Δ. Η. Στράνης, Οδηγίες γραφής: Αισθητικός γνώμονας ενός μειζονελάσσονος

Fabrizio Clerici, Μνημείο υπό κατασκευή (1946)

Ήταν ένας χωρικός με σημάδι τόσο ακουσίως τέλειο, που κι αν πετούσε στα τυφλά και προς τα πάνω μια πετρούλα όταν βρισκόταν στο κοτέτσι, πάντα μια κότα έπεφτε χάμω νεκρή. Αν στο ανοιχτό πεδίο εκσφενδόνιζε άλλη μια ευθυβόλως κάποιο αρνί από κοπάδι ξένο θα βέλαζε το ύστατο βέλασμα, κάποιο σκυλί θα πρόφερε το τελευταίο γαβ, κάποιο πτηνό θα έκρωζε λαβωμένο στο βάθος του ακουστικού φάσματος. Στα πλανόδια λούνα παρκ της επαρχίας του έπαιρναν το τουφέκι απ’ το χέρι και τον έδιωχναν, όταν πια είχε κερδίσει έναν σωρό δώρα.

*

 Βλέποντας το Κουτουρού ως το υπέρτατο πεδίο ευκαιριών που είναι, δεν θα ήταν ανακριβές να πούμε ότι μεταξύ Διάνοιας και Τύχης είμαστε, κατ’ ουσία, ιεραπόστολοι της τελευταίας (αξιοποιώντας, βέβαια, την πρώτη ως παράγοντα διορθωτικό). Αυτής, δηλαδή, της Θεότητας που πιστεύουμε ακράδαντα πως, με την ικανότητά της να φωτίζει δρόμους που από μόνη της η διάνοια θ’ αδυνατούσε να ανακαλύψει, κρύβεται πίσω από κάθε υπερβατικό κατόρθωμα του ανθρώπου – από την ανακάλυψη της φωτιάς μέχρι τα πιο καινοτόμα έργα της Τέχνης.

Ωστόσο: Θα ήτανε λάθος να πούμε ότι ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ένα μονοπάτι της Τύχης. Για την ακρίβεια ΔΙΑΝΟΙΓΟΥΜΕ – πάντα – ένα μονοπάτι που εκείνη μας υπέδειξε. Κι έχουμε την ελπίδα, πως μ’ αυτό που καταπιαστήκαμε, όταν θα ολοκληρώνεται η κάθε σελίδα, ένα πουλάκι χαρτονένιο θα πίπτει απ’ το ράφι της Αισθητικής που είναι στερεωμένο στον τοίχο ενός κλειστού δωματίου στα ενδότερά μας, και δη, στα δικά σας, φίλοι, ενδότερα. Μέχρι, στο τέλος, ν’ αδειάσει το ράφι. Και πως κάποτε θ’ αφαιρέσουν το μολύβι από τα χέρια ημών, ήτοι του συγγραφέως, όταν πια η πόρτα της αιωνιότητας θα χάσκει στο δωμάτιό μας ορθάνοιχτη.

*

Σκάβε ως πέρα, χωρίς δισταγμό, το μονοπάτι που διάλεξες. Στις ευτυχείς περιπτώσεις, ουδείς μπορεί να πει τη διαφορά μεταξύ οραματιστή και υπερφυσικά επίμονου. Για τις ατυχείς περιπτώσεις το τοπίο των ανθρώπινων γνωμών δεν είναι τόσο ξεκάθαρο και για τούτο ενδείκνυται το ακόλουθο παράδειγμα:

*

Ένας φτωχός, καλοκάγαθος γέρος, που ισχυριζόταν ότι του μιλούσε ο Χριστός, πήρε να χτίζει ολημερίς και με ό,τι μέσα είχε – τις πέτρες που έβρισκε και λάσπη – ένα εκκλησάκι. Έφτιαξε έτσι, μετά από κόπο ημερών, έναν κακάσχημο όγκο μ’ έναν σταυρό από παλιόξυλα στην κορυφή. Οι περαστικοί, ως θα ήταν φυσικό, – οι αδαείς πράκτορες της Κοινής Γνώμης – κοιτάγανε αδιάφοροι ή γελούσαν και χλεύαζαν. Εμείς, εξάλλου, εδώ – ως πράκτορες της Ιδιοσυγκρασίας, της Απλής Αλήθειας[1] και του Καλού – περνάμε μονοκοντυλιά τον γέρο, μαζί μας, στην αιωνιότητα.

Ουδέποτε ήταν το πρόβλημα της Κοινής Γνώμης το εάν έχει γρήγορα ανακλαστικά.
Την είδαμε σε κρίσεις σφαλερές ταχύτατα να φτάνει.

*

 Αν θέλεις να κερδίσεις την ευγνωμοσύνη της εποχής σου πρέπει να συμβαδίζεις μ’ αυτή. Όμως κάνοντας τούτο, δεν θα φτιάξεις τίποτα μεγαλειώδες. Άμα έχεις στο νου κάτι μεγάλο, πρέπει να απευθυνθείς στις επόμενες γενιές: μόνο που τότε, να είσαι σίγουρος, θα παραμείνεις μάλλον άγνωστος στους συγχρόνους σου˙ θα είσαι όπως κάποιος που υποχρεώθηκε να περάσει τη ζωή του σ’ ένα ερημονήσι κι εκεί μοχθούσε να υψώσει ένα μνημείο, ώστε οι θαλασσοπόροι του μέλλοντος να γνωρίζουν ότι κάποτε υπήρξε.

Αφορισμός του Σοπενχάουερ

Μια μεγάλη μου επιθυμία είναι να ανακαλύψω τους σύγχρονούς μου συγγραφείς που θα περάσουν επιτυχώς το τεστ του Μετρητή Αιωνιότητας της Μνήμης. Μια μεγαλύτερή μου επιθυμία είναι να περάσω εγώ επιτυχώς το εν λόγω τεστ. Η μέγιστη είναι ο Μετρητής μου να λειτουργεί με ακρίβεια, πράγμα που, δυστυχώς, δεν θα είμαι εδώ για να το επιβεβαιώσω. Ρωτήστε και τον Όμηρο.

*

Στο παραδείσιο πεδίο των προτομών, εκεί όπου βασιλεύει η αιωνιότητα της μνήμης, τα μόνα μέρη του σαρκίου που ο νεοεισερχόμενος δεν αποχωρίζεται είναι ένα κομμάτι του στέρνου και το κεφάλι. Έτσι μια κάποτε φλογερή καρδιά κι ένας κάποτε δαιμόνιος νους ακολουθούν κι αυτά την εκρίζωση από το συγκείμενο και τη συνακόλουθη αποσπασματικότητα που δίνει στο άγαλμα τον μουσειακό του χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, δε, όσον αφορά τους συγγραφείς, έστω κι αν σ’ αυτή τη μεταθανάτια ζωή η πρώτη παλλόταν με κάποιον τρόπο, από κάποια άγνωστη σε μας τους θνητούς ζωτική ενέργεια, ή κι αν ο δεύτερος έφτιαχνε τότε σκέψεις (στο επίπεδο μιας υψηλότερης αφαίρεσης, οπωσδήποτε, εφάμιλλης της καθαρότητας ενός κόσμου χωρίς αντικείμενα, που δεν τον πλαισιώνουν ο χώρος και ο χρόνος) δεν θα υπήρχαν πάντως τα χέρια να τις γράψουν, ούτε τα πόδια για περαιτέρω εμβαθύνσεις δια του περιπατητικού στοχασμού.

Σε κάποιο άλλο, παρακατιανό πεδίο τα άκρα των αλησμόνητων κινούνται σπαστικά και αυτομάτως, όπως το κομμένο πόδι ενός εντόμου, σε μιαν ακόμα, εξίσου αέναη, γιορτή της ματαιότητας.

Βλ. μεταξύ άλλων: Το πόδι του Χριστόφορου Κολόμβου πατάει και ξαναπατάει εκείνο το πρώτο βήμα στην ακτή της Αμερικής. Το φτερό γραφής του Διονυσίου Σολωμού γράφει, ίσως, ένα ακόμα ποίημα για τον Θάνατο, αν ένα ποίημα μπορεί Εκεί να συνίσταται σε ακατάληπτες, ξέφρενες καμπύλες στον αέρα. Η τεράστια σπάθα του Αθανάσιου Διάκου ανεβοκατεβαίνει με τη χαρωπή ρυθμικότητα μηχανήματος με κερματοδέκτη σε περίπτερο. Η χείρα του Σοπενχάουερ[1] φασκελώνει τον Έγελο εις το διηνεκές.

*

Ο δικός μου – πειραγμένος – ΜετρητήςΑιωνιότηταςτηςΜνήμης πιάνει τις υψηλές τιμές όταν εντοπίσει: μηδενική σοβαροφάνεια, ενδόμυχη καλοσύνη, ιδιοσυγκρασία που να σκεπάζει την τεχνική, λόγο ελαστικό, ευθύ και αστρογγύλευτο, ελευθερία κινήσεων σε όλο το φάσμα μεταξύ μείζονος – ελάσσονος, οξυδέρκεια, μετρημένη δόση από το πνεύμα των καιρών και μεγάλη δόση από την αμετάβλητη ουσία του κόσμου.

*

Στον αξιότιμο αναγνώστη, ας απευθυνόμαστε πάντα με τον μέγιστο δυνατό σεβασμό. Δηλαδή: ευθέως, αστρογγύλευτα και άνευ κολακείας (την οποία απεχθανόμαστε).

Παραθέτω επ’ ευκαιρία δυο αξιοζήλευτα παραδείγματα της ωραίας, αγαπητικής υπεροψίας συγγραφέως προς αναγνώστη. Ένα (α) από το Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ, Βιβλίο 3, Κεφ. 1ο,  (μτφρ. Βασιλική Γρηγοροπούλου, Αλβέρτος Σταϊνχάουερ) και ένα (β) από τον πρόλογο (με τίτλο ΣΤΟΝ ΑΡΓΟΣΧΟΛΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ) του Burton – υπογράφοντος ως «Νεότερος Δημόκριτος» – στην Ανατομία της Μελαγχολίας, Τόμος 1 (μτφρ. Παναγιώτης Χοροζίδης):

(α) «Προειδοποιώ τον αναγνώστη ότι το κεφάλαιο αυτό πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά, κι ότι εγώ αγνοώ την τέχνη να είμαι σαφής για όποιον δεν θέλει να είναι προσεκτικός»,

(β) ΛΟΙΠΟΝ, ΟΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΣΑΙ, πρόσεξε σε προειδοποιώ: να μη βιαστείς έτσι ασυλλόγιστα να δυσφημίσεις το συγγραφέα αυτού του έργου, ούτε να τον περιγελάσεις. Και προπαντός – για να μιλήσω μια κι έξω – μην τον κακολογείς πίσω απ’ την πλάτη του, παρασυρμένος από ξένες κρίσεις, ούτε μεμψίμοιρα να βρεις κάτι ανόητο για να τον αποδοκιμάσεις, ψεγάδια ανύπαρκτα. Γιατί αν τύχει ο Νεότερος Δημόκριτος να επαληθεύσει αυτό που επαγγέλλεται, κι αν συγγενεύει κάπως με τον πρεσβύτερό του συνονόματο, κι αν έχει πάρει κάτι από τη φύση του, την έπαθες: (…) Σε προειδοποιώ, για δεύτερη φορά: άσε τον εμπαιγμό, γιατί εκεί που θα καγχάζεις και θα ονειδίζεις το Νεότερο Δημόκριτο, που δεν έχει μαζί σου τίποτε να μοιράσει, μπορείς ν’ ακούσεις από κάποιο λογικό σου φίλο να λέει αυτό ακριβώς που άκουσαν παλιά από τον Ιπποκράτη οι κάτοικοι στα Άβδηρα, που πίστευαν ότι ο άξιος κι αγαπητός τους συμπολίτης ήταν τρελλός: «Εσύ, Δημόκριτε, είσαι ο γνωστικός, κι οι παλαβοί και οι τρελοί είναι οι συμπατριώτες σου» (…)»

*

Αυτό εδώ το σκέφτηκα διαβάζοντας βιβλίο συγχρόνου μου και πολύ δημοφιλούς Έλληνα διηγηματογράφου:

Υπάρχει συχνά κάτι το βαθιά γελοίο στον στακάτο, σοβαρό, βραχυπερίοδο λόγο, το οποίο θα περιέγραφα ως εφέ των αόρατων αποσιωπητικών.

*

Ψευδο – Διονύσιος προς Ψευδο – Λογγίνο:

  • Ω εσύ υπερμάγιστρε του Ύψους! Παίζει, μήπως, να ‘χεις καμιά συνταγή για την αιωνιότητα της μνήμης μου;

Ψευδο-Λογγίνος απεκρίθη.

  • Να συλλογιέσαι:

πώς θα τ’ άκουγε τούτο λεγόμενο από μένα ο Όμηρος, αν ήταν μπροστά, ή ο Δημοσθένης; ή ποια εντύπωση θα τους προξενούσε; Γιατί στ’ αλήθεια μεγάλο είναι το αγώνισμα να προυποθέτει κανείς ένα τέτοιο για τα δικά του λογοτεχνήματα δικαστήριο και θέατρο και μπροστά σε τόσο μεγάλους ήρωες, σαν κριτές και μάρτυρες, ν’ αναλαβαίνη την ευθύνη των γραφομένων του. Μα πιο πολύ από τούτα παρορμητικό είναι το να προσθέσεις: – πώς τούτο πού ‘γραψα εγώ θα τ’ ακούσει όλος ο ατέλειωτος κατόπι μου χρόνος; Γιατί όταν κανείς φοβάται μήπως και ξεστομίσει κάτι που βγαίνει έξω από τα όρια του καιρού και της ζωής του, τότε κατ’ ανάγκη και όσα συλλαμβάνει το πνεύμα του θα είναι ατελή και τυφλά, σαν αποβγάλματα, κι ολότελα ανίκανα να εξασφαλίσουν την υστεροφημία.

(ψευδο – Λογγίνος, Περί Ύψους)

Ψευδο – Διονύσιος τότε έψαξε με το εσωτερικό του μάτι τη γωνιά εκείνη από τον τόπο της ψυχής του, όπου ευρίσκεται το εικονοστάσι με τα πορτραίτα των νεκρών προπατόρων. Το μάτι σταμάτησε σε δύο κάδρα δίπλα δίπλα, τα κάδρα των αδελφών de Chirico. Εκείνοι τον κοιτούσαν. Αυτός κοίταζε εκείνους.

*

 Ας αποκηρύξουμε οποιαδήποτε επιστροφή στην ομοιογένεια των ιδεών μας, με άλλα λόγια σε έναν παλαιού τύπου πολιτισμό. Αντ’ αυτού ας αγωνιζόμαστε να επιτρέπουμε, με τον, κατά το δυνατόν, λιγότερο βίαιο τρόπο, τις πιο ετερόκλιτες ιδέες να συνυπάρχουν, συμπεριλαμβανομένων των πιο απελπισμένων ιδεών.

Alberto Savinio (Andrea de Chirico), Nuova enciclopedia[2]

«Συχνά με ρωτούν για ποιον λόγο ζωγραφίζω πορτραίτα του εαυτού μου με κοστούμια εποχής. Κάποιοι πιστεύουν πως το κάνω αυτό από ματαιοδοξία. Το κάνω απλώς διότι τα παραδοσιακά κοστούμια έχουν πιο πλούσια χρώματα και είναι ομορφότερα από τα μοντέρνα ρούχα».[1]

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ο Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, ο ζωγράφος που οφείλει την αθάνατη μνήμη του, κατά το πλείστον, στην περίφημη πρώτη – «μεταφυσική» – περίοδο των ετών 1910–1919, ξεκίνησε να φτιάχνει μια σειρά μπαρόκ αυτοπορτραίτων όπου απεικονίζεται ενδεδυμένος με ρούχα παρελθόντων αιώνων (ευγενών, ιπποτών κ.λπ.).

*

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συγκροτήθηκε στο κεφάλι μου Η Θεμελιώδης Αρχή μιας Μειζονελάσσονος Τέχνης.

Θα το διατυπώσω εδώ ως (ρητορικό) ερώτημα, διότι δεν είμαι βέβαιος για την καθολική εγκυρότητα της πρότασης:

Αυτός που είναι ικανός για τα μεγάλα ύψη είναι, ωσαύτως, ικανός και για τα μεγάλα βάθη;

Είθε εμείς να χαρίζουμε, πάντως, την πιο βαθιά μας εκτίμηση σε κείνους τους ποιητές της Αλήθειας που εισάκουσαν την ενδότερή τους φωνή και παρέκκλιναν από την επιτήδευση μιας αισθητικής ορθοδοξίας (τι γάγγραινα!), ταλαντευόμενοι σαν γενναία εκκρεμή ανάμεσα στο θαυμάσιο και το καταγέλαστο.

*

Στο βίντεοκλίπ του τραγουδιού No time, No space ένας άλλος Ιταλός, Ο ΜΕΓΑΣ ΔΙΑΜΕΣΟΣ Franco Battiato κάθεται στη μέση μιας σκηνής φορώντας αεροπορικά ρέιμπαν και ακουστικά με ενσωματωμένο μικρόφωνο σαν πιλότος, πουκάμισο με γραβάτα, κάλτσες παρδαλές, ενώ τα παπούτσια του είναι αφημένα παραδίπλα. Τραγουδάει και διευθύνει στα δεξιά του μια ορχήστρα και στ’ αριστερά ένα μικρό συγκρότημα με αρμόνιο, ηλεκτρονικά τύμπανα και τρεις συνοδούς τραγουδιστές. Στο ρεφραίν προβάλλεται πίσω, σε βίντεο, ο ίδιος γονατιστός σε ιπτάμενο χαλί (η γραβάτα του ανεμίζει) με φόντο τον ουρανό και ύστερα μια αίθουσα με περιστρεφόμενους δερβίσηδες. Η μουσική είναι τόσο ακριβώς ωραία όσο ακριβώς και άσχημη. Οι στίχοι εναλλάσσονται από τα ιταλικά στα αγγλικά, από το κοσμικό στο προσωπικό.

No time, no space
Another race of vibrations
The sea of the simulation
Keep your feelings in memories
I love you especially tonight

*

Αποστρεφόμαστε την επιτήδευση και αγκαλιάζουμε την αλήθεια. Βαρεθήκαμε ελαφρώς την κεκαλυμμένη ή απροκάλυπτη αισθητική ορθοδοξία. Νιώθουμε-την ανάγκη-για-μια-goofy-τέχνη-στα-ανθρώπινα-μέτρα. Γι’ αυτό αποπειρώμεθα και μεις ως διάμεσοι την τέχνη της σύνθεσης του μείζονος και του ελάσσονος, που αρμόζει – φρονούμε – τέλεια στην εγγενή κωμικότητα της condition humaine, ωσάν να προσπαθούσαμε μια κάποια «σύναψη πυρός και ύδατος» κατά μία φράση του αγαπητού μας Εράσμου από το Εγκώμιο της Μωρίας.

*

Διαβάζουμε, ξαναδιαβάζουμε τους ελαφρόχειρες Αιωνίους
(Πλάτωνα, Λουκιανό, Έρασμο, Montaigne,
Θερβάντες, Burton, Ραμπελαί,
Scarron, Βολταίρο, Sterne κ.ο.κ.)
Κι αναρωτιόμαστε
– από καθαρή άγνοια, χωρίς ίχνος ειρωνείας:
Πότε άρχισε
– ω Φιλόλογοι –
η ιδιοσυγκρασιακή τέχνη της απλότητας
να γίνεται η απρόσωπη τέχνη της επιτήδευσης;

*

Τα κάτωθι λόγια του Buñuel, από την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Η τελευταία πνοή», πάνω – κάτω συνοψίζουν ό,τι σκέφτομαι εν γένει για την κραταιά τέχνη του βαρέος πρητένσιον:

Σ’ αυτό το γύρισμα ήταν κιόλας που σκανδάλισα τον Γκαμπριέλ Φιγκουερόα, ο οποίος μου είχε ετοιμάσει ένα άψογο αισθητικό κάδρο, με το Ποποκατεπέλτ στο βάθος και τα απαραίτητα λευκά σύννεφα. Απλά έστρεψα την κάμερα, για να καδράρω ένα τοπίο συνηθισμένο, που μου φαινόταν πιο αληθινό, πιο οικείο. Δεν μου άρεσε ποτέ, ούτε ποτέ με συγκίνησε η προκατασκευασμένη κινηματογραφική ομορφιά (…).

 *

Πάντως – στα σοβαρά, και όχι στ’ αστεία – ναι μεν η Αιωνιότητα είναι στόχος ματαιότατος, εντούτοις είναι λιγότερο μάταιος – ως κίνητρο, δε, περισσότερο ευγενές –  από το να αρκείται κανείς στη Συγχρονία.

*

Νέα Ερυθραία Αττικής, 10.10 π.μ. της Τρίτης 19 Μαρτίου 2019. Θα ονόμαζα το εύρημα «Υστεροφημία». Έχουμε τον οστέινο ποιητή με την τέχνη του. Είτε τον οστέινο αθάνατο Α [Λουκιανός, Ραμπελαί, Θερβάντες, Μπέρτον, Στερν, Διονύσιος Σ., Προυστ, Σαβίνιο, Σκαρίμπας, ψευδο-Διονύσης Σ. (γιατί όχι;)], που η τέχνη του έχει την ελαφρότητα και τη ζωντάνια ωραίου, μακρυπόδαρου πτηνού, είτε τον οστέινο αθάνατο Β (βαριέμαι και να παραθέσω – πάντως σίγουρα θα έβαζα από εμπάθεια τον Μπλανσό, για το λίγο που κατάφερα να διαβάσω) που η τέχνη του έχει το άχαρο βάρος και βάθος μεταλλικής καζάνας.

Δ. Η. ΣΤΡΑΝΗΣ


[1] Απόσπασμα απ’ τον «Πρόλογο της Γαλλικής Μεταφράσεως» του βιβλίου ARTHUR SCHOPENHAUER Σκέψεις και Αποσπάσματα (Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη Φέξη, 1914): «Πλούσιος εις πείραν και γνώσεις, εις παρατηρήσεις και μελέτας, αλλά συγγραφεύς άγνωστος – το βιβλίον του ευρίσκεται ακόμη στιβασμένον εις τον βιβλιοπώλην του, χωρίς επιτυχίαν, χωρίς να γίνεται κανείς λόγος – συλλαμβάνει την ατυχήν ιδέαν να μεταβή και διδάξη φιλοσοφίαν εις το Πανεπιστήμιον του Βερολίνου. Ο Έγελος συνεκέντρωνε τότε πυκνότατον ακροατήριον: ο Σοπενάουερ ωμίλησεν ενώπιον κενών σχεδόν εδρών. Λυσσά, επιμένει, και εις το τέλος ακροαταί του εγγράφονται τρεις και ο κούκος, δηλαδή ένας ιπποδαμαστής, ένας αργυραμοιβός, ένας οδοντοϊατρός και ένας απόστρατος λοχαγός. Εντεύθεν ίσως και η πικρία των διατριβών του εναντίον της επισήμου διδασκαλίας των καθηγητών της φιλοσοφίας.»

[2] https://www.adelphi.it/libro/9788845901041

[3] i.e. το αντίθετο της Επιτήδευσης

[4] (Χαμένο λινκ http://www.fondazionedechirico.org/casa-museo/opere-esposte/autoritratto-con-corazza-1948/?lang=en&fbclid=IwAR2Ql8YTqDUvey8ErG-XhayYeyFTXeRef04rkxAUjxp9RXWFF308jfWenMU