότι το κλάμα δεν είναι ένας ενστικτώδης γόος, αλλά όπως το ασυνείδητο του Λακάν είναι δομημένο ως γλώσσα, και μάλιστα ως γλώσσα μουσική. Ότι η μουσική, τέλος, ενυπάρχει στη γλώσσα, είναι στοιχείο της εσωτερικό, δεν έρχεται απ’ έξω. Κάποιοι ανθρωπολόγοι μάλιστα δοκίμασαν να αντιστρέψουν τη φορά της σχέσης τους: δεν είναι η ομιλία που γεννά τη μουσική αλλά το αντίθετο, η μουσική γεννά την ομιλία. Κατ’ αυτούς, οι πρώτοι άνθρωποι που «μίλησαν» ήταν οι μητέρες της Παλαιολιθικής Εποχής οι οποίες με ήχους παραμυθητικούς, νανουρίσματα και ταχταρίσματα, πάσχιζαν να ησυχάσουν τα μωρά τους. Ακόμη και ο χορός, αυτή η μουσική κίνηση του σώματος, στο αρχέγονο νανουριστικό λίκνισμα μάνας και τέκνου έχει την αφετηρία του.
Ας αναλογιστούμε: λόγος, μέλος, χορός, η γλώσσα και η μουσική, και η συνάντησή τους στην αρχαιότερη και δημοφιλέστερη καλλιτεχνική μορφή που έπλασε ο πολιτισμός μας, το τραγούδι, όλα αυτά γεννιούνται μαζί. Και όλα τους, κατά την απαρχή τους, δεν ήταν παρά μια παυσίπονη μέριμνα, ένα λύπης παρηγόρημα για να δανειστώ κι εγώ τα λόγια του Σέξτου Εμπειρικού, μια απόπειρα θεραπείας του άλγους – μια απόκριση μητρική στο κλάμα ενός βρέφους.
Γι’ αυτή την πρωταρχική ενότητα του μέλους και του λόγου μάς μιλάει ο συγγραφέας που η παρουσία του στην Αθήνα μας έφερε απόψε μαζί. Και καθώς την έχουμε χάσει ή και ξεχάσει ολότελα αυτή την ενότητα, ή, έστω, δεν την διακρίνουμε καθαρά μέσα στις αναθυμιάσεις της πολυάσχολης σύγχρονης ζωής, το πολύτιμο βιβλίο του έρχεται να μας οδηγήσει. «Η ίδια η γλώσσα είναι συνυφασμένη με τη μουσική», γράφει ο Κρίστοφερ Κινγκ:
Ίσως η πιο παλιά μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας να ήταν ένα κράμα του μελωδικού με το προφορικό, σαν ένα τιτίβισμα… Ίσως οι αρχαίοι μας πρόγονοι να μην είχαν αναγνωρίσει αυτή τη δυαδικότητα: του προφορικού και του μουσικού. Αλλά καθώς το ανθρώπινο είδος εξελισσόταν, η γλωσσική έκφραση διαχωρίστηκε από τη μελωδική. Σαν ένα ανατομικό μας κατάλοιπο που φθίνει, ίσως η μουσική να μεταλλάχθηκε και να ατρόφησε, αποκρύπτοντας έτσι τον αρχικό της σκοπό.
Όλο το Ηπειρώτικο μοιρολόι δεν είναι παρά μια απόπειρα τούτος ο αρχικός αλλά καταχωνιασμένος σκοπός να έρθει και πάλι στο φως. Και το μέσο είναι η επίσκεψη σε μια απόμερη γωνιά της βορειοδυτικής Ελλάδας, και την αλλόκοτη μουσική της παράδοση. Γράμμα ερωτικό στη μουσική της Ηπείρου αποκαλεί το βιβλίο του ο Κρίστοφερ Κινγκ. Όμως τα ραβασάκια των άλλων την προσοχή μας την τραβούν σε δύο μόνο περιπτώσεις. Όταν είναι γραμμένα από ανθρώπους που ξέρουν να γράφουν. Κι όταν το πάθος και το κάλλος που υμνούν είναι τέτοιο που μπορεί να μας συνεπάρει. Τύχη αγαθή εδώ συντρέχουν και τα δυο. Και είναι απαράμιλλη η τρυφερότητα της ματιάς του συγγραφέα, γνώρισμα του μεγαλόκαρδου ερωτευμένου, ακόμη κι όταν περιγράφει πλευρές του ποθεινού του ινδάλματος ελάχιστα κολακευτικές: λ.χ. τη βαρβαρότητα των πανηγυριώτικων μεγαφώνων ή τις κοινωνικές διακρίσεις εις βάρος των Γύφτων.
~ . ~
Δεν είναι όμως μόνο αυτό, ερωτική εξομολόγηση, το Ηπειρώτικο μοιρολόι. Είναι και παμφλέτα πολεμική που δύσκολα κρύβει το κεντρί της κάτω από την προσήνεια του ύφους. Η τωρινή μουσική, αυτή που μας κατακλύζει σήμερα από παντού ανερώτητα, μας λέει ο Κινγκ, άλλο δεν κάνει παρά να υπογραμμίζει την α-νοησία, την απουσία του νοήματος που μας περιβάλλει. Στα μάτια του ακόμη και η κλασσική μουσική είναι ελιτίστικη, προϊόν διανοητικό χωρίς ρίζες βαθύτερες ψυχικές. Η ποπ πάλι είναι μια «σαχλαμάρα», ένας «αποχαυνωτικός, αδιάκοπος, ίσως κι επιβλαβής θόρυβος». Και συνεχίζει κοφτά:
Καταλαβαίνω ότι πολλοί άνθρωποι είναι έντονα δεμένοι συναισθηματικά με τη σύγχρονη μουσική. Όμως δεν μπορώ να κρύψω την εντύπωση που αυτή η μουσική δημιουργεί σ’ εμένα. Στη μοντέρνα μουσική ακούω εγωκεντρισμό, μια διαρκή αναφορά στην ατομική καλλιτεχνική έκφραση. Όλα έχουν να κάνουν με το εγώ. Από την άλλη πλευρά, στην παλιά μουσική που αγαπώ, ακούω ανιδιοτέλεια, ακούω ιστορική συνέχεια, ακούω τη φωνή της κοινότητας. Όλα έχουν να κάνουν με το εμείς.
Προφανώς, για να το πω κάπως σπουδαιοφανώς, έχουμε εδώ να κάνουμε με μια ριζική κριτική της νεωτερικής εποχής από τον Διαφωτισμό και εντεύθεν, της ρότας που πήρε, ιδίως της άκρατης εξατομίκευσης της μοντέρνας ζωής που έστησε παντού είδωλό της λατρευτικό το εγώ. Μια τέτοια κριτική δεν είναι άμοιρη ιδεολογικών συνεπειών ασφαλώς, και δεν το κρύβει. Δεν θα σας κουράσω μ’ αυτές. Στο κομποσκοίνι των θεωρητικών διενέξεων, όπου οι λέξεις πάνε κι έρχονται εξαερωμένες μες στις αφαιρέσεις, οι κόμποι είναι ατέλειωτοι. Όμως ο Κινγκ δεν θεωρητικολογεί από καθέδρας. Βλέπει τα πράγματα από κοντά και θέλει, προσπαθεί, να τα πιάσει. Οι λέξεις του έχουν σάρκα θρεμμένη από την ιστορία, την ομορφιά και τα ανθρώπινα πάθη. Η γλώσσα του είναι συγκεκριμένη.
Για μας, τους Έλληνες αναγνώστες, αυτό δεν είναι πάντοτε βολικό. Γιατί στις σελίδες του σκοντάφτουμε διαρκώς πάνω σε πρόσωπα και πράγματα που μας ρίχνουν πίσω ξανά σε αντιλογίες και έριδες δικές μας παμπάλαιες. Κατά έναν τρόπο, βλέπουμε δικές μας σκεπασμένες φωτιές να φουντώνουν και πάλι απ’ το δαδί ενός ξένου. Και σ’ αυτού του είδους τις έξωθεν παρεμβάσεις, είμαστε ανέκαθεν παρεξηγιάρηδες και δυσανεκτικοί. Ακούω ήδη στ’ αφτιά μου τις αγανακτισμένες ενστάσεις: Ένας Αμερικάνος, ένας ξενομπάτης που θέλει να μας κάνει τον δάσκαλο! Βλέπετε, από τους φιλέλληνες που ξαναέφεραν την αρχαιογνωσία στην Ελλάδα ώς τον Φωριέλ και τον Γκαίτε που μας έδειξαν κάτω από άλλο φως το δημοτικό μας τραγούδι, κάθε επαφή με την ιστορία μας μοιάζει να είναι μεσολαβημένη από ξένους. Στο τέλος καταντάει κανείς χρεωμένος ώς τ’ αφτιά για το δικό του κεφάλαιο. Επιτέλους, τι σόι αυτογνωσία είναι αυτή που μας έρχεται από την αλλοδαπή!
Σ’ αυτόν τον αναγνώστη, τον Συνέλληνα που δυσκολεύεται με τις αταλάντευτες απαντήσεις που ο ίδιος ο Κινγκ δίνει στα ερωτήματα που θέτει, θα πρότεινα πρώτα πρώτα να αναλογιστεί το ζήτημα της κυριότητας ενός πολιτιστικού αγαθού. Σε ποιον αλήθεια ανήκει μια μουσική παράδοση – στους φυσικούς κατιόντες της ακόμη κι αν δεν δίνουν δεκάρα γι’ αυτήν και την αγνοούν πλήρως; Ή σ’ αυτούς που την έχουν πράγματι ανάγκη και έχουν δείξει στην πραξη ότι την νοιάζονται και την πονούν; Και, δεύτερον, αν ο ίδιος αυτός Συνέλλην κρίνει κατόπιν αυτού ότι του πέφτει καν λόγος και δη αντιρρητικός, θα του συνιστούσα να βάλει προσώρας στην πάντα τα συμπεράσματα του Κινγκ και να κρατήσει το ουσιωδέστερο, τα ερωτήματα.
Ακόμη και οι πιο φανατικοί οπαδοί της προόδου, αν θέλουν να ’ναι στοιχειωδώς ειλικρινείς με τον εαυτό τους, δεν μπορεί, θ’ αναρωτιούνται κάποτε. Kάθε ανθρώπινο διάβημα είναι ένα διαρκές πάρε-δώσε. Από την Επιχείρηση Πρόοδος ΑΕ δεν πήραμε μόνο, της δώσαμε κιόλας. Πόσο μας κόστισε εντέλει; Μείναμε με κέρδος καθαρό ή ζημιώσαμε; Ζηλωτές του μέλλοντος, θηρευτές της αυτοπραγμάτωσης, εγκαταλείψαμε μια κατάδική μας περιουσία μοναδική, κι ήρθαμε –πόση ειρωνεία– να στοιβαχθούμε σε μια ζωή άλλων ή, έστω, σαν όλων των άλλων. Άξιζε εντέλει τόσος κόπος, τόσες ελπίδες;
Ο Κρίστοφερ Κινγκ για όλα αυτά έχει απαντήσεις στο βιβλίο του. Άλλους θα πείσουν και άλλους όχι. Ότι τα ερωτήματα που μας θέτει είναι ωστόσο νόμιμα και ζωτικά, εκ των ων ου άνευ μάλιστα αν θέλουμε να κατανοήσουμε, ενδεχομένως και να αποδεχθούμε και ν’ αγαπήσουμε τον διχασμένο εαυτό μας, δεν γίνεται κανείς να το αμφισβητήσει. Εκτός πια και έχει πάρει διαζύγιο από την σκέψη.
~ . ~
Ζούμε σε εποχή παράδοξη. Οι λέξεις έχουν αρχίσει και πάλι να μας παίζουν τα παιχνίδια που περιγράφει ο Θουκυδίδης στην Παθολογία του. Αλλάζουν νοήματα, οι σημασίες τους γίνονται γλιστερές και επικίνδυνες. Δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για το δικό και το οικείο γιατί κινδυνεύει να καθίσει στο εδώλιο ως μίσαλλος, ως εχθρευόμενος το αλλοδαπό και το ξένο. Η ονειροπόληση του θεοποιημένου μέλλοντος περνιέται για πράξη σημασίας αυταπόδεικτης, η αναπόληση του παρελθόντος όμως ως υποτροπή στην νοσηρή νοσταλγία. Στις συνερεύσεις μας ισχύει η ανασταλτική μειοψηφία του ενός, ένας να στυλώσει τα πόδια του, πάσα βούληση υπερατομική παυσάτω. Μόνο άτομα και μειονότητες έχουν πια το δικαίωμα να μιλούν για ταυτότητα – για να περιχαρακωθούν από την πλειονότητα, ή και για να στραφούν εναντίον της. Λεξούλες άλλοτε απλές όπως πατρίδα, κοινότητα, ψυχή, αυθεντικότητα έχουν καταστεί πεδία μαχών όπου καθ’ ημέραν πέφτουν κορμιά.
Η μουσική όμως για τον Κινγκ είναι όλα αυτά. Είναι ώσμωση με το συλλογικό, είναι αναστροφή με το γνήσιο, είναι άκος ψυχής, φωνή πατρίδος και αγκάλη κοινότητος, είναι προ πάντων ταυτότητα, είναι η στέγη, η εστία του ανθρώπου. Ετούτη εδώ η μουσική εννοείται. Η άλλη μουσική, η εκεί έξω, οι άλλες τέχνες εν γένει, όπως απόμειναν μετά τους τόσους -ισμούς και τις εξάρσεις τους δύο αιώνες τώρα, είναι απλώς ένας αναδιπλασιασμός: το πρόσωπο του καλλιτέχνη στον καθρέφτη.
Γι’ αυτόν τον αφόρητο ναρκισσισμό του παρόντος νομίζω εντέλει ότι μάς μιλά με το βιβλίο του ο συγγραφέας. Γα την ακαταδεξιά και τα κουσούρια του. Και οδηγώντας μας στις εσχατιές της Ηπείρου, μας υποδεικνύει μια δυνατότητα εξόδου, μια χαραμάδα διαφυγής. Πρόκειται για έξοδο πραγματική; Είναι μήπως μια χειρονομία παρηγοριάς και μόνο; Προσώρας το πράγμα είναι αξεκαθάριστο, άδηλον παντί. Καλού κακού όμως ας την κρατήσουμε την υπόδειξη του Κινγκ. Μπορεί να έρχεται από εποχές που αφήσαμε πίσω μας, μπορεί όμως κι ο δρόμος που ξετυλίγεται μπροστά μας τελικά να μην είναι ευθύς και να μοιάζει περισσότερο με κύκλο. Σ’ αυτή την περίπτωση ίσως χρειαστεί να περάσουμε ξανά απ’ όλα αυτά που τα πιστέψαμε παρωχημένα κι αχρείαστα. Ίσως εκείνα αποδειχθούν, μία των ημερών, ο δρόμος που μας φέρνει προς το μέλλον.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Ομιλία κατά την παρουσίαση της έκδοσης στη Γεννάδειο την 12η Δεκεμβρίου 2018.
~.~


Σε τί συνίσταται όμως ακριβώς η μαγεία της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, που σταματά το χρόνο όχι μόνο κατά την ανάγνωσή της, αλλά και όσον αφορά στην δημοφιλία της, 175 χρόνια τώρα με αδιάλειπτες επανεκδόσεις, μεταφράσεις, μεταφορές σε θέατρο, κινηματογράφο, όπερα, μέχρι και μπαλέτο και παντομίμα; Οπωσδήποτε το απαράμιλλο συγγραφικό ταλέντο του Ντίκενς παίζει το ρόλο του: ελάχιστοι μπόρεσαν να αποδώσουν, όπως αυτός, την εποχή του με τόση ζωντάνια αλλά και τόσο απολαυστικό λόγο, μεστό αλλά και χιουμοριστικό, αυθεντικό αλλά και ακριβή. Εδώ θα πρέπει να εξάρω τη μετάφραση της Μαρίας Μπλάνα στην παρούσα έκδοση, η οποία όχι μόνο αποδίδει με έντεχνη φυσικότητα τα λεκτικά ιδιώματα του σύμπαντος του Ντίκενς, αλλά και μας παραθέτει πλούσιες και χρησιμότατες υποσημειώσεις που γεφυρώνουν το χάσμα του χρόνου, φωτίζοντας το κείμενο. Όμως και άλλα κείμενα είναι καλογραμμένα χωρίς να έχουν το συναισθηματικό αντίκτυπο της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας. Είναι μήπως τότε η κοινωνική ευαισθησία του συγγραφέα, που ταιριάζει τόσο με το αγαθοεργό πνεύμα των Άγιων Ημερών, που μας γοητεύει; Ξέρουμε ότι όταν ο Τσάρλς Ντίκενς μιλάει για το αγόρι Άγνοια και το κορίτσι Ανέχεια που ξεπροβάλλουν, αποσκελετωμένα και αποκτηνωμένα, από τις πτυχές του μανδύα της καλοπέρασής μας, δεν το παίζει απλά πονόψυχος: έχει ζήσει τη φτώχεια στο πετσί του, όταν δώδεκα χρονών παιδάκι είδε τον πατέρα του να σέρνεται στη Φυλακή των Χρεωστών μαζί με την οικογένειά του, και ο ίδιος αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά σε εργοστάσιο βερνικιών, καίγοντας τα πνευμονάκια του στις αναθυμιάσεις της μαύρης μπογιάς για πενταροδεκάρες. Είδε τους Αφροαμερικανούς σκλάβους να μαρτυρούν για την ευμάρεια της Αμερικής όταν ταξίδεψε εκεί, είδε αυτά τα αγόρια της Άγνοιας και τους Μικρούληδες Τιμ στην επίσκεψή του στη Σχολή των Κουρελήδων του Field Lane, και ορκίστηκε να γράψει τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία ως ράπισμα ενάντια σε κάθε μορφής δουλεία, σωματική, οικονομική ή και διανοητική. Τα λόγια του μας αγγίζουν γιατί είναι αληθινά. Όμως τη δυστυχία των άλλων, για να είμαστε ειλικρινείς, την αντέχουμε κατά κανόνα μόνο σε μικρές δόσεις, και ποτέ σε επανάληψη 175 ετών.

ισαπέχει και από τις δυο. Άλλη είναι η πυκνή φυλλωσιά των οσμών μιας χυμώδους καμπύλης κι άλλη η κοφτή, σχεδόν οστέινη λιτότητα της λεπτής, περίπου ευθείας γραμμής· με τα μάτια κλειστά, μελαχρινές, καστανές, ρούσες, ξανθιές φαντάζουν ενίοτε ήπειροι που ποτέ δεν άκουσαν η μια για την ύπαρξη της άλλης· ασιανές και καυκάσιες αναγνωρίζονται αμέσως όχι μόνο απτικά, όπως μας έμαθαν οι δοκιμές στα τυφλά ενός Καββαδία, αλλά και οσφρητικά: είναι ξεχωριστές επικράτειες. Η επίγευση ενός φρούτου ή ενός γλυκίσματος μεταδίδεται από στόμα σε στόμα κι από μύτη σε μύτη, η μέθη του ποτού ή του καπνού αντίθετα συσκοτίζει το οσφρητικό κοντράστ. Αλλιώς ευωδιάζει η πρωινή σου ερωμένη, αλλιώς η μεταμεσονύχτια. Αλλιώς αναδεύεται κάτω απ’ τα ρουθούνια σου εκείνη που σου δόθηκε πάντοτε αμέριστη, κι αλλιώς ετούτη εδώ που σ’ απάτησε. Άλλη γυναίκα ανασαίνεις στο ύπαιθρο, παραδομένη πάνω στη ζεστή ψιλή άμμο ή στην τρυφερή επιδερμίδα της χλόης κάτω απ᾽ τον ήλιο, κι άλλη στο ημίφως ή το πλήρες σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας. Αλλιώς την αισθάνεσαι ολόγυμνη κι αλλιώς κάτω απ᾽ τα πέταλα και τα σέπαλα που στοιβάζουν πάνω στο κορμί της τα εσώρουχα. Και είναι αυτά, τα εσώρουχα, που περισσότερα απ᾽ όλα την κρατούν ζωντανή στις αισθήσεις, όταν η ίδια απουσιάζει. Όπως το ποίημα συγκρατεί τη μορφή του ανθρώπου όταν εκείνος πια λείψει (Σεφέρης), έτσι και το νοτισμένο εσώρουχο εκείνης που αγάπησες –«σλιπάκι μυρισμένο κοριτσιού μου», τραγουδά ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης– δεν είναι απλώς και μόνο φετίχ ή εύκολο τρόπαιο, όπως νομίζουν οι απλοί, αλλά η ίδια η μνήμη που πάγωσε, που ξέφυγε από τον άοσμο χρόνο και απέκτησε οσμή – την οσμή της.
Είναι η μείξη λοιπόν, και ποια μείξη! Το μέχρι τότε ξηρό και αέρινο κατακλύζεται από τον αναβλύζοντα κόσμο του υγρού. Στις έξω, στις επιπολής μυρωδιές έρχονται τώρα να προστεθούν οι έσω, οι μυχιότερες και πηγαίες εκχυλίσεις. Ιδρώτας και σάλιο, σπέρμα και κολπικά υγρά συρρέουν απ᾽ όλους τους πόρους, τα περάσματα της σάρκας και του κορμιού. Το χαρμάνι που φτιάχνουν με τη σειρά του είναι ιδιαίτερο, για την ακρίβεια μοναδικό, και ανεπανάληπτο. Σαν τον ποταμό του Ηράκλειτου είναι των αδυνάτων να εισδύσεις στο ίδιο σώμα κάθε φορά – ήδη η ροή των χυμών του το αλλάζει, όπως αλλάζει η φουσκονεριά ή η άμπωτις την όψη ενός όρμου.

Στον Ραμπελαί βρίσκουμε συμπυκνωμένα τα ωραιότερα στοιχεία της αναγεννησιακής λογοτεχνίας: την οργιώδη φαντασία και τη βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο, για την ανθρωπότητα συνολικά και για τον κάθε άνθρωπο ειδικά. Ο Ραμπελαί δημιουργεί υπέροχους ουτοπικούς κόσμους και εγκαθιστά εκεί τον άνθρωπο, εν μέσω μιας επίγειας Εδέμ, όπου το σώμα και το πνεύμα συμφιλιώνονται και απολαμβάνουν χωρίς ενοχή. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να μη θαυμάσει κανείς μία από τις ωραιότερες ουτοπίες, έναν απ’ τους πιο εντυπωσιακούς επίγειους παραδείσους που συνέλαβε ποτέ ανθρώπινος νους: τη χώρα του Θελήματος (Pays de Thélème)! Εκεί, στο μοναστήρι που ίδρυσε ο Γαργαντούας για τον αδερφό Ιωάννη, τον αγαπημένο του σύντροφο, όρισαν να μην υπάρχουν ούτε τείχη που να περικλείουν το χώρο ούτε ρολόγια που να περιορίζουν το χρόνο, και να γίνονται όλοι δεκτοί, άντρες και γυναίκες, ελεύθεροι να έρθουν και να φύγουν όποτε θελήσουν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όσον αφορά τη μετάφραση του ραμπελαισιανού μυθιστορήματος, έχει η απόδοση των κυρίων ονομάτων. Ο Ραμπελαί εξαντλεί τη γλωσσοπλαστική του δεινότητα και το οργιαστικό χιούμορ του στη σύνθεσή τους. Έτσι, ο μεταφραστής καλείται να βρει λύσεις ώστε να διατηρηθεί αυτό το καταιγιστικό χιούμορ και ταυτόχρονα η σημασία των ονομάτων, που συνδέεται άμεσα με τα συμφραζόμενα της αφήγησης. Εδώ οι επιδόσεις του Δρακονταειδή, όπως επεσήμανε και η Μαργέλλου στην προαναφερθείσα βιβλιοκρισία της, είναι ιδιαίτερα υψηλές. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ευφυέστατη απόδοση του Janotus de Bragmardo ως Ιωαννίκιου Κοντοπεοφόρου. Ο Ιωαννίκιος είναι εκπρόσωπος της Θεολογικής Σχολής του Παρισιού και στο πρόσωπό του ο Ραμπελαί σατιρίζει την επηρμένη σοφία των καθηγητών, την οσφυοκαμψία τους μπροστά στην εξουσία και τη διαπλοκή τους μ’ αυτήν, όπως επίσης και την ανοησία και στενομυαλιά τους. Ο Ραμπελαί έχει εκλατινίσει το γαλλικό όνομα Jeannot de Braquemart, όπως εξηγεί ο Δρακονταειδής στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 353, σχόλιο 172). Braquemart ονομαζόταν ένα κοντό και φαρδύ ξίφος. Ταυτόχρονα όμως με αυτή τη λέξη υπονοούνταν ο άντρας που έχει μικρό πέος. Αναλογικά λοιπόν με το ξιφοφόρος, και το κοντοξιφοφόρος, όπως θα έπρεπε να ονομαστεί ο Ιωαννίκιος, ο Δρακονταειδής τον ονομάζει κοντοπεοφόρο. Έτσι, διατηρεί το αστείο του Ραμπελαί, που υποβιβάζει και διακωμωδεί την υψηλή θέση και το σεβασμό που υποτίθεται πως απολαμβάνει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής της θεολογίας.
Νὰ ’ρχότανε, λέει, κάποιος, καὶ νὰ τοῦ χάριζε τὸ Λυτρωμό !… Τί ψυχὴ εἶχε – ἑφτὰ τεύχη ὅλα κι ὅλα πρὶν τὴν ἄδοξη κατάληξη, Δεκέμβρη τοῦ ’33… Κι ἂς εἶχε ὅλες τὶς φθορὲς τοῦ χρόνου στὸ πετσί του! Κι ὅλη αὐτὴ τὴ φαγωμάρα τῶν τροτσκιστῶν μὲ τὴν προλεταριακὴ ὀρθοδοξία μέσα στὶς ἴδιες τὶς σελίδες του… Κι ἂς λοιδωρούσανε ἔτσι ἄσπλαχνα τὸν Κρισναμοῦρτι! Κι ἂς βάλθηκαν νὰ ψαλιδίσουνε τὰ φτερὰ τῶν μαραμποῦ τοῦ Καββαδία γιὰ νὰ δοξάσουν ἕναν φτωχὸ δεκαεννιάχρονο ψαρὰ ὀνόματι Φώτη Ἀγγουλέ, ποὺ ἀπ’ τὰ χαράματα διαλαλοῦσε τὴν ψαριά του, μοσχοβολώντας θάλασσα καὶ λακέρδα – ἐκεῖ στὴ Χιὸ ὅπου ζοῦσε!…








Ο διευθυντής της Νέας Εφημερίδος διαφήμισε σε κάποιο φύλλο τον συνεργάτη του Παπαδιαμάντη παρομοιάζοντάς τον με τον Πόε και τον Ντίκενς. Κάποιος αναγνώστης, που υπέγραφε ως Ζ., διαμαρτυρήθηκε για την υπερβολή της παρομοίωσης, και ο Παπαδιαμάντης του απαντά με τα παραπάνω λόγια. Εδώ η ταυτοσημία και η εναλλαξιμότητα παρομοίωσης και παραβολής είναι ολοφάνερη. Στην αρχή χαρακτηρίζει το σχήμα του διευθυντή «παρομοίωσιν» και λίγο παρακάτω «παραβολήν». Κατηγορεί τον επιστολογράφο ότι αντικαθιστά «παραβολὴν διὰ παραβολῆς», δηλαδή παρομοίωση με παρομοίωση, και ότι τον «παρέβαλε», δηλαδή τον παρομοίασε, με ασματογράφο. Και για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία, αρνείται τελικά ότι «ὁμοιάζει» με κάποιον άλλο συγγραφέα. Δηλαδή, ζητά να μην παρομοιάζεται με κανέναν.

Ο ένας είναι ο Οράτιος και η Ποιητική Τέχνη του – ένα από τα σημαντικότερα εγχειρίδια ποιητικής. Εδώ μπορεί να βρει κανείς καίριες διαπιστώσεις αλλά και καθαρά πρακτικές συμβουλές, εξαιρετικά πολύτιμες για όποιον γράφει, που μάταια θα τις αναζητήσει στα περισπούδαστα σύγχρονα θεωρητικά πονήματα. Θα προσπαθήσω να απομονώσω αλλά και να παραφράσω στην τρέχουσα γλώσσα, δίχως εντούτοις να προδώσω το νόημά τους, ορισμένες τέτοιες συμβουλές, που ίσως βοηθήσουν κάποιον που ενδιαφέρεται για την ποιητική τέχνη και γενικότερα για τη συγγραφή.
Ο δεύτερος είναι ο Ελύτης. Στο βιβλίο συνεντεύξεών του, που φέρει τον τίτλο Συν τοις άλλοις, υπάρχουν σκόρπιες υποθήκες ποιητικής. Θα ήθελα να παραθέσω ορισμένες από αυτές, άλλες αυτούσιες κι άλλες ελαφρά παραλλαγμένες, αλλά πιστές στο πνεύμα του κείμενου.
Το Εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν έχει ως θέμα του τον κλόουν του θεάτρου, που συγγενεύει μεν με τον κλόουν του τσίρκου και του κινηματογράφου, αλλά διαφέρει κιόλας απ’ αυτόν. Στο θέατρο διακρίνονται τρία είδη κλόουν: ο Λευκός, ο Αύγουστος και ο Καρατερίστας. Ο Λευκός είναι ο αρχαιότερος και πιο αναγνωρίσιμος κλόουν. Κατάγεται από τον Πιερότο της Κομέντια ντελ άρτε. Το πρόσωπό του είναι βαμμένο λευκό και ντύνεται στην τρίχα. Είναι σοβαρός και έξυπνος. Είναι ο ανώτερος στην ιεραρχία των κλόουν. Αντίθετα, ο Αύγουστος προέρχεται απ’ τον Αρλεκίνο. Είναι χαζούλης και αστείος. Βάφει το πρόσωπό του ροζ ή στο χρώμα του δέρματος. Τα ρούχα και τα παπούτσια του είναι μικρότερα ή μεγαλύτερα απ’ όσο πρέπει, κι έτσι προκαλεί το γέλιο ήδη με την εμφάνισή του. Είναι ο δεύτερος στην ιεραρχία των κλόουν και συνήθως εμφανίζεται ζευγαρωτά με τον Λευκό. Ο Αύγουστος είναι ατζαμής και τα κάνει όλα λάθος, προκαλώντας διαρκώς προβλήματα στον Λευκό. Ο Καρατερίστας, τέλος, παίζει έναν χαρακτήρα: έναν αστυνομικό, έναν γιατρό, έναν μάγειρα, μια γριά, ένα μωρό κ.λπ.
Ο Ηλίας Κουνέλας μάς υπενθυμίζει με το βιβλίο του πως η τέχνη της αποτυχίας, μια πολύ υψηλή και δύσκολη τέχνη, είναι στην ουσία χαμένη για μας σήμερα. Η εποχή μας εγκωμιάζει διαρκώς και σε όλους τους τόνους την επιτυχία και τις επιδόσεις, το κέρδος και την αποτελεσματικότητα. Και δε δείχνει συμπόνια και συμπάθεια για τους αποτυχημένους και τους losers. Ο Ηλίας, κληρονόμος της μεγάλης παράδοσης των κλόουν, έρχεται να μας δείξει με το Εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν, αλλά και με την υποκριτική του, την αξία της αποτυχίας. Όλοι έχουμε, μας λέει, το δικαίωμα, ακόμα και την υποχρέωση να αποτύχουμε. Αυτό είναι τελικά το γνώρισμα που μας κάνει ανθρώπους.