Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας | Μεγάλη Τρίτη

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

 

Το εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος ΕΔΩ

~•~

Μεγάλη Τρίτη

Σέ, τὸν τῆς Παρθένου υἱόν…

Γιὸς τῆς Παρθένου, μὰ θεὸν
ἡ πόρνη Σ᾽ εἶχε νιώσει
καὶ μὲς στὰ κλάματα ἔλεγε
θερμὰ παρακαλώντας:

Γιὰ δάκρυα εἶν᾽ ἄξια, Κύριε
τὰ ἔργα ποὔχω πράξει,
μὰ ἔλα, τὸ χρέος σκόρπισε
σὰν τοῦτες τὶς πλεξοῦδες.

Ὡς Σ᾽ ἀγαπάω, ἀγάπησε
τὴ δίκια μισημένη
καὶ στοὺς τελῶνες διαλαλῶ
τὸ ἀμέτρητο ἔλεός Σου.

Σὲ τὸν τῆς Παρθένου Υἱόν,
Πόρνη ἐπιγνοῦσα Θεὸν ἔλεγεν,
ἐν κλαυθμῷ δυσωποῦσα,
ὡς δακρύων ἄξια πράξασα.
Διάλυσον τὸ χρέος,
ὡς κἀγὼ τοὺς πλοκάμους,
ἀγάπησον φιλοῦσαν,
τὴν δικαίως μισουμένην,
καὶ πλησίον τελωνῶν σε κηρύξω,
Εὐεργέτα φιλάνθρωπε.

Ἡ ἀπεγνωσμένη…

Μὲ μυρογιάλι ὀλόγεμο
προσπέφτει Σου θρηνώντας
αὐτὴ ποὺ νύχτα ἡ ζήση της
καὶ χαραυγὴ ἡ μετάνοια:
Τὴν πόρνη μὴ ἀποδιώξης με
τῆς Πάναγνης τὸ Τέκνο,
τὰ δάκρυά μου μὴν ἀψηφᾶς,
Χαρὰ τῶν ἀρχαγγέλων.
Στὴν ἁμαρτία δὲ μ᾽ ἔδιωξες,
μετανιωμένη τώρα
Σύ, Κύριε, μὲ τ᾽ ἀπέραντο
δέξου με τὸ ἔλεός Σου.

Ἡ ἀπεγνωσμένη διὰ τὸν βίον,
καὶ ἐπεγνωσμένη διὰ τὸν τρόπον,
τὸ μύρον βαστάζουσα, προσῆλθέ σοι βοῶσα.
Μή με τὴν πόρνην ἀποῤῥίψης,
ὁ τεχθεὶς ἐκ Παρθένου,
μή μου τὰ δάκρυα παρίδῃς,
ἡ χαρὰ τῶν Ἀγγέλων,
ἀλλὰ δέξαι με μετανοοῦσαν,
ἣν οὐκ ἀπώσω ἁμαρτάνουσαν Κύριε,
διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

Τὸ πολυτίμητον μύρον…

Τὸ μύρο τὸ πανάκριβο
μὲ τὰ ζεστά της δάκρυα
στὰ πόδια ἡ πόρνη τ᾽ ἄχραντα
σκορπᾶ καταφιλώντας
καὶ παίρνει εὐθὺς τὴ χάρη σου.

Χριστέ μου, ποὔχεις πάθει
γιὰ ὅλους ἐμᾶς… Συχώρεση
δώσμας καὶ γλύτωσέ μας!

Τὸ πολυτίμητον μύρον,
ἡ Πόρνη ἔμιξε μετὰ δακρύων,
καὶ ἐξέχεεν εἰς τοὺς ἀχράντους πόδας σου,
καταφιλοῦσα· ἐκείνην εὐθὺς ἐδικαίωσας,
ἡμῖν δὲ συγχώρησιν δώρησαι,
ὁ παθὼν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Πόρνη προσῆλθε σοί…

Ἀγάλια ἡ πόρνη σίμωσε
δάκρυα μαζὶ καὶ μύρα
ἀδειάζοντας, Φιλάνθρωπε,
στὰ πόδια Σου μὲ πόνο,
κι ἀπὸ τὸ βοῦρκο τῶν κακῶν
μὲ πρόσταγμά Σου βγαίνει.
Κι ὁ ἀχάριστός σου μαθητής
τὴ χάρη Σου ντυμένος
τὴ ρίχνει πέρ᾽ ἀχρείαστη
καὶ στὴ βρωμιὰ κυλιέται
τὸν πλοῦτο ἐσὲ ἀπ᾽ ἀλόγιστη
φιλαργυρία πουλώντας.
Χριστέ μου, ἡ καλοσύνη Σου
κι ἂς εἶναι δοξασμένη.

Πόρνη προσῆλθέ σοι,
μύρα σὺν δάκρυσι,
κατακενοῦσά σου ποσὶ φιλάνθρωπε,
καὶ δυσωδίας τῶν κακῶν,
λυτροῦται τῇ κελεύσει σου,
πνέων δὲ τὴν χάριν σου,
μαθητής ὁ ἀχάριστος,
ταύτην ἀποβάλλεται,
καὶ βορβόρῳ συμφύρεται,
φιλαργυρίᾳ ἀπεμπολῶν σε.
Δόξα Χριστὲ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου.

Ὅτε ἡ ἁμαρτωλός…

Σὰν πρόσφερνε ἡ ἁμαρτωλὴ
στὸ Λυτρωτὴ τὸ μύρο,
ὁ μαθητὴς τὸ Δάσκαλο
στοὺς ἄνομους πουλοῦσε.
Χαίρεται ἐκείνη ἀδειάζοντας
τὸ μύρο τ᾽ ἀκριβό της,
βιάζεται νὰ πουλήση αὐτὸς
τὸν ποὺ τιμὴ δὲν ἔχει·
τὸν Κύριο ἐκείνη ἀγκάλιαζε
κι αὐτὸς τὸν χωριζόταν·
λεύτερη ἐκείνη, στὰ δεσμά,
ὁ Ἰούδας τοῦ θανάτου.
Ἀλλοί Σου, ὁ ὕπνος τῆς ψυχῆς,
δόξα σ᾽ ἐσέ, μετάνοια!
Αὐτή, Σωτήρα, ἀτίμητο
χάρισμα χάρισέ μου
καὶ σῶσε μας Σὺ ποὺ γιὰ μᾶς
σηκώνεις τὸ Σταυρό Σου.

Ὅτε ἡ ἁμαρτωλός, προσέφερε τὸ μύρον,
τότε ὁ μαθητής, συνεφώνει τοῖς παρανόμοις,
ἡ μὲν ἔχαιρε κενοῦσα τὸ πολύτιμον,
ὁ δὲ ἔσπευδε πωλῆσαι τὸν ἀτίμητον,
αὕτη τὸν Δεσπότην ἐπεγίνωσκεν,
οὗτος τοῦ Δεσπότου ἐχωρίζετο,
αὕτη ἠλευθεροῦτο,
καὶ ὁ Ἰούδας δοῦλος ἐγεγόνει τοῦ ἐχθροῦ,
δεινὸν ἡ ῥαθυμία! μεγάλη ἡ μετάνοια!
ἣν μοι δώρησαι Σωτήρ,
ὁ παθὼν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ σῶσον ἡμᾶς.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις…

Κύριε, γυναίκα ποὔφταιξα πολύ,
σὰν ξάφνου ἐντός μου μίλησε ἡ φωνή Σου,
ἅρπαξα μύρου ἀλάβαστρα ὡς τρελλὴ
κι ἔτρεξα ἐδῶ ν᾽ ἀλείψω τὸ κορμί Σου.

Σὲ ζόφο, ἀλλοί μου, ἐκύλησα πηχτὀν,
Σ᾽ ἀφέγγαρη νυχτιὰ σκοτιδιασμένη,
σκλάβα τῶν φρενιασμένων μου παθῶν,
στὴ φλόγα πόθου ἀκόλαστου ριχμένη.

Ὤ, δέξου μου τὰ δάκρυα, ποὺ καφτὰ
ἀπ᾽ το βυθὸ ἀναβλύζουν τῆς ψυχῆς μου
κι ὀργώνουνε τὰ μάγουλα μου αὐτά…
Ὤ, σβῆσε Σὺ τὴ στάμπα τῆς ντροπῆς μου.

Στὰ πόδια τ᾽ ἄχραντα Σου ἐδῶ ριχτὴ
φιλιά, θερμὰ φιλιὰ θὰ τὰ γεμίσω
καὶ πάλι μὲ τὴν κόμη τὴ λυτή,
τὴν ἁμαρτία ποὺ πνέει, θὰ τὰ σφογγίσω.

Μὲ τούτη στὸν παράδεισο παλιὰ
τὸ βράδυ-βράδυ ὁ ἥλιος σὰν ἐχάθη
σκεπάστη ἡ Εὔα μὲς στὴ σιγαλιά,
καθὼς τὸ βῆμα ἐβρόντα ἀπὸ τὰ βάθη.

Σὰν τὴ σοφία Σου, ἄβυσσο βαθιά,
τὰ κρίματα μου –Σὺ θὰ τὴ μετρήσης–
Ξεχείλισε ἡ συγνώμη τὴν καρδιά.
Σκλάβα Σου, Ψυχοσώστη. Μὴ μ’ ἀφήσης.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι, ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ,
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει,
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις,
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους,
τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.

Ὑπέρ την πόρνην…

Ὢ Καλοσύνη! ἁμάρτησα
περσότερο ἀπ τὴν πόρνη,
κι᾽ ὅμως δὲν ἔφερα σὲ Σὲ
τίς μπόρες τῶν δακρυῶν μου.
Μόνο βαριὰ προσπέφτω Σου,
βουβὰ παρακαλώντας
καὶ τ᾽ ἄχραντα φιλώντας Σου
τὰ πόδια μὲ λατρεία:

―Ἀφέντης εἶσαι, κράζω Σου,
τὸ χρέος χάρισέ μου
κι ἀπὸ τὸ βοῦρκο βγάλε με
τῶν ἔργων ποὺ ἔχω πράξει.

Ὑπὲρ τὴν Πόρνην Ἀγαθὲ ἀνομήσας,
δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα,
ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι,
πόθῳ ἀσπαζόμενος, τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης παράσχῃς,
τῶν ὀφλημάτων κράζοντι Σωτήρ.
Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με.

 

*

*

~.~ 

Το γενικό εισαγωγικό σημείωμα της Ανθολογίας

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ, 17.3.2021

*

*