Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.
~.~
Ο Φλοιός Ξεφλουδισμένος
Τα απογεύματα μετά το σχολείο βγαίναμε και παίζαμε στον δρόμο. Έτσι είχα μάθει. Ανυπομονούσα για τα Σάββατα και τις Κυριακές. Τηλεφωνούσα στον Παναγιώτη και τον Λευτέρη, και τον Γιώργο με τα δύο αδέλφια του και πετούσα από προσμονή όταν δέχονταν και οι πέντε να έρθουν, ενώ μελαγχολούσα όταν όχι, γιατί ποιος ήξερε πότε θα να ξαναβρισκόμαστε. Ήμασταν συγγενικά πνεύματα. Οι γονείς μας ήταν μετανάστες, και οι εφτά είχαμε φτάσει στη νέα χώρα μικροί, κάτω των ένδεκα, όταν οι γονείς μας, όλοι τους σαραντάρηδες ―σαραντάρηδες!― άφησαν πίσω ζωές και πήγαν όπου δεν ήξεραν.
Προσπαθώ να φανταστώ και να μπω στη θέση τους και δεν το καταφέρνω. Ποτέ δεν θα παράταγα σαράντα χρόνια ζωής για να πάω αλλού. Τι να κάνω; Να ξαναρχίσω; Γίνεται; Τώρα, βέβαια, μεγάλος στην ηλικία, ξέρω ότι μια φορά μόνο αρχίζει κανείς.
Ήταν καλύτεροι – σε τόσα ισχυρότεροι, σκληρότεροι. Οι γονείς τείνουν να είναι έτσι.
Τι καλύτερο από το να ζεις σε δρόμο χωρίς έξοδο, με διώροφα σπίτια στις δύο πλευρές, δύο-τρεις οικογένειες στο καθένα, με παιδιά σε πολλά απ’ αυτά, αυτοκίνητα αραγμένα στις άκρες και δέκα-είκοσι παιδιά να παίζουν στο δρόμο κάθε απόγευμα;
Αυτό στην απέναντι γωνία, ήταν ποδήλατο; Ήταν δυνατόν; Εγκαταλειμμένο; Το σήκωσα και το καβάλησα και αμέσως η μπροστινή διχάλα λύγισε προς τη μια πλευρά και με δυσκολία κράτησα το τιμόνι ευθεία. Το σώμα μου ξεφούσκωσε με απογοήτευση σαν συνειδητοποίησα ότι αυτό το θαυμάσιο πράγμα που ποτέ δεν θα αποκτούσα ήταν λιγότερο από τις υποσχέσεις του καινούργιου και από αυτές που ξύπνησαν μέσα μου.
Αποφάσισα να μην ισιώσω το σκέλος γιατί θα έσπαζε και θα έμενα δίχως τίποτα. Βρήκα ότι με ζόρι κατάφερνα να αντισταθώ στην κλίση της μπροστινής ρόδας που τραβούσε και θα ανάτρεπε τα πάντα. Κρατούσα το τιμόνι με το ένα χέρι γιατί με το άλλο κρατιόμουν στα παράθυρα και στις σκεπές αυτοκινήτων να μην πέσω. Δεν ήξερα ισορροπία. Στιγμή τη στιγμή, δειλά και αργά, αμολούσα το χέρι όταν αισθανόμουν λίγη ισορροπία. Πέρασα το καλοκαίρι εκείνο με τα πόδια μελανωμένα και τα αχαμνά, φοβόμουν, καταστραμμένα αφού συχνά έπαιρνα φόρα, έχανα έλεγχο και έπεφτα σε αυτοκίνητα. Πέρασε καιρός να μάθω τι θα πει φρένο και έτσι και αλλιώς το σταμάτημα ήταν τελευταία σκέψη. Στραπατσάρισα και γρατσούνισα αρκετά αυτοκίνητα. Μπελά δεν βρήκα. Πολλοί ιδιόκτητες ήταν μετακινούμενοι που έπαιρναν το τρένο και επέστρεφαν αργά το βράδυ. Οι υπόλοιποι, οι ντόπιοι, σπάνια να βγουν έξω.
Άλλες φορές παίζαμε μπέιζμπολ. Ποτέ δεν είχαμε πραγματικό ρόπαλο – έσπαζα πήχες από τα κιγκλιδώματα και τις ξύλινες σκάλες που πήγαιναν στον τρίτο όροφο και λείαινα γωνίες με σουγιά και στρογγύλευα και μόρφωνα λαβή.
Ο Παναγιώτης προτιμούσε φουτμπόλ. Μερικές φορές όταν βρισκόμασταν και οι εφτά βάζαμε τρεις-τέσσερις παίκτες ανά πλευρά—δεν επέτρεπε άλλους το πλάτος του δρόμου. Αυτός πασαδόρος και εγώ δρομέας.
Έτσι βρήκα την τελειότητα που κουβαλάω ακόμα και σήμερα.
Έχουμε εκφράσεις να εννοούμε ότι είμαστε στη ζώνη, για φυσικά χάη, για γλυκά σημεία και όταν είμαστε απόλυτα βέβαιοι για κάτι πριν συμβεί και μετά συμβαίνει. Είναι μια διάσταση άλλης ύπαρξης, μια στιγμή που ίσως χαρίζετε από τη Μούσα, και είναι υπεράνω του κόσμου αυτού. Έτρεξα με ύστατη ταχύτητα, πέταξα, ξέφυγα του φύλακά μου, έτρεχα κοιτάζοντας μπροστά, σήκωσα το χέρι και η μπάλα μπήκε στην παλάμη μου. Απαλά και απλά βρέθηκε εκεί.
Στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τα μαύρα μαλλιά του Παναγιώτη ήταν άγρια και τα χαρακτηριστικά του ήταν τώρα χαραγμένα και λιπόσαρκα. Μπαινοέβγαινε στη συνείδηση. Ένα μήνα πριν, τυχαία λες και δεν ήταν τίποτα, λες και δεν ήθελε να είναι τίποτα, είπε είχε καρκίνο. Υπήρχε σχέδιο, είπε. «Σχέδιο» λες και όταν εφαρμοστεί, έπεται το αποτελέσματα που σχεδιάζεις.
Η αλήθεια είναι κανείς δεν ξέρει τι επακολουθεί. Θα του έβγαζαν τα δόντια. Βόμβα αυτό. Δεν είχε νόημα. Ο κόσμος καταστράφηκε και η φτώχεια και το Σκοτάδι και η Φθορά κράτησαν αδιάφορη κυριαρχία πάνω σε όλα.
Ζήτησε μια κόκα κόλα και κοίταξα τη νοσοκόμα, που μου έγνεψε. «Αραιώστε τη,» μου είπε, «θα του είναι σκληρή.»
Επτά πήραν το δρόμο για το νεκροταφείο αλλά έξι ήταν για γυρισμό και κανείς δεν ξέρει πού πάει η αγάπη του θεού ή αν υπάρχει.
Αυτή η τέλεια πάσα, αυτή η χάρη, αυτό το δώρο, αυτή η ενότητα με το σύμπαν είναι μια λεπτή φλοίδα κρεμμυδιού, ένα ανέκδοτο ενός απογεύματος και ενός λεπτού που δεν σημαίνει τίποτα … και σημαίνει το παν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Κι είπ’ η γιαγιά στ’ άσωτα εγγόνια
πως πέθαν’ ο Καλός Θεός…»
Δ. Ζευγώλη – Γλέζου
«Μεγάλη Μήτρα, πόσο το ποθώ
να ’ρθω στη γη κι ας είμαι πριν της ώρας.
Αγέννητος, ζητώ την Ελευθώ
ν’ ανοίξει της καρδιάς μου το βυθό
και στ’ άπειρου του νου να στάξ’ ιχώρας. (περισσότερα…)

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι
Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.
Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.
(περισσότερα…)
Ιάκωβος Ανυφαντάκης
Κάποιοι άλλοι
Πατάκης, 2019
της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ
«“Θέλω μόνο να τελειώσω τη γαμημένη την ιστορία μου”. Κοίταξα μπροστά. Ανάμεσα στα δέντρα φαινόταν μακριά η θάλασσα άδεια. Γέμισα αέρα το στέρνο μου και η αφήγηση άρχισε να ξετυλίγεται στο μυαλό μου» – λέει ο Βαγγέλης, ο αφηγητής του Ιάκωβου Ανυφαντάκη στο μυθιστόρημα Κάποιοι άλλοι (σ. 317). Τίποτα παράξενο για έναν πρωτοπρόσωπο ομοδιηγητικό αφηγητή, ο οποίος παίρνει το νήμα της αφήγησης, για να γνωστοποιήσει –τι άλλο;– την ιστορία του, να αποκτήσει δηλαδή ενώπιον του αναγνώστη σάρκα και οστά. Το ενδιαφέρον στο μικρό απόσπασμα-πρόταξη είναι το γεγονός ότι η δυναμική δήλωση του ήρωα γίνεται μόλις λίγο πριν το τέλος του μυθιστορήματος των 340 σελίδων. Η δήλωση μοιάζει με ξέσπασμα, σαν να κρύβεται σε κάθε πρόταση ένα «επιτέλους», το οποίο υπονοεί ποιος τελικά; Ο Βαγγέλης ή και ο Ιάκωβος, που, όπως πληροφορεί τον αναγνώστη η σημείωση στο τέλος του μυθιστορήματος, έγραφε το βιβλίο για τέσσερα ολόκληρα χρόνια;
(περισσότερα…)*
Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ
Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).
Πρώτα απ’ όλα ας παραθέσω τις ημερολογιακές εγγραφές των δυο ταξιδιωτών. Ξεκινώ με του Σικελιανού (Το Αγιορείτικο Ημερολόγιο, εισ.-επιμ. Ιωάννα Κωνσταντουλάκου-Χάντζου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1988, σ. 201-205):
Σκήτη Καυσοκαλυβίων,
6 Δεκεμ. 914,
Ἁγίου Νικολάου.
Ἐπισκεφτόμαστε τοὺς
ξυλογλύπτες.
Ὁ ἕνας μὲ τὰ γκρίζα
μάτια.
Ὁ ἄλλος ξυπνώντας
ἀπ᾽ τὸν ὕπνο, ἁπαλό-//
τατος, ὠχρός,, μὲ τὰ
γένια σὰν μετάξι γύρω
ἀπὸ μυτερὸ πρόσωπο,
καὶ βαθιὰ παρθενικὰ
μάτια. Τὸ χέρι του
εἶναι ἁπαλὸ σὰν κέρι-
νο, ἀλαφρὸ σὰν ἀν-
τίδωρο.
Πηγαίνομε ἔπειτα
Στὸν ξυλογλύπτη Ἀρ-
σένιο, πού ᾽κανε τὸ//
ἐγκόλπιο τῶν Καρυῶν,
τὴ Δευτέρα Παρουσία.
Αὐτοδίδακτος· ἄρχισε
ἀπὸ μικροὺς ἄξεστους
σταυρούς. Δούλεψε
15 χρόνια τὴ Δευτέρα
Παρουσία. Σὲ κάθε
πρόσωπο ἔδωκε ἔκ-
φραση. Στὴν ὄψη του
ἔχει σταλαγμένο τὸ
φῶς τῆς ἐργασίας.//
Στὸ μικρό του δωμά-
τιο, ὅλα τὰ σὐνεργα
τῆς τέχνης του.
Οἱ ἀρχὲς τοῦ ἔργου
ébauche.
Τὸ κοτσύφι του.
Τρώει σμυρτιὰ ἀπ᾽
τὸ χέρι, κουκκὶ
κισσοῦ, ζυμάρι.
Μιὰ πίστη στὸ ἄνθρωπο.
Μαῦρο γυαλιστερό.//
Τὴ νύχτα, ἡσυχία. Ξανα-
θυμοῦμαι τὸν Πανσέληνο
στὴ βεράντα τῶν Ἰωασα-
φαίων. Βαθύτατη
συνείδηση τῆς ἠθικῆς μου
ἀνάτασης στὸ ἔργο ποὺ
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖ
μιὰ ἠχώ. Ὅ λ ο μ ο υ
τ ὸ ἔ ρ γ ο π ι ὰ σ τ ε ρ ε ω μ έ ν ο
σ τ ὴ θ έ λ η σ η, ὡ ς σ ὲ β ρ ά-
χ ο, α ἰ ώ ν ι α.

(συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος β΄)
Ἡ ἀνορθογραφία μου ἦταν ἡ πρώτη τολμηρὴ λέξη ποὺ γράφτηκε ποτέ. Ἀναστάτωσε τὴ γραμματικὴ τάξη, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ἀναπάντεχα, σὰν λέξη κόντρα στὸ πεπρωμένο, στὴν προγεγραμμένη της μοίρα. Τριάντα χρόνια πρίν, ὁ Μαριάμπας, ὀ ἥρωας τοῦ Σκαρίμπα στὸ ὁμώνυμο μυθιστόρημα (1935), ἀλληλογραφώντας μὲ τὴν ὑπηρέτρια ἔγραφε ἀπὸ ἁβροφροσύνη τὸ «ἄνθρωπος» μὲ ὄμικρον, καὶ τὸ «μ’ ἐκτίμηση» πέρα γιὰ πέρα μὲ ἦτα. Ἦταν ἕνα ἐξαίσιο τέρας ἀνθρωπιᾶς! (χαρακτηρισμὸς τοῦ συγγραφέα), ἕνα λαμπρὸ λάθος τῆς φύσης. Ὁ ὀρθὰ ἐννοούμενος δάσκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζει αὐτό. Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, ἂν καὶ δὲν χρειάζεται νὰ μεγαλώσει κανεὶς γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, ἡ χειρονομία μου ἦταν μία λελογισμένη ἀντίδραση στὴν ὁμοιομορφία, στὴν καθοδήγηση ὅλων σὲ ἕνα κανονιστικὸ πρότυπο, ἀνάλογο μὲ τὴν ὁμοιόμορφη μπλὲ σχολικὴ ποδιά. Ἡ ὁμοιόμορφη γραφὴ εἶναι καταλυτικὴ γιὰ τὸ πνεῦμα. Στὸ μεταξὺ διάβασα πολλὰ χειρόγραφα συγγραφέων. Τὰ λάθη τους εἶναι μοναδικά, ἀκέραια συμπτώματα τοῦ ὕφους, καὶ ὡς γνωστὸν τὸ ὕφος εἶναι οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἔκφραση, καθὼς καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν αὐτὲς οἱ δυνάμεις. Ἕνα ἐμπόδιο ἦταν κι αὐτό, ἂν δὲν μεγαλοπιάστηκα κι ἐγὼ προώρως. Τὸ 1964, τὴ χρονιὰ τοῦ δικοῦ μου ἐπεισοδίου, κυκλοφόρησαν μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Λίνου Πολίτη τὰ χειρόγραφα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς «τρεῖς μεγάλους πεθαμένους ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά» (ἡ γνωστὴ αἰνιγματικὴ ρήση τοῦ Σεφέρη). Διασκεδάζω τὴν ἀπογοήτευσή μου μεταφέροντας ἕνα αὐθεντικὸ σολωμικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «πυρασμό»:
(περισσότερα…)
[συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος α΄]
Μὲ κοντὰ παντελονάκια ἀκόμη καὶ ἀποφάσισα, ἀφοῦ ἡ λογοτεχνία ἔλεγε ψέματα, νὰ γράψω, νὰ συγγράψω, παρακαλῶ, τὴν παγκόσμια ἱστορία. Ἐξασφάλισα ἕνα τετράδιο μὲ ἄγραφες σελίδες. Στὴν ἐτικέττα τοῦ ἐξωφύλλου σημείωσα μὲ κεφαλαῖα γράμματα τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα καὶ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου. Ἀσφαλῶς θὰ μοῦ ἔπαιρνε πολλὰ τετράδια, πολλὲς ὧρες, ἡμέρες, χρόνια, τὴν ἐφηβεία μου ὁλόκληρη, δὲν θὰ μοῦ ἐπέτρεπε, πιθανόν, νὰ κάνω οἰκογένεια, νὰ ζήσω σὰν ἄνθρωπος. Θὰ ἤμουν ἕνας ἀσκητὴς ταμένος στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς ὑψηλοῦ στόχου. Μὲ ἀπασχολοῦσε μόνο τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς θητείας (ἀφθονοῦσαν οἱ ἡρωικὲς πάντοτε ἀφηγήσεις τῶν μεγάλων ἀπὸ τὰ ἔνδοξα χρόνια στὸν στρατό), ἂν θὰ ἔπρεπε, δηλαδή, νὰ διακόψω τὴ συγγραφὴ γιὰ νὰ πάω φαντάρος. Τέλος πάντων, θὰ ἔβρισκα τρόπο νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅταν θὰ ἔφτανε ἡ ὥρα του. Ἂς μὴν προτρέχω. Πῆρα ἕνα βράδυ τὸ τετράδιο, στὴν κουζίνα πάντα (αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀποκάλυπτα, ὅτι ἡ παγκόσμια ἱστορία γράφτηκε στὴν κουζίνα), καὶ τὸ κράτησα ἀνοιχτὸ στὴν πρώτη λευκὴ σελίδα. Ἄρχισα νὰ γράφω μὲ μολύβι, ἤρεμα, σταθερά, γνώριζα τὰ πάντα, ἀφοῦ τὰ σπουδαῖα γεγονότα τοῦ κόσμου παίχτηκαν στὴ χώρα μου, οἱ βασιλιάδες καὶ οἱ στρατηγοὶ μιλοῦσαν τὴ γλώσσα μου, ὁ Θησέας, ἀφοῦ πρῶτα σκότωσε τὸν Περιφήτη, τὸν Σίνη τὸν Πιτυοκάμπτη, τὸν Σκίρωνα καὶ τὸν Προκρούστη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴ γειτονιά μου στὸ δρόμο γιὰ τὴν Ἀθήνα, ἄλλος δρόμος δὲν ὑπῆρχε· καὶ ὁ Οἰδίποδας, ἐπίσης, τραβώντας γιὰ τὸν Κολωνό. Ξεκίνησα κι ἐγὼ τὴν ὁδοιπορία μου κάπως ἀόριστα, γιὰ τὸν ἄνθρωπο γενικά, τὸ πεπρωμένο του στὴ ζωή, τὴν πρώτη του γραφή, τὸ ἀλφάβητο, τὸν τροχό, τὴ σχεδία τοῦ Ὀδυσσέα στὴ θάλασσα· τὸ πέταγμα τοῦ Ἴκαρου μὲ τὸ κερένιο ἀνεμόπλανο. Μετὰ κουράστηκα. Ὅλα αὐτὰ μοῦ πῆραν μιὰ σελίδα. Τὴν πρώτη σελίδα ἐκείνου τοῦ τετράποδου Μόγλη ποὺ σηκώθηκε στὰ δυό του πόδια. Θὰ συνέχιζα ἀσφαλῶς. Αὐτὰ τὰ πόδια εἶχαν νὰ κάνουν πολλὰ χιλιόμετρα. Ἔβαλα τὸ τετράδιο σ’ ἕνα ἑρμάρι τῆς κουζίνας, στὸν πάτο, νὰ μὴ φαίνεται. Κάτι μὲ ἀνησυχοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἔδωσα σημασία. Μήπως ἔτρεξα βιαστικά; Θὰ συνέχιζα ξεκούραστος τὴν ἑπομένη.
(περισσότερα…)
Γεννήθηκα ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο τῆς Κριμαίας, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Φελλίνι γύρισε τὴν περίφημη La Strada, ὁ Κούνδουρος τὴ Μαγικὴ πόλη καὶ ὁ Tallas τὸ Ξυπόλυτο τάγμα. Ὑπάρχει μία φωτογραφία ποὺ δείχνει τὴ χρονιὰ αὐτὴ τὸν Θεοδωράκη καὶ τὸν Χατζιδάκι νὰ περπατοῦν μαζὶ στὴν Ρώμη. Θαυμαστὴ συνάντηση! Κι ἐγὼ ἕνα ἐξαγόμενο τοῦ ἐμβρυουλκοῦ στὸ Δημοτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τὸ σημερινὸ Πνευματικὸ Κέντρο στὴν Ἀκαδημίας. Ὁ δρόμος μου γιὰ τὰ γράμματα ἦταν προκαθορισμένος. Γεννήθηκα τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Ρίτσος τύπωνε τὴν Ρωμιοσύνη καὶ τὴν Ἀγρύπνια, μιὰ μέρα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ὁ Ὑψηλάντης καὶ οἱ ἐπαναστάτες του ἔμπαιναν στὸ Βουκουρέστι: 27 Μαρτίου [1821]. Τέτοια μέρα κυκλοφόρησε στὴν Δανία τὸ 1843 τὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς διαφθορέα τοῦ Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο συγκρατῶ μόνο ὡς πρόσφορο στὶς ἀνάγκες μου ἐδῶ τὸν ἀφορισμό: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι παγίδα. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πιάσεις· σὲ πιάνει πρῶτα αὐτή. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν αἰχμαλωτίσεις, ἂν δὲν γίνεις πρῶτα αἰχμάλωτός της». Ἂν καὶ αἰσθάνομαι πλήρη ἀποστροφὴ ἀπέναντι στοὺς ἀφορισμούς· ἐξυπνάδες, καλύτερα. Τέλος πάντων, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἀτόπημα. Ἂς μείνω λίγο ἀκόμη στὶς συγκυρίες. Στὰ τέταρτα γενέθλιά μου, τὸ 1958, πέθανε ὁ Δημοσθένης Βουτυρᾶς, καὶ ὅταν ἔκλεινα τὰ ἐννιά, ὁ Φώτης Ἀγγουλές. Καὶ οἱ δύο στάθηκαν ὄρθιοι, ὅσο μπόρεσαν, ἀπέναντι στὴν κυκλοδίωκτη μοίρα τους. Τέτοια νύχτα πάνω-κάτω πέθανε τὸ 1827 ὁ Μπετόβεν, ὅταν ὁ Ὑψηλάντης ἦταν ἀκόμη ἐγκάθειρκτος στὸ φρούριο Μούνκατς στὰ Καρπάθια. Ὁ Χαίλντερλιν, ἔγκλειστος στὸν ἑαυτό του καὶ στὸν δικό του πύργο στὸ Τύμπινγκεν εὐχόταν τὴν εὐτυχῆ ἔκβαση τῆς Ἐπανάστασης. Θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραψε, τὸν Ὑπερίωνα, ἔστειλε τὸν ἥρωά του νὰ πολεμήσει στὸν ἐπαναστατημένο Μοριᾶ τὸ 1770. Ὁ Χαίλντερλιν γεννήθηκε ἐκείνη τὴ χρονιά, ὅπως καὶ ὁ Μπετόβεν, καὶ ὁ Χέγκελ, φίλος καὶ συμφοιτητής του ἀργότερα στὸ Τύμπινγκεν. Γιὰ τὴν ἱστορία, γεννήθηκε στὶς 7 Ἰουνίου, ἡμέρα τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ τοῦ Ὑψηλάντη στὸ Δραγασάκι. Τιμητικά, τέτοιαν ἡμέρα ὁρίζει ὁ Τσίρκας ὡς ἀρχὴ τῆς πλοκῆς τῆς τριλογίας Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες. Ὑποθέτω ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ Μπετόβεν ἔφτανε στ’ ἀφτιά του, ὄχι ὅμως στὰ ταβερνάκια καὶ τὰ καπηλειὰ τοῦ Βουτυρᾶ καὶ τοῦ Πορφύρα. Ὁ Πορφύρας ἦταν κι αὐτός, σὰν τὸν Ἀγγουλέ, Χιώτης. Σταματῶ μὲ τὶς συγκυρίες. Ἄλλωστε, δὲν βοηθοῦν σὲ τίποτε. Στὸν ἐργατικὸ καὶ προσφυγικὸ συνοικισμὸ ποὺ μεγάλωσα, θὰ χρειαζόμουν πολλὰ χρόνια γιὰ ν’ ἀρχίσω νὰ ἐπινοῶ τέτοιες ἰδεοληπτικὲς συναντήσεις. Τὸ σπίτι μας χτιζόταν ἐκ περιτροπῆς (μεταμεσονύκτιες ὧρες), ὅπως καὶ ὅλων τῶν γειτόνων, γιὰ τὸν φόβο τῶν ἀστυφυλάκων. Φαίνεται πὼς αὐτὸ τὸ ἄγχος τῆς ἀνεστιότητας μὲ ὠθοῦσε διαρκῶς σὲ ἀγχώδη ἀναζήτηση μιᾶς ἄλλης στέγης. Ἐκεῖ καταλήγει ἄλλωστε ὅποιος μπερδεύεται μὲ βιβλία. Νὰ πιάσω αὐτὸ τὸ ζήτημα πρῶτα, τῶν βιβλίων, ὅσο γίνεται πιὸ συνοπτικά.
(περισσότερα…)