του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ
Ο πατέρας μου ήταν ένας πραγματικός Γαργαντούας· με πρώτη ματιά δεν το καταλάβαινες, γιατί ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά. Μπορούσε όμως να κλάνει περπατώντας – βήμα και κλανιά. Δεξί, προυτ, αριστερό, προυτ. Με αυτό τον τρόπο διέσχισε ουσιαστικά ολόκληρη την Ευρώπη προελαύνοντας μαζί με τον βασιλιά της Νεάπολης ή με τον αμφιβόλου εντιμότητος Μέτερνιχ, τυλιγμένος διαρκώς σε αυτήν τη γλυκερή, διαπεραστική, υπνωτική μυρωδιά κλανιάς. Σαν γνήσιος προλετάριος. Ο πατέρας μου ήταν η προσωποποίηση της εξέγερσης των μαζών. Η οποία εξέγερση ξέσπασε εκ των πραγμάτων κάποια φορά που ο πατέρας μου, από υπερβολική εμπιστοσύνη στο προαναφερθέν ταλέντο του αλλά και από απερισκεψία, χέστηκε επάνω του. Όσο και αν μαζεύτηκε, όσο και αν προσπάθησε να σφίξει τους μυς του σφιγκτήρα του, ήταν ήδη πολύ αργά. Τα σκατά ήδη κατρακυλούσαν μέσα στα μπατζάκια του. Αυτή η χώρα βρωμάει αφόρητα, σχολίασε ο πατέρας μου. Οι περί αυτόν, οι ακόλουθοί του, ένευσαν με μεγάλο ζήλο.[1]
Στο απόσπασμα της υπέροχης Ουράνιας αρμονίας που παραθέτουμε εδώ, ο Πέτερ Εστερχάζυ αποτίει φόρο τιμής στον θεμελιωτή του μυθιστορηματικού είδους Φρανσουά Ραμπελαί. Ήδη στην πρώτη αράδα του αποσπάσματος, ο Ούγγρος συγγραφέας παραπέμπει ευθέως στον διάσημο πρωταγωνιστή των ραμπελαισιανών ιστοριών. Ο αφηγητής παρομοιάζει τον πατέρα του με τον Γαργαντούα, τον αγαθό γίγαντα που τρωγοπίνει διαρκώς και διασκεδάζει διακωμωδώντας τα πάντα. Ο Γαργαντούας του Εστερχάζυ, βέβαια, σε αντίθεση με τον πρωτότυπο, είναι εξωτερικά εκλεπτυσμένος και αριστοκρατικός: «ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά», μας πληροφορεί ο αφηγητής. Στην ουσία όμως, είναι γλεντζές και γελωτοποιός, ακριβώς όπως ο πρόγονός του. Διέσχισε, λέει ο συγγραφέας μας, όλη την Ευρώπη κλάνοντας. Κι ας συνόδευε μάλιστα τον βασιλιά της Νεάπολης ή τον διαβόητο Αυστριακό πολιτικό Μέτερνιχ. Όταν μάλιστα εφόρμησε για την τελική έφοδο και τη σπουδαιότερη επαναστατική πράξη, χέστηκε πάνω του.
Όπως ακριβώς η γαργαντουική φύση του πατέρα δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, λόγω του εκλεπτυσμένου παρουσιαστικού του, έτσι δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως και η ραμπελαισιανή ψυχή του εστερχάζειου μυθιστορήματος. Ο λόγιος αναγνώστης διαβάζει ένα μεταμοντερνιστικό και πειραματικό έργο. Και όλα τα εξωτερικά στοιχεία του βιβλίου φαίνονται να τεκμηριώνουν αυτή τη γραμματολογική παρατήρηση. Η δομή της Ουράνιας αρμονίας, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ιδιότυπη: αποτελείται από μικρά άτιτλα αλλά αριθμημένα κεφάλαια, που εκτείνονται από λίγες αράδες μέχρι πολλές σελίδες. Η υπόθεση κάθε κεφαλαίου είναι εντελώς διαφορετική και ξεχωριστή. Ο τόπος και ο χρόνος, όπως κι οι χαρακτήρες, επίσης αλλάζουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Αλλά και το είδος στο οποίο ανήκει το βιβλίο δεν είναι αμιγώς μυθιστορηματικό. Η ποίηση, το δοκίμιο και η φιλοσοφία εισβάλλουν ορμητικά στο έργο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους μεγάλους συγγραφείς του μοντερνισμού.
Ο ίδιος ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο πατέρας, μεταμορφώνεται διαρκώς: αλλάζει πρόσωπο και χαρακτήρα, γίνεται πλούσιος και φτωχός, άρχοντας και χωριάτης. Μετακινείται διαρκώς στο χώρο και το χρόνο, διασχίζει την Ευρώπη, πολεμά τους Τούρκους, συνδειπνεί με τους βασιλιάδες της Γαλλίας και της Γερμανίας.
Και μάλιστα αυτή η διαρκής μεταμόρφωση εντάσσεται σε μια σκόπιμη και καλά μελετημένη στρατηγική του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποκαλύπτει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του:
[…] αν προσωποποιήσουμε τα πάντα στον πατέρα, τότε ο πατέρας σχεδόν δεν υπάρχει. Αν όλοι είναι πατέρας, τότε ουσιαστικά κανείς δεν είναι. Συνήθως δεν μπορούμε να αγγίζουμε τον πατέρα. Πρέπει να τον κρατάμε σε απόσταση. Εγώ έκανα ακριβώς το αντίθετο. Τους έκανα όλους πατεράδες.[2]
Ο Εστερχάζυ θεματοποιεί στο έργο του την εξάλειψη του πατέρα, την εξαφάνιση της πατρικής φιγούρας, που έχει συντελεστεί στον μεταμοντέρνο κόσμο μας. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος γίνεται έτσι ένας σύγχρονος Τηλέμαχος, που αναζητά διαρκώς τον χαμένο πατέρα του. Όπως έχει δείξει ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι στο Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου, αυτή είναι η μοίρα του σύγχρονου γιου, ν’ αναζητά τον οριστικά εξαφανισμένο πατέρα του, επιθυμώντας διαρκώς να τον ξαναβρεί και να τον κληρονομήσει:
[…] η συμβολική εξουσία του πατέρα έχει χάσει το εκτόπισμά της, εξέλειψε, έδυσε αμετάκλητα […] η έλλειψη αυτή δεν υποδηλώνει μια προσωρινή κρίση του πατρικού ρόλου […] Ο χρόνος του έχει αμετάκλητα τελειώσει, εξαντληθεί, λήξει. […] Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι μια αντιστροφή του οιδιπόδειου συμπλέγματος. […] Ο Τηλέμαχος δεν εκδηλώνει την πατροκτόνο βία του Οιδίποδα· αναζητά τον πατέρα, όχι ως αντίπαλο με τον οποίο θα πολεμήσει μέχρι θανάτου, αλλά ως μια προσδοκία, μια ελπίδα […] Ενώ το βλέμμα του Οιδίποδα σβήνει μέσα στην ανίσχυρη μανία της αυτοτύφλωσης –ως ανεξίτηλη σφραγίδα ενοχής–, το βλέμμα του Τηλέμαχου στρέφεται στον ορίζοντα για να διακρίνει αυτό που επιστρέφει από το πέλαγος.[3]
Στην Ουράνια αρμονία, και ιδίως στο δεύτερο μέρος της, που είναι πιο αυτοβιογραφικό, Τηλέμαχος γίνεται και ο ίδιος ο συγγραφέας Πέτερ Εστερχάζυ: αναζητά τον πατέρα του και προσπαθεί να αποκαταστήσει τη μορφή του. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η προσωπική Τηλεμάχεια του Εστερχάζυ έληξε οδυνηρά λίγο πριν από την έκδοση της Ουράνιας αρμονίας, όταν έμαθε, μετά το θάνατο του πατέρα του, και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, διαβάζοντας τα σχετικά αρχειακά τεκμήρια, ότι ο πατέρας του ήταν πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών στην κομμουνιστική Ουγγαρία. Ένας άνθρωπος που διακήρυσσε την πίστη του στην ελευθερία και στη δημοκρατία, μέλος μιας οικογένειας που διώχτηκε και εκτοπίστηκε, είχε υπηρετήσει την κομουνιστική δικτατορία ως χαφιές της αστυνομίας. Αυτή την επώδυνη εμπειρία αφηγείται ο συγγραφέας μας στη Διορθωμένη έκδοση, ένα μυθιστόρημα-συμπλήρωμα της Ουράνιας αρμονίας, που κυκλοφόρησε στα ουγγρικά το 2002.
Ας επιστρέψουμε όμως στην Ουράνια αρμονία, η οποία φαίνεται, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου, ως ένα πρωτοποριακό, υπερμοντέρνο έργο. Αν όμως κοιτάξουμε κάτω απ’ την επιφάνεια, μπορούμε να εντοπίσουμε στο μυθιστόρημα του Εστερχάζυ όλα εκείνα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα απ’ τις απαρχές του και μέχρι σήμερα. Η Ουράνια αρμονία ανήκει στην ίδια παράδοση με τα έργα του Ραμπελαί και του Θερβάντες, του Στερν και του Ντιντερό· κι ας δανείζεται ένα σωρό στοιχεία απ’ τον Τζόυς, τον Μούζιλ ή τον Μπροχ. Σε κάθε σελίδα τού εστερχάζειου μυθιστορήματος ξεπετάγεται ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, ο Γαργαντούας και ο Πανούργος, ο Ζακ και ο αφέντης του.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το μυθιστόρημα του Εστερχάζυ είναι μοντερνιστικό αλλά ταυτόχρονα παραμένει, παραδόξως, κλασικότροπο. Παρότι ο ίδιος δηλώνει πως πρότυπό του είναι ο Τζόυς και όχι η ρεαλιστική μυθιστοριογραφία, πίσω απ’ την πειραματική γραφή του μπορούμε να διακρίνουμε όλα τα διαχρονικά θέματα και τεχνάσματα της ευρωπαϊκής μυθιστοριογραφίας. Μέσα στο έργο του χωνεύει και μεταγράφει όλους τους κορυφαίους του είδους.
Ένα χαρακτηριστικό που δείχνει την ουσιαστική σχέση του Εστερχάζυ με το παραδοσιακό μυθιστόρημα είναι, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή του κειμένου μας, η βωμολοχία και η σκατολογία, στοιχεία που απ’ την εποχή του Ραμπελαί και του Θερβάντες αποτελούν βασικά γνωρίσματα του είδους. Με τον βλάσφημο λόγο οι μυθιστοριογράφοι επιτυγχάνουν την ανατροπή και τον υποβιβασμό απ’ το υψηλό και εκλεπτυσμένο στο χαμηλό και χοντροκομμένο. Το υψηλό μάλιστα, στην περίπτωση του Εστερχάζυ, συνδέεται με την αριστοκρατία, ενώ το χαμηλό με το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας παρωδεί την εξέγερση των μαζών παρομοιάζοντάς τη με ασυγκράτητη αφόδευση.
Η μέθοδος αυτή, ο υποβιβασμός και η προσγείωση απ’ το υψηλό και επικό στο ταπεινό και χθαμαλό, είναι η ουσία της ραμπελαισιανής και θερβαντικής τέχνης. Η βωμολοχία, η σκατολογία και γενικά ο βλάσφημος λόγος είχαν πάντα βαθιά απελευθερωτική, ψυχικά και κοινωνικά, λειτουργία. Ιδιαίτερα σε αυταρχικές εποχές και κοινωνίες, όπως η μεσαιωνική Ευρώπη. Ο Εστερχάζυ αντλεί απ’ αυτή την πλούσια λογοτεχνική παράδοση και την αξιοποιεί δημιουργικά στο έργο του. Άλλωστε, και η σύνδεση της σκατολογίας, του υποβιβασμού και της παρωδίας με την ιστορία, η διακωμώδηση πραγματικών ιστορικών περιστατικών, είναι και αυτή τεχνική που οι απαρχές της εντοπίζονται στο ραμπελαισιανό έργο.
Εκτός απ’ τη σκατολογία, που βλέπουμε στο παραπάνω απόσπασμα, στο έργο του Εστερχάζυ υπάρχουν διαρκώς και περιπαικτικές ή κωμικές αναφορές στο σεξ και στις γενετήσιες λειτουργίες. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο υπ’ αριθμόν 94 περιγράφει πώς δύο μέλη της οικογένειάς του αυνανίζονταν, όταν ήταν έφηβοι, με το γραμμόφωνο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ένας απ’ τους δύο στα γεννητικά όργανα. Ο τρίτος και μικρότερος αδερφός, που παρακολουθούσε του δύο μεγαλύτερους να αυνανίζονται, τρόμαξε τόσο πολύ ώστε δεν έκανε ποτέ σεξ. Έτσι, μοναδικός κληρονόμος της οικογένειας έμεινε ο δεύτερος αδερφός, που έμεινε ακέραιος σωματικά και ψυχολογικά ύστερα απ’ αυτή την εμπειρία.
Στην πορεία του βίου μιας οικογένειας υπεισέρχονται πολλές συμπτώσεις, ο παλμός της ιστορίας και της προσωπικότητας, άλλοτε ευνοείται ο ένας κλάδος, άλλοτε ο άλλος, άλλοτε πάλι απρόσμενα (;) ο πρωτότοκος γιος πεθαίνει ηρωικώς ενώ ο επόμενος – τέλος πάντων, δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε και πολύ συγκεκριμένο. Στη δική μας περίπτωση αποφασιστικός παράγοντας αποδείχθηκε το γραμμόφωνο. […] Ήταν τρεις αδελφοί, ο πατέρας μου ήταν ο μεσαίος, κι όμως αργότερα όλα κατέληξαν σ’ εκείνον. Πώς συνέβη αυτό; Ο πατέρας μου τρελαινόταν μ’ αυτό το γύρω γύρω, και προκειμένου να το κάνει πιο… πιο αισθητό, εφευρετικός καθώς ήταν, στερέωσε φτερά πάνω στο πλατό και μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του (τον νόμιμο κληρονόμο) παρακολουθούσαν την περιστροφή, μέχρι που τους έπιανε ζαλάδα· αργότερα άρχισαν να λαμβάνουν και ενεργά μέρος, χρησιμοποιώντας το περιστρεφόμενο πλατό με τα φτερά σαν ένα είδος αυνανιστήρα (η πρώτη εφεύρεση του πατέρα μου!): έβαζαν τις τσουτσούνες τους ανάμεσα στα φτερά, τα οποία, καθώς γυρνούσαν, τους γαργαλούσαν (τις τσουτσούνες). […] Και τότε τι συνέβη; Συνέβη ότι κάποια στιγμή το πλατό γυρνώντας έσκισε ένα κομμάτι από το όσχεο του μεγαλύτερου αδελφού, κι αυτό ήταν. Τέρμα. Ο μικρότερος αδελφός του πατέρα μου ήταν ακόμα πολύ μικρός (υποτίθεται ότι θα κληρονομούσε τις λιμνούλες και τα δάση που βρίσκονταν προς το Μορ) και παρακολουθούσε τους μεγάλους κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα. Αυτά που είδε –τον μαύρο δίσκο στο πλατό, τα περιστρεφόμενα φτερά και τη στύση-κάγκελο ανάμεσά τους– τον τρομοκράτησαν τόσο πολύ, που στο εξής και για την υπόλοιπη ζωή του δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τίποτε απ’ όλα αυτά. Κι έτσι ο πατέρας μου έγινε ο μοναδικός κληρονόμος και ο βασικός κλάδος της οικογένειας, κι επιπλέον αισθανόταν υπέροχα με το γύρω γύρω.[4]
Εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει πολλά: τη σύνδεση του γραμμοφώνου με τη φροϋδική θεωρία (που μας μεταφέρει στην Κεντρική Ευρώπη του Μεσοπολέμου), τη γελοιοποίηση των αριστοκρατικών και φεουδαρχικών αρχών περί κληρονομικότητας, το εγκώμιο του αυνανισμού. Και εδώ, όπως και στο προηγούμενο απόσπασμα, ο συγγραφέας αναποδογυρίζει και υποβιβάζει. Υποβιβάζει τις φεουδαρχικές παραδόσεις μεταβίβασης της κληρονομιάς· αιτία αποκλεισμού του κληρονόμου δεν είναι τώρα κάποιος ηρωικός θάνατος στη μάχη, αλλά ο αυτοευνουχισμός λόγω ατυχήματος. Υποβιβάζει το γραμμόφωνο από υψηλής ποιότητας όργανο μουσικής απόλαυσης σε ιδιότυπο σεξουαλικό βοήθημα. Υποβιβάζει το ίδιο το λογοτεχνικό είδος της οικογενειακής σάγκας: δεν αφηγείται πια ηρωικές πράξεις της οικογένειας αλλά επονείδιστα προσωπικά μυστικά.
Παρότι λοιπόν ο Εστερχάζυ τιτλοφορεί το μείζον έργο του Ουράνια αρμονία, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μυθιστόρημα τόσο γήινο όσο όλα τα μυθιστορήματα. Οι ήρωές του είναι ίδιοι με μας, κι ας είναι βασιλείς, ευγενείς και ήρωες. Είναι χωμάτινοι, αποτυχημένοι, θνητοί. Και ο συγγραφέας μας τους βλέπει με στοργή και τρυφερότητα, παρόλο που τους περιπαίζει διαρκώς και τους σαρκάζει ενίοτε σκληρά. Η αρμονία του Εστερχάζυ δεν είναι ουράνια, αλλά γήινη, και συνηχεί με τις αρμονίες του Ραμπελαί, του Θερβάντες και όλων των γελαστών και κωμωδών μυθιστοριογράφων που προηγήθηκαν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ
[1] Πέτερ Εστερχάζυ, Ουράνια αρμονία, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου – Μανουέλα Μπέρκι, Ποταμός, Αθήνα 2005, σελ. 101-102.
[2] Ανταίος Χρυσοστομίδης, «Για μένα η νοσταλγία είναι συνώνυμο του ψεύδους» (συνέντευξη με τον Πέτερ Εστερχάζι), Οι κεραίες της εποχής μου, τόμ. 2, Καστανιώτης, Αθήνα 2013, σελ. 93.
[3] Massimo Recalcati, Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα, μτφρ. Άννα Πλεύρη – Γιοβάνα Βεσσαλά, Κέλευθος, Αθήνα 2016, σελ. 11-13.
[4] Ουράνια αρμονία, ό.π., σελ. 115-116.





Αρκετές ακόμη ταινίες του Μπέργκμαν εμπεριέχουν τη μουσική ως θέμα και όχι ως πρόσχημα. Όπως φερ’ ειπείν η Φθινοπωρινή Σονάτα του 1978 στην οποία για μία και μοναδική φορά ο Μπέργκμαν του κινηματογράφου συναντιέται με την Μπέργκμαν του κινηματογράφου. Και εκεί θυμίζω η Ίνγκριντ υποδύεται μια σπουδαία σολίστ πιάνου. Ο χρόνος δεν επιτρέπει αναφορά σε όλες γιατί οφείλουμε να επισημάνουμε μερικά ακόμη σημαντικά χαρακτηριστικά της σχέσης του κινηματογραφικού Μπέργκμαν με τη μουσική. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι όπως σχεδόν η κινηματογραφική του γραφή γίνεται ολοένα και πιο αφαιρετική με το πέρασμα του χρόνου, έτσι και οι μουσικές που επιλέγει για τις ταινίες του γίνονται ολοένα και πιο λιτές. Από τη συμφωνική μουσική που χρησιμοποιεί στις πρώτες ταινίες του τρία Βαλς του Γιόχαν Στράους για παράδειγμα στην Κρίση, Χαίντελ, Μπετόβεν, Βάγκνερ στη Μουσική στο σκοτάδι, 1η και 9η Συμφωνία και Εισαγωγή Έγκμοντ του Μπετόβεν, Κοντσέρτο για βιολί του Μέντελσον, Σμέτανα και Μότσαρτ στην ταινία Στη Χαρά, Τσαϊκόφσκυ και Ντελίμπ στην Έρωτες Εφήβων, περνάει σιγά-σιγά στη μουσική δωματίου και κυρίως τη μουσική για σόλο όργανο συνήθως πιάνο – συμβάλει σε αυτό βεβαίως και η παρουσία της συζύγου του Κέμπι Λάρετεϊ, από το 1959 και μετά – και βιολοντσέλο, που μοιάζει αγαπημένο μουσικό όργανο για τον σκηνοθέτη, όπως κυρίως χρησιμοποιείται στις Σουίτες του Μπαχ, με το μουσικό ήθος μάλιστα της Σαραμπάντας! Σαραμπάντα με την υπογραφή Μπαχ εντοπίζεται στις ακόλουθες ταινίες:



Στις μέρες μας σπανίζουν οι εμβληματικές φυσιογνωμίες, οι οποίες χρησιμεύουν στην αποτίμηση της εικόνας της νεοελληνικής φιλοσοφίας και των διαστάσεών της στον ευρωπαϊκό στοχασμό. Μια από αυτές, και ίσως η προεξάρχουσα, είναι τούτη του Παναγιώτη Νούτσου. Ο Νούτσος, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων επί σειρά ετών, ανέδειξε με διαύγεια προβλήματα φιλοσοφικής ιστοριογραφίας και συνέβαλε με τον δικό του τρόπο, δηλαδή, με ξεχωριστή κριτική μέθοδο και πνευματική οξύτητα στην αντιμετώπισή τους. Όποιος παρατηρεί τα χρονίζοντα φιλοσοφικά θέματα, ιδωμένα με την επιμελημένη ερμηνεία και τη συγγραφική αγωγή του τιμώμενου καθηγητή, δέχεται τον ευεργετικό αιφνιδιασμό μιας καινούργιας σκέψης. Μιας σκέψης, της οποίας η συνεκτικότητα και η αμφισβητούσα οντολογία, είναι τα προνομιακά στοιχεία της. Πρόκειται για συλλογισμούς των οποίων το νόημα στοχεύει στη βελτίωση, την αποκατάσταση ή και την ανατροπή του ήδη συντελεσμένου. Οι μελετητές φιλοσοφικών έργων, αναμφίβολα, πότε έλκονται και πότε απωθούνται από αυτά. Τα κείμενα που μελετούν τα αισθάνονται, εκτός από ατόφια, ενίοτε σπαραγμένα και διαμελισμένα στο περιεχόμενό τους. Η γραφή, ωστόσο, του Νούτσου, διατηρεί μια πολυφωνική ισορροπία στα όσα διαλαμβάνει. Η συνέχεια και ο ειρμός της ενυπάρχουν στην κινητικότητα των επιχειρημάτων. Αν η γραφή αυτή διατηρεί προσεκτικές αποστάσεις από συρμούς, δόγματα και συλλογικές πεποιθήσεις, το κάνει για να επιτρέψει στον εκφραστή της να μη συγκατατίθεται άνευ όρων στην συμβατικότητα των πραγμάτων. Ας συνεχίσουμε λίγο πιο μεθοδικά, με τις παρακάτω έξι ενότητες: Πολιτική φιλοσοφία, κοινωνική φιλοσοφία, η επικαιρότητα του Μαρξ, επιφυλλιδογραφία και η συμβολή του Π. Νούτσου στα νεοελληνικά γράμματα.
Στις γραμμές που προηγήθηκαν, προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό τμήμα από τον συγγραφικό και ερευνητικό πυρήνα του ομότιμου καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου. Ένας πυρήνας, οποίος συνεπάγεται τη διαλεκτική εμπλοκή, αντλεί δύναμη από τα ερευνώμενα αντικείμενα και προσανατολίζεται στη διέγερση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης. Ο Νούτσος, πέραν της ex nihilo δημιουργίας, δεν καταστρέφει κάτι πριν το αναδημιουργήσει. Το αποδομεί, απελευθερώνοντας τα στοιχεία εκείνα, τα οποία ασφυκτιούν σε λιμνάζουσες και αβασάνιστες διαμεσολαβήσεις, χωρίς να ο ίδιος να φθείρει το γενεσιουργό τους κύτταρο. Επιπλέον, η επιστήμη του στοχαστή μας, ελλιμενίζεται, σε έναν νοηματικά κατάμεστο εμπειρικό κόσμο, περιγράφοντας όλες τις δομές του, με τις οποίες καταπιάνεται. Ο ίδιος, ως θεράποντάς της φιλοσοφικής πειθαρχίας,, δεν ασχολείται μόνον με μείζονες μορφές σκέψης, αλλά μας εφιστά την προσοχή σε φιλοσοφικά ζητήματα, που παραβλέπονται από την παραδοσιακή λογική, χωρίς να αποστατεί από προβληματικές, που, εξ ορισμού, έχουν δύσκολη έκβαση. Αυτή ήταν η μικρογραφία του φιλοσοφικού σύμπαντος του Παναγιώτη Νούτσου. Ενός σύμπαντος, ανθεκτικού αλλά και πολύσημου σε μια δυνητικά επερχόμενη διανοητική λαίλαπα.

Ένας παλιός νόμος της αφήγησης λέει ότι εξιστορούμε ως επί το πλείστον σε παρελθόντα χρόνο. Σπανίως χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα, που υποτίθεται έχει μια άλλη αμεσότητα. Ενεστώτας χρόνος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στη συγγραφή σεναρίου ή θεατρικού κειμένου. Πολύ συχνά και στην ποίηση, όπως και στην αφήγηση ονείρων. Στα μυθιστορήματα, σε αυτά τα εκτεταμένα και επεξεργασμένα όνειρα, ο αόριστος είναι ο κυρίαρχος χρόνος και σπανιότερα ο παρατατικός. Ίσως θέλουμε να δείξουμε με τον αόριστο ότι τα γεγονότα που περιγράφουμε είναι μοναδικά, συνέβησαν άπαξ. Επίσης είναι σημαντικά. Ανάμεσα σε τόσα και τόσα που έλαβαν χώρα και συνεχίζουν να αλληλοδιαδέχονται το ένα τ’άλλο, διασώθηκαν μόνο τα συγκεκριμένα μέσα από τον ληθαργικό ποταμό του χρόνου. Άρα όσα επιλέγουμε να διηγηθούμε, όσα ξεχωρίζουμε και τους δίνουμε καλλιεπή, ηδυσμένο λόγο για να εκφραστούν, έχουν ιδιάζουσα αξία και σημασία. Είναι μοναδικά. Ποιος ενδιαφέρεται για το ευτελές, το τετριμμένο, το ανούσιο; Από τον καιρό που ο άνθρωπος καθόταν στη σπηλιά του γύρω από τη φωτιά και άκουγε τον πρωτόγονο storyteller, διψούσε για ιστορίες που έχουν νόημα, που ερεθίζουν το συναίσθημα και τη φαντασία, που προκαλούν έλεος, φόβο και κάθαρση.
Η καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.
Η βαθιά ναρκισσιστική νεύρωση δεν οφείλεται μόνο στην στρατιωτική κατωτερότητά τους απέναντι στη Δύση. Ακόμα μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει η πνευματική και υλική εξάρτηση από τους Δυτικούς. Τα τελευταία τετρακόσια χρόνια οι Άραβες δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μια αξιομνημόνευτη ανακάλυψη. Ο Ρούντολφ Σιμέλι μνημονεύει την πρόταση ενός ιρακινού συγγραφέα: «Αν τον 18ο αιώνα ένας ιρακινός είχε προχωρήσει στην ανακάλυψη της ατμομηχανής, αυτή δεν θα είχε κατασκευαστεί ποτέ». Κανένας ιστορικός δεν θα έφερνε αντίρρηση. Για τον νοήμονα Άραβα κάθε αντικείμενο της πεζής καθημερινότητας στο Μαχρέμπ ή στη Μέση Ανατολή, κάθε ψυγείο, κάθε τηλέφωνο, κάθε πρίζα, κάθε κατσαβίδι, (τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς) συνιστούν ένα σιωπηρό χτύπημα. Τα παρασιτικά πετρελαϊκά κράτη που ζουν από τα αποθέματά τους είναι κι αυτά αναγκασμένα να εισάγουν τεχνολογία από το εξωτερικό. Αν δεν απασχολούσαν γεωλόγους από τη Δύση, εργάτες και εργοδηγούς, αν δεν είχαν στόλους από τάνκερ και διυλιστήρια θα ήταν αδύνατον να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματά τους. Το βασίλειό τους είναι γι’ αυτό ένα είδος κατάρας θυμίζοντάς τους συνεχώς τον βαθμό εξάρτησής τους από την Δύση. Αν εξέλειπε το πετρέλαιο η οικονομία του αραβικού κόσμου θα είχε μικρότερη ισχύ από εκείνη μιας και μόνο φινλανδικής εταιρίας τηλεφωνίας.
Αντιθέτως, οι συνέπειες για τις αραβικές κοινωνίες ήταν τεράστιες. Τον λογαριασμό για τις μακροπρόθεσμες καταστροφές δεν θα κληθεί να τις πληρώσει η Δύση αλλά οι περιοχές εκείνες στο όνομα των οποίων δρα ο Ισλαμισμός. Και δεν είναι μόνο οι άστεγοι, οι μετανάστες και οι αναζητούντες άσυλο όσοι πρόκειται να υποφέρουν. Ολόκληροι λαοί θα υποχρεωθούν -πέρα από κάθε έννοια δικαιοσύνης- να πληρώσουν τεράστιο τίμημα για τις πράξεις των αυτόκλητων αντιπροσώπων τους. Η πεποίθηση πως η τρομοκρατία θα μπορούσε να βελτιώσει τις ήδη πολύ άσχημες προοπτικές τους είναι εντελώς παράλογη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας που να κατόρθωσε να μακροημερεύσει καταπνίγοντας το παραγωγικό της δυναμικό.
Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη μάζα αλλά και για τον εκάστοτε μεμονωμένο υποκινητή. Ο υποκινητής ασκεί μια έλξη, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εμμονικά ηττημένος. Οι οπαδοί του αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα χαρακτηριστικά εκείνα που προδίδουν την παραφροσύνη του. Δικαίως του προσάπτεται κυνισμός αφού ως καλός γνώστης τους είναι φυσικό να υποτιμά τους οπαδούς του γνωρίζοντας πως πρόκειται για ηττημένους, τους οποίους εν τέλει θεωρεί ανάξιους. Γι’ αυτό το λόγο ηδονίζεται με τη σκέψη, όπως σημείωσε ο Ελίας Κανέτι πριν από μισό αιώνα, πως πρέπει να οδηγήσει στο θάνατο όλους τους υπόλοιπους, ανάμεσα σ’ αυτούς και τους οπαδούς του, πριν ή καεί κι ο ίδιος στο υπόγειο στρατηγείο του.
Ως εκ τούτου έχει απομείνει μόνο ένα κίνημα που μπορεί να ενεργήσει βίαια αναπτύσσοντας παγκόσμια δράση κι αυτό δεν είναι άλλο από τον ισλαμισμό. Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ισλαμισμός είναι να συγκεντρώσει την θρησκευτική ενέργεια ενός δόγματος παγκόσμιας εμβέλειας, το οποίο με 1,2 δισεκατομμύρια οπαδών δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυναμικό αλλά εξαπλώνεται δημογραφικά σε όλες τις ηπείρους. Αν και αυτή η τεράστια ομάδα ανθρώπων είναι πολλαπλά διηρημένη και κατακερματισμένη από τις εθνικές και τις κοινωνικές συγκρούσεις, εν τούτοις η ιδεολογία τού ισλαμισμού αποτελεί το ιδανικό όχημα για την κινητοποίηση απόλυτα ηττημένων ανθρώπων. Για να την επιτύχει είναι σε θέση να επικαλεστεί ταυτόχρονα τόσο θρησκευτικούς και πολιτικούς όσο και κοινωνικούς λόγους.
Αντί να μελετήσουν τα χιλιάδες πρόσωπα του ηττημένου, οι κοινωνιολόγοι μένουν άκαμπτοι στις στατιστικές τους μιλώντας για μέσους όρους, αποκλίσεις, κατανομές. Σπάνια τους περνάει απ’ το μυαλό η ιδέα πως θα μπορούσαν και οι ίδιοι να ανήκουν στην κατηγορία των ηττημένων. Οι ορισμοί τους είναι σαν το ξύσιμο της πληγής: ο πόνος που επέρχεται με το ξύσιμο είναι μεγαλύτερος από τον αρχικό, ισχυρίζεται ο Σάμουελ Μπάτλερ. Έτσι όπως εξελίσσεται η ανθρωπότητα, ωστόσο, («καπιταλισμός», «ανταγωνισμός», «αυτοκρατορία», «παγκοσμιοποίηση» είναι εδώ οι επικρατούσες έννοιες) δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των ηττημένων μέρα με την ημέρα, αλλά πολύ γρήγορα –όπως πάντα συμβαίνει με τις μεγάλες μάζες- συντελούνται ομαδοποιήσεις. Μέσω μιας χαώδους και ακατανόητης διαδικασίας διαχωρίζονται μεταξύ τους οι ηττημένοι απ’ τους υποδεέστερους και τα θύματα. Ένας άνθρωπος που αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων μπορεί να αποδέχεται την ήττα του και να παραιτείται, το θύμα μπορεί να απαιτεί ικανοποίηση και ο ηττημένος να προετοιμάζεται για τον επόμενο γύρο. Ο απόλυτα ηττημένος όμως διαχωρίζει τη θέση του, καθίσταται αόρατος διαφυλάσσοντας την αφάνειά του, μαζεύει δυνάμεις και περιμένει τη σειρά του.
Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Μέσω της έκρηξης βρίσκει την μοναδική λύση που θα μπορούσε να φανταστεί για το πρόβλημά του: την κλιμάκωση τού κακού που τον βασανίζει. Κάθε εβδομάδα διαβάζουμε γι’ αυτόν στις εφημερίδες. Είναι ο πατέρας που σκότωσε πρώτα την γυναίκα του κι ύστερα τα δυο μικρά παιδιά του πριν αυτοκτονήσει. Ο αποτροπιασμός είναι ασύλληπτος. Στα τοπικά ένθετα των εφημερίδων γίνεται λόγος για «οικογενειακή τραγωδία». Ή μαθαίνουμε για κάποιον που αμπαρώνεται ξάφνου στο διαμέρισμά του παίρνοντας όμηρο τον ενοικιαστή που απαίτησε το ενοίκιο. Όταν πια καταφθάνει η αστυνομία αρχίζει να πυροβολεί ανεξέλεγκτα. Την κατάσταση συνοψίζει η μαλαισιανή λέξη «αμόκ». Πριν πέσει νεκρός ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά προλαβαίνει να σκοτώσει έναν υπάλληλο. Παραμένει όμως ασαφές τι είναι ακριβώς αυτό που πυροδοτεί την έκρηξή του. Κάποια μουρμούρα της συζύγου ίσως, κάποια δυνατή μουσική απ’ το διπλανό διαμέρισμα, ένας καυγάς σε κάποιο εστιατόριο ή η απόρριψη του δανείου από την τράπεζα. Αρκεί μια υποτιμητική παρατήρηση του προϊσταμένου για να τον ανεβάσει σε κάποια ταράτσα με το όπλο στραμμένο σ’ όσους περνούν μπροστά από το σούπερ μάρκετ. Όχι μόνο δεν τον ενοχλεί το γεγονός πως μια τέτοια κίνηση επιταχύνει και το δικό του τέλος, αλλά είναι κάτι που το επιδιώκει. Από πού άραγε να έχει προμηθευτεί το πολυβόλο που κρατάει; Είναι η στιγμή που ο απόλυτα ηττημένος (ένας δεκαπεντάχρονος ίσως που υποφέρει από ακμή) γίνεται κύριος της ζωής των άλλων. «Όλα τελείωσαν με την αυτοκτονία του», θα πει ο εκφωνητής των ειδήσεων. Η ειδική υπηρεσία της αστυνομίας είναι ώρα να πιάσει δουλειά. Βρίσκουν μερικά βίντεο του δράστη, κάποιες ασαφείς σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο. Ούτε οι γονείς, ούτε οι γείτονες, ούτε οι δάσκαλοι είχαν αντιληφθεί το παραμικρό. Σε κάμποσα μαθήματα, βεβαίως, οι βαθμοί δεν ήταν καλοί. Σίγουρα τον χαρακτήριζε μια κάποια εσωστρέφεια, ήταν φειδωλός στα λόγια. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την πράξη του να πυροβολήσει τους συμμαθητές του. Οι εμπειρογνώμονες παραδίδουν τις εκθέσεις τους. Η κοινωνιολογική κριτική καταθέτει τα βαρύγδουπα επιχειρήματά της. Όλοι εγείρουν την απαίτηση μιας επανεξέτασης του αξιακού συστήματος. Η έρευνα για τα αίτια μιας τέτοιας πράξης εγκαταλείπεται. Πολιτικοί εκφράζουν την συμπαράστασή τους. Όλοι τους πιστεύουν πως πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.
Είναι προφανές πως η ορμή της αυτοσυντήρησης είναι σχετικά καινοφανής. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η αξιοπρόσεκτη έλξη που ασκεί η αυτοκτονία στον άνθρωπο ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής. Κανένα ταμπού και καμία απειλή δεν μπόρεσαν να τον αποτρέψουν απ’ το ν’ αφαιρεί την ζωή του. Ωστόσο δεν υφίσταται τρόπος ποσοτικής μέτρησης της συγκεκριμένης τάσης. Κάθε προσπάθεια να αποτυπωθεί στατιστικά αποτυγχάνει λόγω της τεράστιας διαφοράς μεταξύ των καταγεγραμμένων και των πραγματικών περιστατικών.
Πιο θανάσιμο όμως απ’ το μίσος τους προς τον φιλελευθερισμό είναι το μίσος που έτρεφαν οι δύο διανοητές προς την ξενότητα και την περιπλάνηση. Όπως εξηγεί ο Σινιόσογλου, ο Σμιτ κι ο Χάιντεγκερ δεν ήταν αντισημίτες με τη στενή, φυλετική έννοια του όρου, όπως ήταν οι Ναζί. Αυτό που περισσότερο τους εξαγρίωνε ήταν ο εξεβραϊσμός της σκέψης, των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, του νομικού πολιτισμού. Γι’ αυτούς η εβραϊκότητα ήταν ένα μικρόβιο, που προσέβαλε τον οργανισμό της Ευρώπης στην αυγή των Νέων Χρόνων, και το οποίο έπρεπε να εξοντωθεί πάση θυσία και όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να σωθεί ο μεγάλος ασθενής. Για τον Σμιτ και τον Χάιντεγκερ, οι Εβραίοι, ο φιλελευθερισμός, η περιπλάνηση και η Νεωτερικότητα είναι μέρη του ίδιου προβλήματος. Οι Εβραίοι, και οι πλάνητες γενικά, στερούνται τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα: τη σύνδεση μ’ έναν σταθερό τόπο.
Σε αντίθεση με τους παλιότερους θεωρητικούς του έθνους –οι οποίοι υποστήριζαν τα συνταγματικά καθεστώτα, τη δημοκρατία και παρόμοια πολιτικά ιδεώδη, απηχώντας την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση–, οι νέοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα στην οποία η ανθρωπολογία θριάμβευε επί της πολιτικής. Οι επαναστάτες εθνικιστές του 1848 απέρριπταν την ιδέα του έθνους ως πολιτικού κώδικα. Γι’ αυτούς το έθνος πραγματώνεται μέσω των ηθών και των εθίμων του λαού: μέσω των φαγητών που τρώνε, μέσω των χορών που χορεύουν, μέσω των διαλέκτων που μιλούν, μέσω των προσευχών με τις οποίες απευθύνονται στο θείο. Ο νόμος και η πολιτική εξουσία δεν μπορούν να επιβάλουν την ευχαρίστηση που προσφέρουν τα φαγητά και δεν μπορούν να υπαγορεύουν την πίστη στους αγίους. Η πολιτική, δηλαδή, δεν μπορεί να δημιουργήσει την κουλτούρα. Αντίθετα, η κουλτούρα προϋπάρχει· είναι το έθος του λαού. Έτσι λοιπόν, στα μέσα του 19ου αιώνα, εμφανίζεται και εξαπλώνεται αυτός ο νέος εθνικισμός, που καθιέρωσε έναν νέο θεμελιώδη κανόνα για τη συλλογική ταυτότητα.
Αυτό είναι το πλαίσιο, καταλήγει ο Σέννετ, στο οποίο πρέπει να εντάξουμε τα πάθη του νεωτερικού εθνικισμού, με την έμφαση που δίνει στο να μοιράζονται άνθρωποι όμοιοι μεταξύ τους την αξιοπρέπεια της καθημερινής ζωής, την αξία της ταυτότητας. Τα πάθη αυτά συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους όμως μέχρι τους αρχαίους τραγικούς και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανούς πατέρες υπήρχε ένα ενάντιο πάθος για εμπειρίες αυτομεταμόρφωσης εις βάρος της κοινότητας, ένα πάθος για εκτοπισμό.