Συντάκτης: L'apprendista

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.

 

~.~

 

(περισσότερα…)

Παύλος Κοντάρας, Δύο ποιήματα

(περισσότερα…)

Γιώργος Στρατηγάκης, Ο φλοιός

Ο Φλοι­ός Ξε­φλου­δι­σμέ­νος

Τα α­πο­γεύ­μα­τα με­τά το σχο­λεί­ο βγαί­να­με και παί­ζα­με στον δρό­μο. Έ­τσι εί­χα μά­θει. Α­νυ­πο­μο­νού­σα για τα Σάβ­βα­τα και τις Κυ­ρια­κές. Τη­λε­φω­νού­σα στον Πα­να­γι­ώ­τη και τον Λευ­τέ­ρη, και τον Γι­ώρ­γο με τα δύ­ο α­δέλ­φια του και πε­τού­σα α­πό προ­σμο­νή ό­ταν δέχονταν και οι πέν­τε να έρ­θουν, ενώ με­λαγ­χο­λού­σα ό­ταν ό­χι, για­τί ποι­ος ή­ξε­ρε πό­τε θα να ξα­να­βρι­σκό­μα­στε. Ή­μα­σταν συγ­γε­νι­κά πνεύ­μα­τα. Οι γο­νείς μας ή­ταν με­τα­νά­στες, και οι ε­φτά εί­χα­με φτά­σει στη νέ­α χώ­ρα μι­κροί, κά­τω των έν­δε­κα, ό­ταν οι γο­νείς μας, ό­λοι τους σα­ραν­τά­ρη­δες ―σα­ραν­τά­ρη­δες!― ά­φη­σαν πί­σω ζω­ές και πή­γαν ό­που δεν ή­ξε­ραν.

Προ­σπα­θώ να φαν­τα­στώ και να μπω στη θέ­ση τους και δεν το κα­τα­φέρ­νω. Πο­τέ δεν θα πα­ρά­τα­γα σα­ράν­τα χρό­νια ζω­ής για να πά­ω αλ­λού. Τι να κά­νω; Να ξα­ναρ­χί­σω; Γί­νε­ται; Τώ­ρα, βέ­βαι­α, με­γά­λος στην η­λι­κί­α, ξέ­ρω ό­τι μια φο­ρά μό­νο αρ­χί­ζει κα­νείς.

Ή­ταν κα­λύ­τε­ροι – σε τό­σα ι­σχυ­ρό­τε­ροι, σκλη­ρό­τε­ροι. Οι γο­νείς τεί­νουν να εί­ναι έτσι.

Τι κα­λύ­τε­ρο α­πό το να ζεις σε δρό­μο χω­ρίς έ­ξο­δο, με δι­ώ­ρο­φα σπί­τια στις δύ­ο πλευ­ρές, δύ­ο-τρεις οι­κο­γέ­νει­ες στο κα­θέ­να, με παι­διά σε πολ­λά απ’ αυτά, αυ­το­κί­νη­τα α­ραγ­μέ­να στις ά­κρες και δέ­κα-εί­κο­σι παι­διά να παί­ζουν στο δρό­μο κά­θε α­πό­γευ­μα;

Αυ­τό στην α­πέ­ναν­τι γω­νί­α, ή­ταν πο­δή­λα­το; Ή­ταν δυ­να­τόν; Εγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο; Το σή­κω­σα και το κα­βά­λη­σα και α­μέ­σως η μπρο­στι­νή δι­χά­λα λύ­γι­σε προς τη μια πλευ­ρά και με δυ­σκο­λί­α κρά­τη­σα το τι­μό­νι ευ­θεί­α. Το σώ­μα μου ξε­φού­σκω­σε με α­πο­γο­ή­τευ­ση σαν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι αυ­τό το θαυ­μά­σιο πράγ­μα που πο­τέ δεν θα α­πο­κτού­σα ή­ταν λι­γό­τε­ρο α­πό τις υ­πο­σχέ­σεις του και­νούρ­γιου και α­πό αυ­τές που ξύ­πνη­σαν μέ­σα μου.

Α­πο­φά­σι­σα να μην ι­σι­ώ­σω το σκέ­λος για­τί θα έ­σπα­ζε και θα έ­με­να δί­χως τί­πο­τα. Βρή­κα ό­τι με ζό­ρι κα­τά­φερ­να να αν­τι­στα­θώ στην κλί­ση της μπρο­στι­νής ρό­δας που τρα­βού­σε και θα α­νά­τρε­πε τα πάν­τα. Κρα­τού­σα το τι­μό­νι με το έ­να χέ­ρι για­τί με το άλ­λο κρα­τι­ό­μουν στα πα­ρά­θυ­ρα και στις σκε­πές αυ­το­κι­νή­των να μην πέ­σω. Δεν ή­ξε­ρα ι­σορ­ρο­πί­α. Στιγ­μή τη στιγ­μή, δει­λά και αρ­γά, α­μο­λού­σα το χέ­ρι ό­ταν αι­σθα­νό­μουν λί­γη ι­σορ­ρο­πί­α. Πέ­ρα­σα το κα­λο­καί­ρι ε­κεί­νο με τα πό­δια με­λα­νω­μέ­να και τα α­χα­μνά, φο­βό­μουν, κα­τα­στραμ­μέ­να α­φού συ­χνά έ­παιρ­να φό­ρα, έ­χα­να έ­λεγ­χο και έ­πε­φτα σε αυ­το­κί­νη­τα. Πέ­ρα­σε και­ρός να μά­θω τι θα πει φρέ­νο και έ­τσι και αλ­λι­ώς το στα­μά­τη­μα ή­ταν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη. Στρα­πα­τσά­ρι­σα και γρα­τσού­νι­σα αρ­κε­τά αυ­το­κί­νη­τα. Μπε­λά δεν βρή­κα. Πολ­λοί ι­δι­ό­κτη­τες ή­ταν με­τα­κι­νού­με­νοι που έ­παιρ­ναν το τρέ­νο και ε­πέ­στρε­φαν αρ­γά το βράδυ. Οι υ­πό­λοι­ποι, οι ντό­πιοι, σπά­νια να βγουν έ­ξω.

Άλ­λες φο­ρές παί­ζα­με μπέ­ιζ­μπολ. Πο­τέ δεν εί­χα­με πραγ­μα­τι­κό ρό­πα­λο – έ­σπα­ζα πή­χες α­πό τα κιγ­κλι­δώ­μα­τα και τις ξύ­λι­νες σκά­λες που πή­γαι­ναν στον τρί­το ό­ρο­φο και λεί­αι­να γω­νί­ες με σου­γιά και στρογ­γύ­λευ­α και μόρ­φω­να λα­βή.

Ο Πα­να­γι­ώ­της προ­τι­μού­σε φουτ­μπόλ. Με­ρι­κές φο­ρές ό­ταν βρι­σκό­μα­σταν και οι ε­φτά βά­ζα­με τρεις-τέσ­σε­ρις παί­κτες α­νά πλευ­ρά—δεν ε­πέ­τρε­πε άλ­λους το πλά­τος του δρό­μου. Αυ­τός πα­σα­δό­ρος και ε­γώ δρο­μέ­ας.

Έ­τσι βρή­κα την τε­λει­ό­τη­τα που κου­βα­λά­ω α­κό­μα και σή­με­ρα.

Έ­χου­με εκ­φρά­σεις να εν­νο­ού­με ό­τι εί­μα­στε στη ζώ­νη, για φυ­σι­κά χά­η, για γλυ­κά ση­μεί­α και ό­ταν εί­μα­στε α­πό­λυ­τα βέ­βαι­οι για κά­τι πριν συμ­βεί και με­τά συμ­βαί­νει. Εί­ναι μια δι­ά­στα­ση άλ­λης ύ­παρ­ξης, μια στιγ­μή που ί­σως χα­ρί­ζε­τε α­πό τη Μού­σα, και εί­ναι υ­πε­ρά­νω του κό­σμου αυ­τού. Έ­τρε­ξα με ύ­στα­τη τα­χύ­τη­τα, πέ­τα­ξα, ξέ­φυ­γα του φύ­λα­κά μου, έ­τρε­χα κοι­τά­ζον­τας μπρο­στά, σή­κω­σα το χέ­ρι και η μπά­λα μπή­κε στην πα­λά­μη μου. Α­πα­λά και α­πλά βρέ­θη­κε ε­κεί.

Στο κρε­βά­τι του νο­σο­κο­μεί­ου, τα μαύ­ρα μαλ­λιά του Πα­να­γι­ώ­τη ή­ταν ά­γρια και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ή­ταν τώ­ρα χα­ραγ­μέ­να και λι­πό­σαρ­κα. Μπαι­νο­έ­βγαι­νε στη συ­νεί­δη­ση. Έ­να μή­να πριν, τυ­χαί­α λες και δεν ή­ταν τί­πο­τα, λες και δεν ή­θε­λε να εί­ναι τί­πο­τα, εί­πε εί­χε καρ­κί­νο. Υ­πήρ­χε σχέ­διο, εί­πε. «Σχέ­διο» λες και ό­ταν ε­φαρ­μο­στεί, έ­πε­ται το α­πο­τε­λέ­σμα­τα που σχε­διά­ζεις.

Η α­λή­θεια εί­ναι κα­νείς δεν ξέ­ρει τι ε­πα­κο­λου­θεί. Θα του έ­βγα­ζαν τα δόν­τια. Βόμ­βα αυ­τό. Δεν εί­χε νό­η­μα. Ο κό­σμος κα­τα­στρά­φη­κε και η φτώ­χεια και το Σκο­τά­δι και η Φθο­ρά κρά­τη­σαν α­δι­ά­φο­ρη κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω σε ό­λα.

Ζή­τη­σε μια κό­κα κό­λα και κοί­τα­ξα τη νο­σο­κό­μα, που μου έ­γνε­ψε. «Α­ραι­ώ­στε τη,» μου εί­πε, «θα του εί­ναι σκλη­ρή.»

Ε­πτά πή­ραν το δρό­μο για το νε­κρο­τα­φεί­ο αλ­λά έ­ξι ή­ταν για γυ­ρι­σμό και κα­νείς δεν ξέ­ρει πού πά­ει η α­γά­πη του θε­ού ή αν υ­πάρ­χει.

Αυ­τή η τέ­λεια πά­σα, αυ­τή η χά­ρη, αυ­τό το δώ­ρο, αυ­τή η ε­νό­τη­τα με το σύμ­παν εί­ναι μια λε­πτή φλοί­δα κρεμ­μυ­διού, έ­να α­νέκ­δο­το ε­νός α­πο­γεύ­μα­τος και ε­νός λε­πτού που δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα … και ση­μαί­νει το παν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Θάνος Γιαννούδης, Αναγέννηση

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Κι είπ’ η γιαγιά στ’ άσωτα εγγόνια
πως πέθαν’ ο Καλός Θεός…»
Δ. Ζευγώλη – Γλέζου

«Μεγάλη Μήτρα, πόσο το ποθώ
να ’ρθω στη γη κι ας είμαι πριν της ώρας.
Αγέννητος, ζητώ την Ελευθώ
ν’ ανοίξει της καρδιάς μου το βυθό
και στ’ άπειρου του νου να στάξ’ ιχώρας. (περισσότερα…)

Δώρος Γεωργίου, Επτά ποιήματα

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι

Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.

Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.
(περισσότερα…)

Υφαίνοντας τον μυθιστορηματικό ιστό με καρέ νουάρ

Ιάκωβος Ανυφαντάκης
Κάποιοι άλλοι
Πατάκης, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

«“Θέλω μόνο να τελειώσω τη γαμημένη την ιστορία μου”. Κοίταξα μπροστά. Ανάμεσα στα δέντρα φαινόταν μακριά η θάλασσα άδεια. Γέμισα αέρα το στέρνο μου και η αφήγηση άρχισε να ξετυλίγεται στο μυαλό μου» – λέει ο Βαγγέλης, ο αφηγητής του Ιάκωβου Ανυφαντάκη στο μυθιστόρημα Κάποιοι άλλοι (σ. 317). Τίποτα παράξενο για έναν πρωτοπρόσωπο ομοδιηγητικό αφηγητή, ο οποίος παίρνει το νήμα της αφήγησης, για να γνωστοποιήσει –τι άλλο;– την ιστορία του, να αποκτήσει δηλαδή ενώπιον του αναγνώστη σάρκα και οστά. Το ενδιαφέρον στο μικρό απόσπασμα-πρόταξη είναι το γεγονός ότι η δυναμική δήλωση του ήρωα γίνεται μόλις λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος των 340 σελίδων. Η δήλωση μοιάζει με ξέσπασμα, σαν να κρύβεται σε κάθε πρόταση ένα «επιτέλους», το οποίο υπονοεί ποιος τελικά; Ο Βαγγέλης ή και ο Ιάκωβος, που, όπως πληροφορεί τον αναγνώστη η σημείωση στο τέλος του μυθιστορήματος, έγραφε το βιβλίο για τέσσερα ολόκληρα χρόνια;

(περισσότερα…)

Παραλειπόμενα τ΄ Άη Νικόλα

*

Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).

Πρώτα απ’ όλα ας παραθέσω τις ημερολογιακές εγγραφές των δυο ταξιδιωτών. Ξεκινώ με του Σικελιανού (Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, εισ.-επιμ. Ιωάννα Κωνσταντουλάκου-Χάντζου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, σ. 201-205):

Σκήτη Καυσοκαλυβίων,
6 Δεκεμ. 914,
Ἁγίου Νικολάου.
 
Ἐπισκεφτόμαστε τοὺς
ξυλογλύπτες.
Ὁ ἕνας μὲ τὰ γκρίζα
μάτια.
Ὁ ἄλλος ξυπνώντας
ἀπ᾽ τὸν ὕπνο, ἁπαλό-//
τατος, ὠχρός,, μὲ τὰ
γένια σὰν μετάξι γύρω
ἀπὸ μυτερὸ πρόσωπο,
καὶ βαθιὰ παρθενικὰ
μάτια. Τὸ χέρι του
εἶναι ἁπαλὸ σὰν κέρι-
νο, ἀλαφρὸ σὰν ἀν-
τίδωρο.
Πηγαίνομε ἔπειτα
Στὸν ξυλογλύπτη Ἀρ-
σένιο, πού ᾽κανε τὸ//
ἐγκόλπιο τῶν Καρυῶν,
τὴ Δευτέρα Παρουσία.
Αὐτοδίδακτος· ἄρχισε
ἀπὸ μικροὺς ἄξεστους
σταυρούς. Δούλεψε
15 χρόνια τὴ Δευτέρα
Παρουσία. Σὲ κάθε
πρόσωπο ἔδωκε ἔκ-
φραση. Στὴν ὄψη του
ἔχει σταλαγμένο τὸ
φῶς τῆς ἐργασίας.//
Στὸ μικρό του δωμά-
τιο, ὅλα τὰ σὐνεργα
τῆς τέχνης του.
Οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔργου
ébauche.
Τὸ κοτσύφι του.
Τρώει σμυρτιὰ ἀπ᾽
τὸ χέρι, κουκκὶ
κισσοῦ, ζυμάρι.
Μιὰ πίστη στὸ ἄνθρωπο.
Μαῦρο γυαλιστερό.//
Τὴ νύχτα, ἡσυχία. Ξανα-
θυμοῦμαι τὸν Πανσέληνο
στὴ βεράντα τῶν Ἰωασα-
φαίων. Βαθύτατη
συνείδηση τῆς ἠθικῆς μου
ἀνάτασης στὸ ἔργο ποὺ
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖ
μιὰ ἠχώ. Ὅ λ ο μ ο υ
τ ὸ ἔ ρ γ ο π ι ὰ σ τ ε ρ ε ω μ έ ν ο
σ τ ὴ θ έ λ η σ η, ὡ ς σ ὲ β ρ ά-
χ ο, α ἰ ώ ν ι α.  

(περισσότερα…)

Η Χάννα Άρεντ και η αλλοτρίωση του σύγχρονου κόσμου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (3/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

(συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος β΄)

Ἡ ἀνορθογραφία μου ἦταν ἡ πρώτη τολμηρὴ λέξη ποὺ γράφτηκε ποτέ. Ἀναστάτωσε τὴ γραμματικὴ τάξη, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ἀναπάντεχα, σὰν λέξη κόντρα στὸ πεπρωμένο, στὴν προγεγραμμένη της μοίρα. Τριάντα χρόνια πρίν, ὁ Μαριάμπας, ὀ ἥρωας τοῦ Σκαρίμπα στὸ ὁμώνυμο μυθιστόρημα (1935), ἀλληλογραφώντας μὲ τὴν ὑπηρέτρια ἔγραφε ἀπὸ ἁβροφροσύνη τὸ «ἄνθρωπος» μὲ ὄμικρον, καὶ τὸ «μ’ ἐκτίμηση» πέρα γιὰ πέρα μὲ ἦτα. Ἦταν ἕνα ἐξαίσιο τέρας ἀνθρωπιᾶς! (χαρακτηρισμὸς τοῦ συγγραφέα), ἕνα λαμπρὸ λάθος τῆς φύσης. Ὁ ὀρθὰ ἐννοούμενος δάσκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζει αὐτό. Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, ἂν καὶ δὲν χρειάζεται νὰ μεγαλώσει κανεὶς γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, ἡ χειρονομία μου ἦταν μία λελογισμένη ἀντίδραση στὴν ὁμοιομορφία, στὴν καθοδήγηση ὅλων σὲ ἕνα κανονιστικὸ πρότυπο, ἀνάλογο μὲ τὴν ὁμοιόμορφη μπλὲ σχολικὴ ποδιά. Ἡ ὁμοιόμορφη γραφὴ εἶναι καταλυτικὴ γιὰ τὸ πνεῦμα. Στὸ μεταξὺ διάβασα πολλὰ χειρόγραφα συγγραφέων. Τὰ λάθη τους εἶναι μοναδικά, ἀκέραια συμπτώματα τοῦ ὕφους, καὶ ὡς γνωστὸν τὸ ὕφος εἶναι οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἔκφραση, καθὼς καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν αὐτὲς οἱ δυνάμεις. Ἕνα ἐμπόδιο ἦταν κι αὐτό, ἂν δὲν μεγαλοπιάστηκα κι ἐγὼ προώρως. Τὸ 1964, τὴ χρονιὰ τοῦ δικοῦ μου ἐπεισοδίου, κυκλοφόρησαν μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Λίνου Πολίτη τὰ χειρόγραφα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς «τρεῖς μεγάλους πεθαμένους ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά» (ἡ γνωστὴ αἰνιγματικὴ ρήση τοῦ Σεφέρη). Διασκεδάζω τὴν ἀπογοήτευσή μου μεταφέροντας ἕνα αὐθεντικὸ σολωμικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «πυρασμό»:

(περισσότερα…)

Δ. Η. Στράνης, Οδηγίες γραφής: Αισθητικός γνώμονας ενός μειζονελάσσονος

Fabrizio Clerici, Μνημείο υπό κατασκευή (1946)
(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (2/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

Α’

[συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος α΄]

Μὲ κοντὰ παντελονάκια ἀκόμη καὶ ἀποφάσισα, ἀφοῦ ἡ λογοτεχνία ἔλεγε ψέματα, νὰ γράψω, νὰ συγγράψω, παρακαλῶ, τὴν παγκόσμια ἱστορία. Ἐξασφάλισα ἕνα τετράδιο μὲ ἄγραφες σελίδες. Στὴν ἐτικέττα τοῦ ἐξωφύλλου σημείωσα μὲ κεφαλαῖα γράμματα τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα καὶ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου. Ἀσφαλῶς θὰ μοῦ ἔπαιρνε πολλὰ τετράδια, πολλὲς ὧρες, ἡμέρες, χρόνια, τὴν ἐφηβεία μου ὁλόκληρη, δὲν θὰ μοῦ ἐπέτρεπε, πιθανόν, νὰ κάνω οἰκογένεια, νὰ ζήσω σὰν ἄνθρωπος. Θὰ ἤμουν ἕνας ἀσκητὴς ταμένος στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς ὑψηλοῦ στόχου. Μὲ ἀπασχολοῦσε μόνο τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς θητείας (ἀφθονοῦσαν οἱ ἡρωικὲς πάντοτε ἀφηγήσεις τῶν μεγάλων ἀπὸ τὰ ἔνδοξα χρόνια στὸν στρατό), ἂν θὰ ἔπρεπε, δηλαδή, νὰ διακόψω τὴ συγγραφὴ γιὰ νὰ πάω φαντάρος. Τέλος πάντων, θὰ ἔβρισκα τρόπο νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅταν θὰ ἔφτανε ἡ ὥρα του. Ἂς μὴν προτρέχω. Πῆρα ἕνα βράδυ τὸ τετράδιο, στὴν κουζίνα πάντα (αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀποκάλυπτα, ὅτι ἡ παγκόσμια ἱστορία γράφτηκε στὴν κουζίνα), καὶ τὸ κράτησα ἀνοιχτὸ στὴν πρώτη λευκὴ σελίδα. Ἄρχισα νὰ γράφω μὲ μολύβι, ἤρεμα, σταθερά, γνώριζα τὰ πάντα, ἀφοῦ τὰ σπουδαῖα γεγονότα τοῦ κόσμου παίχτηκαν στὴ χώρα μου, οἱ βασιλιάδες καὶ οἱ στρατηγοὶ μιλοῦσαν τὴ γλώσσα μου, ὁ Θησέας, ἀφοῦ πρῶτα σκότωσε τὸν Περιφήτη, τὸν Σίνη τὸν Πιτυοκάμπτη, τὸν Σκίρωνα καὶ τὸν Προκρούστη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴ γειτονιά μου στὸ δρόμο γιὰ τὴν Ἀθήνα, ἄλλος δρόμος δὲν ὑπῆρχε· καὶ ὁ Οἰδίποδας, ἐπίσης, τραβώντας γιὰ τὸν Κολωνό. Ξεκίνησα κι ἐγὼ τὴν ὁδοιπορία μου κάπως ἀόριστα, γιὰ τὸν ἄνθρωπο γενικά, τὸ πεπρωμένο του στὴ ζωή, τὴν πρώτη του γραφή, τὸ ἀλφάβητο, τὸν τροχό, τὴ σχεδία τοῦ Ὀδυσσέα στὴ θάλασσα· τὸ πέταγμα τοῦ Ἴκαρου μὲ τὸ κερένιο ἀνεμόπλανο. Μετὰ κουράστηκα. Ὅλα αὐτὰ μοῦ πῆραν μιὰ σελίδα. Τὴν πρώτη σελίδα ἐκείνου τοῦ τετράποδου Μόγλη ποὺ σηκώθηκε στὰ δυό του πόδια. Θὰ συνέχιζα ἀσφαλῶς. Αὐτὰ τὰ πόδια εἶχαν νὰ κάνουν πολλὰ χιλιόμετρα. Ἔβαλα τὸ τετράδιο σ’ ἕνα ἑρμάρι τῆς κουζίνας, στὸν πάτο, νὰ μὴ φαίνεται. Κάτι μὲ ἀνησυχοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἔδωσα σημασία. Μήπως ἔτρεξα βιαστικά; Θὰ συνέχιζα ξεκούραστος τὴν ἑπομένη.

(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (1/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

Γεννήθηκα ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο τῆς Κριμαίας, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Φελλίνι γύρισε τὴν περίφημη La Strada, ὁ Κούνδουρος τὴ Μαγικὴ πόλη καὶ ὁ Tallas τὸ Ξυπόλυτο τάγμα. Ὑπάρχει μία φωτογραφία ποὺ δείχνει τὴ χρονιὰ αὐτὴ τὸν Θεοδωράκη καὶ τὸν Χατζιδάκι νὰ περπατοῦν μαζὶ στὴν Ρώμη. Θαυμαστὴ συνάντηση! Κι ἐγὼ ἕνα ἐξαγόμενο τοῦ ἐμβρυουλκοῦ στὸ Δημοτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τὸ σημερινὸ Πνευματικὸ Κέντρο στὴν Ἀκαδημίας. Ὁ δρόμος μου γιὰ τὰ γράμματα ἦταν προκαθορισμένος. Γεννήθηκα τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Ρίτσος τύπωνε τὴν Ρωμιοσύνη καὶ τὴν Ἀγρύπνια, μιὰ μέρα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ὁ Ὑψηλάντης καὶ οἱ ἐπαναστάτες του ἔμπαιναν στὸ Βουκουρέστι: 27 Μαρτίου [1821]. Τέτοια μέρα κυκλοφόρησε στὴν Δανία τὸ 1843 τὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς διαφθορέα τοῦ Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο συγκρατῶ μόνο ὡς πρόσφορο στὶς ἀνάγκες μου ἐδῶ τὸν ἀφορισμό: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι παγίδα. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πιάσεις· σὲ πιάνει πρῶτα αὐτή. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν αἰχμαλωτίσεις, ἂν δὲν γίνεις πρῶτα αἰχμάλωτός της». Ἂν καὶ αἰσθάνομαι πλήρη ἀποστροφὴ ἀπέναντι στοὺς ἀφορισμούς· ἐξυπνάδες, καλύτερα. Τέλος πάντων, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἀτόπημα. Ἂς μείνω λίγο ἀκόμη στὶς συγκυρίες. Στὰ τέταρτα γενέθλιά μου, τὸ 1958, πέθανε ὁ Δημοσθένης Βουτυρᾶς, καὶ ὅταν ἔκλεινα τὰ ἐννιά, ὁ Φώτης Ἀγγουλές. Καὶ οἱ δύο στάθηκαν ὄρθιοι, ὅσο μπόρεσαν, ἀπέναντι στὴν κυκλοδίωκτη μοίρα τους. Τέτοια νύχτα πάνω-κάτω πέθανε τὸ 1827 ὁ Μπετόβεν, ὅταν ὁ Ὑψηλάντης ἦταν ἀκόμη ἐγκάθειρκτος στὸ φρούριο Μούνκατς στὰ Καρπάθια. Ὁ Χαίλντερλιν, ἔγκλειστος στὸν ἑαυτό του καὶ στὸν δικό του πύργο στὸ Τύμπινγκεν εὐχόταν τὴν εὐτυχῆ ἔκβαση τῆς Ἐπανάστασης. Θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραψε, τὸν Ὑπερίωνα, ἔστειλε τὸν ἥρωά του νὰ πολεμήσει στὸν ἐπαναστατημένο Μοριᾶ τὸ 1770. Ὁ Χαίλντερλιν γεννήθηκε ἐκείνη τὴ χρονιά, ὅπως καὶ ὁ Μπετόβεν, καὶ ὁ Χέγκελ, φίλος καὶ συμφοιτητής του ἀργότερα στὸ Τύμπινγκεν. Γιὰ τὴν ἱστορία, γεννήθηκε στὶς 7 Ἰουνίου, ἡμέρα τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ τοῦ Ὑψηλάντη στὸ Δραγασάκι. Τιμητικά, τέτοιαν ἡμέρα ὁρίζει ὁ Τσίρκας ὡς ἀρχὴ τῆς πλοκῆς τῆς τριλογίας Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες. Ὑποθέτω ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ Μπετόβεν ἔφτανε στ’ ἀφτιά του, ὄχι ὅμως στὰ ταβερνάκια καὶ τὰ καπηλειὰ τοῦ Βουτυρᾶ καὶ τοῦ Πορφύρα. Ὁ Πορφύρας ἦταν κι αὐτός, σὰν τὸν Ἀγγουλέ, Χιώτης. Σταματῶ μὲ τὶς συγκυρίες. Ἄλλωστε, δὲν βοηθοῦν σὲ τίποτε. Στὸν ἐργατικὸ καὶ προσφυγικὸ συνοικισμὸ ποὺ μεγάλωσα, θὰ χρειαζόμουν πολλὰ χρόνια γιὰ ν’ ἀρχίσω νὰ ἐπινοῶ τέτοιες ἰδεοληπτικὲς συναντήσεις. Τὸ σπίτι μας χτιζόταν ἐκ περιτροπῆς (μεταμεσονύκτιες ὧρες), ὅπως καὶ ὅλων τῶν γειτόνων, γιὰ τὸν φόβο τῶν ἀστυφυλάκων. Φαίνεται πὼς αὐτὸ τὸ ἄγχος τῆς ἀνεστιότητας μὲ ὠθοῦσε διαρκῶς σὲ ἀγχώδη ἀναζήτηση μιᾶς ἄλλης στέγης. Ἐκεῖ καταλήγει ἄλλωστε ὅποιος μπερδεύεται μὲ βιβλία. Νὰ πιάσω αὐτὸ τὸ ζήτημα πρῶτα, τῶν βιβλίων, ὅσο γίνεται πιὸ συνοπτικά.

(περισσότερα…)