ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Νίκος Ξανθόπουλος (14 Μαρτίου 1934 – 22 Ιανουαρίου 2023)

*
ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Νίκο Ξανθόπουλε, κοντεύεις τα ενενήντα
και ΤΟ ΠΑΙΔΙ είσαι ΤΟΥ ΛΑΟΥ μέχρι τα τώρα.
Εξήντα χρόνια κι αν απέχει το εξήντα,
ίδιος λαός κι ακόμα ίδια αυτή η χώρα.

Κι αν όλα «αλλάζουνε το δέρμα σαν το φίδι»₁
– όπως το γράφει ο ποιητής – ίδιο φαρμάκι
πίνει ο λαός, κι ίδια στημένο το παιχνίδι
από την Γαύδο ώς το Ιόνιο κι ώς την Θράκη.

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΥ ξαναρχίζει:
απ’ την Μικρά Ασία πάλι στην Ελλάδα.
Το κύμα δάκρυ αρμυρό, που αίμα αφρίζει,
σαν σε ταινία που ξανάδες και ξανάδα.

Ο ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ κάθε χαμάλης
που κουβαλά μία ζωή όλο το δίκιο
κι όλο το άδικο του κόσμου υπό μάλης
αλλά με μάτια καθαρά και λόγο αντρίκιο.

ΑΠΟΚΛΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, όποιος έχει
ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ καταντήσει.
Κι εγώ ΑΓΑΠΗΣΑ ΚΑΙ ΠΟΝΕΣΑ, μα αντέχει
αυτός που ξέρει τον καημό του να γλεντήσει.

Λίγα ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, όποιος προφτάσει.
Όμως Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΟΝΟ,
μπορεί με μια καλή κουβέντα να χορτάσει
και να ντυθεί με μια ζεστή ματιά σου μόνο.

Φταίει Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ή φταίει η τόση
απανθρωπιά, που «των τεράτων παίρνει όψη»;₂
Ποιος ΑΕΤΟΣ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΩΝ θα σηκώσει
κεφάλι, δίχως ο αφέντης να το κόψει;

Νίκο Ξανθόπουλε, μας έφαγε η κουλτούρα,
τα ειδικά effe, τα τέλειας λήψης πλάνα,
η foul και high-definition σαβούρα,
και λησμονήσαμε εντελώς την λέξη «μάνα»

και «φίλος», φίλος γκαρδιακός, «λόγο» και «μπέσα» –
γίναν ασπρόμαυρα σαν φιλμ μελό, φθαρμένο.
Την κοινωνία μου γαμώ, να χέσω μέσα
στο νέο που ’ν’ απ’ το παλιό πιο παλιωμένο.

Νίκο Ξανθόπουλε, μεγάλωσα μ’ εσένα,
με τις ταινίες, τα τραγούδια σου τα ωραία.
Όλα φτωχά και ταπεινά, μα στο καθένα
υπάρχει η αγάπη, που τα κάνει όλα σπουδαία!

Νίκο Ξανθόπουλε, την ποίηση απαρνιέμαι
στον χρόνο πίσω εάν δέχεσαι να πάμε.
Γίνε πατέρας μου, αφού ορφανός λογιέμαι,
κι εγώ φτωχόπαιδο, όπως ήμουν, θέλω να ’μαι

και να δουλεύω γκαρσονάκι εκεί στο πλάι
του παλαιοβιβλιοπωλείου της ταινίας,
γιατί εδώ που ζω – ο Θεός να με φυλάει! –
είμ’ ο Ξανθόπουλος μιας ξένης κοινωνίας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
Από το βιβλίο Μαύρη Βίβλος της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, 2021

___________
₁ Μιχάλης Γκανάς
₂ Οδυσσέας Ελύτης

*

Αιμίλιος Ζαχαρέας (13 Απριλίου 1937 – 21 Ιανουαρίου 2023)

*

Στον Αρμα­γεδ­δώ­να των κομ­μα­τι­κών διε­νέ­ξε­ων, πέρα από κάθε ηθι­κή αξιο­λό­γη­ση, πα­ρα­τη­ρού­με με­λαγ­χο­λι­κά πως η αν­θρώ­πι­νη δρά­ση δεν πυρ­πο­λεί­ται πλέ­ον από τη φω­τιά της σύ­γκρου­σης ανά­με­σα στην πα­ρά­δο­ση και στην επα­νά­στα­ση. Εξα­ντλεί­ται στην προ­ο­πτι­κή του εδώ και τώρα.

Τα προ­βλή­μα­τα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας του απελ­πι­σμέ­νου Έλλη­να πο­λί­τη προ­βάλ­λο­νται ως το «όρα­μα» των κομ­μά­των της εξου­σί­ας. Η ιστο­ρία και η προ­ο­πτι­κή του μέλ­λο­ντος δεν απο­τε­λούν πλέ­ον τον ορί­ζο­ντα της αν­θρώ­πι­νης δρά­σης, αλλά εί­ναι η στιγ­μή του πα­ρό­ντος εντός του οποί­ου εξα­ντλεί­ται στην από­λαυ­ση του πα­ρό­ντος, και εδώ βρί­σκε­ται το αδιέ­ξο­δο. Απαι­τούν οι πά­ντες την πλη­ρέ­στε­ρη πραγ­μά­τω­ση των επι­διώ­ξε­ων και συμ­φε­ρό­ντων τους, αλλά τη θέ­λουν τώρα. Προ­ω­θούν την επί­λυ­ση των οι­κο­νο­μι­κών και κοι­νω­νι­κών προ­βλη­μά­των, όχι σε κά­ποια μελ­λο­ντι­κή ημε­ρο­μη­νία, αλλά σή­με­ρα. Το πολύ αύ­ριο.

Σε μια τέ­τοια κα­τά­στα­ση η αν­θρώ­πι­νη ευ­φυ­ΐα στέ­κε­ται ανί­κα­νη να πα­ρά­γει συμ­βο­λι­κές εμπει­ρί­ες ικα­νές να δη­μιουρ­γή­σουν συ­ναι­νέ­σεις. Αντι­θέ­τως, οδη­γεί­ται σε μια κοι­νω­νι­κή στά­ση που κλυ­δω­νί­ζε­ται στο πα­ρόν, στο εφή­με­ρο, με την απλη­στία να κα­τα­να­λώ­νει τα πά­ντα εδώ και τώρα. Ο μη­δε­νι­σμός στο από­γειό του.

Αυτό εί­ναι το κλί­μα μέσα στο οποίο κα­λεί­ται να το­πο­θε­τη­θεί ο αρι­στε­ρός-(ή) σή­με­ρα. Δεν εί­ναι ίσως πολύ δύ­σκο­λο να δια­πι­στώ­σει πως η αρι­στε­ρά απο­τε­λεί το φω­τι­σμέ­νο κα­ντη­λά­κι στο σκο­τά­δι που μας τρι­γυ­ρί­ζει. Να κρα­τη­θεί αναμ­μέ­νη η φλό­γα αυτή, έστω και αν πολ­λές φο­ρές τρε­μο­σβή­νει από λάθη μας, για­τί απο­τε­λεί­ται από αν­θρώ­πους που ενώ προ­σφέ­ρουν ό,τι μπο­ρούν για τη βελ­τί­ω­ση του πα­ρό­ντος, εξα­κο­λου­θούν να στο­χά­ζο­νται πως ο άν­θρω­πος μπο­ρεί, ίσως, να προ­γραμ­μα­τί­σει την ιστο­ρία του.

Η προ­σπά­θεια αυτή εί­ναι συν­δε­δε­μέ­νη απο­λύ­τως με τους αν­θρώ­πους εκεί­νους οι οποί­οι επι­χεί­ρη­σαν στην πρά­ξη, όχι μό­νο στη θε­ω­ρία, το πιο ση­μα­ντι­κό κοι­νω­νι­κό πεί­ρα­μα του αιώ­να που μό­λις μας εγκα­τέ­λει­ψε. Ηττή­θη­κε το με­γα­λειώ­δες αυτό εγ­χεί­ρη­μα στη Μεγά­λη Πτώση του 1989-1991. «Εκεί όμως που υπάρ­χει κίν­δυ­νος, με­γα­λώ­νει η ελ­πί­δα» μας θυ­μί­ζει ο Χαίλ­ντερ­λιν. Και μας προ­τρέ­πει να μελετήσουμε και πάλι εξο­νυ­χι­στι­κά τις κοι­νω­νι­κές συ­γκρού­σεις της επο­χής μας και να αναζητήσουμε μια θε­τι­κή έξο­δο απ’ αυ­τές. Να στραφούμε στον πνευ­μα­τι­κό ορί­ζο­ντα τον χω­ρίς όρια και να εγκα­τα­λεί­ψου­με τα με­τα­φυ­σι­κά άλ­μα­τα στο κενό.

Νομί­ζω πως κα­θή­κον, αλλά και δι­καί­ω­μα της αρι­στε­ράς εί­ναι η προ­σή­λω­σή της και η κι­νη­το­ποί­η­σή της προς τους σκο­πούς αυ­τούς. Δεν εί­πα­με πα­ρα­πά­νω πως εί­ναι το κα­ντη­λά­κι που μας φω­τί­ζει στο σκο­τά­δι;

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΖΑΧΑΡΕΑΣ

Εφημερίδα Αυγή, Αύγουστος 2004

*

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος (1926-1990)

*

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ 

( 1926-1990 )

ο φ ε ι λ ή

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

(περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό… (Για τον Δημήτρη Αρμάο)

*

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…

Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι· να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
Πράσινες περιστέρες
περουζέδες
εντός· εκτός: φερέλπιδες pagliacci
να προγευματίζουν
βουτώντας προκηρύξεις
στον καφέ και τσιγάρα στον καφέ·
«Miglior fabbro, miglior fabbro,
γελάς; Είσαι καλός άνθρωπος. Προσπαθεί
να σε κηδέψει ο Foucault”.
«Τι θα μείνει απ’ όλα αυτά;
Καν μια Παλατινή Ανθολογία!» – 1987
«Κέλα για το den του Blake, Γιώργη.
Θα κάνουμε μια έκδοση βαθιά
των Τραγουδιών της Πείρας:
οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι» – 1991
«Άφησε τώρα τον Shakespeare – έχουμε αρκετό·
οι νταλγκάδες του Coleridge λείπουν:
Biographia Literaria.
«Τα παρατώ, Γιώργη», 19; (μόνο εκείνα τα σκαλιά
θυμάμαι και Ζ. Πηγής και… Jonny Walker (;)
και «Όχι εσύ Δημήτρη. Ο τόπος ζέχνει
από managers – ο Κέρβερος
παραδίδει μαθήματα επικοινωνιολογίας…»
«Τι δίνουμε στα παιδιά, Γιώργη;
Απελπισία στιχηρή. Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας
σα θλιβερά τραγούδια. Αυτό που έρχεται….
οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια…
θα διδάξω… νύχτα. Bella νύχτα!
Αποκριές. Δες πως χορεύει η Μούσα σου!» –
χίλια εννιακόσια – στα χίλια εννιακόσια…
Μόνο το φως, η μουσική, τα χείλη διαρκούν.
«Κι εγώ; Ένα μπουκάλι Cutty Shark – το λιγότερο
τη μέρα; O Coleridge; Κάτι
μυρίζει εξορία μέσα μου, ακούγοντάς σε…
By thy grey beard and glittering eye…»
Τριάντα χρόνια προσδοκίες και ματαιώσεις
κι ο θεός γυμνός, ν’ αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση
κι ο βαρκάρης: «Δυο τρόποι για να βρεις
τη λευτεριά σου: ο ένας να φυγαδευτείς
κι ο άλλος να πεθάνεις.
«Τον Poe να κάνουμε, Γιώργη: πλήρης
έκδοση σχολιασμένη…»
Έζησα ήδη έναν θάνατο.
Ο δεύτερος θα με συντρίψει.
Κι έγιναν πέντε και δέκα και…
Μην βιάζεστε, ασύστατοι.
Ένας-ένας…
Ο Άδης τρέφεται με τους καλούς –
οι άθλιοι τον βαρυστομαχιάζουν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
*

Hans Magnus Enzensberger (1929-2022)

*

Γεννήθηκε το μακρινό 1929 στο Καουφμπώυρεν της Βαυαρίας. Ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος, εκδότης βιβλίων και διευθυντής περιοδικών, δημοσιογράφος, διανοούμενος, στοχαστής, κριτικός των ΜΜΕ, μέλος της θρυλικής Gruppe 47, πολυώνυμος, κοσμογυριστής και πολύγλωσσος, πνεύμα ελεύθερο και οίστρος ενοχλητικός, υπερασπιστής των Λύκων, βιογράφος της Προόδου και ραψωδός του Τιτανικού της, ιδρυτής και αρχιξεναγός του Μουσείου της Μοντέρνας Ποιήσεως, χιουμορίστας ολκής, βαθύς ελεγειογράφος, τρυφερός παραμυθάς, σφράγισε τα γερμανικά γράμματα επί 65 ολόκληρα χρόνια, από το 1957 όταν τυπώθηκε η πρώτη του οργίλη συλλογή. Άνθρωπος όχι οικουμενικός, όρος που δεν δηλώνει τίποτε, αλλά Ευρωπαίος, απ’ τους καιρούς που η Ευρώπη ήταν και σήμαινε ακόμη κάτι. Ο Ανδρέας Ταλμάυερ, άλλως Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ πέθανε προχθές, 24 Νοεμβρίου 2022, στα 93 του χρόνια. — KK

*

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Χ.Μ.Ε.

Πρώιμο έργο

Σήμερα μόλις μου ξανάρθε στο μυαλό,
μετά σαράντα χρόνια,
αυτό το φωτεινό απομεσήμερο.
Τι ν’ απέγινε
ο ταλαιπωρημένος τόμος
που κάποτε μου χάρισε;
Οι παθιασμένες φράσεις
που το χέρι της αέρινα
με κόκκινο υπογράμμιζε; (περισσότερα…)

Θεοδόσης Βολκώφ, Mors triumphalis

*

MORS ΤRIUMPHALIS

Τα πάντα μοιάζουν τώρα να σιωπούν
καθώς ο θάνατός σου ρητορεύει
και αποσβολωμένα τον ακούν.
Κάθε του λόγος άρνηση και χλεύη.
Τι τρομερή από καθέδρας ομιλία,
πόσο ενεργά των λόγων του τα σχήματα,
βρίθουνε από σκέλεθρα και μνήματα,
και κάτω των ανθρώπων η αλαλία.

Ο λόγος του τ’ αφτιά μας πώς μπουκώνει.
Ανάμεσά μας ποιος δεν τον πιστεύει;
Τα μάτια μας ο ρήτορας θαμπώνει.
Ο θάνατος, ψυχή μου, θριαμβεύει.
Το τίποτα που είναι διακηρύσσει
και μάταια πάντα τα έργα μας βαφτίζει.
Οι αγάπες μας, θυμίζει, είναι προς φθίση.
Σαρκάζει λοιδορεί και μυκτηρίζει. (περισσότερα…)

Αντώνης Ζέρβας, Οδηγίες χρήσεως

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας γεννήθηκε στον Πειραιά τον Δεκέμβρη του 1953. Πέθανε χθες, 3 Ιουνίου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας· από καρκίνο των πνευμόνων, όπως το είχε προβλέψει. Η αδημοσίευτη ομιλία που ακολουθεί, εκφωνήθηκε στην αίθουσα της Ελληνικής Εταιρείας στην Πλάκα, την 3η Νοεμβρίου 2010, σε εκδήλωση για τον πρόσφατο τότε συγκεντρωτικό τόμο του έργου του.

~.~

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει
Κι αυτή μ’ αγάπησε
Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε
Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν
Α.Ζ., «Η ΣΙΩΠΗ»
Όχι κύριε δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Α.Ζ., «ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑΙ»

Για τους πολλούς, η φήμη αξίζει όσο τα ίδια τα πράγματα. Ακόμη χειρότερα: η φήμη είναι τα πράγματα, το τι ακούγεται, το τι διαδίδεται για κάποιον μετράει παραπάνω από το ίδιο του το έργο. Και η φήμη είναι σκληροτράχηλη. Όταν εμπεδωθεί γερά, δύσκολα την κουνάς από τη θέση της. Πας να την παρακάμψεις, να επιστρέψεις ξανά στο προκείμενο, κι αυτή εννοεί να ξεπετιέται εμπρός σου, να σου κόψει τον δρόμο. Κάποτε η φήμη αυτή είναι ένα συν, καλλωπίζει, εξωραΐζει τα πράγματα. Άλλοτε πάλι αφαιρεί, τα δυσφημεί, τα θαμπώνει. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, τους στερεί την εντελώς δική τους αλήθεια, τα αλλοιώνει.

Επέτρεψα στον εαυτό μου αυτόν τον γριφώδη πρόλογο, γιατί η κατάσταση με τον Ζέρβα είναι κάπως περίεργη. Κατά έναν τρόπο ο Ζέρβας είναι η πλέον άσημη διασημότης των γραμμάτων μας, ένας περίοπτος άγνωστος που ταράζει τον αναγνωστικό μας βίο των τελευταίων δεκαετιών. Oι επιφυλλίδες και οι συνεντεύξεις του γέμουν, ενίοτε ολοσέλιδες, τον κυριακάτικο Τύπο· τα βιβλία του –ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις– διαδέχονται με ραγδαίο ρυθμό το ένα το άλλο (μετράω πάνω από είκοσι πρώτες και δεύτερες εκδόσεις δικές του από το 1983 και μετά, ένα σχεδόν βιβλίο τον χρόνο…)· το ίχνος από το πέρασμά του είναι ευδιάκριτο κάποτε και σε κείμενα άλλων, φτάνει κανείς να έχει μάτια πρόθυμα να το δουν.

Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος για το έργο αυτό, τα σχόλια, η κριτική είναι, για να το πω κομψά, φειδωλή. Όταν γίνεται συζήτηση συνολική για την ελληνική λογοτεχνία του καιρού μας, το όνομά του απουσιάζει. Και ενώ και οι πιο δύσκολοι αναγνώστες μεταξύ τους τ’ ομολογούν ότι πρόκειται για έργο πολυστρώματο, βαθιά προσωπικό, ιδιαίτερο, προς τα έξω αμηχανούν, όταν δεν σιωπούν αιδημόνως. (περισσότερα…)

Jane Kenyon, Ἄς πέσει τό σούρουπο

*

Μετάφραση ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη
ἀφιερωμένη στήν προσφιλῆ μνήμη
τοῦ Βασίλη Ἠ. Κεφάλα (1979 – 18. 4. 2022)

*

Ἄς πέσει τό σούρουπο

Ἄς ἔρθει τό στερνό φῶς τοῦ δειλινοῦ
ἄς περάσει ἀπό τίς χαραμάδες τοῦ ἀχυρώνα
στίς μπάλες πάνω, ἀνυψώνοντάς τις καθώς ὁ ἥλιος γέρνει.

Ἄς πιάσει τό τραγούδι τό τριζόνι καθώς τρίβεται
ὅπως γυναίκα πιάνει τίς βελόνες
καί τό νῆμα της. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς μαζευτοῦν δροσοστάλες στήν τσάπα
ἀφημένη πάνω στό ψηλό γρασίδι. Τ’ἀστέρια ἄς ἐμφανιστοῦν
καί τό φεγγάρι ἄς ἀποκαλύψει τό ἀργυρό του κόρνο.

Ἄς ἐπιστρέψει ἡ ἀλεπού στήν ἀμμoυδερή φωλιά της.
Ἄς ξεψυχήσει ὁ ἄνεμος. Ἄς γίνει ἡ ἀποθηκούλα
στό ἐσωτερικό της ὁλοσκότεινη. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Μέχρι τή μποτίλια στό χαντάκι, τή σέσουλα
στή βρώμη, τόν ἀέρα στά πνευμόνια
ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς ἔρθει, ὅπως θέλει, καί μή φοβᾶστε.
Ὁ Θεός δέν μᾶς ἀφήνει
ἀπαρηγόρητους, λοιπόν ἀφῆστε τό σούρουπο νά πέσει.

ΤΖΕΗΝ ΚΕΝΥΟΝ

*

*

Το Νέο Πλανόδιον θυμάται τον Κωστή Παπαγιώργη (23 Μαΐου 2016)

*
*
Τον χρονικά άπειρο κόσμο μπορούμε να τον παραστήσουμε με μια άπειρη γραμμή, με μια άναρχη και ακατάληκτη αφήγηση, όπως και με ένα βιβλίο που απαρτίζεται από αναρίθμητες σελίδες. Η μέρα ή η στιγμή που ζούμε είναι μια σελίδα ή μια αράδα αυτού του βιβλίου, που παρευθύς χάνεται μέσα στις άλλες. Ποτέ δεν μπορούμε να ξαναβρούμε μια στιγμή που διάβηκε και η μνήμη, το γνωρίζουμε, είναι ο πιο δόλιος οδηγός. Δεν υπάρχει τρόπος να ανοίξουμε το βιβλίο, γιατί είναι κιόλας μπροστά μας ανοιχτό όπως ο κόσμος: ανέκαθεν και διά παντός. Δεν υπάρχει τρόπος να κλείσουμε το βιβλίο, γιατί ένα απειροσέλιδο βιβλίο όπως ένας απειρόχρονος κόσμος δεν έχουν όρια. Δεν υπάρχει τρόπος να δούμε τα εξώφυλλα του βιβλίου, απλούστατα γιατί δεν υπάρχουν (ουκ έχειν αρχήν ουδέ τελευτήν), όπως δεν μπορούμε να τσακίσουμε μια σελίδα του για να την ξαναβρούμε – να συγκρατήσουμε μια στιγμή μέσα στη χρονική διαδοχή.
*
* * *
*
Η ανοιχτή καρδιά που θερμαίνει το Εγώ καθώς το φέρνει σε επαφή μ’ ένα στοιχείο είναι το θαύμα των θαυμάτων. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε τον εαυτό μας. Πάσα αυτογνωσία είναι αυταπάτη ή, με άλλα λόγια, πρόκληση για να επινοήσει κανείς τον εαυτό του. Μόνον οι άλλοι είναι σε θέση να μας ξέρουν. Ο γάμος είναι τάχα η σύνθεση του ανέφικτου; Όταν κάποιος γίνεται ευτυχισμένος, κάποιος άλλος γίνεται εξίσου δυστυχισμένος, διότι το απαιτεί η παγκόσμια τάξη.
*
* * *

(περισσότερα…)

Μια Grande Dame της ελληνικής δημοσιογραφίας

*

Ζέζα Ζήκου, In Memoriam

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την Ζέζα Ζήκου την γνώρισα απρόσμενα σε ένα δεκαπενθήμερο ταξίδι στην Ιαπωνία (μαζί με την αδελφή της Μαρίτα), τον Δεκαπενταύγουστο του 2000. Μέχρι τότε την ήξερα εξ ονόματος μόνον ως αρθρογράφο οικονομικών θεμάτων της Διεθνούς Αγοράς, στο πρωτοσέλιδο μάλιστα της πορτοκαλόχρωμης Οικονομικής Καθημερινής, κι ομολογώ πως ελάχιστα κείμενά της είχα διαβάσει. Ξεκίνησα στην αρχή του ταξιδιού να μιλώ για τη χώρα, την ιστορία της, την κουλτούρα και τις παραδόσεις της, κι είχα και το –ανεπίγνωστο ομολογουμένως– θράσος να ξεστομίσω δυο κοινότοπες,  ήδη ξεπερασμένες από την πρόσφατη ιστορία, κουβέντες για τη θαυμαστή οικονομική κατάσταση της Ιαπωνίας. Με άκουσε με προσοχή και μόνον αφού τελείωσα και μ’ ευχαρίστησε, άρχισε αυτή με τρόπο απλό, εύληπτο, προσηνή, ευγενή μα και με το αταλάντευτο ύφος της πραγματικής αυθεντίας και της εμβριθούς γνώσεως, να μου περιγράφει την εξόχως τραγική εικόνα της ιαπωνικής οικονομίας όπως είχε εξελιχθεί μέχρι τότε. Καθόμουν ως μαθητούδι κι άκουγα, συνειδητοποιώντας σιγά-σιγά ποια ήταν η συνομιλήτρια συνταξιδιώτισσά μου. Έκτοτε κι επί δεκαπέντε σχεδόν μέρες έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου προκειμένου να της γνωρίσω ό,τι ήξερα από την Ιαπωνία, τους τόπους που επισκεπτόμασταν, την τέχνη, τη θρησκεία, τη λογοτεχνία, το πνεύμα της. Είχε μία ασίγαστη περιέργεια να δει και να γνωρίσει όσα περισσότερα μπορούσε για τη χώρα και τους ανθρώπους. Δοκιμάζαμε καθημερινά τα πιο διαφορετικά ντόπια φαγητά, ψάχνοντας να διακρίνουμε γεύσεις, ποιότητες κι ιδιαιτερότητες του ιαπωνικού τρόπου, πήγαμε σε ναούς και πατσίνκο, σε μπαρ, σε μουσεία, σε καραόκε μπαρ κλπ.

Μιλήσαμε πολύ, για πολλά και για πολλούς, μίλησα για τη γιαπωνέζικη ποίηση, τους σαμουράι, τον κόσμο τους και τον ηθικό τους κώδικα (μόλις πρόσφατα είχα ανακαλύψει κι εγώ το Χαγκάκουρε του Γιαμαμότο Τσουνοτόμε), μου μίλησε για την πολιτική και την οικονομία, την κατάσταση της Ελλάδας, τη διεθνή πραγματικότητα, όπως την έβλεπε η ίδια· μιλήσαμε για τα γραπτά και τη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη που εκτιμούσε βαθύτατα (με την επιστροφή μας στην Αθήνα έσπευσα να της δώσω το τεύχος του περιοδικού της «Ινδίκτου» που περιείχε το περίφημο –και μέχρι σήμερα τραγικά αγνοημένο– άρθρο του Κονδύλη για τις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία, για τα Ηνωμένα Έθνη, μαζί με τους  Στοχασμούς ενός απολιτικού του Τόμας Μαν, που μόλις είχε εκδοθεί από την Ίνδικτο, όπου εργαζόμουν τότε). Σε αυτές τις συζητήσεις πρωτοένιωσα την ασίγαστη κι αγωνιώσα έγνοια της για τη χώρα και το μέλλον της, μα και τη σταθερή της πεποίθηση για την Τουρκία ως ένα επεκτατικό, αναθεωρητικό κράτος, εχθρικό προς τους γείτονές του και ιδίως προς την Ελλάδα. Κι αυτό, με στέρεη, πραγματική, εκτίμηση των γεγονότων και των εξελίξεων, παρά το τραυματικό βίωμα, που η οικογένειά της ως Κωνσταντινουπολίτες κουβαλούσαν, αποφασίζοντας να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Αυτή η έγνοια μάλιστα και η αγωνία αποτυπώθηκε εντονότατα και καθαρά ιδίως στην αρθογραφία της των τελευταίων ετών. (περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Δύο χρόνια ἀπό τον θάνατό της

*

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς

ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΟΤΗΣ
( σὰν σήμερα )

Φωτογραφία. Ἀποδρομὴ στὸ παρελθόν.
Κίνδυνος ϑάνατος, ποιητικός ―
προσοχή !

μὴ διαβεῖς τὴν πραγματικότητα
μὴ ξεχαστεῖς στὴν παραλία τῆς νιότης
μὴ κλείσει πίσω σου τὸ ἄλμπουμ

κι ἀναγκαστεῖς
νὰ κάνεις τὸν γύρο, ἐπιστροφὴ
ἀπὸ δρόμους δύσβατους
ὀλισθηροὺς

μέχρι νὰ ϕτάσεις
στὸ σύνορο σὲ ὅ,τι περιφράσσει
τὸ ἀσπρόμαυρο κάδρο τῆς μνήμης,
τῆς ἀναπόλησης
ἡ τέχνη ―

τὸ ὑψηλῆς τάσεως συρματόπλεγμα
συναδέλφου Κικῆς
ὁ στίχος.

*

Αποχαιρετισμός στη Μαριανίνα Κριεζή

 

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Και είπες: Φεύγω,
γιατί το έργο
τελείωσε, Μαρία.
Ξελευτερία… 

Η Μαριανίνα Κριεζή έφυγε από τη ζωή, ωστόσο εδώ και πολλά χρόνια είχε αποσυρθεί συνειδητά από τα φώτα της δημοσιότητας, αποχωρώντας, μάλιστα, και από την πρωτεύουσα και ζώντας μόνιμα εκτός Αθηνών. Η αποχώρηση, ωστόσο, από το ευρύ κοινωνικό όραμα στην ελληνική στιχουργία έλαβε χώρα καιρό πριν, με την εξάντληση των πληθωρικών πρώτων ετών της Μεταπολίτευσης, ακριβώς, δηλαδή, στη χρονική στιγμή που ο λόγος της εισέρχεται στο ελληνικό τραγούδι, επιγονικά στη γενιά των μεγάλων ονομάτων της έντεχνης στιχουργίας, ωστόσο εντελώς αυθύπαρκτα. Τα τραγούδια της θα ντύσουν ακριβώς εκείνη την περίοδο που λαμβάνει χώρα η μεταστροφή προς το λεγόμενο «ιδιωτικό όραμα» και η έμφαση προς τον ίδιο τον εαυτό και τις ατομοκεντρικές θεάσεις της ολότητας που η αντίληψη αυτή προάγει. Η Κριεζή τυπικά εμφανίζεται να αρνείται συνειδητά και προγραμματικά το πολιτικό-κοινωνικό τραγούδι, εντούτοις, τόσο η όλη προταγματική δόμηση του σύμπαντός της και η φυγή προς τον κόσμο του παραμυθιού ως αντίθεση με το κράτος των μεγάλων αφηγήσεων όσο και διάσπαρτες επιμέρους εκλάμψεις και υποδόρροιες αναφορές στο έργο της. αποδεικνύουν ξεκάθαρα το εσφαλμένο και μονοδιάστατο μιας τέτοιας ερμηνείας. (περισσότερα…)