Συντάκτης: L'apprendista

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |30. Νίκος Βιολάρης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Νίκος Βιολάρης

386900_511254195568099_1548636291_n

(Πέρα ἀπ’ τὴ μέρα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2005)

Δὲν εἶναι μέρα
καρφὶ τριαντάφυλλο
ὁ πυρετὸς τῆς πέτρας
δὲν εἶναι μέρα οὔτε βροχἠ
ὄνειρό μου ἐσὺ βαθὺ
τρικυμισμένο
πληγὴ φωτὸς πηγὴ φωνῆς
καὶ λέξεις –χάδι ἢ θάλασσα–
δὲν εἶναι μέρα

~.~

Σκοπὸς τοῦ φωτὸς
δὲν εἶναι ἡ αὐγὴ
ἀλλ’ ἡ σφαγὴ
τῆς νυκτός
τὸ αἰφνίδιο ξημέρωμα
τῶν μοχθηρῶν πραγμάτων
ἡ πόντιση τῶν πάναγνων
νυχτερινῶν σωμάτων
σκοπὸς τοῦ φωτὸς
εἶναι ἡ στάχτη
ἄνθη καὶ δέντρα
ποὺ λιγοστεύουν
κίτρινα φύλλα, νεκρὰ
ποὺ χορεύουν.

~.~

στὸν Σωτήρη Σαράκη

Ὁ κακὸς ξυλοκόπος
ἔρχεται στὸν ὕπνο
κόβει ἀπ’ τ’ ὄνειρο
τὰ τρία δέντρα
κι ἔπειτα φεύγει
γι’ ἄλλο δάσος

Ὁ καλὸς ξυλοκόπος
ἔρχεται στὸν ὕπνο
κόβει ἀπ’ τ’ ὄνειρο
τὰ τρία δέντρα
κι ἔπειτα κλαίγοντας
φυτεύει
μέσα στὸ χῶμα
τὸ σῶμα του.

~.~

247691_538694146157437_2038345202_n

(Ἀχτίδες νυχτόβιες, Ἀθήνα, Γαβιρηλίδης, 2009)

Ἀτμόσφαιρα

Ὕπνου καράβι ἀργόσυρτο
αἴφνης μὲ ἀδράχνει, μὲ πάει.
Μακριά, ὑποθέτω, ἀπὸ οἰκεῖα νησιά.
Ὄνειρα ἀόρατα
τὴ μορφή μου καλοῦν.
Μακριά, μακριὰ ἀπὸ πάλλουσα θάλασσα.

Καὶ κάτω ἀπ’ τὸ ἰσχνὸ
μοῦ τραγουδοῦν φεγγάρι
ὡς ἀχτίδες νυχτόβιες
κάτι ἐλάχιστοι φάροι.

~.~

Ὑποβρύχια ἀρχαιολογία

Τώρα κατεβαίνουμε στὸν ὀμφαλὸ τῆς θάλασσας.
Τὰ τριαντάφυλλα φθονοῦν τὴν παρουσία μας.
Τὰ κοχύλια βοοῦν – ὅπως εἴθισται ἄλλωστε.
Κατεβαίνουμε τώρα
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]κατεβαίνουμε
μ’ ἕνα κοινότοπο κερὶ παράλογο
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]κυκλικὲς σκάλες
ψάχνοντας
πάλι ἕνα βουβὸ καθρέφτισμά μας.
Ὄχι πιὰ σὲ παρθένες, πληκτικὲς ἐπιφάνειες
~ἀγγελικοὶ φαντάζουμε ἐκεῖ–
μὰ στὶς καρδιὲς τῶν βίαιων, ἀρχαίων ναυαγίων.

~.~

Τὰ ἀγγεῖα

Τὰ ἀγγεῖα ἦταν φτιαγμένα ἀπὸ πάγο. Γιατί λοιπὸν ἐναπόθεσα ἐντός τους
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ἀχτίδες καὶ μορφὲς βροχῆς;

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Καιρὸ πολὺ μετὰ
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]γιατί
τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ δὲν ἔλειωσαν, δὲν ράγισαν γιὰ μιὰ στιγμή, δὲν μάτωσαν
παρότι μᾶς διαπέρασε
τὸ βίαιο καλοκαίρι;


Ὁ Νίκος Βιολάρης γεννήθηκε τὸ 1985 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ σπούδασε Ἱστορία. Ποιήματά του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ  λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά του βιβλία: Πέρα ἀπ’ τὴ μέρα (2005) καὶ Ἀχτίδες νυχτόβιες (2009).

H πυρίκαυστη βάτος: Κινηματογράφος και «Θρησκευτική εμπειρία».

andrei-rublev1.png

του ΘΑΝΑΣΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗ*

Στον Σωτήρη Γουνελά

Η εναγώνια ατομική αναζήτηση του αναχωρητισμού. Μια σχέση αναπόσπαστη από την ανάγκη εναγκαλισμού του θείου. Η δύσκολη ανίχνευση της πραγματικότητας του καθημερινού βίου μέσω της αγκυροβόλησης στη θεία βούληση είναι κάποια από τα θεμελιακά στοιχεία που προβάλλει στο έργο του Αντρέι Ρουμπλιώφ, ο σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι.

Το ιστορικό Ο Ρώσος αγιογράφος Αντρέι Ρουμπλιώφ, περιπλανιέται στη χώρα του δοκιμάζοντας την πίστη του στις εσχατιές των ανθρώπινων σχέσεων. Στιγμιότυπα του μοναχικού βίου, συνεπής αναχωρητισμός αλλά και έντονη μαθητεία αποτελούν ισχυρές μνήμες που ορίζουν τον βίο του. Με μια συνεχή ηθική αμφιθυμία για το αν πράττει το καλό στη σχέση του με το θείο αναλαμβάνει αγιογραφικές εργασίες που του αναθέτουν μοναστήρια και πόλεις. Το έργο του έντονα καθορισμένο από την μαθητεία του στον μεγάλο δάσκαλο Θεοφάνη αποτελεί τομή ανάμεσα στην τότε βυζαντινή τέχνη –και τα κέντρα που τη στήριζαν– και στην οπτική θεώρηση για κάτι το ιδιαίτερο ίσως και νεωτερικό για τον νέο τόπο, τη Ρωσία, η οποία επιθυμεί να γίνει διάδοχος του Βυζαντίου στην παντοκρατορία. Τούτο το ζύγιασμα παρότι φάνηκε ομαλό στη ζωγραφική δημιουργία του, αποτέλεσε για τον ίδιο προσωπικά ιδιαίτερα δύσκολο εγχείρημα. Σε μια ταραγμένη και σπαρασσόμενη από συνεχείς πολέμους χώρα η αναχωρητική του στάση, ως προσωπικό ήθος, και η έξοχη απόδοση της τέχνης του δεν ταίριαζαν πάντα.

Το ύφος του έργου παραπέμπει σε μια διαρκή σκιά αγώνα –μια σκιαμαχία άρνησης των καταστάσεων του παρόντος από τους ήρωες του έργου– «οὐ γὰρ ἔχομεν ὦδε τόπον ἀλλὰ τὸν μέλλοντα…». Τα γεγονότα εκλαμβάνονται ως πειρασμοί στην έρημο της ανθρώπινης ψυχής. Οι σχέσεις στα άκρα με άξονα ανθρώπους “σαλούς” για την κατάδειξη της αμαρτίας ή της άρσης της συμβατικής ηθικής.

andrei_tarkovsky-02.jpg

Ο Ταρκόφσκι ανιχνεύει μέσω της μνείας του στον μεγάλο Ρώσο αγιογράφο την παράλληλη με την πραγματικότητα μορφή της εμπιστοσύνης απέναντι στο θείο μέσω της αποκάλυψης. Τούτη ως ατομική εμπειρία ενέχει την έννοια της μεταστροφής (conversion). Mιας αιφνίδιας αλλαγής της διάθεσης του νου και των αισθημάτων, χωρίς την ιδιαίτερη προσοχή για την κατ’ αίσθηση αντίληψη, αλλά με την εμπιστοσύνη στην ακρόαση και τη μέριμνα της καρδιάς με κάθε ιδιωτική αφέλεια που η διάθεση αυτή εκδηλώνει. Ο σκηνοθέτης ξέρει ότι η απολυτότητα τούτης της σχέσης είναι επισφαλής. Την έκφραση τη δείχνει με τη σιωπή η οποία έρχεται μετά την ύστατη κρίση όπως αυτή προβάλλει στην αρχή των καρέ του έργου του.

Ξαναγυρίζω στη σκιαμαχία της κατάστασης πραγμάτων καθότι θα ήταν πολύ εύκολο να πούμε ότι ο σκηνοθέτης επιλέγει ασυνήθιστους ανθρώπους, ως κυνηγούς μιας μελλοντικής κατάστασης, προκειμένου να δειχτεί ενδεχομένως εύκολα το ηθικό πρόκριμα έναντι της συνήθους ανθρώπινης διαβολής. Το αντίθετο· η ίδια αποσυνάγωγη στάση των ατόμων γίνεται μέτρο κρίσης με την πρόθεση του σκηνοθέτη να αποβάλλει τη “ρετσινιά” του ηθικά άμεμπτου. Γι’ αυτό και παραπέμπει προς ένα αφήγημα ιστορικών αποτυπωμάτων. Φορείς ιδιοτήτων όπως δάσκαλοι, ηγούμενοι, μαθητές, ηγεμόνες και ληστές μετέχουν σε ένα συνεχή διάλογο στο προσκήνιο και το αποτύπωμα είναι μια ιστορία των αντιθέσεων. Φαινόμενο και εσωτερικότητα τελούν σε διαρκή διάλογο τον οποίον πρέπει να ακολουθεί το αφήγημα. Διάλογο από γεγονότα με το προσωπικό στοιχείο να αποκαλύπτει τον όγκο των ιστορικών δεδομένων αλλά και την πολλαπλότητα της συλλογικής και προσωπικής μας αποτυχίας.

Επιγραμματικά η παραπάνω εισαγωγή ιχνηλατεί τη θρησκευτική εμπειρία μέσα από απόπειρες δήλωσης απαρτίωσης ενός καρέ το οποίο ποτέ δεν θα είναι αυτοτελές. Ο σκηνοθέτης προβάλλει την εμπειρία ως ίχνος ατομικό με την αναγκαία ομοιότητα αναφοράς του στο πλήθος. Προς τούτο και επιλέγει ένα ύφος απλό και μια ματιά αθώα σαν του μικρού παιδιού που αναλαμβάνει πρόωρα ευθύνες. Κυριολεκτικά επιλέγει παραστάσεις με ιστορική μίξη για την ανάδειξη της έντασης των χαρακτήρων θέτοντας τη θρησκεία ως κομβικό πεδίο του ιστού της πλοκής. Εδώ η θρησκευτική εμπειρία δεν γίνεται αντικείμενο εννοιολόγησης ως μια συνεχή ανάλυση σε ερμηνευτικές προτάσεις με εκλογικευμένη συνύφανση. Η θρησκευτική εμπειρία πορίζει σε κάτι πρωτόλειο και συνάμα οικείο για τη ρωσική φυσιογνωμία του Ταρκόφσκι. Η εμπειρία του Ρώσου σκηνοθέτη στο έργο του είναι αλάνθαστη και ως γεγονός και ως παραλλαγή γι’ αυτό και οι ήρωες του που τη βιώνουν χάνονται στο μέγεθός της. Κρίνονται στην ύστατη κρίση. Σιωπούν μπροστά στο άφατο της απώλειας ή της σωτηρίας στο ανθρώπινο δράμα, και δείχνουν, τέλος, μιαν απύθμενη παιδικότητα μπροστά στη ματαιότητα της σιωπής του.

maxresdefault.jpg

Για να γίνω πιο σαφής. Μέσα από τούτη την παραγωγή όλη η πορεία του μεγάλου αγιογράφου είναι η προσωπική βιωτή ως σύμβολο ετεροβαρούς πορείας που δημιουργεί αναμφίβολα θεωρία γεγονότων, εννοιών, στάσεων και διαθέσεων. Η παιδικότητα για την οποία μίλησα πιο πάνω, αναδεικνύεται μέσα από τη σιωπή του μεσήλικα πλέον αγιογράφου ο οποίος την ενστερνίζεται λες και την έχει με ευκολία στην τσέπη του. Η «ηρακλείτεια ζαριά» των παιδιών σε ναούς και αγορές δεν δείχνει μόνο σχόλη αλλά κυρίως επινοητικότητα μήπως και επικρατήσουν οι αποφάσεις των μεγαλύτερων. Έτσι στο τέλος του έργου ένα παιδί ο Μπόρις με απίστευτες δεξιότητες αναλαμβάνει να ανακατασκευάσει ό,τι κατέστρεψαν οι παλιότεροι και καταρρέει όπως κάθε άνθρωπος μπροστά στο μέγεθος της ψυχικής αγωνίας γέρνοντας στο σώμα του Ρουμπλιώφ που ξαναβρίσκει τη λαλιά του. Τι μένει αναλλοίωτο και από τις πρώτες καταστροφές της βαρβαρότητας των Τατάρων αλλά και από την ματαιότητα της ανακατασκευής; Η Εκκλησία, ως σύμβολο πλέον της δικαιοσύνης για την ανθρώπινη καταφυγή από την κατάρρευση των μερών (ποιων μερών;). Μια πρόταση του σκηνοθέτη για την άρση της σκιαμαχίας με την προτροπή της σωτηριολογίας για την οποία η ευκρινέστερη εκδοχή της θα δοθεί στο κύκνειο άσμα του με το έργο του η Θυσία.

Τελικά τι θα μπορούσε να λάβει υπόψη της μια κινηματογραφική οπτική. Με ποια κριτήρια αποδίδεται ένα θρησκευτικό αφήγημα στην εκκοσμικευμένη πραγματικότητα. Ο Ταρκόφσκι δίνει απάντηση ζωής αναδεικνύοντας την αμεσότητα του βιώματος στη δυαδική σχέση του ανθρώπου με το θείο. Ο σκηνοθέτης προβάλλει στο πανί τον άνθρωπο που επιζητεί εναγώνια τη σχέση όχι μόνον ως δοχείο χάριτος αλλά κυρίως ως δράστη μιας ιστορίας «θεούμενης σάρκας», ενός σώματος που φέρεται και δρα σε μια ιστορία ανασύστασης και αποτυχίας των προσώπων.

Ο Ταρκόφσκι το επιτελεί στα έργα του με έναν παράδοξο / ιδιότυπο εξπρεσιονισμό εντός του οποίου θάλλει μια ρητή πνευματικότητα σε συνάφεια με μια διαρκώς πεπτωκυία φύση. Και τούτο το πετυχαίνει κυρίως θέτοντας αλλά την ίδια στιγμή αμφισβητώντας τη συνείδηση στην αμεσότητά της.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ


*Ο Θανάσης Σακελλαριάδης είναι Δ/ντής του Τομέα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |29. Χαρά Ναούμ

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χαρὰ Ναούμ

its-at-bird-look-up-in-the-sky-its-its-7828878

(Ἄγρυπνες ἀντιλόπες, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013)

Παθητικὸ κάπνισμα

ΙΙΙ
Κι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ράμφη
Ὅταν τελικῶς ἀποδεχθεῖς τὸ ἀνεπανόρθωτο
λὲς ράμφη ἄνθρωποι καὶ δὲ δακρύζεις
Οἱ ἄνθρωποι ἂν ποτὲ ἦταν πουλιὰ
σίγουρα θά ‘ταν ἀεροπλάνα
Ποτὲ μικρὲς χαριτωμένες κίσσες
νὰ ὀρέγονται βελανιδιὲς βατόμουρα
νὰ τὶς ὀρέγονται ἁρπακτικά

ἀεροπλάνα θά ‘ταν


Ἡ Χαρὰ Ναοὺμ γεννήθηκε τὸ 1985 στὸ Μαρούσι. Σπούδασε Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Κρήτης καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὸ στὸ Paris 7-Denis Diderot. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κρήτη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία: Ἄγρυπνες ἀντιλόπες (2013) καὶ Τὰ βράδια πίσω ἀπ’ τὰ πουλιά (2015).

Ειρήνη Γιαννάκη, Σχεδίασμα για ένα καλοκαίρι

11.JPG

Ειρἠνη Γιαννάκη
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σε πλάκες δαγκεροτυπίας παλιάς
πάγωσα
το καλοκαίρι αυτό
με κόπο το βύθισα στο ιώδιο
θέλει βάρος για να κάτσει η ελαφρότητα, βλέπεις
θέλει μια κάποια μελαγχολία για να αποκτήσει υπόσταση
ό, τι υπερίπταται
μαύρα νερά
βράχοι που σου γελούν απ’ τις σχισμές
ηφαίστεια που λουλουδίζουν
προκυμαίες που κυματίζουν
τζιτζίκια που για θάνατο κρυφομιλούν
περιμένοντας τον ερχόμενο
το καλοκαίρι αυτό
παίζει στο ριπίτ εδώ κι αιώνες
κι ας κράτησε μόνο μία σαιζόν
το καλοκαίρι αυτό
έσκασε σαν καρπούζι στο πάτωμα
κι αφού χάθηκε πια η μαλακή του καρδιά
γλείφουμε με λαχτάρα σκύλου τα κουκούτσια
το καλοκαίρι αυτό
ξεβράστηκε
σαν το μαρμάρινο κεφάλι του Διόνυσου
που άξαφνα φύτρωσε στην κορυφή ενός σκιάχτρου
για να ξυπνήσει πρωτογονισμούς λαμπρούς
να λύσει χρόνιους αποκλεισμούς
για να δοξάσει όλους τους αφελείς
ν’ αποτελειώσει τους επιρρεπείς.

Στην κοιλάδα με τις πεταλούδες
ονειρευτήκαμε
πως χανόμαστε
στις φωτιές του Άι-Γιάννη
πως σβήνουμε
και το μόνο που θυμόμαστε
είναι κάτι τόσο δα
ανάερο
σαν κόκκος σκόνης τα μεσημέρια

~.~


ΣΑΡΚΩΔΕΣ

Αν δεν χτυπά ανελέητα,
δεν είναι θέρος.

Αν δεν εκλιπαρείς για έλεος,
δεν είναι φως.

Αν δεν βαστούν νύχια γαμψά την αθωότητα,
δεν είναι δώρο.

Αν δεν υψώνεσαι λευκός καπνός ο ίδιος,
δεν είναι επιστροφή.

Αν δεν ζηλεύεις τον καρπό
που γέρνει γλυκά απ’ το βάρος
στο κλαρί,
αν δεν ορέγεσαι του ώριμου φρούτου την υφή,

εξόριστος θα μείνεις
θα βλέπεις μια ζωή από μακριά
κι όλο θα φτάνεις.

~.~

ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΧΑ

Είμαι χταπόδι
με χτυπά ο ψαράς στον βράχο
αφήνω φλογισμένα σάλια
ξεραίνομαι

Είμαι λιθρίνι
με έχουν πετάξει με βία στο καλάθι
μα εγώ σπαρταρώ
ακόμα

Είμαι τζιτζίκι
και μονολογώ
μα μια κρυφή ηδονή με διαπερνά
όταν ένα ζευγάρι χέρια με τραβούν
και μια ανθρώπινη φωνή με νανουρίζει

Είμαι νυχτοπεταλούδα
όλο με τραβά το φως
όλο με μεθάει
μα το σκοτάδι
πιο δυνατό

Είμαι στρείδι
στον ίδιο βράχο για χρόνια
κάτι με αποκολλά
τελειώνω

Είμαι γατάκι
σε ηλιόλουστη αυλή
άγνωστο χέρι με χαϊδεύει
αφήνομαι

Είμαι πυγολαμπίδα
βλέπω τα φαναράκια που πλησιάζουν
κι ύστερα γίνομαι
κόκκινο σειρήτι για τα παιδιά

Είμαι σαύρα
εδώ κι ένα εκατομμύριο έτη
ονειρεύομαι
πως αφήνω το αποτύπωμά μου στην πέτρα
για πάντα

Είμαι καρπός
βαραίνω
λυγίζω
πέφτω

Είμαι μυρμήγκι
βαδίζω χιλιόμετρα για ένα σκοπό
με άλλους μαζί
αλλά και μόνο
τον πετυχαίνω

Είμαι κηφήνας
δεν έχω κεντρί
πεθαίνω
για τη βασίλισσά μου

Είμαι φοράδα
γέρνουν τα μαστάρια μου βαριά απ’ το γάλα
κοιτώ το πουλαράκι στα μάτια
το βυζαίνω
κοιμάται

Είμαι κατσικάκι
βελάζω
από μια σπηλιά
στο βάθος της μέρας

Είμαι φιδοπουκάμισο
ό, τι απέμεινα
αφού πέταξα
καινούριο δέρμα

θα ’θελα
πως θα ’θελα
μα δυστυχώς
εγώ σκέφτομαι.

~.~

ΑΡΓΟΛΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

Το τοπίο είναι ένα
ο χρόνος δεν υπάρχει
ο χρόνος μια καμπύλη
που τρώει την ουρά του
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
σ’ αγαπώ
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
από τότε που το είδος σου ενέσκηψε στη γη
με εκείνη την τρυφερότητα την αμυδρή στο καύκαλο
τη σιγουριά στα μέλη όταν λύνονται
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
σ’ αγαπώ
έπρεπε
ν’ αφανιστούνε ήπειροι
να ενωθούν στεριές
να εκραγούν ηφαίστεια
να ανοιχτούν σχισμές
για να σε ξαναβρώ.

Είμαστε δυο ημίθεοι διωγμένοι απ’ τους θεούς
γιατί αγάπησαν τη γη
πιότερο από νεφελώματα κι από καταγωγή.

Αν ξανοιχτείς για εκεί που σου μιλώ
θα δεις ένα νησί
και γύρω-γύρω μνήματα
θα δεις ένα νησί
και γύρω-γύρω πεύκα
στα στραφταλίσματα του ήλιου θα δεις
τι αγώνα ημιαντοχής το φως που δίνει
στην κατωφέρεια του αρχαίου ναού θα δεις
το δάσος που φουντώνει
μια θάλασσα στο βάθος το τοπίο να αυλακώνει.

Στη μέση του κάμπου του Αργολικού
θα δεις τη θάλασσα
στα ερείπια του ατελούς θα δεις
το τέλειο
σε πιο νωχελικές διαστάσεις.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |28. Βἀγια Κάλφα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Βάγια Κάλφα

148

(Ληθόστρωτο, Ἀθήνα, Ἐκάτη, 2013)

Φίλοι

Ἄλλους τοὺς κατάπιε
Μιὰ αἵρεση
Ἄλλους τοὺς πῆρε
Μιὰ δάφνη ποὺ ἔφερε
Ὁ ἀέρας στὸν ὦμο σου
Λοξὴ
Κι ἔμειναν
Κάποιοι ἀπροσδόκητοι

Δὲν ξέρεις
Τί νὰ τοὺς κάνεις

~.~

Ἡ οὐρὰ τῶν ἀνέργων

Δὲν ἔχουν διάθεση
Καμιὰ γιὰ φιλίες, χειραψίες
Κι ἄλλες κοινωνικότητες
Ἐγκλωβισμένοι
Στὰ λαμπρά τους προσόντα
Δὲν πιάνουν κουβέντα
Ἀπροσχημάτιστα κρατοῦν
Ἀποστάσεις
Βλέμμα πέρα ἢ μπροστά

Ἀπ’ ἀνάγκη
Νὰ διαχωρίσουν τὴ μοίρα τους


Ἡ Βάγια Κάλφα γεννήθηκε τὸ 1984 στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Σπούδασε Νέα ἑλληνικὴ φιλολογία στὴν Κομοτηνὴ καὶ στὸ Μπέρμιγχαμ. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Ἁπλὰ πράγματα (2012) καὶ Ληθόστρωτο (2013). Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ ἱστολόγια.

Νικολέτα Κούτη, Νεκροταφείο

68

Νεκροταφείο

Ξαπλωμένη στο μάρμαρο του πατέρα
Με ρουφάει ο ήλιος.
Με μισόκλειστα βλέφαρα
τον κάνω εικόνες μισοσβησμένες στα σύννεφα.
Πατέρα πού είσαι;
Εδώ στα κάτω χώματα, ή εκεί στον επάνω κόσμο;
Εσύ λες πως θα απαντήσουν τα κυκλάμινα.
Εγώ πάλι λέω τα γεράνια αντέχουν πιο πολύ
Και ίσως ξέρουν περισσότερα περί φθοράς.
Σου αφήνω ένα να συνομιλήσετε,
Με το λουλούδι του έλληνα ποιητή.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |27. Παναγιώτης Νικολαΐδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Παναγιώτης Νικολαΐδης
396543_465301093501245_230522515_n

(Παραλογή, Ἀθήνα, Gutenberg, 2015)

Παραλογή Α

Ι
Μὲς στὸν πόλεμον
ἡ μάνα μου ἐβάσταν με σφιχτὰ
μὲς στ’ ἀγκαλια της τζι ἐβούραν
Ὲν εἶσεν νερὸν
Ἂμαν τζι ἐγίνην τὸ κακὸν
τζι ὁ τόπος ἐμοιράστηκεν
ἐστράφηκεν μὲ τὸ καλὸν ὁ τζύρης μου
τζι ἐγύρεψεν νὰ μὲ πιάσει
Ὲν τὸν ἐκατάλαβα
Ἐθώρουν λαλεῖ ἡ μάνα μου
μὲς στὰ μμάθκια του
τὸν φονιὰν
τζι ἔκλαια

~.~

Παραλογὴ Β

Παιδὶ κυνηγοῦσα πουλιὰ
Τ’ ἄλλα παιδιὰ ἐπεριπαίζαν με
Ρὲ ἦρτεν ὁ ἀτζαμὴς
ἔτσι ἐλαλοῦσαν με τζι ἐχαχανίζασιν
Μιὰν μέραν ἐνευρίασα
Ἐτέντωσα τὸ λάστιχον
τζι ἔσυρα μιὰν στὸν οὐρανὸν
μὲ οὗλλον μου τὸ γαίμαν
Ἔππεσεν ἕναν ἄτυχον πουλλὶν
τζι ἐνόμισα πὼς ἄνοιξεν ἡ τύχη μου
Πρώτην φορὰν εἶδα σελιόνιν
νὰ μὲ θωρεῖ μὲς στὰ μμάθκια
ὁλογαίματον
Ἔπια το μὲς στὰ σέρκα μου
τζι ἐβούρησαν κλάμοντα ἔσσω

Ἴντα ‘σεις πουλλίν μου τζι κλαίεις
ρωτᾶ με ἡ μάνα μου

~.~

Τοῦ δέντρου

Ι
Ποιός εἶδε πεῦκο στὸ βουνὸ
τζαὶ τερατσιὰν στὸν κάμπο
ποιὸς εἶδε δέντρον ἔμορφον
στὸ μέσο τῆς αὐλῆς του
Ἐγὼ εἶδα κόρη εὔμορφη
γλυκειὰν Ἀμαδρυάδα
νὰ θλίβεται νὰ δέρνεται
νὰ κιτρινοφυλλιάζει
Μουσκολοῶ τζαὶ σαίρουνται
τοῦ φεγγαρκοῦ τὰ σέιλη
τζαι τὰ πουλλούθκια τσιμπουροῦν
ψιχούθκια μὲ τὸ μέλιν
Μὰ ‘ρτεν ὁ κόσμος πούκουπα
στὸ στῆθος μέγας λίθος
τζι εἶδα πηλὸν εἶδα φωθκιὰν
τζαὶ τὰ πουλιὰ νὰ φεύκουν
Ὡς τρέμει ἡ καρδούλα μου
ἂς τρέμει τὸ γεφύρι
ὡς πέφτουνε τὰ φύλλα μου
νὰ πέφτουν οἱ διαβάτες

~.~

379370_591198270895508_172190301_n

(Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη, Ἀθήνα, Σμίλη, 2019)

θ’

Βρεγμένοι βγήκαμε πάνω στὸ βουνὸ
ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ τὶς μηχανὲς
τῶν δέντρων.
Ἔτσι φτάσαμε γρήγορα στὴ μονή.
Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις
ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο
τραυματισμένων στρατιωτῶν.
Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο
(μὲ εἴσοδο παρακαλῶ)
καθὼς ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία
προκηρύξεις.
Ἐδῶ ἀγόρασε σπίτι
κι ὁ ποιητὴς τῶν Bitter lemons,
εἶπε μὲ ὕφος ὁ Ἀλέξανδρος.
Κι ὅμως, βλέποντας
ὅλο τοῦτο τὸ βαμβάκι τῆς ἀκτογραμμῆς
ἔμεινε μόνο στὸ κάδρο
τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων.
Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε.
Ἔτσι συμβαίνει.
Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά.
Ἕνα πουλὶ ὡστόσο
μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε
περίεργα.

~.~

ια΄

στὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας μου

Ἄνοιξε δρόμο
ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα.
Λευκὰ λεπτά.
Ἀόρατα νήματα.
Σιγή.
Κι ὕστερα λέξεις ξένες
αἰχμηρὲς
μαῦρο σπαθί,
κι ἡ πόρτα κλείνει ἀδιάφορη
καὶ παγωμένη.

Φεύγοντας τοῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά:
«Μὲν φύεις.
Μεῖνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη».

~.~

ιβ΄

Διάστικτοι ἀπὸ ξένη σήμανση
προχωρᾶμε ὅπως αἰσθάνεται κανεὶς
ὅταν πιαστεῖ σὲ ἱστὸ ἀράχνης.
Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο
μὲ ἀσπίδες ἠχηρές.
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κῶμα τοῦ Γιαλοῦ,
πέρκι φανεῖ ὁ δρόμος μας ξανὰ
κάτω ἀπ’ τὸν χρόνο.
Σὰν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικὰ στὸ Ριζοκάρπασο.
Ἐκεῖ μᾶς ὑποδέχτηκαν οἱ φίλοι μας
μὲ γέλια καὶ φωνὲς
ψουμὶν χωρκάτικον, χαλλούμιν τζαὶ ἐλιὲς
λαλλέδες καὶ κυκλάμινα
μὲς στὴν αὐλὴ τοῦ Γυμνασίου.
Κι ὅπως ὁ χρόνος τῶν παιδιῶν περνᾶ γρήγορα
ἔτσι κι ἐμεῖς ἀγαπηθήκαμε στὸ φῶς.
Σὲ κάθε θάνατο, μᾶς εἶπαν,
πεθαίνει ἕνας ἄπειρος ἀριθμὸς
πραγμάτων καὶ μορφῶν.
Κι ὅμως, ἐμεῖς ἐδῶ σηκώνουμε
τὶς πιὸ μεγάλες πέτρες
τῆς ἱστορίας.

~.~

ιστ΄

τῆς Ἀργυρῶς

Ἦτουν νὰ παντρευτῶ Κυριακήν.
Παρασκευὴν ἐφέραν μου τὸ νυφικόν.
Ἐφόρησά το μόνον μιὰν φοράν
(ἄμπα τζαι λερωθεῖ)
τζι ὕστερις
ἄννοια τὸ ἐρμάριν μου κρυφὰ
τζι ἐθώρουν του.
Σάββατον ξημερώματα ἐγίνην ἡ εἰσβολή.
Τὸ νυφικὸν ἔμεινεν πίσω
κρεμασμένον
στὴν Περιστερωνοπηγήν.
Ἐικοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη
Κυριακὴν
ἐσταμάτησαν οὕλλα τὰ πουλιὰ

στὸν ἀέραν.


Ὁ Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1974. Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Ἡ πρώτη του συλλογὴ Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009) τιμήθηκε μὲ τὸ κρατικὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ τῆς Κύπρου. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές του: Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (2009), Ξενιτεύομαι μ’ ἕνα φωνῆεν (2012), Οἰνοποίηση, 66 χαϊκοὺ γιὰ τὸ κρασὶν τζαὶ τὴν ποίησιν (2014), Παραλογή (2015) καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη (2019).

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)

*

Συνέχεια από το πρώτο μέρος

~.~

Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου της Νότιας Κορέας και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη όπου και σήμερα ζει. Σπούδασε κορεάτικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά της Η Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε πρόδρομο της Χορτοφάγου. Άλλα έργα της: Έργα ανθρώπων, 2016, Το Λευκό Βιβλίο, 2017. Στις 10 Οκτωβρίου 2024, ανακοινώθηκε ότι τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

5

Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.

Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;

Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.

Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.

Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.

Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου». (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |26. Βαγγέλης Κούτσης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Βαγγέλης Κούτσης

(Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι, Ἀθήνα, Προμετωπίδα, 2013)

Ὁ πρέπων ἀποχαιρετισμός

Δὲ σὲ περιέλαβαν
τοῦ Πάμπλο τὰ πινέλα
δὲ βρέθηκε ἕνας σύντροφος
γιὰ σένα νὰ κραυγάσει
μόνο ὑβρισμένος ἔφυγες
χωρὶς αὐγὴ καὶ κλάμα.
Γιὰ σένα συμφωνήσανε
κι οἱ φίλοι κι οἱ ἐχθροί σου
ἔτσι νογᾶν οἱ Ἕλληνες
ποὺ σὲ συκοφαντοῦσαν
καθεὶς κι ὁ ἑαυτούλης του
καὶ τὰ συμφέροντά του.
Μὰ ἐσύ, Νικόλα, μίσεψες
μόνος καὶ πικραμένος
κρατώντας πάντοτε ψηλὰ
βλέμμα κι ἱδανικά σου.
Δάσκαλε ἡ θυσία σου
γιὰ τὶς καρδιές μας ὕδωρ
τροφὴ  στοῦ λιόντα τὸ μυαλὸ
κι ἂς ἀγνοοῦν οἱ ἀχρεῖοι
πὼς γιὰ τὸ φίλο ξόδεψες
τὰ λίγα αὐτὰ ὁπού ’χες
πὼς μὲς στῆς σμέρνας τὴ φωλιὰ
διαγούμισες τὸν πόθο
γιὰ ἀνιδιοτέλεια
καὶ γιὰ δικαιοσύνη.

Χαῖρε, Νίκο Πλουμπίδη!


Ὁ Βαγγέλης Κούτσης γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1983, μεγάλωσε στὴν περιοχὴ τῆς Ἀμφιλοχίας καὶ σπούδασε οἰκονομικὰ στὴν ΑΣΟΕΕ. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Κυκλοφορεῖ ἡ μοναδική του ἕως τώρα ποιητική του συλλογή: Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι (2013).

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου της Νότιας Κορέας και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη όπου και σήμερα ζει. Σπούδασε κορεάτικη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά της Η Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε πρόδρομο της Χορτοφάγου. Άλλα έργα της: Έργα ανθρώπων, 2016, Το Λευκό Βιβλίο, 2017. Στις 10 Οκτωβρίου 2024, ανακοινώθηκε ότι τιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |25. Χρήστος Μαρτίνης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χρῆστος Μαρτίνης

Gustav Dore Charon

(Τὸ ξένο φῶς, Θεσσαλονίκη, Ὑποκείμενο, 2017)
 

στὸν φάνη

ἀποβραδὺς κατάχαμα μέσα στὴ μαύρη ἐλάτη ἐστρατοπέδεψε
στρατὸς τριάντα σπαθαρέοι ὅλοι χορεύουν τραγουδοῦν κι ἕνας
μιλιὰ δὲ βγάζει μονάχα τὸ τουφέκι του βαστᾶ καὶ συγυρίζει
πάνω στὸ γιαταγάνι του περνᾶ τὴν ἄσπρη πέτρα γιατί μωρὲ
πολεμιστὴ κουβέντα δὲν ξανοίγεις ἔχει μερόνυχτα πολλὰ ποὺ
βγήκαμε στὴ στράτα κι ὅσα χωριὰ κι ἂν κάψαμε σὺ καίγεις
ἄλλα τόσα κι ὅσα κεφάλια πήραμε δὲ βγαίνουν στὰ δικά
σου κι ἔδωκε τὴν ἀπόκριση χωρὶς νὰ τοὺς κοιτάζει μονάχα ἡ
σπάθα ν’ ἄστραφτε ἀπ’ τὶς πυρὲς μπροστά του «ἂφῆστε ‘μένα
νὰ κρατῶ τὴ λάμα τροχισμένη κι ἅμα θὰ βρίσκω χριστιανὸ
εὒτὺς νὰ τὸν θερίζω κι ἅμα θὰ μπαίνω σὲ αὐλὴ τὴ φλόγα νὰ
φυτεύω γιατὶ ὀχτροὶ περνούσανε κι ἀπ’ τὰ δικά μας μέρη ὅταν
τοὺς εἶδε τὸ χωριὸ μαντάλωσε τὶς πόρτες αὐτοὶ κινοῦσαν κι
ἔκαιγαν πετροχτισμένες στάνες μὲ τ’ ἄλογα ξεπάτωναν τὸν
φυτεμένο κάμπο ὕστερα στεῖλαν μπιστικὸ νὰ δώσει τὸ μαντάτο (περισσότερα…)

Έλενα Σταγκουράκη, Πέντε ποιήματα

22 (5).jpg

Σε κατάσταση «έκτακτου συναγερμού»!

Στην πόρτα μου ένας κομάντο,
αγέλαστος, με πολυβόλο.
Σιγά μη μου κάνει κουμάντο
το σιδερικό του όλο κι όλο!

Ο δρόμος μου αποκλεισμένος
και σκέφτομαι  «πάει!, αλί μου!,
κανένας θα είναι ζωσμένος
με βόμβες· γιατί βρε Αλή μου;»    

Κοιτάζω καλά και το πιάνω
πως σήμερα δεν είναι η μέρα
που εν τέλει κι εγώ θα πεθάνω·
φροντίζει η καλή Πλατυτέρα.

‘Επίσημο’ έχουμε, βγαίνει·
για πού το ‘χει βάλει δε λένε.
Μουστάκι αν έχει ή γένι
δεν ξέρω, τα μάτια δεν φταίνε.

Γιατί να μου φταίξουνε που ‘ναι
φιμέ της Μερσέντες το τζάμι
και μάλιστα αυτό το συνδράμει
αστυνομολόι; Θωρούνε!

Αρκεί που τη γλίτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα!

Βρυξέλλες, 10/2/2016 (περισσότερα…)