ΝΠ | Δοκίμια

Μια γήινη αρμονία

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο πατέρας μου ήταν ένας πραγματικός Γαργαντούας· με πρώτη ματιά δεν το καταλάβαινες, γιατί ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά. Μπορούσε όμως να κλάνει περπατώντας – βήμα και κλανιά. Δεξί, προυτ, αριστερό, προυτ. Με αυτό τον τρόπο διέσχισε ουσιαστικά ολόκληρη την Ευρώπη προελαύνοντας μαζί με τον βασιλιά της Νεάπολης ή με τον αμφιβόλου εντιμότητος Μέτερνιχ, τυλιγμένος διαρκώς σε αυτήν τη γλυκερή, διαπεραστική, υπνωτική μυρωδιά κλανιάς. Σαν γνήσιος προλετάριος. Ο πατέρας μου ήταν η προσωποποίηση της εξέγερσης των μαζών. Η οποία εξέγερση ξέσπασε εκ των πραγμάτων κάποια φορά που ο πατέρας μου, από υπερβολική εμπιστοσύνη στο προαναφερθέν ταλέντο του αλλά και από απερισκεψία, χέστηκε επάνω του. Όσο και αν μαζεύτηκε, όσο και αν προσπάθησε να σφίξει τους μυς του σφιγκτήρα του, ήταν ήδη πολύ αργά. Τα σκατά ήδη κατρακυλούσαν μέσα στα μπατζάκια του. Αυτή η χώρα βρωμάει αφόρητα, σχολίασε ο πατέρας μου. Οι περί αυτόν, οι ακόλουθοί του, ένευσαν με μεγάλο ζήλο.[1]

Στο απόσπασμα της υπέροχης Ουράνιας αρμονίας που παραθέτουμε εδώ, ο Πέτερ Εστερχάζυ αποτίει φόρο τιμής στον θεμελιωτή του μυθιστορηματικού είδους Φρανσουά Ραμπελαί. Ήδη στην πρώτη αράδα του αποσπάσματος, ο Ούγγρος συγγραφέας παραπέμπει ευθέως στον διάσημο πρωταγωνιστή των ραμπελαισιανών ιστοριών. Ο αφηγητής παρομοιάζει τον πατέρα του με τον Γαργαντούα, τον αγαθό γίγαντα που τρωγοπίνει διαρκώς και διασκεδάζει διακωμωδώντας τα πάντα. Ο Γαργαντούας του Εστερχάζυ, βέβαια, σε αντίθεση με τον πρωτότυπο, είναι εξωτερικά εκλεπτυσμένος και αριστοκρατικός: «ήταν κοκαλιάρης, ξανθός, εύθραυστος και φορούσε γυαλιά», μας πληροφορεί ο αφηγητής. Στην ουσία όμως, είναι γλεντζές και γελωτοποιός, ακριβώς όπως ο πρόγονός του. Διέσχισε, λέει ο συγγραφέας μας, όλη την Ευρώπη κλάνοντας. Κι ας συνόδευε μάλιστα τον βασιλιά της Νεάπολης ή τον διαβόητο Αυστριακό πολιτικό Μέτερνιχ. Όταν μάλιστα εφόρμησε για την τελική έφοδο και τη σπουδαιότερη επαναστατική πράξη, χέστηκε πάνω του.

Όπως ακριβώς η γαργαντουική φύση του πατέρα δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, λόγω του εκλεπτυσμένου παρουσιαστικού του, έτσι δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως και η ραμπελαισιανή ψυχή του εστερχάζειου μυθιστορήματος. Ο λόγιος αναγνώστης διαβάζει ένα μεταμοντερνιστικό και πειραματικό έργο. Και όλα τα εξωτερικά στοιχεία του βιβλίου φαίνονται να τεκμηριώνουν αυτή τη γραμματολογική παρατήρηση. Η δομή της Ουράνιας αρμονίας, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ιδιότυπη: αποτελείται από μικρά άτιτλα αλλά αριθμημένα κεφάλαια, που εκτείνονται από λίγες αράδες μέχρι πολλές σελίδες. Η υπόθεση κάθε κεφαλαίου είναι εντελώς διαφορετική και ξεχωριστή. Ο τόπος και ο χρόνος, όπως κι οι χαρακτήρες, επίσης αλλάζουν από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Αλλά και το είδος στο οποίο ανήκει το βιβλίο δεν είναι αμιγώς μυθιστορηματικό. Η ποίηση, το δοκίμιο και η φιλοσοφία εισβάλλουν ορμητικά στο έργο, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους μεγάλους συγγραφείς του μοντερνισμού.

Ο ίδιος ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο πατέρας, μεταμορφώνεται διαρκώς: αλλάζει πρόσωπο και χαρακτήρα, γίνεται πλούσιος και φτωχός, άρχοντας και χωριάτης. Μετακινείται διαρκώς στο χώρο και το χρόνο, διασχίζει την Ευρώπη, πολεμά τους Τούρκους, συνδειπνεί με τους βασιλιάδες της Γαλλίας και της Γερμανίας.

Και μάλιστα αυτή η διαρκής μεταμόρφωση εντάσσεται σε μια σκόπιμη και καλά μελετημένη στρατηγική του συγγραφέα, όπως άλλωστε αποκαλύπτει ο ίδιος στις συνεντεύξεις του:

[…] αν προσωποποιήσουμε τα πάντα στον πατέρα, τότε ο πατέρας σχεδόν δεν υπάρχει. Αν όλοι είναι πατέρας, τότε ουσιαστικά κανείς δεν είναι. Συνήθως δεν μπορούμε να αγγίζουμε τον πατέρα. Πρέπει να τον κρατάμε σε απόσταση. Εγώ έκανα ακριβώς το αντίθετο. Τους έκανα όλους πατεράδες.[2]

Ο Εστερχάζυ θεματοποιεί στο έργο του την εξάλειψη του πατέρα, την εξαφάνιση της πατρικής φιγούρας, που έχει συντελεστεί στον μεταμοντέρνο κόσμο μας. Ο αφηγητής του μυθιστορήματος γίνεται έτσι ένας σύγχρονος Τηλέμαχος, που αναζητά διαρκώς τον χαμένο πατέρα του. Όπως έχει δείξει ο Μάσσιμο Ρεκαλκάτι στο Σύμπλεγμα του Τηλέμαχου, αυτή είναι η μοίρα του σύγχρονου γιου, ν’ αναζητά τον οριστικά εξαφανισμένο πατέρα του, επιθυμώντας διαρκώς να τον ξαναβρεί και να τον κληρονομήσει:

[…] η συμβολική εξουσία του πατέρα έχει χάσει το εκτόπισμά της, εξέλειψε, έδυσε αμετάκλητα […] η έλλειψη αυτή δεν υποδηλώνει μια προσωρινή κρίση του πατρικού ρόλου […] Ο χρόνος του έχει αμετάκλητα τελειώσει, εξαντληθεί, λήξει. […] Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου είναι μια αντιστροφή του οιδιπόδειου συμπλέγματος. […] Ο Τηλέμαχος δεν εκδηλώνει την πατροκτόνο βία του Οιδίποδα· αναζητά τον πατέρα, όχι ως αντίπαλο με τον οποίο θα πολεμήσει μέχρι θανάτου, αλλά ως μια προσδοκία, μια ελπίδα […] Ενώ το βλέμμα του Οιδίποδα σβήνει μέσα στην ανίσχυρη μανία της αυτοτύφλωσης –ως ανεξίτηλη σφραγίδα ενοχής–, το βλέμμα του Τηλέμαχου στρέφεται στον ορίζοντα για να διακρίνει αυτό που επιστρέφει από το πέλαγος.[3]

Στην Ουράνια αρμονία, και ιδίως στο δεύτερο μέρος της, που είναι πιο αυτοβιογραφικό, Τηλέμαχος γίνεται και ο ίδιος ο συγγραφέας Πέτερ Εστερχάζυ: αναζητά τον πατέρα του και προσπαθεί να αποκαταστήσει τη μορφή του. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτή η προσωπική Τηλεμάχεια του Εστερχάζυ έληξε οδυνηρά λίγο πριν από την έκδοση της Ουράνιας αρμονίας, όταν έμαθε, μετά το θάνατο του πατέρα του, και διαπίστωσε ιδίοις όμμασι, διαβάζοντας τα σχετικά αρχειακά τεκμήρια, ότι ο πατέρας του ήταν πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών στην κομμουνιστική Ουγγαρία. Ένας άνθρωπος που διακήρυσσε την πίστη του στην ελευθερία και στη δημοκρατία, μέλος μιας οικογένειας που διώχτηκε και εκτοπίστηκε, είχε υπηρετήσει την κομουνιστική δικτατορία ως χαφιές της αστυνομίας. Αυτή την επώδυνη εμπειρία αφηγείται ο συγγραφέας μας στη Διορθωμένη έκδοση, ένα μυθιστόρημα-συμπλήρωμα της Ουράνιας αρμονίας, που κυκλοφόρησε στα ουγγρικά το 2002.

Ας επιστρέψουμε όμως στην Ουράνια αρμονία, η οποία φαίνεται, τόσο από άποψη μορφής όσο και από άποψη περιεχομένου, ως ένα πρωτοποριακό, υπερμοντέρνο έργο. Αν όμως κοιτάξουμε κάτω απ’ την επιφάνεια, μπορούμε να εντοπίσουμε στο μυθιστόρημα του Εστερχάζυ όλα εκείνα τα γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν το μυθιστόρημα απ’ τις απαρχές του και μέχρι σήμερα. Η Ουράνια αρμονία ανήκει στην ίδια παράδοση με τα έργα του Ραμπελαί και του Θερβάντες, του Στερν και του Ντιντερό· κι ας δανείζεται ένα σωρό στοιχεία απ’ τον Τζόυς, τον Μούζιλ ή τον Μπροχ. Σε κάθε σελίδα τού εστερχάζειου μυθιστορήματος ξεπετάγεται ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο, ο Γαργαντούας και ο Πανούργος, ο Ζακ και ο αφέντης του.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι το μυθιστόρημα του Εστερχάζυ είναι μοντερνιστικό αλλά ταυτόχρονα παραμένει, παραδόξως, κλασικότροπο. Παρότι ο ίδιος δηλώνει πως πρότυπό του είναι ο Τζόυς και όχι η ρεαλιστική μυθιστοριογραφία, πίσω απ’ την πειραματική γραφή του μπορούμε να διακρίνουμε όλα τα διαχρονικά θέματα και τεχνάσματα της ευρωπαϊκής μυθιστοριογραφίας. Μέσα στο έργο του χωνεύει και μεταγράφει όλους τους κορυφαίους του είδους.

Ένα χαρακτηριστικό που δείχνει την ουσιαστική σχέση του Εστερχάζυ με το παραδοσιακό μυθιστόρημα είναι, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή του κειμένου μας, η βωμολοχία και η σκατολογία, στοιχεία που απ’ την εποχή του Ραμπελαί και του Θερβάντες αποτελούν βασικά γνωρίσματα του είδους. Με τον βλάσφημο λόγο οι μυθιστοριογράφοι επιτυγχάνουν την ανατροπή και τον υποβιβασμό απ’ το υψηλό και εκλεπτυσμένο στο χαμηλό και χοντροκομμένο. Το υψηλό μάλιστα, στην περίπτωση του Εστερχάζυ, συνδέεται με την αριστοκρατία, ενώ το χαμηλό με το προλεταριάτο. Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας παρωδεί την εξέγερση των μαζών παρομοιάζοντάς τη με ασυγκράτητη αφόδευση.

Η μέθοδος αυτή, ο υποβιβασμός και η προσγείωση απ’ το υψηλό και επικό στο ταπεινό και χθαμαλό, είναι η ουσία της ραμπελαισιανής και θερβαντικής τέχνης. Η βωμολοχία, η σκατολογία και γενικά ο βλάσφημος λόγος είχαν πάντα βαθιά απελευθερωτική, ψυχικά και κοινωνικά, λειτουργία. Ιδιαίτερα σε αυταρχικές εποχές και κοινωνίες, όπως η μεσαιωνική Ευρώπη. Ο Εστερχάζυ αντλεί απ’ αυτή την πλούσια λογοτεχνική παράδοση και την αξιοποιεί δημιουργικά στο έργο του. Άλλωστε, και η σύνδεση της σκατολογίας, του υποβιβασμού και της παρωδίας με την ιστορία, η διακωμώδηση πραγματικών ιστορικών περιστατικών, είναι και αυτή τεχνική που οι απαρχές της εντοπίζονται στο ραμπελαισιανό έργο.

Εκτός απ’ τη σκατολογία, που βλέπουμε στο παραπάνω απόσπασμα, στο έργο του Εστερχάζυ υπάρχουν διαρκώς και περιπαικτικές ή κωμικές αναφορές στο σεξ και στις γενετήσιες λειτουργίες. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο υπ’ αριθμόν 94 περιγράφει πώς δύο μέλη της οικογένειάς του αυνανίζονταν, όταν ήταν έφηβοι, με το γραμμόφωνο, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί ο ένας απ’ τους δύο στα γεννητικά όργανα. Ο τρίτος και μικρότερος αδερφός, που παρακολουθούσε του δύο μεγαλύτερους να αυνανίζονται, τρόμαξε τόσο πολύ ώστε δεν έκανε ποτέ σεξ. Έτσι, μοναδικός κληρονόμος της οικογένειας έμεινε ο δεύτερος αδερφός, που έμεινε ακέραιος σωματικά και ψυχολογικά ύστερα απ’ αυτή την εμπειρία.

Στην πορεία του βίου μιας οικογένειας υπεισέρχονται πολλές συμπτώσεις, ο παλμός της ιστορίας και της προσωπικότητας, άλλοτε ευνοείται ο ένας κλάδος, άλλοτε ο άλλος, άλλοτε πάλι απρόσμενα (;) ο πρωτότοκος γιος πεθαίνει ηρωικώς ενώ ο επόμενος – τέλος πάντων, δεν υπάρχει λόγος να το κάνουμε και πολύ συγκεκριμένο. Στη δική μας περίπτωση αποφασιστικός παράγοντας αποδείχθηκε το γραμμόφωνο. […] Ήταν τρεις αδελφοί, ο πατέρας μου ήταν ο μεσαίος, κι όμως αργότερα όλα κατέληξαν σ’ εκείνον. Πώς συνέβη αυτό; Ο πατέρας μου τρελαινόταν μ’ αυτό το γύρω γύρω, και προκειμένου να το κάνει πιο… πιο αισθητό, εφευρετικός καθώς ήταν, στερέωσε φτερά πάνω στο πλατό και μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του (τον νόμιμο κληρονόμο) παρακολουθούσαν την περιστροφή, μέχρι που τους έπιανε ζαλάδα· αργότερα άρχισαν να λαμβάνουν και ενεργά μέρος, χρησιμοποιώντας το περιστρεφόμενο πλατό με τα φτερά σαν ένα είδος αυνανιστήρα (η πρώτη εφεύρεση του πατέρα μου!): έβαζαν τις τσουτσούνες τους ανάμεσα στα φτερά, τα οποία, καθώς γυρνούσαν, τους γαργαλούσαν (τις τσουτσούνες). […] Και τότε τι συνέβη; Συνέβη ότι κάποια στιγμή το πλατό γυρνώντας έσκισε ένα κομμάτι από το όσχεο του μεγαλύτερου αδελφού, κι αυτό ήταν. Τέρμα. Ο μικρότερος αδελφός του πατέρα μου ήταν ακόμα πολύ μικρός (υποτίθεται ότι θα κληρονομούσε τις λιμνούλες και τα δάση που βρίσκονταν προς το Μορ) και παρακολουθούσε τους μεγάλους κρυμμένος πίσω από την κουρτίνα. Αυτά που είδε –τον μαύρο δίσκο στο πλατό, τα περιστρεφόμενα φτερά και τη στύση-κάγκελο ανάμεσά τους– τον τρομοκράτησαν τόσο πολύ, που στο εξής και για την υπόλοιπη ζωή του δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τίποτε απ’ όλα αυτά. Κι έτσι ο πατέρας μου έγινε ο μοναδικός κληρονόμος και ο βασικός κλάδος της οικογένειας, κι επιπλέον αισθανόταν υπέροχα με το γύρω γύρω.[4]

Εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει πολλά: τη σύνδεση του γραμμοφώνου με τη φροϋδική θεωρία (που μας μεταφέρει στην Κεντρική Ευρώπη του Μεσοπολέμου), τη γελοιοποίηση των αριστοκρατικών και φεουδαρχικών αρχών περί κληρονομικότητας, το εγκώμιο του αυνανισμού. Και εδώ, όπως και στο προηγούμενο απόσπασμα, ο συγγραφέας αναποδογυρίζει και υποβιβάζει. Υποβιβάζει τις φεουδαρχικές παραδόσεις μεταβίβασης της κληρονομιάς· αιτία αποκλεισμού του κληρονόμου δεν είναι τώρα κάποιος ηρωικός θάνατος στη μάχη, αλλά ο αυτοευνουχισμός λόγω ατυχήματος. Υποβιβάζει το γραμμόφωνο από υψηλής ποιότητας όργανο μουσικής απόλαυσης σε ιδιότυπο σεξουαλικό βοήθημα. Υποβιβάζει το ίδιο το λογοτεχνικό είδος της οικογενειακής σάγκας: δεν αφηγείται πια ηρωικές πράξεις της οικογένειας αλλά επονείδιστα προσωπικά μυστικά.

Παρότι λοιπόν ο Εστερχάζυ τιτλοφορεί το μείζον έργο του Ουράνια αρμονία, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μυθιστόρημα τόσο γήινο όσο όλα τα μυθιστορήματα. Οι ήρωές του είναι ίδιοι με μας, κι ας είναι βασιλείς, ευγενείς και ήρωες. Είναι χωμάτινοι, αποτυχημένοι, θνητοί. Και ο συγγραφέας μας τους βλέπει με στοργή και τρυφερότητα, παρόλο που τους περιπαίζει διαρκώς και τους σαρκάζει ενίοτε σκληρά. Η αρμονία του Εστερχάζυ δεν είναι ουράνια, αλλά γήινη, και συνηχεί με τις αρμονίες του Ραμπελαί, του Θερβάντες και όλων των γελαστών και κωμωδών μυθιστοριογράφων που προηγήθηκαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Πέτερ Εστερχάζυ, Ουράνια αρμονία, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου – Μανουέλα Μπέρκι, Ποταμός, Αθήνα 2005, σελ. 101-102.

[2] Ανταίος Χρυσοστομίδης, «Για μένα η νοσταλγία είναι συνώνυμο του ψεύδους» (συνέντευξη με τον Πέτερ Εστερχάζι), Οι κεραίες της εποχής μου, τόμ. 2, Καστανιώτης, Αθήνα 2013, σελ. 93.

[3] Massimo Recalcati, Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του πατέρα, μτφρ. Άννα Πλεύρη – Γιοβάνα Βεσσαλά, Κέλευθος, Αθήνα 2016, σελ. 11-13.

[4] Ουράνια αρμονία, ό.π., σελ. 115-116.

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

democrit

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Ο Sol Stein στο βιβλίο του How to grow a novel (2002) εικάζει ότι οι πρώτοι αφηγητές, οι πρωταρχικοί παραμυθάδες κατά μία έννοια, ήταν οι κυνηγοί της φυλής. Πιθανόν μετά την επιστροφή τους από το κυνήγι, κουβαλώντας τη λεία τους ή γυρνώντας με άδεια χέρια, θα έπρεπε να δώσουν εξηγήσεις στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας για τα αποτελέσματα αυτής της τόσο ζωτικής δραστηριότητας. Θα έπρεπε να περιγράψουν κάπως τις περιπέτειες που πέρασαν, τις δυσκολίες, τα αναπάντεχα γυρίσματα της τύχης, τις ανακαλύψεις τους.

Επίσης οι προϊστορικοί εκείνοι αφηγητές θα ήταν αναγκασμένοι να υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες κατά την εξιστόρησή τους. Το πεινασμένο ακροατήριό τους θα απαιτούσε να μάθει γιατί τα θηράματα ήταν τόσο λίγα ή σε αντίθετη περίπτωση, αν η τροφή ήταν αρκετή, πως και πού βρέθηκε, για να επαναληφθεί η επιτυχία. Οι πρώτοι άγριοι ακροατές δεν φανταζόμαστε να έμεναν ικανοποιημένοι με μονολεκτικές απαντήσεις, εικάζει ο Sol Stein. Το θέμα τούς έκαιγε και θέλαν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται. (περισσότερα…)

Ο Μπέργκμαν και η Μουσική

bergman_iw

~.~

Η μουσική στο έργο του Μπέργκμαν

του ΓΙΩΡΓΟΥ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗ

Συχνά έλεγε ότι αν δεν είχε γίνει σκηνοθέτης θα ήθελε να είχε γίνει αρχιμουσικός. Στο ερώτημα «τι θα προτιμούσες να χάσεις; Την όραση ή την ακοή σου;» απαντούσε χωρίς δισταγμό «Την όραση».

Αντιλαμβάνεστε φαντάζομαι, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα αυτής της απάντησης στο συγκεκριμένο ερώτημα από έναν άνθρωπο που θεωρούσε τον κινηματογράφο ερωμένη και το θέατρο αιώνια σύζυγο.

Στο 4ο κεφάλαιο της περίφημης αυτοβιογραφίας του, την οποία ονόμασε Lanterna magica (Μαγικός φανός), ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γράφει:

Την Κυριακή καθόμαστε ο Έρλαντ κι εγώ στο δωμάτιό μου στο θέατρο και μιλάμε για τον Σεμπάστιαν Μπαχ. Ο μεγάλος συνθέτης είχε μόλις επιστρέψει από ένα ταξίδι. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του είχαν πεθάνει η γυναίκα του και δυο από τα παιδιά του. Στο ημερολόγιό του έγραψε: Βοήθησέ με, τουλάχιστον, Θεέ μου, να μη χάσω και τη χαρά μου. Σε όλη τη ζωή μου, όσο τουλάχιστον έπραττα συνειδητά, έζησα με αυτό που ο Μπαχ αποκαλούσε χαρά του. Αυτό με γλίτωνε από κρίσεις και συμφορές και λειτουργούσε με την ίδια αποτελεσματικότητα και αφοσίωση που λειτουργούσε και η καρδιά μου.

Οι φράσεις αυτές τεκμηριώνουν αναμφίβολα την άρρηκτη σχέση του Μπέργκμαν με τη μουσική. Και κυρίως με αυτή που ονομάζουμε κλασική μουσική. Τα χνάρια της βρίσκουμε σε όλη τη ζωή του, σε όλο το έργο του.

Δεν είναι εξακριβωμένο αν ο Μπέργκμαν είχε κάνει, έστω και κατ’ ολίγον, μουσικές σπουδές. Από τις αναφορές, πάντως, που κάνει στη μουσική, στην αυτοβιογραφία του καθώς και σε άλλα κείμενά του, και είναι πάμπολλες αυτές, διαπιστώνεται ότι οι γνώσεις του κάθε άλλο από επιφανειακές και ερασιτεχνικές ήσαν. Γι αυτό δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί τη μουσική, με εξαιρετική ευστοχία μάλιστα, σε συσχετισμούς με τις δικές του τέχνες. Δείγμα-παράδειγμα από την αυτοβιογραφία του ξανά:

Μετά τα πράγματα δυσκολεύουν για τον παραγωγό του Ονειροδράματος: Το Σκάμσουντ ακολουθείται από το Φάγκερβικ, οι εμπνεύσεις μπερδεύονται και κουτρουβαλάνε, είναι σαν την άλυτη φούγκα στη Σονάτα Hammerklavier του Μπετόβεν, όπου η ακρίβεια αντικαθίσταται με υπερβολικά πολλές νότες. Αν παραλείψεις πάρα πολλά οι σκηνές πεθαίνουν, αν τα παίξεις όλα κουράζεται ο θεατής.

Οι μουσικές γνώσεις του Μπέργκμαν άρχισαν να εμπλουτίζονται σημαντικά το 1959, όταν επέλεξε ως τέταρτη νόμιμο σύντροφο της ζωής του τη χαρισματική πιανίστρια Κέμπι Λάρετεϊ [Käbi Laretei]. Διδάχτηκε πολλά για τη μουσική από αυτήν, καθώς και από τη δασκάλα της Αντρέα Φόγκλερ Κορέλι [Andrea Vogler-Corelli]. Η Κέμπι Λάρετεϊ προσέφερε τις γνώσεις και τις ερμηνείες της σε αρκετές από τις κατοπινές ταινίες του, μαζί της απέκτησε τον γιό του Ντάνιελ, που ακολούθησε το επάγγελμά του, και ο Μπέργκμαν ως πρώτο αντίδωρο για όσα του χάριζε της αφιέρωσε την ταινία του 1961 Μέσα απ’ τον Σπασμένο Καθρέφτη. Έκτοτε η σχέση του Μπέργκμαν με τη μουσική αναβαθμίστηκεή πιο σωστά αναβαθμιζόταν συνεχώς μια και αυτός γήρασκε αεί μανθάνων.

Όταν ήταν δώδεκα χρονών ο Μπέργκμαν είχε μια καταλυτική μουσική εμπειρία: Παρακολούθησε τότε για πρώτη φορά στη Βασιλική Όπερα της Στοκχόλμης παράσταση όπερας. Και δεν ήταν άλλη αυτή από τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ. Συνεπαρμένος και από το θέαμα και από το ακρόαμα αποφάσισε να παρουσιάσει το έργο στο Κουκλοθέατρο που είχε φτιάξει τότε και το λειτουργούσε με την αρωγή μερικών συνομήλικων φίλων του. Η επιθυμία του όμως δεν ευοδώθηκε γιατί κανείς από την ομάδα δεν διέθετε τα χρήματα για την αγορά μιας ολόκληρης ηχογράφησης της όπερας, που ήταν απαραίτητη για την πραγμάτωση της παράστασης. Ο Μαγικός Αυλός, όπως εξομολογείται ο Μπέργκμαν έγινε γι αυτόν σύντροφος ζωής. Τον πλήγωσε η αποτυχημένη προσπάθειά του να σκηνοθετήσει το έργο αργότερα όταν ήταν διευθυντής στο Θέατρο της Πόλης του Μάλμε. Ξαναθυμήθηκε το έργο το 1968, όταν γύριζε την ταινία Η ώρα του Λύκου και από τη σκηνή ενός κουκλοθέατρου παρουσίασε το φινάλε της 1ης Πράξης του έργου σε μια πραγματικά δαιμονική στιγμή. Ο Ταμίνο απελπισμένος αναζητά της Παμίνα και ο Γιόχαν-Μαξ φον Σύντοφ, αναγνωρίζει στον χαρακτήρα της τη νέα γυναίκα του Άλμα-Λιβ Ούλμαν. Η επιθυμία του Μπέργκμαν να σκηνοθετήσει τον Μαγικό Αυλό πραγματοποιήθηκε τελικά το 1975, όταν κινηματογράφησε για την τηλεόραση παράσταση που οργάνωσε στο παλιό, και ιδανικό για τις προθέσεις του, θέατρο Ντρότνινγκχολμ της Στοκχόλμης. Ήταν ένα εξαίσιο τεκμήριο του πάθους του για τη μουσική. Απολαυστικό το αποτέλεσμα, έστω κι αν δεν ενθουσίασε τους προσκολλημένους στην όπερα φιλόμουσους, θρίαμβος πραγματικός, που έφτασε στα πέρατα της οικουμένης με τη μορφή της κινηματογραφικής ταινίας.

Η επίσημη σχέση βεβαίως του Μπέργκμαν με το λυρικό θέατρο είχε αρχίσει αρκετά χρόνια πριν. Ήδη το 1954 είχε σκηνοθετήσει με ευφάνταστο τρόπο στο Θέατρο της Πόλης του Μάλμε παραστάσεις της κοσμαγάπητης οπερέτας του Φραντς Λέχαρ Η εύθυμη χήρα, με τις οποίες γιορτάστηκαν τα 10 χρόνια λειτουργίας του Θεάτρου. Τις παραστάσεις παρακολούθησαν 155.000 θεατές, αξεπέραστο ρεκόρ στη θεατρική ιστορία της Σουηδίας.

Ο Μπέργκμαν ξανασυναντήθηκε επί σκηνής με το λυρικό θέατρο, το 1961, όταν σκηνοθέτησε για το Βασιλικό Θέατρο της Σουηδίας την όπερα του Στραβίνσκυ, Η ζωή ενός ακόλαστου (The Rake’s progress). Ήταν η πρώτη φορά που σκηνοθετούσε όπερα. Η σκηνοθεσία του αυτή θεωρήθηκε ως μια από τις πλέον σημαντικές, τόσο για τον ίδιο, όσο και για το λυρικό θέατρο γενικότερα. Στην εργογραφία του Μπέργκμαν καταγράφηκε μια ακόμη σκηνοθεσία όπερας, εντελώς σύγχρονης αυτής, με άρωμα ωστόσο από την Αρχαία Ελλάδα. Πρόκειται για την όπερα Βάκχες του συμπατριώτη του Μπέργκμαν μουσουργού Ντάνιελ Μπερτζ [Daniel Börtz], που το λιμπρέτο της ήταν βεβαίως βασισμένο στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Τις παραστάσεις του έργου που πραγματοποιήθηκαν το 1991, φιλοξένησε η Βασιλική Όπερα της Σουηδίας.

Περισσότερο ενδιαφέρον έχει προφανώς η χρήση της μουσικής από τον Μπέργκμαν στις ταινίες του, μια και η προκειμένη περίπτωση αποτελεί ιδανικό πεδίο εφαρμογής του scripta manent. Αν και σήμερα, η εξέλιξη της τεχνολογίας, τείνει να εξαφανίσει το verba volant. Όλα πια μένουν!

Οφείλω να επισημάνω, σε αυτό το σημείο, ότι ο Μπέργκμαν ήταν ένας από τους λιγοστούς επιφανείς κινηματογραφικούς σκηνοθέτες, που απαιτούσαν τον πλήρη έλεγχο της μουσικής, η οποία συνόδευε τις σκηνές των έργων τους. Γι αυτό τις περισσότερες φορές επέλεγε ο ίδιος προϋπάρχουσες μουσικές, από το χώρο της λεγόμενης κλασικής μουσικής κυρίως, αντί να αναθέτει σε κάποιο συνθέτη να πλάσει μουσική ειδικά για την ταινία που ετοίμαζε. Συνέβαινε και αυτό αλλά σπάνια. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι συχνά μια σκηνή ή κάποιες λεπτομέρειές της γεννιόντουσαν από τη μουσική. Μια ανάλογη περίπτωση που έρχεται στη σκέψη είναι αυτή του επίσης σπουδαίου Στάνλεϋ Κιούμπρικ. Για μένα, πλέον χαρακτηριστική. Χρειάζεται και αυτή μιαν ιδιαίτερη προσέγγιση, ένα προσεκτικό μελέτημα που δεν είναι βεβαίως του παρόντος.

liv-ullmann-ingmar-bergman-1108x0-c-default.jpg

Ας μου επιτραπεί να καταφύγω για μιαν ακόμη φορά στην αυτοβιογραφία του Μπέργκμαν και να αναφέρω μια μαρτυρία για τη σχέση της σκηνοθετικής ματιάς του με τη μουσική. Εξαιρετικά σημαίνουσα μαρτυρία αφού προέρχεται από έναν καθ’ ύλην αρμόδιο. Τον περίφημο, ελληνικής καταγωγής, Αυστριακό αρχιμουσικό Χέρμπερτ φον Κάραγιαν. Το καλοκαίρι του 1983 ο Μπέργκμαν βρισκόταν στο Ζάλτσμπουργκ σκηνοθετώντας τον Δον Ζουάν του Μολιέρου για το ντόπιο Θεατρικό Φεστιβάλ. Την ίδια εποχή ο φον Κάραγιαν ετοίμαζε εκεί παραγωγή της όπερας Ο Ιππότης με το Ρόδο του Ρίχαρντ Στράους για το θρυλικό Φεστιβάλ, καλλιτεχνικός διευθυντής του οποίου ήταν ο ίδιος. Ο Κάραγιαν επεδίωξε και μεθόδευσε συνάντησή τους για να συζητήσουν την προοπτική συνεργασίας, η οποία τελικά, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ευοδώθηκε. Σε μια στιγμή ο Κάραγιαν εκφράζοντας την εκτίμησή του προς το σκηνοθέτη του είπε: Έχω δει ταινίες σας, είδα και τη δική σας παράσταση του Ονειροδράματος. Σκηνοθετείτε σαν να είστε μουσικός, έχετε την αίσθηση του ρυθμού, της μουσικότητας, του τονισμού. Αυτά υπήρχαν και στο Μαγικό Αυλό σας.

Πέραν αυτού, ο προσεκτικός και ενημερωμένος θεατής και ακροατής συνάμα, του κινηματογραφικού μόχθου του Μπέργκμαν, θα συμπεράνει ότι ο σκηνοθέτης ακούει μουσική και βλέπει εικόνες ή ακριβέστερα ότι η μουσική που ακούει τον βοηθά να δώσει οριστική μορφή στις ακαθόριστες, αμορφοποίητες εικόνες που έχει στη σκέψη του. Αρκετές φορές μάλιστα επιβάλλει τη μουσική με ευρηματικό τρόπο για να ραγίσει μιαν αφόρητη σιωπή. Και μια και ανέφερα τη λέξη κλειδί, ιδού ένα δείγμα από την καθηλωτική ταινία δωματίου Η Σιωπή. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου η Έστερ αποξενωμένη κι από την αδελφή της ακόμη, αναζητά τη μικρή λύτρωση στο ραδιόφωνο. Η λύτρωση παίρνει μια πρώτη μορφή όταν η βελόνα σταματά σε σταθμό από τον οποίο αναδύεται η 25η από τις Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ του Μπαχ. Η είσοδος του ηλικιωμένου υπαλλήλου του ξενοδοχείου ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο καθώς αυτός αναγνωρίζοντας τη μουσική μνημονεύει το όνομα του συνθέτη: Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Η Έστερ ανταποκρίνεται – και ιδού μια αχτίδα επικοινωνίας – σχολιάζοντας: Η μουσική είναι όμορφη. Ακολουθεί ένας διάλογος ανάμεσα στην Έστερ και την Άννα, απρόσμενα, πρωτόγνωρα τρυφερός. Η δύναμη της μουσικής, τι άλλο;

Ο Μπέργκμαν αναφερόμενος στην ταινία σημειώνει:

Η αρχική ιδέα μου ήταν να κάνω μια ταινία που να υπακούει περισσότερο στους νόμους της μουσικής παρά της δραματουργίας. Μια ταινία που να ενεργεί ρυθμικά. Τοποθετώντας όλα τα κομμάτια στη σειρά σκεφτόμουν περισσότερο από ποτέ με μουσικούς όρους.

Ίσως να ακούγεται υπερβολικό, αν ισχυριστούμε ότι ο Μπέργκμαν λειτουργούσε έτσι σε κάθε ταινία του. Δεν απέχει πάντως πολύ από την πραγματικότητα. Να σκεφτούμε μόνο ότι από την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας την Κρίση του 1946 έως την τελευταία, τη Σαραμπάντα του 2003, η μουσική, κυρίως η κλασική, επαναλαμβάνουμε, ανθοφορεί σχεδόν συνεχώς.

Ας αναλογιστούμε μόνο ότι νωρίς-νωρίς πλάθει ταινίες με θέματα αμιγώς μουσικά: Η Μουσική στο σκοτάδι του 1948 εστιάζει σε ένα νεαρό πιανίστα που έμεινε τυφλός – ο Μπέργκμαν τον θέλει να βλέπει μέσα από τη μουσική. Η Στη Χαρά του 1950 σχολιάζει τη δύστηνη πορεία ενός φιλόδοξου βιολονίστα, που θυσιάζει τα πάντα για την καριέρα του, στο Έρωτες Εφήβων (Sommarlek) του 1951 παρακολουθεί τη θλιμμένη ζωή μιας νεαρής χορεύτριας της Όπερας της Στοκχόλμης. Φτάνοντας στο τέλος, στη Σαραμπάντα, διαπιστώνουμε και εκεί ότι εκτός από το μουσικό όνομα της ταινίας, ο μύθος της εμπεριέχει και μαθήματα βιολοντσέλου. Η Σαραμπάντα θυμίζουμε ότι ήταν δημοφιλής χορός, σε τρίσημο ρυθμό και μάλλον μελαγχολικό μουσικό χαρακτήρα, της πρώιμης αναγέννησης, ο οποίος χορευόταν από ζευγάρια – θέμα μεταφορικά προσφιλέστατο στον Μπέργκμαν. Στην εποχή του μπαρόκ εμφανίζεται ως, συχνά αναπόσπαστο, μέρος της Σουίτας.

808331824df37195140dec7f9dc5e64eΑρκετές ακόμη ταινίες του Μπέργκμαν εμπεριέχουν τη μουσική ως θέμα και όχι ως πρόσχημα. Όπως φερ’ ειπείν η Φθινοπωρινή Σονάτα του 1978 στην οποία για μία και μοναδική φορά ο Μπέργκμαν του κινηματογράφου συναντιέται με την Μπέργκμαν του κινηματογράφου. Και εκεί θυμίζω η Ίνγκριντ υποδύεται μια σπουδαία σολίστ πιάνου. Ο χρόνος δεν επιτρέπει αναφορά σε όλες γιατί οφείλουμε να επισημάνουμε μερικά ακόμη σημαντικά χαρακτηριστικά της σχέσης του κινηματογραφικού Μπέργκμαν με τη μουσική. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι όπως σχεδόν η κινηματογραφική του γραφή γίνεται ολοένα και πιο αφαιρετική με το πέρασμα του χρόνου, έτσι και οι μουσικές που επιλέγει για τις ταινίες του γίνονται ολοένα και πιο λιτές. Από τη συμφωνική μουσική που χρησιμοποιεί στις πρώτες ταινίες του τρία Βαλς του Γιόχαν Στράους για παράδειγμα στην Κρίση, Χαίντελ, Μπετόβεν, Βάγκνερ στη Μουσική στο σκοτάδι, 1η και 9η Συμφωνία και Εισαγωγή Έγκμοντ του Μπετόβεν, Κοντσέρτο για βιολί του Μέντελσον, Σμέτανα και Μότσαρτ στην ταινία Στη Χαρά, Τσαϊκόφσκυ και Ντελίμπ στην Έρωτες Εφήβων, περνάει σιγά-σιγά στη μουσική δωματίου και κυρίως τη μουσική για σόλο όργανο συνήθως πιάνο – συμβάλει σε αυτό βεβαίως και η παρουσία της συζύγου του Κέμπι Λάρετεϊ, από το 1959 και μετά – και βιολοντσέλο, που μοιάζει αγαπημένο μουσικό όργανο για τον σκηνοθέτη, όπως κυρίως χρησιμοποιείται στις Σουίτες του Μπαχ, με το μουσικό ήθος μάλιστα της Σαραμπάντας! Σαραμπάντα με την υπογραφή Μπαχ εντοπίζεται στις ακόλουθες ταινίες:

Μέσα απ’ τον σπασμένο καθρέφτη (1961) & Όλες αυτές οι γυναίκες (1964) – Σουίτα No. 2

Η ώρα του Λύκου (1968) – Παρτίτα nο. 3 για πληκτροφόρο

Κραυγές και Ψίθυροι (1973) & Σαραμπάντα (2003) – Σουίτα Νο. 5

Γενικά πάντως παρατηρείται μια σύμπνοια ανάμεσα στον κινηματογράφο του Μπέργκμαν και τη μουσική του Μπαχ. Η μουσική του μεγάλου Κάντορα ταιριάζει τόσο συναισθηματικά, όσο και λειτουργικά στις ταινίες του Σουηδού σκηνοθέτη. Συνύπαρξή τους ανιχνεύεται σε 14 ταινίες με πρώτη τη Φυλακή του 1949 και τελευταία τη Σαραμπάντα. Για αρκετές μάλιστα από αυτές επελέγησαν περισσότερες της μιας μουσικές του.

Εξετάζοντας προσεκτικά τη σχέση του Μπέργκμαν με τη μουσική, διαπίστωσα ότι άργησε να ανακαλύψει τη μουσική του αγαπημένου μου Φραντς Σούμπερτ. Μόνο στην τηλεοπτική σειρά του 1982, Φάννυ και Αλέξανδρος, ακούγεται σε μια στιγμή ένας από τους υπέροχους αυτοσχεδιασμούς [Impromptu, D935, Nr. 3] για πιάνο του Βιεννέζου μουσουργού. Πέραν τούτου ουδέν. Μέχρι βεβαίως την τελευταία του τηλεοπτική παραγωγή, του 1997 αυτή, Με την παρουσία ενός Κλόουν, η οποία εξουσιάζεται κυριολεκτικά από τη μουσική του Σούμπερτ. Η Συμφωνία αρ. 8, η Συμφωνία αρ. 9, ένα Βαλς, το 2ο μέρος από την τελευταία Σονάτα για πιάνο [D960]και κυρίως το τελευταίο τραγούδι από τον κύκλο Χειμωνιάτικο Ταξίδι το συγκλονιστικό Ο Άνθρωπος με το Οργανέτο – Der Leiermann είναι παρόντα. Ειδικά το τραγούδι ακούγεται με διαφορετικές αφορμές σε επτά σημεία της ταινίας. Αυτό μάλιστα συνοδεύει την πρώτη εικόνα της, αυτό και την τελευταία.

Η τελευταία παρατήρηση γίνεται αφορμή να επισημανθεί και ο δομικός ρόλος που έχει η μουσική στις ταινίες του Μπέργκμαν. Μετρήσαμε οκτώ ακόμη ταινίες του οι οποίες αρχίζουν και τελειώνουν με την ίδια μουσική, προσδίδοντας έτσι στο έργο μια κυκλική μορφή. Ιδού οι ταινίες αυτές:

Φυλακή (1949) – Καντάτα αρ. 137 του Μπαχ

Στη Χαρά(1950) – 9η Συμφωνία του Μπετόβεν

Έρωτες Εφήβων(1951) – Η Λίμνη των Κύκνων του Τσαϊκόφσκυ

Το μάτι του Διαβόλου (1960) – Σονάτα σε φα μείζονα Κ 446 του Σκαρλάτι

Μέσα απ’ τον σπασμένο καθρέφτη (1961) – Σαραμπάντα από τη 2η Σουίτα του Μπαχ

Όλες αυτές οι γυναίκες (1964) – Άρια από την 3η Ορχηστρική Σουίτα του Μπαχ

Κραυγές και Ψίθυροι (1973) – Μαζούρκα σε λα ελάσσονα, έργο 17/4 του Σοπέν

Φάννυ και Αλέξανδρος (1983) – Κουιντέτο με πιάνο σε μι ύφεση μείζονα του Σούμαν

~.~

Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης του γεγονός ότι οι ερμηνείες των περισσότερων μουσικών που χρησιμοποίησε στις ταινίες του ο Μπέργκμαν ήταν αυτές στις οποίες μπορούσε να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Δεν χρησιμοποιούσε δηλαδή ηχογραφημένες και δισκογραφημένες ερμηνείες, αλλά ερμηνείες που ο ίδιος ζητούσε από μουσικούς του περίγυρού του, τους οποίους είχε στη διάθεσή του, με πρώτη και καλύτερη, στις μουσικές για σόλο πιάνο, την κυρία του Κέμπι Λάρετεϊ. Και δεν γινόταν αυτό για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων βέβαια, αλλά επειδή, όπως προαναφέρθηκε με έμφαση ήθελε να έχει ο ίδιος απόλυτο έλεγχο: στο ρυθμό και το φραζάρισμα, κυρίως. Εντοπίσαμε μόνο δυο περιπτώσεις στις οποίες παραβιάστηκε αυτός ο κανόνας: στην πρώτη χρησιμοποίησε ηχογράφηση της 5ης Σουίτας για τσέλο του Μπαχ από τον σπουδαίο Γάλλο βιολοντσελίστα Πιερ Φουρνιέ [Pierre Fournier], στην ταινία του Κραυγές και Ψίθυροι, και στη δεύτερη ηχογράφηση της Τρίο Σονάτας του Χαίντελ από τους επίσης σπουδαίους Frans Brüggen [Φρανς Μπρύγκεν, φλάουτο], Gustav Leonhardt [Γκούσταβ Λέονχαρντ, τσέμπαλο], Anner Bylsma [Άννερ Μπύλσμα, βιολοντσέλο], στην ταινία τού 1978 Φθινοπωρινή Σονάτα.

181207ingmarBergman1.jpg

Για τη σχέση και τη θέση της μουσικής στις ταινίες του Μπέργκμαν θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά ακόμη. Ο χρόνος όμως δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο στην αποψινή εκδήλωση. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι ακόμη που οφείλουμε να επισημάνουμε. Η πραγματική δημιουργική συμμετοχή του ίδιου του Μπέργκμαν στη μουσική που κόσμησε τις ταινίες του. Σε τέσσερις από αυτές, όλες της δεκαετίας του 1950-1960 εντοπίσαμε οκτώ τραγούδια τους στίχους των οποίων έγραψε ο ίδιος ο Μπέργκμαν. Τα πέντε μάλιστα από αυτά για την εμβληματική Έβδομη Σφραγίδα. Ένα από αυτά, μελοποιημένο από τον Έρικ Νόρντγκρεν [Erik Nordgren] για την ταινία του 1958 Ο Μάγος, ακούσαμε πριν λίγο ερμηνευμένο από την Κορίνα Λεγάκη, με συνοιδό στο πιάνο τον Γιώργο Ανδρέου. Εκτός από ποιητής των εικόνων και ποιητής των λέξεων λοιπόν ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε ένας εξαίρετος τεχνίτης του θεάματος, ο οποίος γνώριζε θαυμαστά πως να γιορτάσει τη χαρά με χαρούμενη μουσική και πως να πενθήσει με μουσική λυπημένη. Τα ηχοχρώματα της μουσικής που διάλεγε χρωμάτισαν τις ασπρόμαυρες ταινίες του και φώτισαν τις χρωματιστές.

Η όπερα Ο Μαγικός Αυλός υπήρξε ασφαλώς το μουσικό έργο το οποίο τον επηρέασε, με την εκθαμβωτική μουσική του, αλλά κυρίως με τους τεκτονικούς και μη συμβολισμούς του, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Στο αγωνιώδες ερώτημα του Ταμίνο, «Ζει ακόμη η Παμίνα;» ο Μπέργκμαν έδινε πάντοτε και τη δική του καταφατική απάντηση: «Η Παμίνα ζει ακόμη! – Η Πα-μί-να ζει ακόμη!». Γιατί γι’ αυτόν, τον υπέροχο ανατόμο της ανθρώπινης ψυχής, η Παμίνα δεν ήταν απλώς ένας χαρακτήρας της δημοφιλούς όπερας των Μότσαρτ-Σικανέντερ. Ήταν η κωδικοποίηση του έρωτα, η κωδικοποίηση της γυναίκας. Της γυναίκας, που τον συντρόφεψε με όλες τις εκφάνσεις της, όπως και η μουσική, σε ολόκληρη του τη ζωή.

ΓΙΩΡΓΟΣ Β. ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΤΗΣ

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν μπροστά μας…

66378928

~.~

Η εσωτερική αγωνία και εκκρεμότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, μέσα από μια προσωπική διαχείριση της κινηματογραφικής αφήγησης

του ΤΩΝΗ ΛΥΚΟΥΡΕΣΗ

Οι γενιές των Ελλήνων θεατών που μεγαλώσαμε στα τέλη του ΄50, αρχές ΄60, γνωρίσαμε τη γοητεία της κινηματογραφικής τέχνης μέσα από τη χολιγουντιανή κυρίως παραγωγή. Περιπέτειες εποχής, γουέστερν, ρομαντικές κωμωδίες, μιούζικαλ, κοινωνικά δράματα, αστυνομικά θρίλερ… Ένα συγκεκριμένο, συχνά πυκνό, αφηγηματικό ύφος με εξωτερικά σαφή σχεδιάσματα των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων. Και τότε, αιφνίδια, εισέβαλε στη ζωή μας ο κινηματογραφικός κόσμος του Σουηδού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, η τόσο προσωπική ματιά του με αυτούς τους πνιχτούς ηχητικά διαλόγους. Σαν κραυγές καταπίεσης. Η πηγή των παρθένων, Η νύχτα των σαλτιμπάγκων, Πίσω από τον σπασμένο καθρέφτη, Η σιωπή… Και άλλαξε για πάντα ο οπτικοακουστικός στοχασμός μας.

Βαθιά διαχρονικά ερωτηματικά, πώς και με ποιον Θεό τελικά συνομιλούμε εμείς οι φθαρτές υπάρξεις, ποιά είναι η ηθική στάση μας απέναντι στον άγνωστο ουσιαστικά συνάνθρωπο μας, πόσο αληθινά είναι τα αισθήματα μας πίσω από κοινότυπα μεγαλόσχημες εκφράσεις ή κούφιες λέξεις, όλα αυτά αποκαλύφθηκαν στο κοινό του Μπέργκμαν και τέθηκαν εκεί, στην μεγάλη λευκή οθόνη, διαφανή και τραυματικά μέσα από τις εναγώνιες σιωπές ή τις βουβές θαρρείς κραυγές των σεναριακών του ηρώων.

Υπάρχει εξαρχής στον μπεργκμανικό κινηματογράφο η βία. Πολλή βία, εξωτερική και εσωτερική, όπως και ερωτήματα αναπάντητα, αμφιβολία για την ίδια την ύπαρξη μας και την αποτελεσματικότητα των όποιων επιλογών μας, υπάρχει επίσης αγωνία μπροστά σε μεγάλες κοινωνικές ή πολιτικές αλλαγές, με άλλα λόγια ποιος ο ρόλος μας μπροστά στην ορατή απειλή… Μπροστά στην απειλή που έρχεται και επανέρχεται από ταινία σε ταινία. Και τελικά, ποια είναι τα όρια της μεταμόρφωσής μας σαν ανθρώπινη συμπεριφορά, ακόμα και στην εξωτερική μας εικόνα, κάτω από όλα αυτά τα τραυματικά αγγίγματα των εσωτερικών μας δαιμόνων.

Η κόλαση της επιβίωσης μας και η αδυναμία της διεκδικούμενης επικοινωνίας δεν παραμένουν όμως στον κινηματογράφο του Μπέργκμαν μεταφυσικά τραύματα ή δυσερμήνευτα σεναριακά οράματα. Το φυσικό τοπίο γύρω από τα πρόσωπα, οι επιλογές των εσωτερικών χώρων που ανάλογα με την εικόνα τους συμπληρώνουν τις σωματικές συμπεριφορές και τις περικλείουν συχνά ασφυκτικά, το μουντό φως του σκανδιναβικού μεσονυκτίου, τα οικιακά ζώα και τα όποια πουλιά εμφανίζονται ή ακούγονται στις εξοχές του μπεργκμανικού τοπίου και στις ερημιές του Φόρε, του ιδιωτικού νησιού του, όλα προσδίδουν με φυσικότητα το ανάλογο βάρος στη βαθιά σκοτεινιά των ρόλων του. Τα φόντα, ο σκηνικός δηλαδή περίγυρος, αν και τόσο σαφή, λειτουργούν σαν συμπλήρωμα στα πρόσωπα της αντίστοιχης ιστορίας. Κυρίως τα κάνουν να αναδύονται ανάμεσα μας, αληθινά και ψεύτικά μαζί, φωτεινά και σκοτεινά ταυτόχρονα, σαν τη ζωή… Και ο μπεργκμανικός φακός, μαζί με τους ανεπαίσθητους ήχους ή τις κραυγές των διαλόγων, πλησιάζει και μεγεθύνει την εικόνα των συναισθημάτων που κατακλύζουν την οθόνη.

Ως θεατές αισθανόμαστε διαρκώς πως το σκηνοθετικό ένστικτο του Μπέργκμαν κινεί με τον άλφα ή βήτα τρόπο την κάμερα, πλησιάζει ή απομακρύνεται από τα πρόσωπα, τα ακολουθεί σε διαδρόμους ή παρασύρεται και τρέχει κυριολεκτικά δίπλα τους σε βραχώδεις παραλίες. Κι όταν αποφασίζει να εντάξει τη δράση του σε εσωτερικά κτηρίων ή εξοχικών κατοικιών, τότε ακούς σχεδόν ρεαλιστικά τον άνεμο, το κύμα ή την βροχή, ή αλλιώς τα σφυρίγματα των τρένων πιο πέρα και τα βήματα πέρα-δώθε στους γύρω διαδρόμους και τις βεράντες. Κι έτσι, σε δεύτερη ματιά, ο φακός του Μπέργκμαν δείχνει απίστευτα σίγουρος ίσως γιατί ο ίδιος ξέρει τι θέλει να καταδείξει, κάθε φορά, στην αντίστοιχη ταινία του. Βλέπουμε να σχεδιάζει σαν σκηνογραφία το δράμα που θα αφηγηθεί και εν συνεχεία να τοποθετεί τους ηθοποιούς του μέσα στον χώρο, οργανώνοντας τις κινήσεις τους και τις κυρίαρχες εκφράσεις τους για κάθε σκηνή. Και όσο οι σκηνές του συχνά αναδύονται βίαια ή περίπλοκα, τόσο η κάμερα του Μπέργκμαν απομακρύνεται από περιττές κινήσεις και τερτίπια και αφήνει τον θεατή να υποβληθεί συγκινησιακά και συχνά αισθησιακά σ αυτήν την ακολουθία γκρο-πλαν και μακρινών αντίστοιχα πλάνων, σκοτεινών και φωτεινών εναλλάξ αφηγήσεων, σαν εμείς οι ίδιοι να συμμετέχουμε στην κινηματογραφική δράση κάθε ιστορίας, οικείοι με τους πρωταγωνιστές της.

Στην Περσόνα, π.χ., οι δυο γυναικείοι χαρακτήρες της ταινίας αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς η μία αναδύεται και η άλλη καταδύεται στο προσωπικό της σκοτάδι. Επιθετικότητα και άμυνα, μια διαρκής διαδοχή συναισθημάτων, που ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται μ’ ένα κοφτό, συχνά απρόβλεπτο πλανάρισμα, τη μια ο φακός στο βουβό πρόσωπο της ηθοποιού Ελίζαμπεθ κι αιφνίδια την άλλη, στη φλύαρη νοσοκόμα της, την Άλμα. Κι όλα τα πλάνα, μαζί με τους επανερχόμενους ρυθμικούς μονολόγους της Άλμα, οργανωμένα θαρρείς σ’ ένα μουσικό τέμπο ποιητικών εικόνων. Γιατί εκεί, στην ποίηση της κινηματογραφικής του εικόνας, θα βρούμε κατατεθειμένη όλη την προσωπικότητα και τους μηχανισμούς δημιουργίας του Μπέργκμαν.

persona-1966-004-liv-ullmann-bibi-andersson-head-shots-00m-fiv.jpg

Θα καταλήξω ανατρέχοντας σε μια από τις ταινίες του που με τάραξαν με την ωμότητα των συναισθημάτων και με επηρέασαν απίστευτα, τότε που την πρωτοείδα –φοιτητής ακόμα–, όπως και κάθε φορά που σκύβω στην αφήγηση της: στη Σιωπή, του 1963. Μια πολεμική ατμόσφαιρα βαραίνει την άγνωστη πόλη, γύρω από το παλλαϊκό ξενοδοχείο. Μέσα, σε διπλανά ψηλοτάβανα δωμάτια, οι δυο ταξιδιώτισσες αδερφές. Η μια εχθρεύεται την άλλη. Η πνευματική αγωνία κόντρα στις διεκδικήσεις του σώματος… Το μικρό λιπόσαρκο αγοράκι τους περιπλανιέται στους ατέλειωτους άδειους διαδρόμους, συμπλέοντας με έναν βουβό γέρο-υπηρέτη, τον Θάνατο, που θαρρείς πως καιροφυλακτεί, και μ’ έναν ξενόφερτο θίασο από νάνους πλανόδιους καλλιτέχνες. Ακίνητα μακρινά και κοντινά πλάνα, με κυρίαρχη την παιδική φιγούρα να πηγαινοέρχεται σ’ ένα απειλητικό βάθος πεδίου, μια κινηματογραφική κατάδειξη της υπαρξιακής μας αγωνίας, πέρα από ηλικίες και καταστάσεις. Εκεί στη μεγάλη φωτεινή οθόνη, ο μέγιστος Σουηδός –κι όχι μόνο– σκηνοθέτης, οριοθετεί το μηδενικό σημείο από όπου θα αναζητήσουμε την ελάχιστη ελπίδα…

Και ίσως, στα στερνά του, επανέρχεται σ’ αυτό το σημείο εκκίνησης. Ολοκληρώνει την αριστουργηματική αφήγηση του επικού θα έλεγα Φάννυ και Αλέξανδρος, με ένα σωματικό κυριολεκτικά οικογενειακό γλέντι, ένα κινηματογραφικό γαϊτανάκι χαράς και ευφορίας από τους θεατρίνους συγγενείς των δυο παιδιών, μια μετέωρη αισιοδοξία ενάντια στα δεινά της ανθρώπινης τυραννίας που μας περιβάλλει. Και κλείνει για άλλη μια φορά το αέναο σχόλιο του για κάθε φαντασιακό ή πραγματικό, δυνατό ή αδύνατο της ίδιας μας της ύπαρξης, με ένα παιδικό πρόσωπο. Αυτήν την τελευταία φορά, στα τρυφερά, κλειστά βλέφαρα του μικρού Αλέξανδρου.

ΤΩΝΗΣ ΛΥΚΟΥΡΕΣΗΣ

Ι. Μπέργκμαν: Ο γιος του πάστορα που αναμετρήθηκε με τον Θεό

του ΓΙΑΝΝΗ ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ποιός νίκησε από την πάλη του Διγενή με τον Χάροντα; Δεν έχουμε καμία μαρτυρία στα δημοτικά μας τραγούδια για νικητή και ηττημένο. Γιατί άραγε;

Ο Μπέργκμαν μάς δίνει τη δική του κοινότοπη απάντηση. Ο Θεός σιωπά γιατί δεν υπάρχει. Οπότε δεν υπάρχει και ο Χάροντας, εκείνος ο γραφικός περατάρης του Αριστοφάνη και της μυθολογίας που μας χτυπά ένα πρωινό το τζάμι κι ενώ γνωρίζαμε από καιρό πως κάποτε θα έρθει, μας βρίσκει πάντα απροετοίμαστους και ζητάμε να μας αφήσει λίγο ακόμα, ίσα μ΄ ένα τσιγάρο, όπως το τσιγάρο των μελλοθάνατων πριν το εκτελεστικό απόσπασμα, όπως ο ιππότης Αντώνιους Μπλοκ της Έβδομης σφραγίδας, που προτείνει στον Θάνατο μια παρτίδα σκάκι σαν τελευταία προθεσμία για να βρει απάντηση στα αναπάντητα μεταφυσικά του προβλήματα. Αλλά και αυτοί που δεν στοχάζονται μακρύτερα από την καθημερινότητα κάτι έχουν να τακτοποιήσουν στη ζωή τους, όπως οι καθημερινοί ήρωες των υπολοίπων ταινιών του Μπέργκμαν, η Κάριν για παράδειγμα, στο Μέσα από το σπασμένο καθρέφτη, που αντίκρυσε τον Θεό με το πρόσωπο της αποκρουστικής αράχνης, σαν ζώο με έξι πόδια που προχωρά στο πάτωμα και την πλησιάζει. Όμως διαφορετικά είδε την Παναγία ο Γιόφ στην Έβδομη σφραγίδα:

Φορούσε χρυσή κορώνα κι ένα γαλάζιο φόρεμα με χρυσά λουλούδια. Ήταν ξυπόλυτη και είχε μικρά μελαχρινά χέρια και κρατούσε τον Χριστό και τον μάθαινε να περπατά… Και όλα ησύχασαν στον ουρανό και τη γη.

Για να δούμε και μεις πώς εγγράφεται ο διάλογος και η πάλη του Μπέργκμαν με το Θεό, το Θάνατο δηλαδή, αφού, κατά την μία του εκδοχή ο Θεός αντλεί την εξουσία του από τον φόβο του ανθρώπου μπροστά στην τιμωρία και τον Θάνατο ή αν θέλετε να μιλήσουμε για την Αγάπη, αφού, κατά την άλλη εκδοχή ο Θεός είναι η Αγάπη, η μεγάλη, η κατά τον ποιητή «κραταιά ως Θάνατος Αγάπη», θέτουμε τα πρώτα προς επεξεργασία στοιχεία μας:

1. Το δίπολο που κινείται ο δημιουργός μας, όπως ήδη ανέφερα, είναι ο Θάνατος και η Αγάπη.

2. Ο Μπέργκμαν είναι γιος πάστορα και μάλιστα Λουθηρανού και στο πεδίο αυτό η πίστη είναι ο θεμέλιος λίθος που συντηρεί την ύπαρξη του Θεού, την βοήθεια του ανθρώπου στο να αντιμετωπίσει το μεταφυσικό τρόμο. Αν αρχίσει η έρευνα και οι αμφιβολίες, η πίστη θα κλονιστεί και ο άπιστος Θωμάς, ο Τόμας των Κοινωνούντων, ή ο Ιππότης της Σφραγίδας, θα ζητήσει από τον Θεό σημάδια της ύπαρξής του και όσο ο Θεός δεν τα παραχωρεί, τόσο πιο επίμονη θα είναι η απαίτηση, με αποτέλεσμα τη διάρρηξη της σχέσης του πιστού με τον αφανέρωτο Θεό.

3. Ο Μπέργκμαν στα νεανικά του χρόνια υπήρξε φανατικός αναγνώστης του Νίτσε και γνωρίζουμε καλά την περιπέτεια της σκέψης του Γερμανού φιλοσόφου, που στην προσπάθειά του να αντικαταστήσει το Θεό με τον υπεράνθρωπο, έναν πλήρη άνθρωπο στη θέση του Θεού, έφτασε στα πρόθυρα της τρέλας και εύκολα μπήκε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή της. Συμπράττουν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του νεαρού Ίνγκμαρ οι υπαρξιστικές θεωρίες του Κίρκεγκωρ και του Σαρτρ. Η κόλαση είναι οι άλλοι γύρω μας και όχι το μεταφυσικό τοπίο που πρεσβεύει η θρησκεία.

4. Ο Μπέργκμαν από μικρός βίωσε στο περιβάλλον του σπιτιού του, τον αστικοχριστιανικό εναγκαλισμό της πίστης στο Θεό, την αυστηρότητα της προσευχής, την σκληρότητα της τιμωρίας, στην βιωμένη ή επιβεβλημένη ενοχή, την απόλαυση αργότερα της λυτρωτικής βλασφήμιας. Στο χωριό μου λένε μια παροιμία: «Παιδί παπά, διαβόλου αγγόνι». Γνωρίζω καλά τι σημαίνει αυτό, έχω ανάλογα βιώματα, αφού είδα την ίδια σκληρότητα, επιλέγοντας σαν πρώτο δημόσιο ρόλο της ζωής μου, μικρό παιδί, αυτόν του βοηθού του κοινοτικού ιερέα. Θα αναφέρω μόνο μια παράμετρο που έχει άμεση σχέση με τον Μπέργκμαν: Είναι απίστευτα σκληρό για ένα παιδί επτά ή οχτώ χρονών να στέκεται με το θυμιατό πάνω από τον ανοιχτό τάφο της γριούλας που μέχρι χθες του πρόσφερε κουλούρια ή τον κυνηγούσε γιατί την ξεκούφαινε με την καραμούζα του. Το βράδυ στην αναγκαία προσευχή ζητάς από τον Θεό να την επαναφέρει στη ζωή και αυτός δεν σε ακούει, όπως δεν θα σε ακούει πια κι η γριούλα. Εκείνος σιωπά, σε μετατρέπει σε μελλοντικό εχθρό του. Τα γραπτά τού Νίτσε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε έναν νεαρό που δεν γεννήθηκε άθεος από οικογενειακή επιλογή, αλλά το αντίθετο και αποπειράθηκε να ανοίξει διάλογο με το παράλογο. Ο Μπέργκμαν δεν τρελάθηκε, ίσως επειδή δεν ασχολήθηκε τόσο με τη φιλοσοφία, αλλά κυρίως με τη μυθοπλασία στο θέατρο και τον κινηματογράφο και διοχέτευσε την τρέλα στους ήρωές του, όπως η Κάριν που προανέφερα, ενώ σε άλλους επεφύλαξε την αυτοκτονία.

5. Η μεταπολεμική Σουηδία είναι γνωστή για το μεγάλο ποσοστό των αυτοκτονιών, που έρχονται παράλληλα, ενίοτε και σαν αποτέλεσμα της κατάρρευσης της θρησκευτικής πίστης. (περισσότερα…)

Βενιαμίν Φραγκλίνος, Ηθική τελείωση

Memoirs_of_Franklin.jpgΠερίπου την ίδια εποχή συνέλαβα την τολμηρή και σοβαρή πρόθεση, να επιδιώξω την ηθική μου τελείωση. Ήθελα να κατορθώσω να ζω δίχως να διαπράττω ποτέ κανένα σφάλμα, ήθελα να υπερβώ κάθε τι το εκπορευόμενο από την παρακίνηση της φυσικής έφεσης, της συνήθειας ή της κοινωνίας. Επειδή ήξερα, ή πίστευα ότι ήξερα, τι είναι το σωστό και το λάθος, δεν έβλεπα γιατί δεν θα μπορούσα να κάνω πάντα το ένα και να παραλείπω το άλλο. Όμως σύντομα διαπίστωσα ότι είχα μπροστά μου μια αποστολή κατά πολύ δυσκολότερη απ’ όσο την είχα φανταστεί. Ενόσω επιστράτευα όλη μου την επιμέλεια για να φυλαχτώ από το ένα σφάλμα, ένα άλλο ερχόταν συχνά να με αιφνιδιάσει. Η συνήθεια έπαιρνε το πάνω χέρι μέσω της απροσεξίας και η έφεση ήταν συχνά ισχυρότερη από τη λογική. Ήρθα τελικά στο συμπέρασμα ότι η θεωρητική και μόνο πεποίθηση, πως είναι προς το συμφέρον μας να είμαστε απόλυτα ενάρετοι, δεν επαρκεί για να μας προφυλάξει απ’ τις κακοτοπιές και ότι έπρεπε να καμφθούν οι αντίθετες έξεις, να αποκτηθούν και να εμπεδωθούν στη θέση τους νέες καλές, προτού μπορέσουμε να επαφεθούμε με εμπιστοσύνη σε μια αγαθοεργή αλλαγή διαρκή και ομοιόμορφη. Για τούτο τον σκοπό επινόησα την ακόλουθη μέθοδο:

Στις διάφορες απαριθμήσεις των αρετών και των ηθικών προσόντων, όσες συνάντησα κατά τις μελέτες μου, βρήκα τον κατάλογό τους περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο, ανάλογα με το αν οι εκάστοτε συγγραφείς είχαν συνοψίσει περισσότερες ή λιγότερες έννοιες κάτω απ’ το ίδιο όνομα. Η λιτότητα, για παράδειγμα, περιοριζόταν από τον ένα μόνο στο φαγητό και το ποτό, ενώ από άλλους διευρυνόταν τόσο ώστε σήμαινε τον μετριασμό κάθε άλλης απόλαυσης, επιθυμίας και πόθου, κάθε ροπής ή πάθους σωματικού ή πνευματικού, αγγίζοντας μάλιστα και αυτό το πνεύμα και την φιλοδοξία μας. Αποφάσισα λοιπόν, χάριν σαφηνείας, ότι είναι καλύτερο να χρησιμοποιώ περισσότερες λέξεις συνδεδεμένες με λιγότερες ιδέες, αντί για λίγες λέξεις με πολλές ιδέες. Έτσι συνόψισα κάτω από δεκατρείς αρετές όλα όσα μου φαίνονταν εκείνη την εποχή αναγκαία ή επιθυμητά, και πρόσθεσα στη κάθεμιά τους ένα σύντομο επιμύθιο, που εξέφραζε την πλήρη έκταση που προσέδιδα στο περιεχόμενό της.

Οι ονομασίες των αρετών μαζί με τις εξηγήσεις τους ήταν:

  1. Λιτότητα. – Μην τρως μέχρι σκασμού, μην πίνεις μέχρι μέθης.
  2. Σιωπή. – Λέγε μόνο ό,τι μπορεί να ωφελήσει τους άλλους ή εσένα τον ίδιο, απόφευγε ασήμαντες συνομιλίες.
  3. Τάξη. – Κάθε τι πρέπει να έχει τη θέση του, και κάθε μια από τις υποθέσεις σου την ώρα της.
  4. Αποφασιστικότητα. – Βάλε σκοπό σου να εκτελείς όσα οφείλεις να κάνεις, ολοκλήρωνε δίχως παραλείψεις ό,τι έβαλες σκοπό.
  5. Ολιγάρκεια. – Μην ξοδεύεσαι παρά μόνο για να κάνεις κάτι καλό σε άλλους ή στον εαυτό σου: τουτέστιν μην κάνεις σπατάλες.
  6. Φιλοπονία. – Φείδου χρόνου. Κατάγινε πάντοτε με κάτι το χρήσιμο, απόφευγε κάθε ανώφελη δραστηριότητα.
  7. Φιλαλήθεια. – Μη καταφεύγεις σε επιβλαβείς εξαπατήσεις. Να σκέπτεσαι άδολα και δίκαια, και όταν μιλάς, να μιλάς ανάλογα.
  8. Δικαιοσύνη. – Μη βλάπτεις κανέναν κάνοντάς του κακό ή παραλείποντας τις ευεργετικές πράξεις που αποτελούν χρέος σου.
  9. Μετριοπάθεια. – Απόφευγε τα άκρα. Φυλάξου από το να παίρνεις τις προσβολές περισσότερο σοβαρά και να τις αισθάνεσαι περισσότερα βαθιά απ’ όσο κατά την κρίση σου αξίζουν.
  10. Καθαριότητα. – Μην ανέχεσαι ακαθαρσία στο σώμα, τα ρούχα ή την κατοικία σου.
  11. Αταραξία. – Μη θορυβείσαι για μικροπράγματα ή για συνηθισμένα ή αναπόφευκτα ατυχήματα.
  12. Εγκράτεια. – Να επιδίδεσαι σπανίως σε γενετήσιες περιπτύξεις, μόνο για λόγους υγείας ή τεκνοποιητικούς, ποτέ μέχρις αναισθησίας ή αδυναμίας ή εις βάρος της δικής σου ή ξένης ψυχικής ηρεμίας ή καλής φήμης.
  13. Ταπεινοφροσύνη – Να μιμείσαι τον Ιησού και τον Σωκράτη.

(περισσότερα…)

Παναγιώτης Νούτσος: Ένας δημιουργικός ταραξίας της φιλοσοφικής σκέψης

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗ*

 

Noutsos-cropΣτις μέρες μας σπανίζουν οι εμβληματικές φυσιογνωμίες, οι οποίες χρησιμεύουν στην αποτίμηση της εικόνας της νεοελληνικής φιλοσοφίας και των διαστάσεών της στον ευρωπαϊκό στοχασμό. Μια από αυτές, και ίσως η προεξάρχουσα, είναι τούτη του Παναγιώτη Νούτσου. Ο Νούτσος, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων επί σειρά ετών, ανέδειξε με διαύγεια προβλήματα φιλοσοφικής ιστοριογραφίας και συνέβαλε με τον δικό του τρόπο, δηλαδή, με ξεχωριστή κριτική μέθοδο και πνευματική οξύτητα στην αντιμετώπισή τους. Όποιος παρατηρεί τα χρονίζοντα φιλοσοφικά θέματα, ιδωμένα με την επιμελημένη ερμηνεία και τη συγγραφική αγωγή του τιμώμενου καθηγητή, δέχεται τον ευεργετικό αιφνιδιασμό μιας καινούργιας σκέψης. Μιας σκέψης, της οποίας η συνεκτικότητα και η αμφισβητούσα οντολογία, είναι τα προνομιακά στοιχεία της. Πρόκειται για συλλογισμούς των οποίων το νόημα στοχεύει στη βελτίωση, την αποκατάσταση ή και την ανατροπή του ήδη συντελεσμένου. Οι μελετητές φιλοσοφικών έργων, αναμφίβολα, πότε έλκονται και πότε απωθούνται από αυτά. Τα κείμενα που μελετούν τα αισθάνονται, εκτός από ατόφια, ενίοτε σπαραγμένα και διαμελισμένα στο περιεχόμενό τους. Η γραφή, ωστόσο, του Νούτσου, διατηρεί μια πολυφωνική ισορροπία στα όσα διαλαμβάνει. Η συνέχεια και ο ειρμός της ενυπάρχουν στην κινητικότητα των επιχειρημάτων. Αν η γραφή αυτή διατηρεί προσεκτικές αποστάσεις από συρμούς, δόγματα και συλλογικές πεποιθήσεις, το κάνει για να επιτρέψει στον εκφραστή της να μη συγκατατίθεται άνευ όρων στην συμβατικότητα των πραγμάτων. Ας συνεχίσουμε λίγο πιο μεθοδικά, με τις παρακάτω έξι ενότητες: Πολιτική φιλοσοφία, κοινωνική φιλοσοφία, η επικαιρότητα του Μαρξ, επιφυλλιδογραφία και η συμβολή του Π. Νούτσου στα νεοελληνικά γράμματα.

~.~

1. Στην πολιτική φιλοσοφία ο νεοέλληνας φιλόσοφος υπηρετεί σαφώς τη διανόηση και όχι τον διανοητικισμό. Από τον Πολιτικό Σχεδιασμό και τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στον Νικολό Μακιαβέλλι μέχρι την Κοινωνική και Πολιτική Αγορατολμία, για να περιοριστούμε μόνον στα έργα αυτά, δείχνεται τι συνιστά πολιτική πρόοδο και τι αποβαίνει ολέθριο για την ίδια την πολιτική. Επίσης υπογραμμίζεται η γνώση είτε ως προβλεπόμενο είτε ως απρόβλεπτο δεδομένο πολιτισμού και η κοσμογονία των αλλαγών, την οποίαν αυτό επιφέρει όταν πάρει τη μορφή της «τεχνικής» επινόησης. Εδώ μαθαίνουμε ότι η μίμηση ενός ιστορικού γεγονότος δεν ισοδυναμεί με μηχανική επανάληψη ενός αξεπέραστου προτύπου, αλλά σηματοδοτεί τον τρόπο με τον οποίον αξιοποιούνται δημιουργικά τα ζωντανά στοιχεία μιας άλλης εποχής. Ιδιαίτερα οι λεγόμενες «κρίσεις» του πολιτισμού, τόσο στον εγχώριο όσο και στον διεθνή απόηχό τους, αποδεσμεύουν δυνατότητές και μας δίνουν την ευκαιρία να ταμιεύουμε χρόνο για να τολμήσουμε να διασαφήσουμε διλήμματα, τα οποία για καιρούς συνιστούσαν αγκυλώσεις. Έτσι, παρόλο που στον στίβο της αγορατολμίας, υφίστανται ο οικονομικός νόμος και το τεχνικό φαινόμενο, ο παράγοντας ο οποίος διατάσσει, ταξινομεί, προσανατολίζει και τροποποιεί τα συμβάντα είναι η σκέψη καθαυτή. Επίσης, η αυτονομία ενός κοινωνικού συστήματος δεν διασφαλίζεται όταν αυτό είναι ερμητικά κλεισμένο στις αντοχές του, αλλά όταν διαστέλλεται χωρίς να χάνει την πρωτογενή ικμάδα του.

~.~

2. Μεταφερόμενοι στην κοινωνική φιλοσοφία και μάλιστα στις δυνατότητες πρόσληψης και επεξεργασίας των σοσιαλιστικών ιδεών από τη δική μας κοινωνία, σταθμό συνιστά το έργο του Παναγιώτη Νούτσου, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, δημοσιευμένο από τις εκδόσεις Γνώση. Εδώ μας δίνονται: μια σημασιολόγηση της ιστορίας του ελληνικού σοσιαλισμού, οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί αλλά και τα ενοποιά συστατικά της φυσιογνωμίας των διανοουμένων εκείνων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στη γένεση και τη διάδοση του σοσιαλιστικού κινήματος. Επίσης διακριβώνονται οι ιστορικές ιδιαιτερότητες της παραγωγής του ημεδαπού σοσιαλιστικού λόγου και οι συσχετίσεις του με την ξένη διανόηση. Στο ίδιο έργο, μελετώνται οι προπαρασκευαστικές ιδέες και οι κινήσεις για την οικονομική και την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης και αυτή καθαυτή η δυναμική των εργατικών ενώσεων. Ένα μέρος του πραγματολογικού υλικού της συγγραφής που μνημονεύουμε, χρησιμοποιήθηκε, στο πλαίσιο συμμετοχής του πονήσαντα, σε δύο ερευνητικά προγράμματα. Το πρώτο είναι: «Determinants in the Development of Working Class Movements» και το δεύτερο πρόγραμμα είναι «The Role of Ethnic and Religious Minorities in the Genesis and Development of the Socialist Movement in Turkey», τα οποία συντόνιζε το Διεθνές Ινστιτούτο Σοσιαλιστικής Ιστορίας του Άμστερνταμ. Σημειωτέον ότι τα ανθολογούμενα κείμενα, και στους τέσσερις τόμους της Σοσιαλιστικής Σκέψης στην Ελλάδα, αναδημοσιεύονται χωρίς καμία επέμβαση ενώ στη συνέχεια καταχωρίζονται τα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων τους, τα κυριότερα έργα τους, τα διαθέσιμα αρχεία, οι πιθανολογούμενες πηγές της σκέψης τους, και η αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία. Από την εν λόγω έρευνα, δεν λείπει η κατάδειξη των κατευθύνσεων της και η επισήμανση των ερευνητικών χασμάτων για την υπόδειξη νέων εργασιών.

~.~

3. Η καθαυτό μαρξιστική φιλοσοφία εκτιμάται σε τέτοιες διαστάσεις της, ώστε να υπογραμμιστεί από τον Π. Νούτσο η πεμπτουσία της. Μέσω του συγγραφικού εγχειρήματος του νεοέλληνα στοχαστή, αναδύονται οι συνθήκες ιστορικής πλαισίωσης του μαρξιστικού έργου, οι γνώσεις που τελικά διαθέτουμε για αυτό καθώς και οι τρόποι πρόσληψής του, από τη δημοσίευσή του μέχρι σήμερα. Έτσι διαμορφώνεται μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον Γερμανό φιλόσοφο και το ανήσυχο πνεύμα των ημερών μας, αποκλείοντας, στο μέτρου του εφικτού, την άκριτη θεώρησή του Μαρξ ως ινδάλματος. Για τον Νούτσο, η αποκατάσταση της σοφιστικής και δη του κινήματος του Διαφωτισμού, έχει επιχειρηθεί ήδη από τον Χέγκελ, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να αντικρούσει τη «γενική κατακραυγή» εις βάρος της, διαπιστώνοντας τη συσχέτισή της με τον Διαφωτισμό των νεοτέρων χρόνων. Έτσι τα δύο αυτά κινήματα, Σοφιστική και Διαφωτισμός, καταφέρνουν να κλονίσουν την ευστάθεια της πίστης και να συμβάλλουν στην αμφισβήτηση της περιεκτικότητάς της. Η προσπάθεια αυτή, έχει ως γνώμονα την επιστροφή του πνεύματος, από την αντικειμενικότητα, στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Νούτσος, μας υπενθυμίζει τη θέση του Μαρξ, από τον «Πρόλογο» της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας ότι ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική, την πολιτική και την πνευματική διαδικασία της ζωής. Δεν προσδιορίζει, με άλλα λόγια, η συνείδηση το είναι των ανθρώπων, αλλά αντίθετα το κοινωνικό μας είναι προσδιορίζει τη συνείδησή μας. Αυτό, ωστόσο, το οποίο ο Νούτσος τονίζει εδώ, είναι ότι οι μαρξικοί όροι: «πραγματική ζωή», «παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής ζωής», προϋποθέτουν την ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής χωρίς να έχουν εφαρμοστεί ποτέ ως αφηρημένες σχηματοποιήσεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Θα μας καταθέσει μάλιστα την άποψη του Ένγκελς κατά την οποία «…δυστυχώς στη Γερμανία, συνηθίζεται να γράφεται η ιστορία των επιστημών σαν αυτές να πέσανε από τον ουρανό».

~.~

4. Στην επιφυλλιδογραφία του στις εφημερίδες, ο Παναγιώτης Νούτσος, προβληματίζεται για την ανθρώπινη επικοινωνία, εν μέσω της τεχνολογίας αιχμής, για την ανθρωπογεωγραφία της σημερινής πολιτικής τέχνης, αλλά και για το δυναμικό υπόβαθρο των σημερινών, και, εκ των πραγμάτων, ρευστών, γεωπολιτικών αποτιμήσεων. Οι απόψεις του αφυπνίζουν ένα και ολοένα αυξανόμενο ευαίσθητο κοινό, για την πραγματική φύση της Δυτικής, και όχι μόνο, δύναμης. Για αυτό και οι παρατηρήσεις του είναι από ανατομικά επίκαιρες έως και καυστικές για τις λεγόμενες «ορθόδοξες» απόψεις, περί της κυρίαρχης παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας. Για την τεκμηρίωση όλων αυτών, προσφεύγει σε συμπαγές υλικό καταγεγραμμένων γεγονότων, όπως και στη συμπλεγματικότητα των διεθνών συγκυριών. Εκτός των άλλων, ο Νούτσος υπεισέρχεται στη λογική των μητροπόλεων, οι οποίες παράγουν και διασπείρουν: βία, κλίμα συγκρούσεων (conflict climate), και ασύμμετρους εχθρούς. Γνωρίσματα τα οποία, δεν τα αντιλαμβάνεται ως αυθύπαρκτα μεγέθη, αλλά ως συναρτήσεις των παραγόντων: έδαφος, πόροι, κοινότητα, πληθυσμός. Έτσι αποκαλύπτονται, αγνοούμενες ή λανθάνουσες, σύνθετες πάντως, βιοπολιτικές νομοτέλειες. Ακόμα και κοινόλεκτες έννοιες όπως «εναλλακτικός τουρισμός», «αναψυχή», «μαζική κουλτούρα», «εργάσιμος και ελεύθερος χρόνος», δεν εξετάζονται μόνο στην αποσπασματικότητά τους, αλλά και στη συνάφειά τους με τα νοηματικώς αντίθετά τους μεγέθη. Μετά μάλιστα από ανάλογες αναλύσεις, ο Νούτσος φτάνει στο σημείο σχεδόν να συγκατατεθεί στην πρόβλεψη ότι «ο ελεύθερος χρόνος και όχι ο χρόνος εργασίας συνιστά το μέτρο του πλούτου».

~.~

5. Ως νεοελληνιστής, ο Νούτσος γράφει βιβλία τα οποία επέχουν θέση κοινωνικού φροντιστηρίου. Σε αυτά, διδασκόμαστε – χωρίς κατ` ανάγκη να κατηχούμαστε ιδεοληπτικά – για την πορεία των ιδεών της «γενιάς των ιδεών», η οποία και υπόκειται σε «θεματική ανατομία». Μέσω της θεματικής αυτής εξέτασης, πληροφορούμαστε για τον δοκιμιακό λόγο της γενιάς του `30, καθώς και για την ιδεολογία και τη μυθολογία της . Στο πλαίσιο των συλλογισμών τούτων, ο Νούτσος διερωτάται κατά πόσον η διανόηση ως «πρωτοπορία» είναι «απολιτική και ακοινώνητη». Εδώ υπεισέρχεται το ζήτημα όχι μόνον της αξίας του πρωτείου αλλά και της διαδοχής, σε έναν στίβο προβαδίσματος ιδεών. Παράλληλα ο ηπειρώτης στοχαστής, με τον δικό του τρόπο, ανασυγκροτεί το κοινωνικό πεδίο της λογοτεχνίας. Μάλιστα οι Προστρίψεις, ως πεδίο ανάδυσης συγκεκριμένων σχέσεων ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο των λογοτεχνικών έργων, δίνουν το στίγμα της εγρήγορσης του υποκειμένου στο να ελέγχει όσα αναπαράγονται ως «κοινοί τόποι», στα έργα αυτά. Σε ξεχωριστή πάλι μονογραφία, ο Νούτσος θα συζητήσει κατά πόσον η «ιστορική αίσθηση», παραμένει ως «έκτη αίσθηση» του ανθρώπινου όντος και από τι ακριβώς συντίθεται το «ιστορικώς εννοείν». Αναπόδραστα λοιπόν η ανάλογη ιστορικο – κριτική ανάλυση στρέφει το κείμενο προς το «συγκείμενο». Το κείμενο, με άλλα λόγια, ως εστία συμφραζομένων εννοιών, συνθηκών ή καταστάσεων, αποκτά πληρέστερο νόημα εάν συνεξεταστεί με ό,τι σύγκειται ή περίκειται. Με τα ποιήματά του, πάλι, ο Νούτσος δεν αναπτύσσει μόνο μια παράλληλη φιλοσοφία, στο διαφωτιστικό περιθώριο δηλαδή της επίσημης ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, την οποίαν ασκεί, αλλά και μια ιδιόμορφη φιλοσοφία, η οποία απευθύνεται σε ορισμένους επιλέγοντας τους αναγνώστες και τους έμπιστούς της. Εδώ πρόκειται εκ νέου για μια πολυμήχανη συνείδηση, χωρίς περιδέραια φράσεων και ψιμυθιωμένες κυριολεξίες, η οποία ακροβατεί στις νοήσεις και τις παρα -νοήσεις. Βλέπουμε ανεπιτήδευτη φυσική ειρωνεία και ζωηρό ύφος, να δίνουν όλη την αμφισημία ενός παιγνίου. Και όμως τα δημιουργήματα του ειρωνευόμενου, κάθε άλλο παρά συνθηματικά είναι. Αντίθετα, συνιστούν αφορμές ενός περάσματος ∙ από την πλαστικότητα των προτάσεων στη συνοπτική και περιεκτική μορφή τους ή το αντίθετο.

~.~

Gorleston Psalter, England 14th century (British Library, Add 49622, fol. 193v)Στις γραμμές που προηγήθηκαν, προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό τμήμα από τον συγγραφικό και ερευνητικό πυρήνα του ομότιμου καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου. Ένας πυρήνας, οποίος συνεπάγεται τη διαλεκτική εμπλοκή, αντλεί δύναμη από τα ερευνώμενα αντικείμενα και προσανατολίζεται στη διέγερση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης. Ο Νούτσος, πέραν της ex nihilo δημιουργίας, δεν καταστρέφει κάτι πριν το αναδημιουργήσει. Το αποδομεί, απελευθερώνοντας τα στοιχεία εκείνα, τα οποία ασφυκτιούν σε λιμνάζουσες και αβασάνιστες διαμεσολαβήσεις, χωρίς να ο ίδιος να φθείρει το γενεσιουργό τους κύτταρο. Επιπλέον, η επιστήμη του στοχαστή μας, ελλιμενίζεται, σε έναν νοηματικά κατάμεστο εμπειρικό κόσμο, περιγράφοντας όλες τις δομές του, με τις οποίες καταπιάνεται. Ο ίδιος, ως θεράποντάς της φιλοσοφικής πειθαρχίας,, δεν ασχολείται μόνον με μείζονες μορφές σκέψης, αλλά μας εφιστά την προσοχή σε φιλοσοφικά ζητήματα, που παραβλέπονται από την παραδοσιακή λογική, χωρίς να αποστατεί από προβληματικές, που, εξ ορισμού, έχουν δύσκολη έκβαση. Αυτή ήταν η μικρογραφία του φιλοσοφικού σύμπαντος του Παναγιώτη Νούτσου. Ενός σύμπαντος, ανθεκτικού αλλά και πολύσημου σε μια δυνητικά επερχόμενη διανοητική λαίλαπα.

ΠΕΤΡΟΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ


* Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του Π. Νούτσου από την διεπιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών «Φιλοσοφία – Τέχνη – Θεραπεία» την 1η Φεβρουαρίου 2019 στην Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. 

Χρόνοι της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Όταν πριν λίγα χρόνια το Νόμπελ λογοτεχνίας δόθηκε στον Γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό πολλοί δημοσιογράφοι και άνθρωποι του βιβλίου αντέδρασαν με κάποια αμηχανία. Δεν τον γνωρίζανε. Ο συγγραφέας δεν συγκαταλεγόταν στα τρανταχτά ονόματα. Δεν επρόκειτο για κραυγαλέα περίπτωση. Αντιθέτως το χαμηλόφωνο έργο του, με τη μουρμουριστή πρόζα που το χαρακτηρίζει, έμοιαζε να αντιστέκεται στους άκριτους διθυράμβους, στις ιαχές και στους πανηγυρικούς, στους οποίους τόσο αρέσκεται η σύγχρονη κριτική. Είναι ανάρμοστο να αδολεσχείς, να εκφράζεσαι με λεκτικά πυροτεχνήματα, να φωνάζεις ή να κραυγάζεις για ένα έργο που απεχθάνεται τον θόρυβο.

PATRICK MODIANO RECOIT LE PRIX ROGER MINIER POUR SON ROMAN LA PLACE DE L'ETOILE EN 1968

Ο Μοντιανό έχει γράψει ένα μόνο βιβλίο, βασανιστικά και επαναληπτικά, όπως κάνουν και οι περισσότεροι ομότεχνοί του άλλωστε. Σε όλα του τα έργα, ή σε αυτό το ένα, μοναδικό, πολύτομο, κατακερματισμένο αλλά ταυτοχρόνως και αρραγές έργο, ο ρυθμός είναι ο ίδιος. Αργός, γουργουριστός, μαυλιστικός. Δημιουργεί ηχητικές δίνες και μελωδίες γλυκιές και μακρινές. Τα μυθιστορήματα του Μοντιανό παράγουν μουσική. Μπορούμε να την ακούσουμε αν παρασυρθούμε στους ρυθμούς τους, αν αφουγκραστούμε τις αρμονίες τους, αν αφεθούμε στους κύκλους και τα da capo τους.

“Το Παρίσι αλλάζει! Αλλά τίποτα μέσα στη μελαγχολία μου δεν σάλεψε” λέει ο Μπωντλαίρ. Για τον Μοντιανό το Παρίσι είναι μια πόλη με τόσο γρήγορες αλλαγές που ο ίδιος αδυνατεί να παρακολουθήσει. Ό,τι έλαμπε ή έσφυζε από ζωή παλαιότερα, τώρα είναι ερείπιο. Ή έχει μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό, αγνώριστο, ξένο. Το ίδιο και για κάθε πόλη από όπου πέρασε. Αυτός είναι ο σκηνικός διάκοσμος των μυθιστορημάτων του. Το στοιχείο της παρακμής και της αναπόφευκτης φθοράς αντιπαραβάλλεται με μια περασμένη, απολεσθείσα αίγλη. Αλλά η σύγκριση δεν γεννά μελαγχολία ή νοσταλγία. Ο Μοντιανό περιγράφει ψυχρά σαν να φτιάχνει μια λίστα, έναν κατάλογο προσώπων, ονομάτων, τοπωνυμιών.

Τα πρόσωπα, οι ήρωές του, αχνοφαίνονται μέσα στην πλοκή που κινείται κάνοντας ιλλιγγιώδεις  αν και βραδύτατες περιστροφές. Μόνο κάποια γενικά χαρακτηριστικά των προσώπων γίνονται αντιληπτά. Τι δουλειά κάνουν, με ποιους συσχετίστηκαν, πότε πέθαναν. Θυμόμαστε αναγκαστικά το κινηματογραφικό βλέμμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Στον Μοντιανό, όπως στον Αγγελόπουλο, σπανίζουν τα γκρο πλαν. Οι ανθρώπινες φιγούρες περιφέρονται μέσα στην υγρασία της ιστορίας σαν φαντάσματα, σαν σκιές και αφήνουν πίσω τους ένα ανεπαίσθητο ίχνος. Ο συγγραφέας αναζητεί το χνάρι τους και το φέρνει στο φως σαν τεκμήριο μεγάλης υπαρξιακής συμπύκνωσης. “Το φέρνει στο φως” εννοούμε το φέρνει στον λόγο. Δεν το αφήνει να ξεχαστεί. Το καταγράφει.

Οι άνθρωποι στη λογοτεχνία του Μοντιανό πεθαίνουν όπως λαμπάκια που κάποια στιγμή απλώς σβήνουν και η θαμπή λάμψη τους εξαχνώνεται κάτω από τους φανοστάτες της πόλης. Ο θάνατος επέρχεται σαν αναπόφευκτο, φυσικό συμβάν. Δεν υπάρχει πένθος. Η ζωή –αν αυτό που περιγράφεται είναι ζωή– συνεχίζεται.

MODIANO-750x345.jpg

Όταν δεν είναι σε αστικό περιβάλλον οι ήρωες του βρίσκονται στην εξοχή. Αλλά όχι εκτεθημένοι στην αγριάδα της φύσης. Οι άνθρωποι του Μοντιανό κινούνται πάντα εντός ορίου του πολιτισμού. Στην ύπαιθρο διαχίζουν πελούζες (τόσο αγαπημένη λέξη του Μοντιανό), κατασκευασμένους κήπους, ευθύγραμμες συστάδες δέντρων. Η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα, το έργο κάποιου αρχιτέκτονα τοπίου είναι εμφανέστατο σε όλα αυτά τα μέρη.

Οι Αμερικάνοι λένε ότι όσο πιο λίγο backstory παρεμβάλλεται σε μια ιστορία τόσο το καλύτερο. Η πλοκή υποτίθεται πρέπει να πηγαίνει μόνο μπροστά, για να γίνεται κάτι, να υπάρχει αλληλουχία γεγονότων, να μη βαριέται ο αναγώστης αλλά και για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το backstory, οι αναδρομές στο παρελθόν, τα φλας μπακ δεν προωθούν την ιστορία. Αντιθέτως την πηγαίνουν όπισθεν ή την καθηλώνουν σε ακινησία.

Στον Μοντιανό τα πάντα είναι backstory. Παρόν δεν υφίσταται. Είναι τόσο καθοριστική αυτή η επιλογή στα έργα του που αγγίζει τα όρια του φιλοσοφικού προτάγματος. Όλα είναι παρελθόν. Όλα έχουν περάσει. Όλα έχουν συντελεστεί. Το παρόν είναι το μέρος που λαμβάνει χώρα η αφήγηση. Αλλά τα αφηγούμενα ανήκουν σε παρελθόντα χρόνο. Το παρόν είναι για να συλλογούμαστε ό,τι έγινε. Τα γεγονότα είναι καρφιτσωμένα σα νεκρές πεταλούδες σε ένα διαρκές παρελθόν, επικαλυμμένα από μια ονειρική αχλύ. Ο συγγραφέας τα ατενίζει έκπληκτος, στοχαστικός, κάποιες φορές εκστατικός. Ωστόσο το παρελθόν δεν είναι στατικό, δεν μένει ακίνητο. Αντιθέτως ρέει αργά σαν μάγμα και συνδιαμορφώνεται κάτω από την επιρροή εκείνου που το παρατηρεί και ακόμα περισσότερο εκείνου που το περιγράφει.

456992652(1)Ένας παλιός νόμος της αφήγησης λέει ότι εξιστορούμε ως επί το πλείστον σε παρελθόντα χρόνο. Σπανίως χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα, που υποτίθεται έχει μια άλλη αμεσότητα. Ενεστώτας χρόνος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στη συγγραφή σεναρίου ή θεατρικού κειμένου. Πολύ συχνά και στην ποίηση, όπως και στην αφήγηση ονείρων. Στα μυθιστορήματα, σε αυτά τα εκτεταμένα και επεξεργασμένα όνειρα, ο αόριστος είναι ο κυρίαρχος χρόνος και σπανιότερα ο παρατατικός. Ίσως θέλουμε να δείξουμε με τον αόριστο ότι τα γεγονότα που περιγράφουμε είναι μοναδικά, συνέβησαν άπαξ. Επίσης είναι σημαντικά. Ανάμεσα σε τόσα και τόσα που έλαβαν χώρα  και συνεχίζουν να αλληλοδιαδέχονται το ένα τ’άλλο, διασώθηκαν μόνο τα συγκεκριμένα μέσα από τον ληθαργικό ποταμό του χρόνου. Άρα όσα επιλέγουμε να διηγηθούμε, όσα ξεχωρίζουμε και τους δίνουμε καλλιεπή, ηδυσμένο λόγο για να εκφραστούν, έχουν ιδιάζουσα αξία και σημασία. Είναι μοναδικά.  Ποιος ενδιαφέρεται για το ευτελές, το τετριμμένο, το ανούσιο; Από τον καιρό που ο άνθρωπος καθόταν στη σπηλιά του γύρω από τη φωτιά και άκουγε τον πρωτόγονο storyteller, διψούσε για ιστορίες που έχουν νόημα, που ερεθίζουν το συναίσθημα και τη φαντασία, που προκαλούν έλεος, φόβο και κάθαρση.

Στον Μοντιανό οι χωροχρονικοί κανόνες της αφήγησης συχνά καμπυλώνονται ή και ανατρέπονται ακόμη. Κάποιες φορές μιλάει για παρελθόντα γεγονότα χρησιμοποιώντας ενεστώτα, λες και τα ζει την ίδια στιγμή που τα περιγράφει. Τηλεμεταφέρει τους ήρωές του από τόπο σε τόπο αγνοώντας τις απαιτούμενες συνδέσεις. Όχημά του είναι η μνήμη και της δίνει απόλυτη ελευθερία κινήσεως.

Αν ο χρόνος της αφήγησης είναι πεπερασμένος, ο τόπος αποδεινύεται εντελώς θραυσματικός. Συνέχεια δεν υπάρχει. Τι ενώνει λοιπόν, τι κρατάει σε συνοχή αυτό το ιδιότυπο σύμπαν; Τι του δίνει νόημα και υπόσταση; Ίσως η αγωνία του συγγραφέα να διασώσει μέσα στον ορυμαγδό του χρόνου ο,τιδήποτε και αν σώζεται: ένα όνομα, μια αίσθηση, μια στιγμή. Καθώς και η ενδόμυχη  πεποίθησή του ότι η προσπάθειά του είναι μάταιη, ανώφελη, αλυσιτελής και άρα έχει μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (3/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το δεύτερο και το πρώτο μέρος)

ΙΙΙ. ΤΟ ΘΕΑΜΑ

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτική προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

557766f37f20cΗ καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

dome-of-mosque-at-dusk-700712709-5aa7ff240e23d9003705318eΗ βαθιά ναρκισσιστική νεύρωση δεν οφείλεται μόνο στην στρατιωτική κατωτερότητά τους απέναντι στη Δύση. Ακόμα μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει η πνευματική και υλική εξάρτηση από τους Δυτικούς. Τα τελευταία τετρακόσια χρόνια οι Άραβες δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μια αξιομνημόνευτη ανακάλυψη. Ο Ρούντολφ Σιμέλι μνημονεύει την πρόταση ενός ιρακινού συγγραφέα: «Αν τον 18ο αιώνα ένας ιρακινός είχε προχωρήσει στην ανακάλυψη της ατμομηχανής, αυτή δεν θα είχε κατασκευαστεί ποτέ». Κανένας ιστορικός δεν θα έφερνε αντίρρηση. Για τον νοήμονα Άραβα κάθε αντικείμενο της πεζής καθημερινότητας στο Μαχρέμπ ή στη Μέση Ανατολή, κάθε ψυγείο, κάθε τηλέφωνο, κάθε πρίζα, κάθε κατσαβίδι, (τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς) συνιστούν ένα σιωπηρό χτύπημα. Τα παρασιτικά πετρελαϊκά κράτη που ζουν από τα αποθέματά τους είναι κι αυτά αναγκασμένα να εισάγουν τεχνολογία από το εξωτερικό. Αν δεν απασχολούσαν γεωλόγους από τη Δύση, εργάτες και εργοδηγούς, αν δεν είχαν στόλους από τάνκερ και διυλιστήρια θα ήταν αδύνατον να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματά τους. Το βασίλειό τους είναι γι’ αυτό ένα είδος κατάρας θυμίζοντάς τους συνεχώς τον βαθμό εξάρτησής τους από την Δύση. Αν εξέλειπε το πετρέλαιο η οικονομία του αραβικού κόσμου θα είχε μικρότερη ισχύ από εκείνη μιας και μόνο φινλανδικής εταιρίας τηλεφωνίας.

Ανάλογα αντιπαραγωγικός αποδείχτηκε ο αραβικός κόσμος και σε πολιτικό επίπεδο. Ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός, δύο εισαγόμενα είδη, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Οποιοδήποτε δημοκρατικό σκίρτημα καταπνίγεται συνήθως εν τη γενέσει του. Είναι πάντως αυτονόητο πως τέτοιες γενικότητες αναφέρονται στο σύνολο και αποσιωπούν τις όποιες προσωπικές ικανότητες των κατοίκων, οι οποίες, όπως σε όλο τον κόσμο, υπόκεινται κι εδώ στους νόμους της γενετικής διασποράς. Σε πολλά αραβικά κράτη πάντως η έκφραση προσωπικής άποψης θέτει το άτομο σε θανάσιμο κίνδυνο. Σ’ αυτόν τον κίνδυνο οφείλεται το γεγονός ότι οι καλύτεροι Άραβες επιστήμονες, τεχνικοί, συγγραφείς και πολιτικοί στοχαστές ζουν εξόριστοι. Πρόκειται για ένα σοβαρό Brain Drain, ανάλογο μ’ εκείνο της εβραϊκής ελίτ στην Γερμανία της δεκαετίας του ’30.

Οι μέθοδοι καταπίεσης, κοινές στα αραβικά κράτη, αντλούν την καταγωγή τους από την ανατολική Δεσποτεία, με τους άπιστους δυτικούς να αποτελούν κι εδώ το βασικό πρότυπο. Αυτοί ανακάλυψαν και εξήγαν τα πάντα, από το περίστροφο ως τα τοξικά αέρια, χρήση των οποίων κάνει όλος ο αραβοϊσλαμικός κόσμος. Οι ηγέτες του έχουν ενστερνιστεί ακόμα και τις μεθόδους της GPU ή της Γκεστάμπο. Όμως ούτε η ισλαμιστική τρομοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τέτοια δάνεια. Όλα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιεί, από την δυναμίτιδα μέχρι το δορυφορικό τηλέφωνο, από το αεροπλάνο μέχρι την βιντεοκάμερα, είναι προϊόντα φτιαγμένα στη μισητή Δύση. Μια τόσο ευρεία εξάρτηση

398px-hizbollah_posters_2006

είναι προφανές πως δεν μπορεί παρά να γίνεται μόνο δύσκολα αποδεκτή. Ιδιαιτέρως η επαφή των μεταναστών με τον δυτικό πολιτισμό, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, τους προκαλεί συνεχή πολιτισμικά σοκ. Ο πακτωλός των προϊόντων, οι διαφορετικές απόψεις, οι οικονομικές και σεξουαλικές επιλογές οδηγούν σ’ ένα Double Bind, κάτι ανάμεσα σε έλξη και απώθηση. Την ίδια ώρα η συνεχής συνειδητοποίηση της υστέρησης του δικού τους πολιτισμού γίνεται αβάσταχτη. Είναι αυτονόητη η επίδραση που έχει στην προσωπική τους αυτοεκτίμηση αυτή η συνειδητοποίηση καθώς εξηγεί τη τάση τους να επιστρατεύουν θεωρίες συνομωσίας για να δικαιολογήσουν το χάσμα. Δεδομένης της κατάστασης η ένταξη στους κόλπους των Ισλαμιστών αποτελεί για πολλούς έναν μεγάλο πειρασμό και μια ευκαιρία να τιμωρήσουν άλλους για τις προσωπικές τους αδυναμίες.

Ο Ισλαμισμός δεν ενδιαφέρεται να προτείνει λύση στο δίλημμα τού αραβικού κόσμου αφού εξαντλείται στον αρνητισμό του. Πρόκειται για ένα αυστηρά απολιτικό κίνημα, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύει να εξελιχτεί ή να μετασχηματιστεί σε κάτι πέρα απ’ αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, ως μόνο στόχο του έχει την κατάκτηση και εξολόθρευση των κατοίκων του πλανήτη, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείται από απίστους και αιρετικούς.

Αυτή η έντονη επιθυμία δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η καταστροφική δύναμη των απόλυτα ηττημένων αρκεί, βεβαίως, για να σκοτώσει χιλιάδες, ίσως δεκάδες χιλιάδες αμάχους και να φθείρει αδιάκοπα έναν πολιτισμό, στον οποίο έχει κηρύξει πόλεμο. Ένα στοιχείο για την επίδραση που μπορούν να έχουν οι λίγες δεκάδες άνθρωποι-ζωντανές βόμβες είναι οι συνηθισμένοι πια, καθημερινοί έλεγχοι ασφαλείας.

Αυτό είναι το λιγότερο απ’ όσα η τρομοκρατία μπορεί να κοστίσει στον πολιτισμό. Γιατί η τρομοκρατία είναι ικανή να δημιουργήσει ένα γενικότερο κλίμα φόβου προκαλώντας αντιδράσεις πανικού. Αυξάνει την δύναμη και την επιρροή της πολιτικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών, της εξοπλιστικής βιομηχανίας και των ιδιωτικών εταιριών προστασίας, οδηγεί στην ψήφιση όλο και πιο άγριων κατασταλτικών νόμων και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ελευθεριών που έχουν κερδηθεί με αγώνες. Δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε τις γνωστές θεωρίες συνομωσίας για να καταλάβουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που επιχαίρονται με όλα αυτά. Για εκείνους δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν εξωτερικό εχθρό που να ενεργοποιεί τις δυνάμεις της παρακολούθησης και καταστολής. Η ρωσική εσωτερική πολιτική είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Όλα τα παραπάνω ο Ισλαμισμός μπορεί να τα θεωρήσει ως επιτυχία του. Ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά στις παγκόσμιες ισορροπίες δυνάμεων. Ακόμα και το εντυπωσιακό χτύπημα στο Κέντρο Παγκόσμιου Εμπορίου δεν μπόρεσε να επηρεάσει την ηγετική θέση που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης συνέχισε τις εργασίες του την Δευτέρα αμέσως μετά το χτύπημα. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που είχε στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν στην πραγματικότητα μηδαμινές.

salman-abedi-isis-616833Αντιθέτως, οι συνέπειες για τις αραβικές κοινωνίες ήταν τεράστιες. Τον λογαριασμό για τις μακροπρόθεσμες καταστροφές δεν θα κληθεί να τις πληρώσει η Δύση αλλά οι περιοχές εκείνες στο όνομα των οποίων δρα ο Ισλαμισμός. Και δεν είναι μόνο οι άστεγοι, οι μετανάστες και οι αναζητούντες άσυλο όσοι πρόκειται να υποφέρουν. Ολόκληροι λαοί θα υποχρεωθούν -πέρα από κάθε έννοια δικαιοσύνης- να πληρώσουν τεράστιο τίμημα για τις πράξεις των αυτόκλητων αντιπροσώπων τους. Η πεποίθηση πως η τρομοκρατία θα μπορούσε να βελτιώσει τις ήδη πολύ άσχημες προοπτικές τους είναι εντελώς παράλογη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας που να κατόρθωσε να μακροημερεύσει καταπνίγοντας το παραγωγικό της δυναμικό.

Στόχος των απόλυτα ηττημένων, όπως βλέπουμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, είναι να οργανώσει την αυτοκτονία ενός ολόκληρου πολιτισμού. Μια ευρεία εξάπλωση της λατρείας τους για τον θάνατο δεν μοιάζει, ωστόσο, πιθανή. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι τόσο πιθανό να συμβούν όσο και τα καθημερινά, συνηθισμένα πια, δυστυχήματα στους δρόμους.

Ο πλανήτης είναι υποχρεωμένος να πορευτεί κατ’ αυτό τον τρόπο, όσο οι κοινωνίες του συνεχίζουν να παράγουν ολοένα και περισσότερους ηττημένους.

ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Χανς Μάγκνους Έντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (2/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

ΙΙ. Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο απόλυτα ηττημένος ξεπερνά την απομόνωσή του, κοινωνικοποιείται, αναζητάει μια πατρίδα της ήττας στην οποία δεν θα βρει μόνο κατανόηση αλλά και την αναγνώρισή του, μια κοινότητα ομοϊδεατών που θα τον καλωσορίσει, μια κοινότητα που τον χρειάζεται; Τότε είναι που ξυπνά μέσα του η καταστροφική ενέργεια, η αδίστακτη φύση, το αμάλγαμα την επιθυμίας για θάνατο και της μεγαλομανίας. Ένα καταστροφικό αίσθημα παντοδυναμίας είναι τότε που τον λυτρώνει από την αδυναμία του.

Παρ’ όλ’ αυτά είναι αναγκαία και μερικά ιδεολογικά «φυτίλια» για να τον πυροδοτήσουν κι όπως δείχνει η ιστορία ποτέ δεν έλειψαν ανάλογες αφορμές. Αδιάφορο αν πρόκειται για θρησκευτικά ή πολιτικά, για εθνικιστικά, κομμουνιστικά ή ρατσιστικά δόγματα: κάθε στενοκέφαλο είδος σεχταρισμού μπορεί να θέσει σε λειτουργία την υπνωμένη ενέργεια του απόλυτα ηττημένου ανθρώπου.

hans-magnus-enzensberger-e71f2384-f23f-4b4e-b695-126f8f314e3-resize-750Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη μάζα αλλά και για τον εκάστοτε μεμονωμένο υποκινητή. Ο υποκινητής ασκεί μια έλξη, η οποία πηγάζει από το γεγονός ότι και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως εμμονικά ηττημένος. Οι οπαδοί του αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα χαρακτηριστικά εκείνα που προδίδουν την παραφροσύνη του. Δικαίως του προσάπτεται κυνισμός αφού ως καλός γνώστης τους είναι φυσικό να υποτιμά τους οπαδούς του γνωρίζοντας πως πρόκειται για ηττημένους, τους οποίους εν τέλει θεωρεί ανάξιους. Γι’ αυτό το λόγο ηδονίζεται με τη σκέψη, όπως σημείωσε ο Ελίας Κανέτι πριν από μισό αιώνα, πως πρέπει να οδηγήσει στο θάνατο όλους τους υπόλοιπους, ανάμεσα σ’ αυτούς και τους οπαδούς του, πριν ή καεί κι ο ίδιος στο υπόγειο στρατηγείο του.

Σ’ αυτό το σημείο επανέρχεται, με τρόπο επιτακτικό, κοντά σε άλλα παραδείγματα από την ιστορία, η θύμηση της εθνικοσοσιαλιστικής πλατφόρμας. Περί τα τέλη τής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης πολλά κομμάτια του πληθυσμού θεωρούσαν πως ανήκουν στην πλευρά των ηττημένων. Τα αδιάσειστα στοιχεία που έχουμε από την περίοδο μαρτυρούν πολλά. Όμως, ούτε η οικονομική κρίση αλλά ούτε και η ανεργία δεν θα αρκούσαν να ανεβάσουν τον Χίτλερ στην εξουσία. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο ήταν αναγκαία μια προπαγάνδα που θα ενεργοποιούσε τα ναρκισσιστικά ανακλαστικά μετά την ήττα του 1918 και τη συνθήκη των Βερσαλλιών. Οι περισσότεροι Γερμανοί έριχναν το φταίξιμο στους άλλους. Οι τότε νικητές, «μια παγκόσμια συνομωσία καπιταλιστών και μπολσεβίκων», μα πριν απ’ όλους οι Εβραίοι, το αιώνιο μαύρο πρόβατο, έπρεπε να παραμείνουν στο επίκεντρο τής στόχευσης. Το βασανιστικό συναίσθημα της ήττας δεν θα μπορούσε να απαλειφθεί παρά μόνο με μια φυγή προς τα μπρος, με μια φυγή προς την παραφροσύνη. Ήδη από το ξεκίνημα, στο μυαλό των εθνικοσοσιαλιστών γυρόφερνε το φάντασμα μιας παγκόσμιας κυριαρχίας. Απ’ αυτή την άποψη οι στόχοι τους δεν μπορούσαν ούτε να οριοθετηθούν ούτε να μεταβληθούν, δεν ήταν δηλαδή μόνο ανέφικτοι, αλλά και πέραν πάσης πολιτικής βάσεως. Ούτε μια ματιά στον παγκόσμιο χάρτη δεν θα έπειθε τον Χίτλερ και τους οπαδούς του για το άνισο του αγώνα μιας μικρής κεντροευρωπαϊκής χώρας ενάντια σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Το αντίθετο, μάλιστα. Δεν υπάρχει ούτε λύση, ούτε κάποιο συμβιβαστικό μοντέλο που θα έστρεφε τον απόλυτα ηττημένο άνθρωπο προς μιαν άλλη κατεύθυνση αλλά και θα κατεύναζε τα καταστροφικά του ένστικτα. Όσο πιο απονενοημένο είναι το εγχείρημά του τόσο πιο φανατικά γαντζώνεται στο στόχο του. Είναι αρκετά πιθανό ο Χίτλερ και οι οπαδοί του να μην επιθυμούσαν τη νίκη αλλά το πέρασμα στην ιστορία ως απόλυτα ηττημένες οντότητες. Αυτό βεβαίως δεν τους απέτρεψε απ’ το να ξεσπάσουν την συσσωρευμένη οργή τους απέναντι σε όσους θεώρησαν υπεύθυνους για τις δικές τους ήττες μ’ ένα εκκαθαριστικό πόλεμο χωρίς προηγούμενο. Αρχικός τους στόχος ήταν η εξαφάνιση των Εβραίων και των αντιπάλων τους ήδη από το 1919, χωρίς αυτό να σημαίνει πως σκόπευαν να χαριστούν στους συμπατριώτες τους. Ο πραγματικός σκοπός δεν ήταν η νίκη, αλλά η εξόντωση, η πτώση, μια συλλογική αυτοκτονία, ένα τρομερό τέλος. Δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση για το γεγονός ότι Γερμανοί πολέμησαν στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο προασπιζόμενοι ακόμα και το τελευταίο χάλασμα στο Βερολίνο. Ο ίδιος ο Χίτλερ επιβεβαιώνει το σκεπτικό περί ήττας έχοντας δηλώσει πως ο γερμανικός λαός ήταν ανάξιος της επιβίωσης. Όντας υπεύθυνος για τις εκατόμβες των θυμάτων ο δικτάτορας κατάφερε εν τέλει να φτάσει εκεί που ήθελε: στην ήττα. Όμως οι λαοί που γύρευε να εξολοθρεύσει, Εβραίοι, Πολωνοί, Ρώσοι, Γερμανοί, υπάρχουν και σήμερα.

Ωστόσο ο ηττημένος άνθρωπος δεν εξαλείφθηκε αλλά συνεχίζει να ζει ανάμεσά μας. Αναπόφευκτο: σ’ όλες τις ηπείρους υπάρχουν δυνάμεις έτοιμες να καλοσωρίσουν την παρουσία του. Η διαφορά είναι πως στην εποχή μας πολύ σπάνια οι δυνάμεις αυτές έχουν κρατική υπόσταση αφού ακόμα και σ’ αυτό τον τομέα η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει πάρει κεφάλι. Αν και οι κυβερνήσεις είναι αυτές που διαθέτουν τα μέσα μιας μαζικής εξόντωσης, εν τούτοις η κρατική εγκληματικότητα, έτσι όπως την γνωρίσαμε τις προηγούμενες δεκαετίες έχει υποχωρήσει αισθητά.

Στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, οι ενεργές κολλεκτίβες των ηττημένων είναι πλέον λίγες παρά το γεγονός πως συνεχίζουν να έχουν συναλλαγές με διεθνείς χρηματοδότες και εμπόρους όπλων. Αντιθέτως υπάρχει πληθώρα τοπικών ομάδων με επικεφαλής κάποιους οπλαρχηγούς ή συμμορίτες. Οι αυτόκλητες αυτές φρουρές και παραστρατιωτικές συμμορίες αρέσκονται να προσδίδουν ένα απελευθερωτικό, επαναστατικό χαρακτήρα στις ενέργειές τους. Την ίδια ώρα υπάρχουν ΜΜΕ που τους αποκαλούν αντάρτες, έναν κολακευτικό γι’ αυτούς ευφημισμό. Τα ονόματα και οι συντομογραφίες που επιλέγουν ποικίλουν: «Φωτεινό μονοπάτι», MLC, RCD, SPLA, ELA, LTTE, LRA, FNL, IRA, LIT, KACH, DHKP, FSLN, UVF, JKLF, ELN, FARC, PLF, GSPC, MILF, NPA, PKK, MODEL, JI, NPA, AUC, CPNML, UDA, GIA, RUF, LVF, SNM, ETA, NLA, PFLP, SPM, LET, ONLF, SSDF, PIJ, JEM, SLA, ANO, SPLMA, RAF, AUM, PGA, ADF, IBDA, ULFA, PLFM, ULFBV, ISYF, LURD, KLO, UPDS, NLFT, ATTF, αδιάφορο αν πρόκειται για «αριστερούς» ή «δεξιούς». Κάθε τέτοια ένοπλη αγέλη αυτοχαρακτηρίζεται «στρατός», επανδρώνεται με μαχητές και κομάντος, πασχίζει με διακηρύξεις και βαρύγδουπες προκηρύξεις να προσδώσει σοβαρότητα στο προφίλ της εμφανιζόμενη ως εκπρόσωπος κάποιων κοινοτήτων. Η ζωή των άλλων τούς είναι παντελώς αδιάφορη αφού ως απόλυτα ηττημένοι έχουν πειστεί για την απαξία της δικής του ζωής. Δεν δίνουν καμία σημασία στην επιβίωση, είτε αυτό αφορά σε αντιπάλους, σε οπαδούς ή σε απλούς άμαχους. Απάγουν και σκοτώνουν με ευχαρίστηση τους ανθρώπους που προσπαθούν να μετριάσουν τον πόνο στο πεδίο δράσης τους, πυροβολούν για παράδειγμα νοσηλευτές και γιατρούς, καίνε ακόμα και την τελευταία κλινική της περιοχής τους όπου μπορεί να μην έχει απομείνει παρά ένα κρεβάτι κι ένα νυστέρι. Δεν γνωρίζουν ουσιαστικά καμία διαφορά μεταξύ ακρωτηριασμού και αυτοακρωτηριασμού.

Καμιά απ’ αυτές τις αγέλες, ωστόσο, δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης. Σε περιπτώσεις ιδεολογικής εκμετάλλευσης κρατικών και εθνικών συγκρούσεων κάτι τέτοιο ήταν απολύτως φυσικό. Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης κι έπειτα οι ομάδες που ακολούθησαν την παράδοση του διεθνισμού έχασαν την στήριξη τους από τις υπερδυνάμεις τόσο σε επίπεδο προπαγάνδας όσο και σε καθαρά υλικό επίπεδο. Με το κεφάλαιο να επικρατεί παγκοσμίως αναγκάστηκαν να βάλουν στην άκρη τις βλέψεις τους για παγκόσμια επιβολή και περιορίστηκαν στην υπεράσπιση των τοπικών εντολέων τους.

hamasΩς εκ τούτου έχει απομείνει μόνο ένα κίνημα που μπορεί να ενεργήσει βίαια αναπτύσσοντας παγκόσμια δράση κι αυτό δεν είναι άλλο από τον ισλαμισμό. Αυτό που επιχειρεί να κάνει ο ισλαμισμός είναι να συγκεντρώσει την θρησκευτική ενέργεια ενός δόγματος παγκόσμιας εμβέλειας, το οποίο με 1,2 δισεκατομμύρια οπαδών δεν είναι μόνο εξαιρετικά δυναμικό αλλά εξαπλώνεται δημογραφικά σε όλες τις ηπείρους. Αν και αυτή η τεράστια ομάδα ανθρώπων είναι πολλαπλά διηρημένη και κατακερματισμένη από τις εθνικές και τις κοινωνικές συγκρούσεις, εν τούτοις η ιδεολογία τού ισλαμισμού αποτελεί το ιδανικό όχημα για την κινητοποίηση απόλυτα ηττημένων ανθρώπων. Για να την επιτύχει είναι σε θέση να επικαλεστεί ταυτόχρονα τόσο θρησκευτικούς και πολιτικούς όσο και κοινωνικούς λόγους.

Πολλές υποσχέσεις επιτυχίας δίνει και το μοντέλο οργάνωσης του ισλαμισμού έχοντας εγκαταλείψει τον αυστηρό συγκεντρωτισμό παλαιότερων ομάδων και αντικαταστήσει την αλάθητη και παντοδύναμη κεντρική διοίκηση μ’ ένα ευέλικτο δίκτυο. Πρόκειται για μια πρωτότυπη, σύγχρονη καινοτομία.

Κατά τα άλλα ακολουθείται η πεπατημένη των προκατόχων. Συχνά παραβλέπουμε πως η μοντέρνα τρομοκρατία είναι μια ευρωπαϊκή ανακάλυψη του 19ου αιώνα. Οι σημαντικότεροι πρόγονοί της θα πρέπει να αναζητηθούν στην τσαρική Ρωσία, παρ’ όλο που στην δυτική Ευρώπη η παράδοση είναι εξίσου μακρά. Τα τελευταία χρόνια ο αριστερός ριζοσπαστικός τρόμος της δεκαετίας του ’70 έχει λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Σ’ αυτό τον τύπο τρομοκρατίας οφείλουν οι ισλαμιστές την περίσσεια συμβόλων και τεχνικών. Το ύφος των δηλώσεών τους, τα μαγνητοσκοπημένα βίντεο, η εμβληματική χρήση των Καλάσνικοφ, ακόμα και οι χειρονομίες, η γλώσσα του σώματος και ο τρόπος ντυσίματος δείχνουν πόσα έχουν διδαχθεί από τα δυτικά τους πρότυπα. Κραυγαλέες είναι και άλλες ομοιότητες όπως για παράδειγμα η προσκόλληση σε γραπτά θέσφατα. Το Κοράνι παίρνει τη θέση του Μαρξ και του Λένιν κι αντί για τον Γκράμσι ο όρκος δίνεται στον Σαγίντ Κούτμπ. Φορέας της επανάστασης δεν είναι πια το παγκόσμιο προλεταριάτο αλλά η κλειστή ομάδα τού δόγματος. Πρωτοπόρος και αυτόκλητος αντιπρόσωπος των μαζών δεν είναι πια το κόμμα αλλά το παγκοσμίως εξαπλωμένο δίκτυο των ισλαμιστών πολεμιστών. Αν και ο Ισλαμισμός φαίνεται να χρησιμοποιεί παλιές ρητορικές φόρμες και ο λόγος των ηγετών του να χαρακτηρίζεται από μεγαλοστομία και υψηλούς τόνους, εν τούτοις πολλές από τις βασικές του ιδέες τις οφείλει στον μισητό εχθρό του, τον κομμουνισμό. Και οι δύο συμφωνούν πως η ιστορία διέπεται από άκαμπτους νόμους, πως η νίκη είναι αδιαπραγμάτευτη και πως με κάθε ευκαιρία θα πρέπει να ξεσκεπάζονται αποστάτες και προδότες, οι οποίοι κατά την δοκιμασμένη λενινιστική μέθοδο θα πρέπει να επιπλήττονται τελετουργικά.

Καμία έκπληξη δεν υπάρχει ούτε στην λίστα των αγαπημένων εχθρών: εδώ βρίσκουμε την Αμερική, την παρηκμασμένη Δύση, το παγκόσμιο κεφάλαιο, τον Σιωνισμό. Σ’ όλους αυτούς προστίθενται και οι άπιστοι, τα 5,2 δισεκατομμύρια δηλαδή τού υπόλοιπου κόσμου. Τέλος οι σχισματικοί μουσουλμάνοι, Σιΐτες, Ιμπαντίτες, Αλεβίτες, Σεϊδίτες, Αχμαντίγια, Βαχαμπίτες, Δρούζοι, Σούφις, Χαριντσίντες, Ισμαϊλίτες αλλά και οπαδοί άλλων πίστεων.

(Το τρίτο και τελευταίο μέρος εδω.)

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (1/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

~.~

Ι. ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον ηττημένο και ηλίθιο να τον αποσιωπήσεις. Ηλίθιο επειδή δεν υπάρχουν απόλυτοι νικητές κι επειδή σε όλους μας, τόσο στον επηρμένο μεγαλομανή όσο και στον τελευταίο επαίτη της Καλκούτας, επιφυλάσσεται το ίδιο ακριβώς τέλος. Δύσκολο επειδή εύκολα συμβιβαζόμαστε με τη κοινότοπη, μεταφυσική ανάγνωση του ζητήματος ήττας. Αν μείνουμε σε μια τέτοια παραδοχή χάνουμε ουσιαστικά την ένταση και την πολιτική πλευρά του.

Intellektuelle gegen Notstandsgesetze - EnzensbergerΑντί να μελετήσουν τα χιλιάδες πρόσωπα του ηττημένου, οι κοινωνιολόγοι μένουν άκαμπτοι στις στατιστικές τους μιλώντας για μέσους όρους, αποκλίσεις, κατανομές. Σπάνια τους περνάει απ’ το μυαλό η ιδέα πως θα μπορούσαν και οι ίδιοι να ανήκουν στην κατηγορία των ηττημένων. Οι ορισμοί τους είναι σαν το ξύσιμο της πληγής: ο πόνος που επέρχεται με το ξύσιμο είναι μεγαλύτερος από τον αρχικό, ισχυρίζεται ο Σάμουελ Μπάτλερ. Έτσι όπως εξελίσσεται η ανθρωπότητα, ωστόσο, («καπιταλισμός», «ανταγωνισμός», «αυτοκρατορία», «παγκοσμιοποίηση» είναι εδώ οι επικρατούσες έννοιες) δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των ηττημένων μέρα με την ημέρα, αλλά πολύ γρήγορα –όπως πάντα συμβαίνει με τις μεγάλες μάζες- συντελούνται ομαδοποιήσεις. Μέσω μιας χαώδους και ακατανόητης διαδικασίας διαχωρίζονται μεταξύ τους οι ηττημένοι απ’ τους υποδεέστερους και τα θύματα. Ένας άνθρωπος που αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων μπορεί να αποδέχεται την ήττα του και να παραιτείται, το θύμα μπορεί να απαιτεί ικανοποίηση και ο ηττημένος να προετοιμάζεται για τον επόμενο γύρο. Ο απόλυτα ηττημένος όμως διαχωρίζει τη θέση του, καθίσταται αόρατος διαφυλάσσοντας την αφάνειά του, μαζεύει δυνάμεις και περιμένει τη σειρά του.

Όποιος αρκείται στα αντικειμενικά, υλικά κριτήρια, στα στοιχεία των οικονομολόγων και στα αποκαρδιωτικά συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων δεν θα αντιληφθεί την πραγματικά δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος. Τίποτα δεν είναι αρκετό για να τον παρακινήσει, ανεξάρτητα απ’ ότι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ανταγωνιστές, συνάδελφοι, ειδικοί ή γείτονες, συμμαθητές, αφεντικά, φίλοι κι εχθροί. Ο απόλυτα ηττημένος πρέπει να ρίξει ο ίδιος τον κύβο. Πρέπει ο ίδιος να ομολογήσει πως είναι ένας ηττημένος και τίποτα περισσότερο. Μπορεί βεβαίως να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση, να είναι φτωχός ή αδύναμος, να έχει βιώσει την μιζέρια και την ήττα. Απόλυτα ηττημένος, όμως, γίνεται μόνον την στιγμή που αποδέχεται την ετυμηγορία εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους νικητή.

Κανείς δεν εκδηλώνει αυθόρμητο ενδιαφέρον για τον απόλυτα ηττημένο κι αυτό είναι ένα γεγονός που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Ο ηττημένος υπάρχει όσο βρίσκεται μόνος του και η αλήθεια είναι πως είναι πολύ μόνος του, όχι απλώς κλεισμένος στον εαυτό του. Μένει απαρατήρητος, βουβός, ένας άνθρωπος εν υπνώσει. Αν όμως παρ’ όλ’ αυτά κάνει αισθητή την παρουσία του και δράσει είναι ικανός να τρομοκρατήσει. Και μόνο η ύπαρξή του θυμίζει στους υπόλοιπους πόσο εύκολα θα μπορούσαν να περιπέσουν στην δική του κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση θα τον βοηθούσαν αν έπαιρνε επιτέλους την απόφαση να παραιτηθεί. Όμως αυτός δεν σκέφτεται κάτι τέτοιο ούτε και δείχνει να αρέσκεται στην βοήθεια των άλλων.

Ο ηττημένος αποτελεί αντικείμενο σπουδής και υπαρξιακό μοντέλο για μια σειρά επαγγελματιών. Κοινωνικοί ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εγκληματολόγοι, θεραπευτές και αρκετοί άλλοι που δεν ανήκουν στην τάξη των ηττημένων, θα έχαναν το μεροκάματό τους αν αυτός εξέλιπε. Ακόμα και αν επιδείξουν, όμως, τις καλύτερες προθέσεις προσπαθώντας να τον κατανοήσουν, ο ασθενής παραμένει στα μάτια τους δυσερμήνευτος. Τα ασφαλή, προκαθορισμένα όρια του επαγγέλματος δεν αφήνουν περιθώρια κατανόησης του ψυχικού του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση είναι γνώστες του γεγονότος ότι ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος είναι δυσπρόσιτος και σε τελική ανάλυση απρόβλεπτος. Αποδεικνύονται ανεπαρκείς ακόμα και να αναγνωρίσουν ανάμεσα στους εκατοντάδες που συναντούν στα γραφεία και στα ιατρεία τους εκείνον τον ένα που είναι προετοιμασμένος να φτάσει στα άκρα. Ίσως να ψυχανεμίζονται πως δεν πρόκειται για μια απ’ τις γνωστές περιπτώσεις που θα μπορούσαν να διευθετηθούν μέσω της πεπατημένης. Ο ηττημένος ζυγίζει καλά τις καταστάσεις πριν πράξει. Σιωπά και περιμένει χωρίς να γίνεται αντιληπτός γι’ αυτό και προκαλεί τον φόβο. Ο φόβος αυτός δεν είναι καινοφανής, αλλά σε κάθε περίπτωση πιο δικαιολογημένος παρά ποτέ. Οποιοσδήποτε μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι μπορεί να αντιληφθεί το εύρος της καταστρεπτικής δύναμης που κρύβεται στον απόλυτα ηττημένο, μια δύναμη που δεν μπορεί να κατανικηθεί, όσα μέτρα κι αν λάβουμε.

41tefxhsqhl._sx298_bo1,204,203,200_Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Μέσω της έκρηξης βρίσκει την μοναδική λύση που θα μπορούσε να φανταστεί για το πρόβλημά του: την κλιμάκωση τού κακού που τον βασανίζει. Κάθε εβδομάδα διαβάζουμε γι’ αυτόν στις εφημερίδες. Είναι ο πατέρας που σκότωσε πρώτα την γυναίκα του κι ύστερα τα δυο μικρά παιδιά του πριν αυτοκτονήσει. Ο αποτροπιασμός είναι ασύλληπτος. Στα τοπικά ένθετα των εφημερίδων γίνεται λόγος για «οικογενειακή τραγωδία». Ή μαθαίνουμε για κάποιον που αμπαρώνεται ξάφνου στο διαμέρισμά του παίρνοντας όμηρο τον ενοικιαστή που απαίτησε το ενοίκιο. Όταν πια καταφθάνει η αστυνομία αρχίζει να πυροβολεί ανεξέλεγκτα. Την κατάσταση συνοψίζει η μαλαισιανή λέξη «αμόκ». Πριν πέσει νεκρός ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά προλαβαίνει να σκοτώσει έναν υπάλληλο. Παραμένει όμως ασαφές τι είναι ακριβώς αυτό που πυροδοτεί την έκρηξή του. Κάποια μουρμούρα της συζύγου ίσως, κάποια δυνατή μουσική απ’ το διπλανό διαμέρισμα, ένας καυγάς σε κάποιο εστιατόριο ή η απόρριψη του δανείου από την τράπεζα. Αρκεί μια υποτιμητική παρατήρηση του προϊσταμένου για να τον ανεβάσει σε κάποια ταράτσα με το όπλο στραμμένο σ’ όσους περνούν μπροστά από το σούπερ μάρκετ. Όχι μόνο δεν τον ενοχλεί το γεγονός πως μια τέτοια κίνηση επιταχύνει και το δικό του τέλος, αλλά είναι κάτι που το επιδιώκει. Από πού άραγε να έχει προμηθευτεί το πολυβόλο που κρατάει; Είναι η στιγμή που ο απόλυτα ηττημένος (ένας δεκαπεντάχρονος ίσως που υποφέρει από ακμή) γίνεται κύριος της ζωής των άλλων. «Όλα τελείωσαν με την αυτοκτονία του», θα πει ο εκφωνητής των ειδήσεων. Η ειδική υπηρεσία της αστυνομίας είναι ώρα να πιάσει δουλειά. Βρίσκουν μερικά βίντεο του δράστη, κάποιες ασαφείς σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο. Ούτε οι γονείς, ούτε οι γείτονες, ούτε οι δάσκαλοι είχαν αντιληφθεί το παραμικρό. Σε κάμποσα μαθήματα, βεβαίως, οι βαθμοί δεν ήταν καλοί. Σίγουρα τον χαρακτήριζε μια κάποια εσωστρέφεια, ήταν φειδωλός στα λόγια. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την πράξη του να πυροβολήσει τους συμμαθητές του. Οι εμπειρογνώμονες παραδίδουν τις εκθέσεις τους. Η κοινωνιολογική κριτική καταθέτει τα βαρύγδουπα επιχειρήματά της. Όλοι εγείρουν την απαίτηση μιας επανεξέτασης του αξιακού συστήματος. Η έρευνα για τα αίτια μιας τέτοιας πράξης εγκαταλείπεται. Πολιτικοί εκφράζουν την συμπαράστασή τους. Όλοι τους πιστεύουν πως πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.

Αν δεχτούμε πως όλοι οι δράστες είναι άτομα απομονωμένα, άτομα που δεν έχουν καμία διέξοδο προς την ανθρώπινη κοινότητα, τότε η σκέψη αποδεικνύεται σωστή. Αν όμως παραδεχτούμε πως παρουσιάζονται ολοένα και περισσότερα τέτοια περιστατικά, τότε η πεποίθησή μας αποδεικνύεται λανθασμένη. Το γεγονός μάλιστα πως τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυξάνεται ολοένα ο αριθμός των απόλυτα ηττημένων, ως αποτέλεσμα που οφείλεται στις «επικρατούσες συνθήκες». Με τον όρο αυτό πιθανώς εννοούμε την παγκόσμια αγορά, ένα κανονισμό εξετάσεων ή μια ασφαλιστική εταιρία που δεν εννοεί να πληρώσει τα οφειλόμενα.

Αν όμως θέλουμε να κατανοήσουμε τον απόλυτα ηττημένο θα χρειαστεί να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Παρ’ ότι η πρόοδος δεν εξαφάνισε την ανθρώπινη βάσανο, εν τούτοις την μετάλλαξε σημαντικά. Στη διάρκεια της τελευταίας διακοσαετίας οι πιο προηγμένες κοινωνίες πέτυχαν την θέσπιση νόμων, καλλιέργησαν νέες προσδοκίες και απαιτήσεις έχοντας ξεμπερδέψει με την άποψη πως ο κόσμος ορίζεται από κάποια αναπόδραστη μοίρα. Στην ημερήσια διάταξη μπήκαν θέματα όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προχώρησαν στην εκδημοκράτιση του αγώνα για αναγνώριση και καλλιέργησαν προσδοκίες για ισότητα, που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Την ίδια ώρα φρόντισαν ώστε οι κάτοικοι του πλανήτη να παρακολουθούν 24 ώρες το 24ωρο την υφιστάμενη ανισότητα των κατοίκων του από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απογοήτευση των ανθρώπων αυξανόταν όσο πλήθαιναν αντίστοιχα και τα βήματα προόδου.

«Εκεί όπου τα επιτεύγματα του πολιτισμού έχουν πράγματι δώσει καρπούς εξαλείφοντας τα δεινά, σπάνια παρατηρείται εκδήλωση ενθουσιασμού», παρατηρεί ο φιλόσοφος. «Τα επιτεύγματα εκλαμβάνονται ως δεδομένα ενώ η προσοχή εστιάζεται στα δεινά που συνεχίζουν να υφίστανται. Τότε αρχίζει να ισχύει ο νόμος της κλιμακούμενης έντασης: όσο περισσότερα αρνητικά στοιχεία εξαφανίζονται απ’ αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα τόσο πιο εξοργιστικό καθίσταται ό,τι αρνητικό απομένει, ακριβώς επειδή είναι πια είδος εν ανεπαρκεία».

Ο Όντο Μάρκβαρντ είναι εξαιρετικά ήπιος στους χαρακτηρισμούς του. Στην περίπτωση του ηττημένου ανθρώπου δεν έχουμε να κάνουμε με οργή αλλά με φονικό πάθος. Αυτό που γυρίζει μανιωδώς στο μυαλό του είναι η σχέση του προς τους άλλους, μια σχέση που μπορεί ανά πάσα στιγμή να κριθεί εις βάρος του. Η απεριόριστη ανάγκη του για αναγνώριση οδηγεί αναπόφευκτα στο χαμήλωμα του πήχυ. Όσα επιχειρεί γίνονται ολοένα και σκληρότερα. Η ευαισθησία του ηττημένου αυξάνεται με κάθε βελτίωση που παρατηρεί στους άλλους. Όσοι βρίσκονται σε δεινότερη θέση απ’ αυτόν δεν αποτελούν ποτέ μέτρο σύγκρισης. Στα μάτια του κανείς άλλος δεν πάσχει, δεν ταπεινώνεται και δεν εξευτελίζεται, παρά μόνο ο ίδιος, ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος.

Όσο σκέφτεται την κατάστασή του τόσο την επιδεινώνει, αφού έχει πεισθεί πως επ’ ουδενί ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτήν. Αδιανόητη σκέψη που καθιστά επιτακτική την αναζήτηση των υπαίτιων για την κατάντια του.

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι παντοδύναμοι, ανώνυμοι εχθροί; Η απάντηση ενός τόσο βασανιστικού ερωτήματος ξεπερνά τον μοναχικό εσωστρεφή. Κι όταν όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες αποτυγχάνουν να τον κατευθύνουν στα πλαίσια της κοινωνίας εκείνος αναζητά τον υπεύθυνο στο κοντινό του περιβάλλον στοχοποιώντας τον άδικο προϊστάμενο, την πεισματάρα σύζυγο, τον κακό γείτονα, τον δολοπλόκο συνάδελφο, τον ξεροκέφαλο υπάλληλο, τον γιατρό που του αρνείται το πιστοποιητικό.

Σε ποιές άλλες μηχανορραφίες θα μπορούσε, όμως, να επιδίδεται ο αόρατος αυτός, ανώνυμος εχθρός; Για να δώσει απάντηση σ’ ένα τέτοιο ερώτημα ο ηττημένος δεν χρειάζεται να βασιστεί σε προσωπικές εμπειρίες. Μπορεί απλώς και μόνο να στηριχτεί σ’ ό,τι έχει ακούσει. Λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να εφεύρουν μόνοι τους ανεμόμυλους που χρειάζονται για το κυνήγι. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές ο ηττημένος στηρίζεται στο έτοιμο υλικό που του παρέχει η κοινωνία. Δεν είναι, άλλωστε, δύσκολο να εντοπισθούν οι απειλητικές δυνάμεις που τον έχουν στοχοποιήσει. Πρόκειται συνήθως για αλλοδαπούς, μυστικές υπηρεσίες, κομμουνιστές, Αμερικανούς, μεγάλους οργανισμούς, πολιτικούς, άπιστους. Από τη λίστα δεν λείπουν ποτέ οι Εβραίοι.

Μια τέτοια φαντασίωση μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά τον ηττημένο, όμως δεν μπορεί να τον καθησυχάσει πραγματικά. Δεν είναι εύκολο να αμύνεται συνεχώς ορθώνοντας απέναντί του έναν κόσμο εχθρικό, ενόσω τον καταδιώκει συνεχώς η υποψία πως η απάντηση στο πρόβλημά του είναι απλούστερη, πως δηλαδή για την κατάστασή του φταίει αποκλειστικά ο ίδιος, πως την αναγνώριση που αποζητά δεν την αξίζει στ’ αλήθεια ούτε κατ’ ελάχιστο και πως η ζωή του στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτή την διαδικασία «ταύτιση με τον επιτιθέμενο». Ποιος όμως είναι σε θέση να καταλάβει έναν τέτοιο όρο; Για τον ηττημένο δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αν η δική του ζωή δεν έχει καμιά αξία πως θα μπορούσαν να τον απασχολούν οι ζωές των άλλων;

«Φέρω ακέραια την ευθύνη». «Φταίνε οι άλλοι». Οι δυο αυτές ομολογίες δεν αλληλοαποκλείονται. Απεναντίας η μια δυναμώνει την άλλη κατά το μοντέλο του circulus vitiosus. Ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποδράσει απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Κι απ’ αυτόν ακριβώς τον κύκλο είναι που αντλεί την αδιανόητη δύναμή του.

Μόνη διέξοδο από το δίλημμα αποτελεί ο συνδυασμός καταστροφής και αυτοκαταστροφής, η επίδειξη επιθετικότητας προς άλλους και προς τον εαυτό του. Από τη μια, την στιγμή της ανατίναξης, ο ηττημένος εμφορείται από ένα συναίσθημα μοναδικής κυριαρχίας. Η πράξη τού δίνει τη δυνατότητα να θριαμβεύσει επί των συνανθρώπων του καταστρέφοντάς τους. Από την άλλη, όμως, εμπεριέχεται στο συναίσθημα και η υποψία πως η ύπαρξη του είναι ανάξια αφού συνυπολογίζεται πως η πράξη σημαίνει ουσιαστικά και το προσωπικό του τέλος.

Ένα επιπλέον στοιχείο που αυξάνει το αίσθημα κυριαρχίας είναι το γεγονός ότι ο κόσμος που τον αγνοούσε παντελώς αρχίζει να στρέφει το βλέμμα πάνω του την στιγμή ακριβώς που εκείνος παίρνει το όπλο. Τα ΜΜΕ φροντίζουν να του χαρίσουν –έστω και για 24 ώρες– τεράστια δημοτικότητα. Η τηλεόραση προπαγανδίζει τις πράξεις του ενθαρρύνοντας έτσι πιθανούς μιμητές. Όπως δείχνουν τα στοιχεία από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κάτι τέτοιο συνιστά μεγάλο πειρασμό για τους ανήλικους.

Για το κοινό αίσθημα, το common sense, η λογική του απόλυτα ηττημένου είναι αδιανόητη. Ο ηττημένος επικαλείται την ορμή τής αυτοσυντήρησης ως κάτι αυτονόητο, αναμφισβήτητο και φυσικό. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια αίολη θέση χωρίς ιστορικό βάθος. Για αυτοσυντήρηση, βεβαίως, κάνουν λόγο, οι Έλληνες, ο Χομπς και ο Σπινόζα, χωρίς, όμως, επ’ ουδενί να την αντιμετωπίζουν ως καθαρά φυσική ορμή. Λίγο ως πολύ ισχύει αυτό που υποστηρίζει ο Καντ: «Το πρώτο χρέος του ανθρώπου προς τον εαυτό του», γράφει ο φιλόσοφος, «στην ζωϊκή του διάσταση είναι η αυτοσυντήρηση στην ζωϊκή του φύση». Μόλις τον 19ο αιώνα έπαψε η αυτοσυντήρηση να θεωρείται χρέος αλλά αναμφισβήτητο φυσικό γεγονός. Σύμφωνα με τον Νίτσε, οι φυσιολόγοι θα έπρεπε να μην «ορίσουν ως πρωταρχική ορμή ενός οργανικού όντος αυτήν τής αυτοσυντήρησης». Όμως η αντίρρηση που εξέφρασε ο φιλόσοφος δεν βρήκε ευήκοα ώτα σ’ εκείνους που ήταν υπέρ της επιβίωσης.

Πέρα από την ιστορία των ορισμών είναι προφανές πως η ανθρωπότητα ποτέ δεν θεώρησε την ζωή ως το υψηλότερο αγαθό. Αντιθέτως, όλες οι πρώιμες θρησκείες επαινούσαν την ανθρώπινη θυσία. Οι μάρτυρες βρέθηκαν γρήγορα σε περίοπτη θέση. (Κατά το μοιραίο αξίωμα του Μπλεζ Πασκάλ θα έπρεπε κανείς να πιστεύει «μόνο εκείνους τους μάρτυρες, που είναι αποφασισμένοι να θυσιαστούν»). Στους περισσότερους πολιτισμούς οι ήρωες απολάμβαναν τιμή και δόξα ακριβώς επειδή αψηφούσαν τον θάνατο. Ώσπου να μάθουν για το μακελειό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου οι μαθητές του γυμνασίου ήταν υποχρεωμένοι να αποστηθίσουν τον γνωστό στίχο του Οράτιου για την απόλαυση και την τιμή να πεθαίνεις για την πατρίδα. Άλλοι πίστευαν πως η περιπέτεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού είναι σημαντικότερη απ’ την ίδια τη ζωή. Στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου υπήρξαν άνθρωποι που φώναζαν το σύνθημα: «Καλύτερα βαθιά μέσα στα έγκατα της γης, παρά να γίνω κι εγώ κομμουνιστής». Και τι να πει κανείς, βεβαίως, όταν σε πολιτισμένες κοινωνίες υπάρχουν άνθρωποι που ισορροπούν σε τεντωμένα σχοινιά, αθλητές των extreme sports, οδηγοί φόρμουλας, εξερευνητές του βόρειου πόλου και άλλοι υποψήφιοι αυτόχειρες;

downloadΕίναι προφανές πως η ορμή της αυτοσυντήρησης είναι σχετικά καινοφανής. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η αξιοπρόσεκτη έλξη που ασκεί η αυτοκτονία στον άνθρωπο ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής. Κανένα ταμπού και καμία απειλή δεν μπόρεσαν να τον αποτρέψουν απ’ το ν’ αφαιρεί την ζωή του. Ωστόσο δεν υφίσταται τρόπος ποσοτικής μέτρησης της συγκεκριμένης τάσης. Κάθε προσπάθεια να αποτυπωθεί στατιστικά αποτυγχάνει λόγω της τεράστιας διαφοράς μεταξύ των καταγεγραμμένων και των πραγματικών περιστατικών.

Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα θεωρητικά με το να αναπτύξει –επί ασταθούς εμπειρικής βάσεως– το σχέδιο της ορμής προς θάνατον. Η υπόθεση που κάνει ο Φρόυντ εδράζεται καταφανώς στην παμπάλαιη αντίληψη περί της ύπαρξης καταστάσεων στις οποίες ο άνθρωπος προτιμά να έχει ένα τρομερό τέλος από έναν –πραγματικό ή φανταστικό– τρόμο χωρίς τέλος.

(Στις 05/02, το δεύτερο από τα τρία μέρη)

Το μίσος για τον ξένο ως φιλοσοφία

mavres diathikes

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στο νέο του ωραίο βιβλίο με τίτλο Μαύρες διαθήκες (Κίχλη 2018), ο Νικήτας Σινιόσογλου συνεχίζει, από πολλές απόψεις, αυτό που ξεκίνησε με το προηγούμενο βιβλίο του, τον Αλλόκοτο ελληνισμό (Κίχλη 2016). Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο το βιβλίο είναι δοκιμιακό. Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο μελετά τα όρια της γραφής και των ιδεών. Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο είναι αξιοθαύμαστο για τον πλούτο της γνώσης και την ομορφιά της γλωσσικής έκφρασης. Αντίθετα όμως με τον Αλλόκοτο ελληνισμό, οι Μαύρες διαθήκες δεν ασχολούνται με τη σκέψη ανθρώπων παράταιρων κι αποδιωγμένων. Ή, τέλος πάντων, οι ήρωες του παρόντος βιβλίου δεν ήταν πάντα έξω απ’ τη δημόσια ζωή, κυνηγημένοι απ’ την ακαδημαϊκή κοινότητα κι αποκλεισμένοι απ’ τον εκδοτικό χώρο. Για μια μεγάλη περίοδο της ζωής τους υπήρξαν διαμορφωτές του κοινού αισθήματος και του πνεύματος της εποχής. Κι αυτή η διαμορφωτική επιρροή δεν αξιοποιήθηκε προς μια κατεύθυνση θετική και ευεργετική. Το ακριβώς αντίθετο. Οι δύο ήρωες των Μαύρων διαθηκών υποστήριξαν σκόπιμα κι αποφασιστικά τον πόλεμο, το σκοτεινό πάθος, την εξόντωση των εχθρών τους. Ηγήθηκαν της ευρωπαϊκής διανόησης στην πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας της. Και δε μετάνιωσαν ποτέ.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ κι ο Καρλ Σμιτ, γιατί αυτοί είναι οι δύο διαβόητοι στοχαστές στους οποίους αφιερώνει ο Σινιόσογλου τις Μαύρες διαθήκες, βρέθηκαν στο περιθώριο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του ναζισμού. Θα ’λεγε κανείς πως ίσως στάθηκαν και τυχεροί. Οι διώκτες τους δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετήσουν κάποια νομική κατηγορία εναντίον τους, και το μόνο που κατάφεραν ήταν να τους αποκλείσουν εφ’ όρου ζωής απ’ το πανεπιστήμιο, να τους στερήσουν δηλαδή το δικαίωμα να διδάσκουν και να διακηρύσσουν δημόσια τις ιδέες τους. Γιατί, σε αντίθεση μ’ εκείνους, οι διώκτες τους ήταν φιλελεύθεροι, και δεν εκμεταλλεύτηκαν τη νίκη τους και την υπέρτερη θέση στην οποία τους έφερε η ιστορία, για να εκδικηθούν τους δύο ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Είναι βέβαιο πως αν τα πράγματα είχαν εξελιχτεί διαφορετικά, αν οι Σμιτ και Χάιντεγκερ είχαν τη δυνατότητα να εξοντώσουν κάποιους φιλελεύθερους στοχαστές, θα το είχαν κάνει, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κατ’ αυτούς, έτσι λειτουργεί ο κόσμος: με κριτήριο τους φίλους και τους εχθρούς.

carl_schmittΠιο θανάσιμο όμως απ’ το μίσος τους προς τον φιλελευθερισμό είναι το μίσος που έτρεφαν οι δύο διανοητές προς την ξενότητα και την περιπλάνηση. Όπως εξηγεί ο Σινιόσογλου, ο Σμιτ κι ο Χάιντεγκερ δεν ήταν αντισημίτες με τη στενή, φυλετική έννοια του όρου, όπως ήταν οι Ναζί. Αυτό που περισσότερο τους εξαγρίωνε ήταν ο εξεβραϊσμός της σκέψης, των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, του νομικού πολιτισμού. Γι’ αυτούς η εβραϊκότητα ήταν ένα μικρόβιο, που προσέβαλε τον οργανισμό της Ευρώπης στην αυγή των Νέων Χρόνων, και το οποίο έπρεπε να εξοντωθεί πάση θυσία και όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να σωθεί ο μεγάλος ασθενής. Για τον Σμιτ και τον Χάιντεγκερ, οι Εβραίοι, ο φιλελευθερισμός, η περιπλάνηση και η Νεωτερικότητα είναι μέρη του ίδιου προβλήματος. Οι Εβραίοι, και οι πλάνητες γενικά, στερούνται τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα: τη σύνδεση μ’ έναν σταθερό τόπο.

Ο Χάιντεγκερ ανάγει σε γνώμονα κάθε υπαρξιακής στάσης τον τόπο όπου κανείς γεννιέται και ορίζεται (Bodenständigkeit), καταλήγοντας στη θεωρία περί «αίματος και εδάφους» (Blut und Boden). […] ένας Σλάβος δεν μπορεί να συνδεθεί με τη Γερμανία όπως το κάνει ένας Γερμανός, κι ένας ανέστιος Γερμανοεβραίος δεν θα σχετιστεί ποτέ με τη γερμανική γη με τον τρόπο, για παράδειγμα, που τη νιώθει ο Χέλντερλιν στο ποίημα «Germanien». Άλλωστε, ένα χαρακτηριστικό του νομάδα, σημειώνει ο Χάιντεγκερ με νόημα, είναι πως όχι μόνον περιπλανιέται από έρημο σε έρημο, αλλά και πως, κι όταν ακόμη βρίσκει έδαφος εύφορο, πάλι το εγκαταλείπει αργά ή γρήγορα. Οι νομάδες είναι καθ’ έξιν και καταγωγικά ανέστιοι. Όπως οι πλάνητες, παρασιτούν στον ξενιστή και τον απομυζούν.[1]

Αυτή η νομαδικότητα κι η ανεστιότητα των Εβραίων οδηγεί στην υπονόμευση της ισχύος του νόμου. Χωρίς σταθερή κατοίκηση, ακόμα και ο νόμος γίνεται ρευστός.

Ο Εβραίος συνιστά απειλή, επειδή είναι ανέστιος και πλάνης, ο τύπος του ανθρώπου που εμφιλοχωρεί στις παραδόσεις των λαών και αφομοιώνεται χωρίς ποτέ να εντάσσεται πλήρως πουθενά. Στην ιδέα αυτή θεμελιώνεται ο αντισημιτισμός του Χάιντεγκερ και του Σμιτ.

Οι Εβραίοι δεν διαθέτουν γη ή κράτος, μόνον νόμο, λέει ο Σμιτ. Είναι οι μόνοι που μιλούν για δίκαιο εκτός τόπου (Ortung) και παραδομένης τάξης (Ordnung). […] ο νόμος κατήντησε γραπτή νομοθεσία, απρόσωπος και ανίσχυρος […] Ο νόμος δεν είναι πια βασιλιάς, αλλά έπεα πτερόεντα.[2]

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ λοιπόν, δύο απ’ τους μεγαλύτερους στοχαστές του τρομερού αιώνα που μόλις αφήσαμε πίσω μας, θεμελίωσαν φιλοσοφικά τον σκληρό εθνικισμό. Ο εθνικισμός, μια νεωτερική ιδεολογία που γινόταν όλο και σκληρότερη κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, βρήκε στα πρόσωπά τους δύο διαπρύσιους κήρυκες. Και η φιλοσοφική μέριμνα για τον ξένο, την ξενιτεία και τη φιλοξενία βρήκε δύο δολοφονικούς εχθρούς. Ο Χάιντεγκερ και ο Σμιτ ύμνησαν τη γη και το αίμα, και καταδίκασαν τον ξεριζωμένο, εκείνον τον άνθρωπο που η ύπαρξή του δεν ορίζεται από έναν τόπο.

martin-heidegger-2

Το πρόβλημα του ξένου ανάγεται στις απαρχές της ιουδαιοχριστιανικής σκέψης. Είναι το πρόβλημα της ξενότητας, της άρριζης ανθρωπότητας. Είναι το σκάνδαλο του ανθρώπου που δεν έχει γεννηθεί εδώ, δε ζει στη γη των προγόνων του και δεν είναι «δικός μας».

Όπως δείχνει ο Ρίτσαρντ Σέννετ στο εξαίρετο δοκίμιό του «Ο ξένος»[3], το πρόβλημα του ξένου εντάθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Απ’ τα μέσα περίπου του αιώνα, συγκεκριμένα απ’ την Επανάσταση του 1848 και μετά, ο εθνικισμός παίρνει μια νέα μορφή, την οποία ο σπουδαίος Αμερικανός κοινωνιολόγος χαρακτηρίζει ανθρωπολογική. Σε αντίθεση με τον παλιότερο, πολιτικό εθνικισμό, ο νέος εθνικισμός είναι βαθύτερος και πιο άκαμπτος. Ο νέος εθνικισμός είναι μια νέα εκδοχή συλλογικής ταυτότητας. Το έθνος γίνεται τώρα έθος: το έθιμο κυριαρχεί, γίνεται ιερό, και είναι σχεδόν έγκλημα πλέον να θίγει κανείς την ιερότητά του. Οι πολιτικές και διπλωματικές αποφάσεις αποκτούν τώρα δευτερεύουσα σημασία, επιτελούν υπηρετική λειτουργία σε σχέση με τη βασική, ανθρωπολογική διάσταση του έθνους.

sennett-xenos-mietΣε αντίθεση με τους παλιότερους θεωρητικούς του έθνους –οι οποίοι υποστήριζαν τα συνταγματικά καθεστώτα, τη δημοκρατία και παρόμοια πολιτικά ιδεώδη, απηχώντας την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση–, οι νέοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα στην οποία η ανθρωπολογία θριάμβευε επί της πολιτικής. Οι επαναστάτες εθνικιστές του 1848 απέρριπταν την ιδέα του έθνους ως πολιτικού κώδικα. Γι’ αυτούς το έθνος πραγματώνεται μέσω των ηθών και των εθίμων του λαού: μέσω των φαγητών που τρώνε, μέσω των χορών που χορεύουν, μέσω των διαλέκτων που μιλούν, μέσω των προσευχών με τις οποίες απευθύνονται στο θείο. Ο νόμος και η πολιτική εξουσία δεν μπορούν να επιβάλουν την ευχαρίστηση που προσφέρουν τα φαγητά και δεν μπορούν να υπαγορεύουν την πίστη στους αγίους. Η πολιτική, δηλαδή, δεν μπορεί να δημιουργήσει την κουλτούρα. Αντίθετα, η κουλτούρα προϋπάρχει· είναι το έθος του λαού. Έτσι λοιπόν, στα μέσα του 19ου αιώνα, εμφανίζεται και εξαπλώνεται αυτός ο νέος εθνικισμός, που καθιέρωσε έναν νέο θεμελιώδη κανόνα για τη συλλογική ταυτότητα.[4]

Αυτή η μετάβαση απ’ τον πολιτικό στον ανθρωπολογικό εθνικισμό δε θα μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη την αντίληψη για τον ξένο. Τώρα ο ξένος είναι εκείνος που δεν ανήκει στο έθνος και δεν μπορεί να ενσωματωθεί σ’ αυτό, αφού έχει γεννηθεί αλλού κι έχει ανατραφεί με άλλα ήθη. Ο ξένος είναι κυριολεκτικά ξεριζωμένος: έχει φύγει απ’ τον τόπο όπου ήταν ριζωμένος κι έχει έρθει σ’ έναν τόπο στον οποίο είναι αδύνατο να ριζώσει. Έτσι, ο νέος ξένος γίνεται αντικείμενο εχθρότητας –ως επικίνδυνος για την καθαρότητα του έθνους– ή και αντικείμενο οίκτου – ως μια ακρωτηριασμένη ύπαρξη.

Σε αντίθεση μ’ αυτόν τον νέο, ανθρωπολογικό εθνικισμό, γράφει ο Σέννετ, τόσο η αρχαιοελληνική όσο και η ιουδαιοχριστιανική παράδοση έδιναν θετική αξία στον ξεριζωμό και στην περιπλάνηση. Ειδικά στη Βίβλο, ο εκτοπισμός κατέχει κεντρική θέση. Ήδη στην ιστορία του Αβραάμ, ο βιβλικός Θεός καλεί τους πιστούς να εγκαταλείψουν τη γη τους και να φύγουν μακριά, στον τόπο που θα τους υποδείξει. Στον Αβραάμ δίνεται η εντολή να φύγει απ’ τον τόπο που γεννήθηκε και να μεταναστεύσει μόνιμα στη Χαναάν, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ την πατρίδα του. Κι εκείνος υπακούει και φεύγει, και γίνεται πρόσφυγας και μέτοικος. Οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης θεωρούσαν τους εαυτούς τους ξεριζωμένους πλάνητες. Παρόμοια κι οι πρώτοι χριστιανοί βίωναν έντονα την περιπλάνηση και τη μετανάστευση ως επακόλουθα της πίστης. Η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία λοιπόν συνδέεται, ήδη απ’ τις καταβολές της, με εμπειρίες εκτοπισμού. Η θρησκευτική μας κουλτούρα είναι μια θρησκευτική κουλτούρα εξορίας και περιπλάνησης.

Αλλά και στον αρχαιοελληνικό κόσμο ο ξεριζωμός μπορεί να είναι μια πράξη με αξία θετική. Ο Σέννετ χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ιστορία του Οιδίποδα. Και κάνει –αξίζει να επισημανθεί– μια ιδιαίτερη και πολύ όμορφη ερμηνεία του οιδιπόδειου μύθου. Μας υπενθυμίζει ότι ο Οιδίποδας έχει δύο τραύματα. Το πρώτο είναι τα πρησμένα πόδια του, ένα ανατομικό πρόβλημα απ’ το οποίο υποφέρει εκ γενετής. Μέσω αυτής της αναπηρίας η καταγωγή και η ταυτότητά του εγγράφονται πάνω στο σώμα του. Δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ τα σημάδια που δείχνουν την εθνικότητά του, τον τόπο και την κοινότητα μέσα στα οποία γεννήθηκε. Το ίδιο το όνομα Οιδίπους σημαίνει «αυτός που έχει πρησμένα πόδια». Παρότι ο βασιλιάς περιπλανήθηκε και έχασε την επαφή με τις καταβολές του, όταν έρχεται η στιγμή που τα άλλα πρόσωπα στο μύθο πρέπει να μάθουν την αληθινή ταυτότητά του, είναι σε θέση ν’ ανακαλύψουν αυτή την αλήθεια κοιτάζοντας το σώμα του. Αυτό το πρώτο τραύμα του Οιδίποδα γίνεται σημείο αναφοράς στη δυτική κουλτούρα για τα ανεξάλειπτα σημάδια τα οποία επρόκειτο να διακρίνει ο 19ος αιώνας στο συλλογικό σώμα του έθνους. Η καταγωγή γίνεται πεπρωμένο.[5]

Το δεύτερο τραύμα του Οιδίποδα δεν είναι μια γενετική ανωμαλία. Είναι μια πληγή επίκτητη, την οποία μάλιστα προξένησε ο ίδιος στον εαυτό του. Όταν έμαθε τα ανομήματα που διέπραξε άθελά του, την πατροκτονία και την αιμομιξία, έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του. Με αυτό το δεύτερο τραύμα αποκόπτεται απ’ την κοινότητα στην οποία ανήκει και φεύγει μακριά, γίνεται πλάνης και ανέστιος. Στα τραύματα που του προκάλεσαν κάποτε άλλοι θα απαντήσει βγάζοντας ο ίδιος τα μάτια του. Το δεύτερο τραύμα εξισορροπεί το πρώτο: το πρώτο τραύμα σηματοδοτεί τις καταβολές του Οιδίποδα, το δεύτερο σηματοδοτεί τη μετέπειτα ιστορία του. Έχοντας τραυματιστεί δυο φορές, έχει γίνει ένας άνθρωπος που η ζωή του μπορεί κυριολεκτικά να διαβαστεί πάνω στο σώμα του, και στην κατάσταση αυτή φεύγει ξανά για να περιπλανηθεί στον κόσμο. Στο σώμα του λοιπόν ο Οιδίποδας φέρει δύο διαφορετικά τραύματα, ένα τραύμα καταγωγής, που δεν μπορεί να συγκαλυφθεί, και το τραύμα του πλάνητα, που δε φαίνεται να γιατρεύεται. Αυτό το δεύτερο, αγιάτρευτο τραύμα είναι το ίδιο σημαίνον για τον δυτικό πολιτισμό με το τραύμα καταγωγής, το οποίο δείχνει την αξία που αποδίδεται στο να ανήκει κανείς σε κάποιον συγκεκριμένο τόπο. Ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ εισάγει μια ηθική διάσταση στην ίδια την πράξη της μετανάστευσης, απεικονίζοντας τον Οιδίποδα ως μια μορφή που το ξερίζωμά της την έχει εξευγενίσει. Το έργο παρουσιάζει τον Οιδίποδα, τον μέτοικο, τον ξένο, σαν μια φιγούρα τραγικού μεγαλείου μάλλον παρά σαν έναν παρείσακτο κατώτερης θέσης σε σχέση με τον πολίτη.[6]

Αυτό το δεύτερο τραύμα, που είναι το σημάδι του ξένου, είναι ένα ηθικό στίγμα λοιπόν ακριβώς επειδή είναι αγιάτρευτο. Τόσο στην ελληνορωμαϊκή όσο και στην ιουδαιοχριστιανική σκέψη, όποιος αποδεσμεύεται από τη συγκυρία, όποιος ζει σαν ξεριζωμένος, μπορεί να γίνει κανονικό ανθρώπινο ον. Περιπλανώμενος στον κόσμο, μεταμορφώνεται ο ίδιος. Απελευθερώνεται από την τυφλή συμμετοχή, και η αναζήτησή του γίνεται πιο βαθιά. Τα δύο τραύματα στο σώμα του βασιλιά Οιδίποδα αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη σύγκρουση στον πολιτισμό μας ανάμεσα στις αξιώσεις αλήθειας του τόπου και των καταβολών, από τη μια, και τις αλήθειες που ανακαλύπτει κανείς όταν γίνεται ξένος, από την άλλη.[7]

richard sennettΑυτό είναι το πλαίσιο, καταλήγει ο Σέννετ, στο οποίο πρέπει να εντάξουμε τα πάθη του νεωτερικού εθνικισμού, με την έμφαση που δίνει στο να μοιράζονται άνθρωποι όμοιοι μεταξύ τους την αξιοπρέπεια της καθημερινής ζωής, την αξία της ταυτότητας. Τα πάθη αυτά συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους όμως μέχρι τους αρχαίους τραγικούς και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανούς πατέρες υπήρχε ένα ενάντιο πάθος για εμπειρίες αυτομεταμόρφωσης εις βάρος της κοινότητας, ένα πάθος για εκτοπισμό.[8]

Αντίθετα μ’ όσα πρεσβεύουν ο Χάιντεγκερ κι ο Σμιτ, η απέχθεια προς τον ξένο και η λατρεία του εδάφους δεν είναι η αρχέγονη κανονικότητα την οποία η Νεωτερικότητα ήρθε να εκθρονίσει. Αντίθετα, υπήρξαν ισχυρές αρχαίες παραδόσεις που όχι μόνο απέτιαν σεβασμό στον ξεριζωμένο, αλλά τον θεωρούσαν ένα πληρέστερο ον, καθώς έφερε εν εαυτώ ταυτόχρονα το στίγμα της καταγωγής και το μεγαλείο της περιπλάνησης. Για τους αρχαίους Έλληνες, για τους Εβραίους και τους χριστιανούς, ο ανέστιος και πλάνης έχει αποκτήσει μια γνώση που δεν μπορεί να αποκτήσει ο αυτόχθων· είναι φορέας μιας βαθύτερης και ουσιαστικότερης αλήθειας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής, Κίχλη, Αθήνα 2018, σελ. 195.

[2] Ό.π., σελ. 201.

[3] Στο Ρίτσαρντ Σέννετ, Ο ξένος. Δύο δοκίμια για την εξορία, μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2015, σελ. 73-143.

[4] Ό.π., σελ. 90.

[5] Ό.π., σελ. 106-107.

[6] Ό.π., σελ. 108-110

[7] Ό.π., σελ. 113.

[8] Ό.π., σελ. 114.