ρητορική τέχνη

Αουρέλιο Μπραντολίνι, Ομιλία για το Πάθος του Κυρίου μας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Η ανατίμηση της επιδεικτικής ρητορικής συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ανθρωπιστών ήδη από τον 14ο αιώνα. Χαρακτηριστικά, στην «Ομιλία της Στέψης» (1341), ο Πετράρχης αναλαμβάνει να εγκωμιάσει την ποίηση και τον ποιητικό βίο, προκειμένου να του αποδοθεί δημόσια καταξίωση από την πόλη της Ρώμης. Ο λόγος του τηρεί την παράδοση της σχολαστικής «θεματικής» ομιλίας (sermo modernus), κατά την οποία ο ομιλητής αντλεί έμπνευση από ένα βιβλικό χωρίο («θέμα», «ύλη»), προχωρώντας στη διαίρεση και την ερμηνευτική/θεολογική του ανάπτυξη. Ο Πετράρχης πρωτοτυπεί επιλέγοντας ως «θέμα», όχι ένα χωρίο της Γραφής, αλλά στίχους του Βιργιλίου, σηματοδοτώντας τη στροφή σε κλασικά πρότυπα. Από τις αρχές του 15ου αιώνα, η στροφή αυτή δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο, αλλά επεκτείνεται πια και στην ίδια τη μορφή και τη δομή του επιδεικτικού λόγου. Στη σχολαστική «διαίρεση» αντιτείνονται η ομορφιά και η δύναμη της ενότητας, της συνοχής και του φορτίου πειθούς του λόγου. Οι ρήτορες της Αναγέννησης αναζητούν, και μιμούνται συνειδητά, αρχαία εγκώμια και επαίνους, ενίοτε υπερβαίνοντάς τα αισθητά. Ωστόσο, η κυριαρχία του παραδείγματος της «θεματικής» ομιλίας, καθιστούσε πολύ πιο δύσκολη την επικράτηση κλασικών προτύπων στον έπαινο θρησκευτικών προσώπων. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Aurelio «Lippo» Brandolini στο εγχειρίδιο Ρητορικής του, De ratione scribendi (περ. 1485). Ειρωνεύεται όσους εκφωνούν λόγους ωσάν να μην απευθύνονται στον λαό, λησμονώντας, δηλαδή, ότι, σκοπός ενός θρησκευτικού εγκωμίου είναι η πρόκληση θαυμασμού και αναστοχασμού, και όχι η διδασκαλία. Ο θρησκευτικός ρήτορας δεν πρέπει να είναι στραμμένος στο να αναλύσει διεξοδικά, μα στο να επαινέσει κατάλληλα το θρησκευτικό πρόσωπο, ούτως ώστε να προτρέψει ετερόκλητους ακροατές να το μιμηθούν.

Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η παπική αυλή πρωτοστατεί στην υποδοχή ρητόρων που υιοθέτησαν τη στροφή στον αρχαίο επιδεικτικό λόγο. Στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου ημερολογίου θρησκευτικών τελετών και εκδηλώσεων, δίνεται η ευκαιρία σε φιλόδοξους ομιλητές να σταθούν μπροστά στον ποντίφικα, στους καρδιναλίους, και σε άλλους αξιωματούχους της πόλης και της Κουρίας, για όχι παραπάνω από τριάντα λεπτά της ώρας, και να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους σε μια περίσταση που μπορούσε να φανεί καθοριστική για τη μετέπειτα καριέρα τους. Τον ομορφότερο, ίσως, θρησκευτικό έπαινο που εκφωνήθηκε σε αυτό το πλαίσιο, τον εκφώνησε ο ίδιος ο Μπραντολίνι (1454-1497). Πρόκειται για την ομιλία Για το Πάθος του Κυρίου, η οποία εκφωνήθηκε την 1η Απριλίου 1496, τη Μεγάλη Παρασκευή, ενώπιον του πάπα Αλεξάνδρου ΣΤ’, στην Καπέλα Σιστίνα. Ο λόγος επαινέθηκε από όλους τους παρισταμένους και αποτέλεσε υπόδειγμα λατινικής πρόζας ανά τους αιώνες. Η δημοτικότητά του μαρτυρείται από το γεγονός ότι εκδίδεται από τον 15ο έως και τον 19ο αιώνα, εντός και εκτός της Ιταλικής χερσονήσου (ενδεικτικά: Ρώμη, Κρακοβία, Βενετία, Κολωνία, Στάργκαρντ, Βαρκελώνη, Μάιντς, Σάλτσμπουργκ) και μεταφράζεται και στα ιταλικά.

Καταγόμενος από τη Φλωρεντία,  με ιδιαίτερα ελαττωματική όραση εκ γενετής (εξού και το προσωνύμιο «Lippo»), ο Μπραντολίνι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους αρχαιογνώστες και στοχαστές της εποχής του. Η καριέρα του τον οδήγησε στη Νάπολη, τη Ρώμη και τη Βουδαπέστη, ενώ το 1491 εντάχθηκε στο Τάγμα του Αγίου Αυγουστίνου, διαμένοντας μεν στη Φλωρεντία, κηρύττοντας, δε, σε όλη την Ιταλία. Στην περίπτωσή του, θεωρία και πράξη βρίσκονται σε θαυμαστή αρμονία. Στο θεωρητικό του έργο αναγνωρίζει ότι, όταν αντικείμενο εγκωμίου είναι ο ίδιος ο Θεός, η επιδεικτική ρητορική αγγίζει το όριό της: δεν μπορεί να εξυμνηθεί ο ίδιος ο Θεός, καθώς τούτο υπερβαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπινου λόγου. Το εγκώμιο πρέπει να προσανατολίζεται σε «τόπους» που συνδέονται με μεμονωμένες πράξεις ή λόγια του Ιησού. Το ύφος και η σύνταξη, τονίζει επίσης, πρέπει να είναι απλά, το δε λεξιλόγιο δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να είναι περίτεχνο ή εξεζητημένο. Τις αρχές αυτές τις τηρεί υποδειγματικά στην ομιλία του Για το πάθος του Κυρίου. Το θύρωμα του εγκωμίου (και, κατά συνέπεια, την ενότητα στο έργο) χαρίζει η ανάδειξη των πράξεων ή λόγων του Ιησού κατά το Πάθος ως εκδηλώσεων τεσσάρων αρετών: της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ταπεινοφροσύνης και της καρτερίας.

Η παρούσα Δοκιμή αποτελεί την πρώτη απόδοση του έργου σε γλώσσα πέραν της Ιταλικής (Ρώμη, 1767). Ταυτόχρονα, αποτελεί την πρώτη παρουσίαση του κειμένου με φιλολογικό υπομνηματισμό, διεθνώς. Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση του Heinrich Bone. Ιδ. Lippi Aurelii Brandolini, Oratio de Passione Domini ad Alexandrum VI Pont. Max. habita, Μάιντς, 1869, 1-28. Στην αρίθμηση των παραγράφων ακολουθώ την έκδοση του Mariotti (Ρώμη, 1767).

(περισσότερα…)

Ρούντολφ Αγκρίκολα, Για τη γέννηση του Χριστού

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την ομιλία Για τη γέννηση του Χριστού (De nativitate Christi) την εκφώνησε ο Rudolph Agricola (1443-1485) τα Χριστούγεννα του 1484, ενώπιον ενός ακαδημαϊκού κοινού στη Χαϊδελβέργη, λίγους μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Ο Αγκρίκολα, κορυφαίος θεωρητικός της ρητορικής τέχνης, είχε συντάξει πριν από λίγα χρόνια το De inventione dialectica (Περί της διαλεκτικής ευρέσεως), έργο που επρόκειτο να αποτελέσει το βασικό εγχειρίδιο (ρητορικής) διαλεκτικής κατά τον 16ο αιώνα. Η χριστουγεννιάτικη ομιλία του 1484 συντάσσεται με εμφανή την προσπάθεια να εφαρμοσθούν η τέχνη και η μέθοδος τις οποίες είχε περιγράψει ο Αγκρίκολα στο εγχειρίδιό του. Και δίκαια θεωρείται όχι μόνον η κορυφαία του ομιλία, μα και λεπτούργημα της ρητορικής του 15ου αιώνα.

Το βασικό ερώτημα του κειμένου είναι απλό: με ποια λόγια, αναρωτιέται ο Αγκρίκολα, μπορεί κανείς να περιγράψει τη χαρμοσύνη που προκαλεί η γέννηση του Χριστού; Τη δυσκολία να απαντηθεί το ερώτημα την πλάθει εξηγώντας, με κλιμάκωση μοναδική, πόσο ξεχωριστό έργο θείας οικονομίας αποτελεί η ενανθρώπηση. Για τον Αγκρίκολα, η γέννηση του Χριστού αποτελεί έργο πιο σπουδαίο και από τη Δημιουργία, ανώτερο και από την Ανάσταση, λαμπρότερο και από το χάρισμα της αιώνιας ζωής. Με πλατωνικής έμπνευσης εικονοποιΐα αποτυπώνει πόσο θαυμαστό είναι ότι ο υπέρτατος Θεός καταδέχθηκε μια ασύλληπτη μεταβολή: να θέσει τον Υιό του στο πεδίο της φθαρτής φύσης και να ενστερνιστεί ο Υιός τη μορφή του δημιουργήματος που ήθελε να εξιλεώσει. Ο ακατάληπτος Λόγος του Θεού γίνεται πλάσμα του οποίου ο Λόγος συνίσταται σε κλάματα. Το έργο αυτό υπερβαίνει σε καλοσύνη κάθε άλλη ενέργεια του Θεού. Ακόμα περισσότερο θαυμαστό είναι αυτό εάν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες της γέννησής του: ενισχύοντας περαιτέρω την ταπείνωσή του, ο βασιλεύς των βασιλέων γεννιέται στην ερημιά, φασκιώνεται με κουρέλια κι έχει για παραστάτες ένα βόδι κι ένα γαϊδουράκι.

Όσο αδύνατον είναι να βρει κανείς τα λόγια να υμνήσει αυτήν τη χαρά, άλλο τόσο αδύνατον είναι και να σιωπήσει. Με οδηγούς τους αγγέλους, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να επαναλάβουν με όλη τη δύναμη της φωνής και της ψυχής τους τον αγγελικό ύμνο: δόξα ν ψίστοις Θε κα π γς ερήνη, ν νθρώποις εδοκία.

~.~

ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΑΓΚΡΙΚΟΛΑ

Για τη γέννηση του Χριστού [1]

Σοφότατοι άνδρες, αποτελεί πανάρχαιη παράδοση η γενέθλια ημέρα κάθε ανθρώπου να γιορτάζεται· γιορτάζεται στο οικογενειακό περιβάλλον για τους απλούς πολίτες, αλλά για τους ηγεμόνες και τους επιφανείς άνδρες γιορτάζεται με ομοψυχία και χαρά που εκδηλώνονται δημόσια, με τη συμμετοχή λαών και επαρχιών. Ανέκαθεν οι άνθρωποι πίστευαν πως η ημέρα αυτή πρέπει να τιμάται σαν επίσημη γιορτή και η χαρά να ανανεώνεται κάθε χρόνο. Πρόκειται, άλλωστε, για την ημέρα που έδωσε στον κάθε άνθρωπο το χάρισμα του φωτός και της ζωής, που άνοιξε το δρόμο σε όλες τις υπόλοιπες, και μας έδωσε τη δυνατότητα να δεχθούμε όλα τα αγαθά που απολαμβάνουμε στη ζωή. Οι άνθρωποι θεωρούσαν, λοιπόν, πως πρέπει να τιμούν με πολύ περισσότερη χαρμοσύνη και σεβασμό την ημέρα στην οποία γεννήθηκε κάποιος άνδρας εξέχων και μεγάλου διαμετρήματος. Είναι, φυσικά, πολύ πιο σπουδαίο και όμορφο να ωφελείς την κοινή ζωή και σωτηρία των πολλών, παρά απλά να ζεις. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, οι πιο ασήμαντοι άνθρωποι γεννιούνται μόνον για να πεθάνουν, και η ημέρα της γέννησής τους ανέτειλε μόνον για να σβήσει με τη δύση. Όμως εκείνη την ημέρα που έφερε στο φως κάποιον άνθρωπο περίλαμπρο, κάποιον που ήταν προς το κοινό συμφέρον να γεννηθεί, δεν θεωρούσαν ότι πρέπει να τη βλέπουν σαν μια ημέρα η οποία, όπως όλες οι άλλες, διήρκεσε από την ανατολή έως τη δύση, αλλά σαν μια ημέρα που έπρεπε να υπερισχύσει κατά κράτος έναντι των πολλών ετών που ακολούθησαν, και, ει δυνατόν, να διαφυλαχθεί λαμπρή, λουσμένη σε αιώνιο φως, χωρίς να τη σκιάζει η υπεισέλευση καμίας νύχτας. (περισσότερα…)

Αίλιος Αριστείδης, Εγκώμιο στο πέλαγος του Αιγαίου

Herbert List, Δήλος (1937)

~. ~

Απόδοση ΠΑΡΙΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Στον Μ. για τον κοινό υδάτινο πατέρα

Ο Αίλιος Αριστείδης υπήρξε φημισμένος ρήτορας στον καιρό του. Γεννημένος στη Μυσία το 117 μ.Χ., φοίτησε δίπλα στον Αλέξανδρο Κοτυέα στη Σμύρνη και συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα και την Αλεξάνδρεια, έχοντας ξακουστούς ρητοροδιδασκάλους. Περιπλανήθηκε στην Αίγυπτο, ενώ ρητόρευσε σε πολλά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σε ένα από τα ταξίδια του στην Αίγυπτο τοποθετείται και η έναρξη της φθίσεως, ασθένεια που θα τον ταλαιπωρήσει με διακυμάνσεις για το υπόλοιπο της ζωής του. Επιστρέφοντας από τη Ρώμη στη Σμύρνη, μετέβη στο ιερό του Ασκληπιού στην Πέργαμο, όπου –ασθενής και με κλονισμένη την ψυχική του υγεία– δεήθηκε και οραματίστηκε τον θεό – από αυτή την εμπειρία εμπνεύστηκε να συγγράψει τους Ιερούς λόγους. Αργότερα, επισκέφθηκε την Αθήνα και τη Ρώμη, όπου εκφώνησε τους πλέον περίφημους από τους λόγους του, ενώ ήταν εκείνος που μετά από έναν σεισμό παρακάλεσε τον Μάρκο Αυρήλιο, τότε αυτοκράτορα, να ανοικοδομήσει τη Σμύρνη. Πέθανε το 181 μ.Χ. ως ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της Β΄ Σοφιστικής

            Ο λόγος του «Εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος» εκφωνήθηκε σε ένα από τα ταξίδια του, μάλλον το 155 μ.Χ. στη Δήλο, οπότε και την επισκέφθηκε. Ως εγκώμιο, ανήκει στο είδος των επιδεικτικών λόγων, μαζί και με άλλους που έγραψε τότε και αργότερα. Ειδικότερη κατηγορία αυτού του είδους λόγων είναι όσοι έχουν ως αντικείμενό τους κάποια πόλη. Κοινοί τόποι, όπως η γεωγραφία και η τοπογραφία, το κλίμα και οι κάτοικοι, οι ασχολίες και τα ήθη τους, οργανώνουν βάσει των κανόνων της ρητορικής τέχνης αυτό το είδος λόγων. Το ίδιο συμβαίνει και με το εγκώμιο του Αιγαίου, αφού ο συγγραφέας του εκλαμβάνει τον χώρο ως ενιαίο, οριοθετημένο και με σαφή χαρακτηριστικά τόπο, ο οποίος μπορεί να ιδωθεί ως εκτεταμένη νησιωτική πολιτεία.

            Από την εποχή της πρώτης έντυπης έκδοσης του Αίλιου Αριστείδη από τον Άλδο Μανούτιο (1513) μέχρι τη σημαντικότερη από τον μεγάλο κλασικό φιλόλογο Karl Wilhelm Dindorf (1829), μεσολαβούν εκδόσεις, μεταφράσεις και σχόλια που ενίοτε βλέπουν και το φως της δημοσιότητας. Τα επιστημονικά desiderata από τότε έχουν εμπλουτιστεί και σήμερα πλέον μπορούμε να αναζητήσουμε τον Αίλιο Αριστείδη στο μεταίχμιο μεταξύ του αρχαίου και του ελληνιστικού κόσμου, αλλά και να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις ποικίλες εκφάνσεις της πολιτισμικής του ταυτότητας μέσα σε έναν κόσμο διαρκών και συνεχόμενων αλλαγών.

            Το κείμενο ακολουθεί την έκδοση του Guilielmi Dindorfii Aristides, τ. I, Λειψία, Libraria Weidmannia, MDCCCXXIX [1829], σ. 401-407. Πρόσφατη νεοελληνική απόδοση του κειμένου στο Αίλιος Αριστείδης, Εἰς Αἰγαῖον πέλαγος, μτφ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Αθήνα, Άγρα, 2012 (φυλλάδιο εκτός εμπορίου).

(περισσότερα…)