Ηλίας Μαλεβίτης

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (1/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [1/2]

Ένα ευρύτερο τμήμα των ποιητικών έργων του Ιωάννη Γεωμέτρη απέδωσε στη νεοελληνική για πρώτη φορά ο ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης (Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, Αρμός, 2012) τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης εδώ. Προτίμησα να παραθέσω τις αποδόσεις του από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τρεις μεγάλοι Βυζαντινοί ποιητές (Αρμός, 2017), όπου συγκεντρώνει τη μεταφραστική του εργασία σε τρεις βυζαντινούς ποιητές, διότι έχει επεξεργαστεί ορισμένες μεταφράσεις του, έχοντας επιφέρει μικρές αλλαγές σε κάποιες από τις αποδόσεις των έργων του Γεωμέτρη, σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.

~•~

Στὴν ἀποστασία.

Αἷμα νὰ ρίξεις σὰ βροχή, οὐρανέ μου, τώρα·
τώρα ντύσου μὲ πένθιμο σκοτάδι, ἀέρα·
ἡ γῆ, ἀπ’ τὸν πόνο μὲ τὰ νύχια σου ξεσκίσου,
ξερίζωσε τὰ δέντρα, ρίξ’ τα σὰν πλεξοῦδες
καὶ βόγγηξε, σκεπάζοντας μὲ μαῦρο ροῦχο
τὸ πρόσωπό σου τώρα ἀντὶ γιὰ τὸ χορτάρι.
Δικό μας αἷμα τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ὅλη
τὴ διαφεντεύει καὶ τὸ ξίφος διαχωρίζει,
ὠιμέ!, γονεῖς καὶ συγγενεῖς, παιδιὰ κι ἀδέρφια.
Τρέχει ὁ πατέρας νὰ σκοτώσει τὸ παιδί του·
καὶ τὸ παιδὶ μετὰ φονεύει τὸν πατέρα·
μαχαίρι βγάζει ὁ ἀδερφός, ὢ πικρὴ τρέλα,
γιὰ νὰ τὸ μπήξει μὲς στὸ στέρνο τ᾽ ἀδερφοῦ του.
Κάτω ἀπό μᾶς ἡ γῆ σπαράζεται καὶ σειέται
ἀπὸ τὸν τρόμο κι ἀπὸ πάνω μας οἱ φλόγες
τῶν κεραυνῶν κάνουνε στάχτη καὶ τὴ σκόνη.
Οἱ πολιτεῖες τῆς Ρώμης τώρα τὰ μπεντένια
σὰν κόμη ρίχνουνε στὴ γῆ καὶ σπαραγμένες
κλαῖνε πικρὰ πῶς κλαῖνε κόρες μαυροφόρες.
Οἱ Ἀγαρηνοὶ νικᾶνε· οἱ πόλεις ποὺ ἦταν πρῶτα
στὴ δούλεψή μας πληρωμὴ τώρα ζητᾶνε
κι ἀπὸ τοὺς φόνους ἐναντίον μας καὶ γλεντᾶνε.
Κι αὐτὰ συμβαίνουν ὅπου ὁ ἥλιος ἀνατέλλει.
Μὰ ποιός μπορεῖ τί γίνεται νὰ πεῖ στὴ δύση;
Σμήνη Σκυθῶν σὰν νά ᾽τανε δική τους χώρα
ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τὴ διασχίζουν ὣς τὴν ἄλλη•
καὶ σὰν τὴ γῆ ποὺ εὐγενικὰ κλαδιὰ φυτρώνει
ἄνδρες ἀτρόμητους σὰν σίδερο γενναίους
ἀπὸ τὴ ρίζα κόβουνε καὶ βρέφη ξίφη
τὰ σφαγιάζουν· κι ἄλλα τά ᾽χει ἡ μάνα ἀκόμη,
κι ἄλλα ἀναρπάζουνε τὰ βέλη τῶν ἐχθρῶν μας.
Γίνανε σκόνη κι οἱ μεγάλες πολιτεῖες.
Πῶς θὰ μπορέσω δίχως δάκρυα νὰ ἀντικρίσω
Νὰ τρέφουν ἄλογα ὅσες πρὶν ἀνθρώπους τρέφαν;
Χῶρες ὁλόκληρες καὶ τόποι πυρπολοῦνται.
Κι ἐσύ, βασίλισσά μου, ἑστία τοῦ Βυζαντίου,
ποιά συμφορὰ σὲ βρῆκε τώρα, πές μου, πόλη,
πόλις ἡ πρώτη στὰ δεινά, καθὼς πρὶν ἤσουν
ἡ πιὸ τρανὴ τῆς γῆς; Δὲν τρέμεις κάθε μέρα,
ἢ μὴ δὲν πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε στὴ μάχῃ ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι
τῶν συγγενῶν τους, ὢ τί φρίκη! Κι ἄλλοι πάλι
καταδικάστηκαν ἐξόριστοι νὰ μένουν,
ἀντὶ στ᾽ ὡραῖα καὶ τὰ λαμπρά τους τὰ παλάτια,
σὲ ἐρημονήσια καὶ σὲ βράχια καὶ φαράγγια
κι ἐκεῖ νὰ σβήνουνε; Κι (ὢ Θεέ μου, ἐσὺ τῶν πάντων
κριτή!) γιὰ αὐτὰ κανεὶς τὴν πέτρινη καρδιά του
δὲν μαλακώνει, δὲν φιλιώνει μὲ τὸν ἄλλον,
κανεὶς τῆς σωτηρίας τὸ φάρμακο ―τὸ δάκρυ―
δὲν χύνει. Μὰ ἔγινε σκοτάδι πιὰ κι ὁ ἥλιος
καὶ τῆς σελήνης κρύφτηκε μὲ μιᾶς τὸ φέγγος
καί, νέας θρησκείας παράξενο σημάδι, ἐφάνη
καινούργιο ἀστέρι, ὅμως ἐγὼ δὲν συλλογιέμαι
μηδὲ τὴ ραθυμιά, μηδὲ τὰ κρίματά μου.
Μὰ κοίταξέ με μ᾽ οἶκτο, Λόγε,
λυπήσου μας, σταμάτα πιὰ τὴ φρίκη ἐτούτη:
σφαγές, ἁλώσεις πόλεων, μάχες, ἀνταρσίες,
φυγές, διώξεις, ἁρπαγές, ποινὲς καὶ δίκες·
λυπήθηκες τὴ Νινευὴ τὴν πολιτεία
καὶ τὸν λαὸ ποὺ τότε ἁμάρτησε, τὸ ξέρω.
Τὸ ποίμνιο ποὺ ἐξαγόρασες μὲ τὸ αἷμα σου εἶμαι,
Χριστέ μου, ἡ μάντρα σου εἶμαι· αὐτὰ ἡ δική σου πόλη,
ἡ πόλη σου βοᾶ, τῶν συμφορῶν της κοίτα
τὴν ἄβυσσον· ὣς πότε θὰ ὑποφέρει;

~•~

Τί λόγια θὰ ἔλεγε ὁ ἐν Ἁγίοις βασιλιὰς Νικηφόρος,
ὅταν ἀποκεφάλιζαν τ᾽ ἀγάλματά του.

Ναί, ξίφος τὸ κεφάλι μου τό ᾽κοψε κι ἀνδροφόνος
τὴν ἐξουσία μου ἅρπαξεν ὁ βασιλιὰς τοῦ σκότους.
Μὰ τὰ νεκρά μου ἀγάλματα γιατί συντρίβει ὁ φθόνος;
Τοῦ Φάλαρι καὶ τοῦ Ἔχετου τὴν τρέλα ξεπερνᾶτε.
Ποιό μίσος τοὺς ἀνδριάντες μου μπορεῖ ὅμως νὰ γκρεμίσει,
τὴν Κρήτη τὴν εὐγενική, τὴ λαμπερὴ τὴν Κύπρο,
καὶ τὴν ἀνίκητη Ταρσό, τῆς Κιλικίας τὰ κάστρα,
τῆς Ἀντιόχειας τὰ τειχιά, τῆς Ἀσσυρίας τις πόλεις;
Πέρσες, Φοίνικες, Ἄραβες, ἔθνη τοῦ κόσμου μύρια,
ὅλα τους στὸ κοντάρι μου γονάτισαν, λυγίσαν.
Ποιός θὰ τὰ σακατέψει αὐτά; Ρίξτε τοὺς τοίχους! Σπάστε!
Μὲς στὶς καρδιὲς ἡ εἰκόνα μου, στὶς χῶρες πάντα μένει.

~•~

Σ᾽ ἕνα στολισμένο σπαθί.

Σπαθὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας σιδερένιο·
σπαθὶ γιὰ τοὺς δικούς μας χρυσαφένιο·
σπαθὶ ἐσὺ τρομερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας·
σπαθὶ κι ἐσὺ ἀρωγὸ γιὰ τοὺς δικούς μας·
σπαθί, ποὺ τὴν καρδιὰ δὲν κόβεις μόνον·
σπαθί, τὸ δίστομο τῆς Ρώμης ξίφος·
σπαθί, τοῦ κράτους τὰ δεινὰ ποὺ κόβεις.

~•~

(περισσότερα…)

Έζρα Πάουντ, Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965

*

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ: ΛΟΝΔΙΝΟ 1920 – ΑΘΗΝΑ 1965

Με αναγνώσεις ποιημάτων από την εμβληματική συλλογή “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) αλλά και με μια παραστατική διήγηση που περιελάμβανε πολλές λεπτομέρειες από την αινιγματική επίσκεψή του στην Αθήνα το 1965, το θέατρο Κυδωνία και οι εκδηλώσεις ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023 τίμησαν χθες βράδυ 12/7 την ξεχωριστή περίπτωση του τοτεμικού για τα ευρωπαϊκά γράμματα ποιητή του μεσοπολέμου Έζρα Πάουντ (1885-1972).

Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μεταφραστής της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής (περιοδικό Νέο Πλανόδιον, τεύχος 7), μίλησε για την άκρως ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Πάουντ και την τεράστια επιρροή της στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (και όχι μόνον) από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τις μέρες μας, για τη σχέση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ και την “Έρημη Χώρα”, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί εκτενώς στην φιλική στάση του προς τις φασιστικές ιδέες και το ολοκληρωτικό καθεστώς Μουσολίνι την δεκαετία του ’30.

Ο Ηλίας Μαλεβίτης, αμέσως μετά, με γλαφυρό λόγο, μας μετέφερε στην δεκαετία του ‘60 ακολουθώντας κατά πόδας τον υπέργηρο και καταπονημένο ποιητή στο περίεργο ταξίδι του στην Αθήνα. Μας μίλησε για τις συναντήσεις του Έζρα Πάουντ με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, για την επίσκεψη στους Δελφούς, και προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο του κινήτρου του ταξιδιού στην Ελλάδα, μέσα από τα λιγοστά στοιχεία που διασώθηκαν, με τον ίδιο τον ποιητή να μην έχει σχεδόν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καθώς τις ημέρες εκείνες υπέβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αλαλίας για θεραπευτικούς λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα, πως μάλλον το διαυγές νερό της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς και οι ιαματικές ή άλλες ιδιότητές του, (ιδιότητες που ευδοκιμούν τα μάλα στην φαντασία ενός μυστικιστή ποιητή, λάτρη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) ήταν αυτές που οδήγησαν τον κουρασμένο από τα χρόνια προσκυνητή στην χώρα μας. Περισσότερα λέει στη μελέτη του στο θέμα αυτό που δημοσιεύεται επίσης στο Νέο Πλανόδιον που κυκλοφορεί (τχ. 7), και στην ολοκληρωμένη της μορφή προβλέπεται να εκδοθεί αργότερα σε βιβλίο.

Ποιήματα από τη συλλογή Hugh Selwyn Mauberley διάβασε ο καλός ηθοποιός Αιμίλιος Καλογερής και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

*

*

*

«Μουνούχους και καθάρματα βγάζουμε να μας κυβερνούν»

*

Πρόγευση από την αποψινή «Νύχτα του Ιουλίου» και την εκδήλωσή μας για τον Έζρα Παάουντ στο Θέατρο Κυδωνία (Υψηλαντών 12, Χανιά, στις 9.00 μ.μ.). Με αφετηρία τους το πρόσφατο έβδομο τεύχος του ΝΠ το αφιερωμένο στον Αμερικανό ποιητή, απ’ όπου και το απόσπασμα, συζητούν ο Ηλίας Μαλεβίτης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Κείμενα του Πάουντ ερμηνεύουν ηθοποιοί του θεάτρου.

~ . ~

Καταπώς ο Σαρλώ στην περίφημη ταινία του, ο Έζρα Πάουντ στο Hugh Selwyn Mauberley μυκτηρίζει τους “μοντέρνους καιρούς”. Βρισκόμαστε στα 1920, επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, και το κατηγορητήριο του ποιητή περιλαμβάνει περίπου τα πάντα: το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής, την αγοραία της κουλτούρα, την πολιτική υποκρισία που οδήγησε την Ευρώπη στην πρωτοφανή αλληλοσφαγή.

Μυριάδες πέσαν, χάθηκαν,
κι άριστοι ανάμεσά τους,
για έναν γεροξεκούτη σκύλο ξεδοντιάρη,
για έναν κουρελή πολιτισμό

Ας ανεμίζει σημαία του την ισονομία και την ψήφο, ας καμαρώνει για την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία του, αυτός ο πολιτισμός απαξιώνει ό,τι το άξιο και βεβηλώνει ό,τι το ιερό.

Του Φαύνου την σαρκώδη ορμή,
του Αγίου τ’ όραμα; Όχι εμείς!
Όστια τον Τύπο λάβαμε·
την ψήφο αντί περιτομής.

Άπαντες ίσοι, νομικώς,
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν,
μουνούχους και καθάρματα
βγάζουμε να μας κυβερνούν.

Ευτελίζει όχι μόνο την ιδέα της πατρίδας, αλλά την ίδια την έννοια της θυσίας:

κάποιοι έπεσαν, pro patria,
non «dulce» non «et decor»…
πορεύτηκαν στην κόλαση χωσμένοι ώσμε τα μάτια
τα παραμύθια, στην αρχή, χάβοντας των γερόντων,
γύρισαν στην πατρίδα, γύρισαν σ’ ένα ψέμα,
γύρισαν στις απάτες τις πολλές,
γύρισαν στα παμπάλαια ψεύδη, στις νέες ντροπές·
στους προαιώνιους κοιλαράδες τοκογλύφους,
στους παπατζήδες των δημόσιων θώκων.

Ο κόσμος που περιγράφει ο Πάουντ είναι αυτός της πτώσης, ο ξεπεσμός στα μάτια του είναι ασυγκράτητος. Δείκτης του συγκριτικός, η ελληνική αρχαιότητα. Απέναντί της το παρόν μόνο πόζες παρακμιακές έχει να αντιτάξει.

Τέιον ροδόχρουν κλπ., το ένδυμα ασορτί
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω,
πλέον μια πιανόλα “αναπληροί”
τη βάρβιτο που είχε η Σαπφώ.

Αλλά και η κληροδοσία του χριστιανικού Μεσαίωνα συμπαρασύρεται στη φθορά.

Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και
των Χριστιανών η ομορφιά·
το ΚΑΛΛΟΣ το κρεμάσαμε
στην κρεαταγορά.

Στις εμποροκρατούμενες λεωφόρους των σύγχρονων πόλεων, οι τέχνες, ιδίως εκείνη που ύμνησε η ποιήτρια της Λέσβου, δεν έχουν θέση:

έξω από κείνη την πολύβουη αρτηρία
των εσωβράκων οι πωλήσεις
έχουν καιρό πια τώρα υποσκελίσει
τα ρόδα από την Πιερία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

   

*

 

 

«Η μοναδική λέξη που ξεστόμισε ο Πάουντ»

*

Γεύση μικρή από την εν προόδω έρευνα του Ηλία Μαλεβίτη για την επίσκεψη του Πάουντ στην Ελλάδα το 1965, το εκτενές πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΝΠ7 που μόλις κυκλοφορήθηκε, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στον Αμερικανό ποιητή. Ο συγγραφέας και ο Κώστας Κουτσουρέλης συζητούν για τον Πάουντ μεθαύριο βράδυ στις 9.00, στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου που φιλοξενούνται όπως πάντα στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων, Υψηλαντών 12.

*

«Στα 1933, ο Σεφέρης ήταν κάπως σοφότερος…
“Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.||
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά”.
Μόνο πως αγαπούσε τα σκυλιά.
Ενώ ο Pound που δεν τ’ αγαπούσε,
“ὡραῖα τωόντι πρόκοψε”».
Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση», Για τον Σεφέρη

Σε μια από τις παιγνιώδεις συζητήσεις που κάναμε για τον Σεφέρη, μου είχε πει ο φίλος Ηλίας Λάγιος πως, όταν είχε έρθει στην Αθήνα ο Έζρα Πάουντ, και δεν έβγαζε μιλιά, δεν άνοιξε το στόμα του παρά μονάχα μια φορά, για να διορθώσει ένα υποτιθέμενο λάθος του Σεφέρη σχετικά με το όνομα της ράτσας ενός σκύλου. Συγκράτησα αυτή την ανεκδοτολογική κουβέντα, δεν ρώτησα όμως από πού την είχε ακούσει.

Έτσι κι αλλιώς η σιωπή η απροσπέλαστη που είχε θεληματικά επιβάλλει αυτός ο άνθρωπος στον εαυτό του με είχε κι εμένα σαγηνέψει. Εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω (Αύγουστος του ’87), διάβασα και το δοκίμιο του Λορεντζάτου για τον Πάουντ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αργότερα βέβαια βρήκα και το άρθρο του Σαββίδη για εκείνη τη συνάντηση (Νοέμβριος του ’72), η δε πρόσφατη έκδοση και του τελευταίου τόμου (Μέρες Η΄) των ημερολογιακών καταγραφών του Σεφέρη συμπλήρωσε το πλήρες φάσμα των ελληνικών πηγών για εκείνη τη συνάντηση. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως ο Σεφέρης πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διέμενε Ο Πάουντ με την Ρατζ, την Παρασκευή 5 Νοέμβρη, και τους μετέφερε στο σπίτι του στην οδό Άγρας για πρόγευμα. Διαβάζουμε:

«Πρόγευμα με τον Ezra Pound και την Olga Rudge, εδώ. Του τηλεφώνησα την περασμένη Τετάρτη πρωί· πήγα και τους πήρα από το ξενοδοχείο Πλάκα όπου μένουν κατά τη 1½. Φύγαν κατά τις τέσσερις. Όμορφη λιόλουστη μέρα.

Στο ξενοδοχείο κατέβηκε με τα πόδια από το πάτωμά του. Πρώτη φορά που τον αντίκριζα από κοντά· τον αγκάλιασα· πολύ θερμός. Αλλά συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό· δε λέει λέξη. Όχι πως δε θέλει να μιλήσει, απεναντίας πολύ συχνά βλέπεις την προσπάθεια να ζωγραφίζεται στο συγκλονιστικά εκφραστικό πρόσωπό του. Αλλά είναι σα να πέφτει απάνω του ένα δίχτυ που τον σταματά. Ωστόσο η O. R. μου λέει ότι μιλά πολύ εύκολα από χειρόγραφο, δημόσια. Η ίδια μου λέει ότι σήμερα ήταν από τις πιο σιωπηλές μέρες του και ότι του συμβαίνει αυτό, όταν είναι πολύ συγκινημένος.

Είναι ευκίνητος ανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού μου με πολλή ευκολία. Αύριο πάνε στους Δελφούς και όταν φύγαν από το σπίτι θέλησαν να πάνε στη biennale της γλυπτικής στο Φιλόπαππο. Τον πήγαν οι Σαββίδη. Πάτησε τα ογδόντα του […] Αυτή η άναρθρη συνομιλία ήταν από τα συγκινητικά πράγματα που έζησα. Ενώ δεν είπε σχεδόν τίποτε, έφυγε αφήνοντας ένα κενό. «Sibylwise» (Personae, «Scriptor Ignotus»)».

Και συνεχίζει ο Σεφέρης, στην τελευταία του καταγραφή για την αναχώρηση του ζεύγους Πάουντ-Ρατζ, την Πέμπτη, 11 Νοέμβρη:

«Ευτυχώς όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν κρατήσαμε κάποιαν επαφή μαζί τους, με το τηλέφωνο ή δια του Ζήσιμου. Όταν γύρισαν την Παρασκευή από την έκθεση της γλυπτικής του Φιλοπάππου ― έπεσε στο κρεβάτι με 38½ πυρετό. Ο Ζήσιμος που έτυχε εκεί φρόντισε να τους βρει γιατρό».

Πριν ξεκινήσει το ζεύγος των φιλοξενουμένων να πάρει τον δρόμο για την έκθεση στου Φιλοπάππου, ο Σεφέρης –πιθανότατα παρακινημένος και από την αναμενόμενη επίσκεψή τους στους Δελφούς– πρόσφερε στον Πάουντ ενθύμιο δώρο ένα βιβλίο του στα αγγλικά: το κείμενό του για τους Δελφούς, που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: «For Ezra Pound with my devotion George Seferis. Athens 5.10.65».

[Μόλις και μετά βίας συγκρατώ ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ, καθώς ο δαίμων της ανακρίβειας και της παραπλάνησης παραποιεί πάλι περιπαιχτικά τις αφηγήσεις για ετούτο το ταξίδι].

Ο Σεφέρης, ως γνωστόν, πέρα από τις συγκεκριμένες ημερολογιακές καταγραφές, αποτύπωσε και φωτογραφικά εκείνη τη συνάντηση (για την ακρίβεια η Μάρω στέκεται πίσω από τον φακό), με τον ίδιο πλάι στον Έζρα Πάουντ στην αυλή του σπιτιού της οδού Άγρας. Ιδιαίτερα εύγλωττες φωτογραφικές στιγμές –στιγμές ίσως μόνον– αλλά τόσο ενδεικτικές της «άναρθρης συνομιλίας» την οποία μνημονεύει ο Σεφέρης, που αξίζουν ένα σύντομο σχολιασμό. Στην μια ο οικοδεσπότης όρθιος κρατώντας μια διακριτική απόσταση πίσω από τον καθιστό Πάουντ, με μια έκφραση διερωτητικής έγνοιας και φροντίδας για τη φιλοξενία και τους φιλοξενούμενους· ο Πάουντ γυρτός προς τα εμπρός, σαν κουλουριασμένος στον εαυτό του, με το βλέμμα στυλωμένο χαμηλά. Στην άλλη φωτογραφία, ο Πάουντ ορθός κι ευθυτενής, με το μάλλον αμήχανο βλέμμα του σταθερά καρφωμένο στον φακό, αλλά με τα χέρια στις τσέπες και τον Σεφέρη, περιχαρή και χαλαρωμένο, σταθερά όμως στηριγμένο στα πόδια του, να τον στηρίζει με τον ώμο του και το διακριτικό –σχεδόν αόρατο– δεξί του χέρι περασμένο στο αριστερό χέρι του Πάουντ. Ευθυτενής, ‘ευκίνητος’ μα κι εύθραυστος συνάμα δείχνει ο γερο-Έζρα πλάι στον στιβαρό Σεφέρη. Μόνο σημείο δύναμης ακατάβλητης η καίουσα φλόγα της επίμονης ματιάς του. (περισσότερα…)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί (Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα

Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί
(Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

Πρωτοστάτης του ιμαζισμού και του μοντερνιστικού κινήματος, ιδιοφυής κριτικός, νοσταλγός των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών, συνοδοιπόρος του Έλιοτ, γραμματέας του Γέητς, δριμύς κατήγορος του καπιταλισμού, οπαδός του Μουσσολίνι, επινοητής μιας πρωτόγνωρης ποιητικής γλώσσας, δημιουργός των περιβόητων «Κάντος», ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ (1885-1972) στάθηκε εξαρχής, και παραμένει ώς σήμερα, μορφή σαγηνευτική και αμφιλεγόμενη.

Με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον στο έργο του (τχ. 7), ο μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης και ο μελετητής και βιογράφος του Πάουντ Ηλίας Μαλεβίτης παρουσιάζουν δυο σταθμούς της πορείας του, τη σύνθεση «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», που ο ποιητής δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1920, και το περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1965 και τις συναντήσεις του με σημαδιακές μορφές των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ποιήματα και κείμενα του Πάουντ θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης (Μεταφράσεις Ά. Δικταίου και Δ. Κούρτοβικ)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Μεταφράσεις του Άρη Δικταίου και του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Λιγοστά είναι τα όσα γνωρίζουμε για τον Ιωάννη Γεωμέτρη ή Κυριώτη κι αυτά εξάγονται μέσα από τα έργα του (πεζά και ποιητικά). Ποιητής που έζησε κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα ο Ιωάννης φαίνεται πως καταγόταν από ευγενή οικογένεια και έλαβε καλή εκπαίδευση ενώ υπηρέτησε στον στρατό πριν αποσυρθεί και ζήσει ως μοναχός. Συνέγραψε επιγράμματα (αρκετά θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε λυρικά ποιήματα), προγυμνάσματα, αλλά και ύμνους και ομιλίες στη Θεοτόκο και σε άλλους αγίους. Ο Αλεξάντερ Κάζνταν, από τον οποίο αντλούμε και αυτές τις πληροφορίες, τού αποδίδει και τη συλλογή 99 μοναστικών τετράστιχων επιγραμμάτων Παράδεισος. Λόγω της εποχής (θέρος γαρ!) ξεκινάμε με την μεταγενέστερη χρονικά απόδοση του Δημοσθένη Κούρτοβικ (τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης) και συνεχίζουμε με τις χρονολογικά πρότερες αποδόσεις του Άρη Δικταίου. [Μικρή σημείωση: ο τίτλος του δεύτερου ποιήματος, που αποδίδει ο Δικταίος, όπως φανερώνει και το πρωτότυπο, αναφέρεται στη Μονή Στουδίου κι όχι σε κάποια Θεολογική Σχολή].

~•~

Ὅλα καρπίζουν καὶ τ’ ἀμπέλι θέλει νὰ γεννήσει,
ξέχειλες οἱ κερῆθρες ἀπὸ φρέσκο μέλι.
Σφύζουν τὰ μαστάρια, χαρὰ γιὰ τ’ ἀρνάκια,
βαριὲς ἀπ’ τὸ γάλα οἱ κατσίκες, τὰ στάχυα
τὸ θεριστὴ κιόλας προσμένουν.
Στὰ δέντρα κελαϊδοῦνε τὰ πουλιά,
σκιὰ δροσερὴ σκορποῦνε τ’ ἄλση.
Τὸ γάργαρο νερὸ παίζει μὲ τὴν πέτρα.
Συναυλία σωστὴ δίνουν τὰ τζιτζίκια,
χαρούμενα ὁ ναύτης τραγουδάει.
Τραγούδησε κι ἐσύ, Ἰωάννη, κι ἂς πονᾶς!

~•~

εἰς τὸ θέρος

Ὥρια πάντα τέθηλε, καὶ ἄμπελος ἐς τόκον ὀργᾷ,
σμήνεα δ’ ἄρτι μέλι χλωρὸν ὑπεκπρορέει,
οὔθατα δὲ σφαραγεῦσι καὶ ἄρνες ἀεὶ σκαίροντες,
αἶγες δ’ εὐγλαγέες, λήϊα κεκλιμένα·
ὄρνεα δ’ εὐφωνοῦσι καὶ ἄλσεα, εὔσκια δένδρα,
ὕδασι δὲ κρυεροῖς ἀμφιγέγηθε πέτρα.
τέττιξ σύντονον ἠχεῖ, ναυτίλος ἥδιον ᾄδει·
ᾆσον, Ἰωάννη, καὶ σύ τι κἂν μογέῃς.

Μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ στο Hans-Georg Βeck, Η βυζαντινή χιλιετία, Αθήνα 2005, ΜΙΕΤ, σ. 161. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ι΄: Επιτάφιο Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου – Νικόλαος Ειρηνικός

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β΄ ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΥ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ

Δύο αποδόσεις του Άρη Δικταίου

Παρουσιάζουμε σήμερα τις αποδόσεις δύο ιδιαίτερων βυζαντινών κειμένων του Άρη Δικταίου από την ανθολογία του της παγκόσμιας ποίησης, Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960. Γράφω για ιδιαίτερα κείμενα για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πως και τα δύο ήταν την εποχή που τα διάβασε και τα απέδωσε ο Δικταίος σπάνια και γνωστά μόνον σε μια δράκα ιστορικών και βυζαντινολόγων. Και ο δεύτερος λόγος πως, ως εκ τούτου, φανερώνουν τον αξιοθαύμαστο ζήλο, την ευρύτατη παιδεία και την εξονυχιστική, σοβαρή και εξαντλητική έρευνα και μελέτη του ποιητή Άρη Δικταίου ώστε να καταφέρει να παραδώσει σε μια ανθολογία παγκόσμιας ποίησης (ας μην ξεχνιόμαστε!) ξεχωριστά και μοναδικά κείμενα της βυζαντινής ποιητικής δημιουργίας (όπως αυτά που δημοσιεύουμε σήμερα). Οπότε αυτή η δημοσίευση ας αποτελέσει κι εκ μέρους μου έναν δίκαιο –αν κι ελάχιστο– φόρο τιμής στον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο, που ειδικά σε ό,τι αφορά τη βυζαντινή ποίηση, εν πρώτοις την αξιολογεί ως μια ιδιαίτερη ενότητα προς παρουσίαση εντός του ελληνικού λόγου, μα και επειδή διαλέγει και παρουσιάζει στους ανγνώστες της εποχής του μιαν αρμαθιά άγνωστα ως επί το πλείστον ποιήματα, ώστε να καταδείξει εμφανέστερα το ενδεχόμενο εύρος και την ποικιλία της.

Το πρώτο κείμενο είναι ένα επιτάφιο επίγραμμα από τον τάφο του Βασίλειου Β΄ που σώζεται σε διάφορες παραλλαγές, από χειρόγραφους κώδικες όμως μόνον. Η απόδοση του Δικταίου θεωρώ ότι μάλλον ακολουθεί την δημοσίευση του Ι. Σακκελίωνος στον Παρνασσό, τ. 11, 1888.

Το δεύτερο έργο είναι πράγματι ελάχιστα γνωστό (πολλώ δε μάλλον την εποχή της απόδοσής του), καθώς αφορά σε έναν παντελώς άγνωστο άλλοθεν συγγραφέα αφενός και αφετέρου έχει δημοσιευτεί στο έργο του Heisenberg, Aus Geschichte und Literatur der Paläologenzeit, Μόναχο 1920. Ο συγγραφέας, Νικόλαος Ειρηνικός, πρέπει να έζησε στη Νίκαια κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα. Πρόκειται για ένα επιθαλάμιο τραγούδι για τους γάμους της –φυσικής, δηλονότι νόθας, παρότι αναγνωρισμένης νομίμως από τον πατέρα της– θυγατέρας του Φρειδερίκου Β΄ (Χοεστάουφεν ή Ωτβίλ ή Αλταβίλα) Κωνστάντζας-Κωσταντίας (που ονομάστηκε Άννα για τον ορθόδοξο γάμο) με τον αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ΄Δούκα Βατάτζη. Ας σημειωθούν υπαινικτικά μόνον τα εξής ιστορικά στοιχεία. Αυτός ήταν ο δεύτερος γάμος του Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος είχε από τον πρώτο γάμο του αποκτήσει γιο που τον διαδέχτηκε στον θρόνο, τον περίφημο Θεόδωρο Β΄ Λασκάρι. Η Άννα ήταν μόλις 14 ετών όταν προσήλθε εις γάμου κοινωνίαν μετά του αυτοκράτορος, ο οποίος φαίνεται ότι προτίμησε τα κάλλη της γκουβερνάντας της από την παιδούλα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ακροπολίτη και τον Παχυμέρη, όπου μπορεί να ανατρέξει κανείς και για περισσότερες λεπτομέρειες για την κατάσταση που επικρατούσε στο παλάτι. Η δε Κωστάντζα ήταν ένας από τους καρπούς της –πλέον ηδείας και σταθερής, όπως όλα δείχνουν– ένωσης, παρά τους τρεις γάμους και τις τόσες και τόσες μη νόμιμες σχέσεις του, του Φρειδερίκου, “του θαύματος της οικουμένης” με την ερωμένη του Μπιάνκα Λάντσια. Για τον ίδιο τον Φρειδερίκο Β΄, τον βίο, την πολιτεία του, την πολύπλευρη πολιτική του, σε Ανατολή και Δύση, το πολιτιστικό και παιδευτικό του έργο στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία (τη λατρεία του για τη Σικελία), έχουν ήδη γραφεί τόμοι και τόμοι.

(περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου 2023 | Πρόγραμμα εκδηλώσεων

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023

Πρόγραμμα εκδηλώσεων 

Όπου δεν αναφέρεται κάτι διαφορετικό,
οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.00 μ.μ.
και η είσοδος είναι ελεύθερη. 

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, για έβδομη συνεχή χρονιά εφέτος, διοργανώνουν στον ΑΙΘΡΙΟ ΧΩΡΟ του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, Υψηλαντών 12, τις «Νύχτες του Ιουλίου».

Και αυτό το καλοκαίρι, οι φίλοι και οι επισκέπτες μας θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν έναν ευρύ κύκλο παραστάσεων, συζητήσεων, διαλέξεων, βιβλιοπαρουσιάσεων και εκδηλώσεων λόγου με διακεκριμένους εκπροσώπους του θεάτρου, της λογοτεχνίας, του στοχασμού και της επιστήμης.

Ανάμεσά τους οι Βασίλης Κάλφας, Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, Κώστας Μελάς, Ξάνθος Μαϊντάς, Δημήτρης Δημητριάδης, Λίλα Τρουλινού, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ηλίας Μαλεβίτης κ.ά.

Το εφετινό μας πρόγραμμα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων συζητήσεις για τον ρόλο της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα και για το σύγχρονο ελληνικό θέατρο, παρουσιάσεις βιβλίων από την πρόσφατη ελληνική πεζογραφία και βραδιές αφιερωμένες σε δύο μεγάλους Αμερικανούς ποιητές, την Έμιλυ Ντίκινσον και τον Έζρα Πάουντ.

Συμπλήρωμα και αποκορύφωση του προγράμματος, η εφετινή θερινή παραγωγή της Ε. Θ. ΜΝΗΜΗ «Ιφιγένεια στο Σπλοτ», έργο του Γκάρι Όουεν που εμπνέεται από τον ελληνικό μύθο και ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Το πρόγραμμα όπως πάντα συνεπιμελούνται ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Θ΄: Συνέσιος ο Κυρηναίος

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΣΥΝΕΣΙΟΣ

Ύμνοι

Απόδοση Άρη Δικταίου

Ο Κυρηναίος Συνέσιος, συγγραφέας και χριστιανός επίσκοπος («φιλόσοφος ἱερεὺς» αυτοαποκαλείται), έζησε στον μεταιχμιακό κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας του 4ου-5ου αι. (π. 370-π. 413), κατά την μετάβαση προς τον χριστιανισμό, στην μεθοριακή περιοχή της Κυρηναϊκής στην Βόρεια Αφρική. Νεοπλατωνικός μαθητής της φιλοσόφου Υπατίας, κι ενώ δεν ήταν ακόμη βαπτισμένος, απαίτησε ο λαός να γίνει επίσκοπος Πτολεμαΐδος, λόγω της δραστήριας εμπλοκής του στην αντιμετώπιση βαρβάρων εισβολέων το 410. Όπερ και εγένετο, εξασφαλίζοντας ότι και θα παραμείνει νυμφευμένος αλλά και θα διατηρήσει κάποιες (νεοπλατωνικές) φιλοσοφικές-θεολογικές του απόψεις (προΰπαρξη ψυχής, αλληγορική ανάσταση, αϊδιότητα του κόσμου), που διέφεραν από το υπό διαμόρφωσιν χριστιανικό δογματικό πλαίσιο. Ανάμεσα στα διάφορα έργα και τις επιστολές που συνέγραψε, υπάρχουν και εννέα ύμνοι (με έναν επιπλέον δέκατο που θεωρείται νόθος) σε δωρική διάλεκτο με εμφανή την ύπαρξη στοιχείων της νεοπλατωνικής και της χριστιανικής θεολογίας. Αυτόν τον τελευταίο, μαζί με έναν ακόμη, απέδωσε στα νεοελληνικά ο Άρης Δικταίος, στο έργο του Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960.

~.~ (περισσότερα…)

Eφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων

Σκριπ 25/6/1895 (από http://efimeris.nlg.gr)

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Το καλοκαίρι του 1895 παρουσιάστηκε στην Αθήνα, προερχόμενος από την Ινδία, ο Οδυσσεύς Μελαχρινός (Πολίτης έμπορος), ισχυριζόμενος ότι κατέχει τρεις ιδιότητες: εφευρέτης μηχανών, εφευρέτης λέξεων και ποιητής. Το σατιρικό Σκριπ άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε χοντρή καζούρα στον αφελή μεν κι αγαθό, αλλά και φαντασμένο εκείνον άνθρωπο. Λίγο πριν μεταβάλλει οριστικά τον σατιρικό χαρακτήρα του, αφιέρωσε δύο φύλλα του στη διακωμώδηση του Οδυσσέα Μελαχρινού, παρουσιάζοντας στο αθηναϊκό κοινό με τρόπο περιπαιχτικό τις παραπάνω ιδιότητές του. Παράλληλα παρουσίασε και ένα-δυο ‘ποιήματά’ του, κυρίως όμως έστρεψε τα πυρά της ανελέητης σάτιράς του προς τους ευτράπελους νεολεκτισμούς τού εξ Ινδίας άρτι αφιχθέντος εμπόρου και φιλόδοξου εφευρέτη λέξεων και ποιητή. Στο φύλλο της 25ης Ιουνίου 1895, το έντυπο έβαλε μάλιστα και τη φωτογραφία του Μελαχρινού, την οποία συνόδευε με τα κάτωθι:

«Προσωπικότητες, οποία η του κ. Μελαχρινού, εισί τόσον σπάνιαι εν τω φιλολογικώ και κοινονικώ ημών ορίζοντι, ώστε το “Σκριπ” υψίστην του θεωρεί ευτυχίαν, όταν κατορθώνη να παρουσιάζη εις τους αναγνώστας του έστω και μίαν τοιαύτην κατά δεκαετίαν. Αλλ’ είνε αδύνατον, διότι αστέρες τοιούτου μεγέθου φαίνονται σπανιώτερον, ως θα ομολογήσωσι πάντες οι μέλλοντες να ευτρυφήσωσιν εις τας ολίγας ταύτας γραμμάς.

Ο κ. Μελαχρινός παρουσιάζεται ενώπιον ημών υπό τρεις ιδιότητες: ως εφευρέτης μηχανών, ως εφευρέτης λέξεων και ως ποιητής. Υπό την πρώτην ιδιότητα εκίνησε πολύ το ενδιαφέρον του μηχανικού κόσμου της Ευρώπης, ουχί δε άπαξ εγένετο λόγος περί των μηχανημάτων του δι’ ων προλαμβάνονται τα δυστυχήματα εν περιπτώσει σιδηροδρομικών συγκρούσεων, δι’ ων διευθύνονται τ’ αερόστατα κατά της φοράς του ανέμου και δι’ ων κατασκευάζονται… τέλεια σιγαρέτα. Αλλά περί τούτων δεν πρόκειται, διότι υποθέτομεν, ότι οι ημέτεροι αναγνώσται εύχονται να μη ευρεθώσιν εις συγκρούσεις σιδηροδρομικάς, έστω και υπό τας προφυλάξεις του κ. Μελαχρινού, και δεν επιθυμούσι να ταξιδεύωσιν εις ύψη δυσθεώρητα εν αεροστάτω βαίνοντι προς εναντίαν του ανέμου διεύθυνσιν, άνευ πηδαλίου. Λοιπόν αντί του ύψους τούτου, ερχόμεθα εις το ύψος της ποιήσεως του κ. Μελαχρινού και αντί των σιδηροδρομικών ανατροπών, εις τας ανατροπάς τας οποίας κάμνει ούτος εφευρίσκων νέας λέξεις, προς μεγάλην λύπην του κ. Ψυχάρη».

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Η΄: Χριστός Πάσχων

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Χριστὸς Πάσχων

Έμμετρη απόδοση Θρασύβουλου Σταύρου

Παρότι για πρώτη φορά ο τίτλος εμφανίζεται στην πρώτη έκδοση του έργου (1542), σε όλα τα χειρόγραφα που μας παραδόθηκε, ο Χριστός πάσχων μνημονεύεται ως δημιούργημα του Γρηγόριου Ναζιανζηνού. Κι ενώ σχεδόν ομόφωνα ομονοούν πως δεν προέρχεται από την γραφίδα του Ναζιανζηνού, οι μελετητές συζητούν ακόμη τον χρόνο της δημιουργίας του, με τους περισσότερους πλέον να τοποθετούν τη συγγραφή του κατά τον ενδέκατο-δωδέκατο αιώνα κι ελάχιστους να επιμένουν σε μια προγενέστερη εποχή από τον έκτο αιώνα και εντεύθεν. Παραταύτα, η συζήτηση δεν έχει λήξει ακόμη μα κι ούτε έχει ειπωθεί και η τελευταία λέξη, όχι μόνο για τον χρόνο συγγραφής μα ούτε και για το πρόσωπο του συγγραφέα· εξακολουθούν να προσφέρονται διάφορες εικασίες και υποθέσεις. Ιδιόμορφο και άτεχνο για θεατρικό έργο (προσφέρεται μάλλον περισσότερο για ανάγνωση), ο Χριστός πάσχων παραμένει γνωστός ως η μόνη σχεδόν βυζαντινή τραγωδία, γραμμένη σε ιαμβικά τρίμετρα. Το ένα τρίτο του κειμένου προέρχεται από επτά τραγωδίες του Ευριπίδη (ιδιαίτερα τη Μήδεια και τις Βάκχες), τον Αισχύλο και την Αλεξάνδρα του Λυκόφρονα. [Την ευριπίδεια εμπνοή και προθετικότητά του ο συγγραφέας την δηλώνει ανοιχτά ήδη από τους προλογικούς στίχους του έργου.] Παράλληλα παρουσιάζει και πολλά δάνεια από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και από Απόκρυφα Ευαγγέλια, όπως του Νικοδήμου και το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Η δράση ξεκινά με τη σύλληψη του Ιησού και τελειώνει με την αναστάσιμη εμφάνιση του Χριστού στους μαθητές και την Παναγία στο σπίτι όπου ήταν συγκεντρωμένοι. Παρά το γεγονός πως το έργο μιλά για τα Πάθη του Ιησού, κύριο τραγικό πρόσωπο δεν είναι ο πάσχων Χριστός αλλά η πάσχουσα Μητέρα του, και δια μέσου του θρήνου και των δραματικών διαλόγων της με τα άλλα πρόσωπα, όπως ένας χορός παρθένων, ο Μαντατοφόρος, ο Ιωάννης ο Θεολόγος, η Μαγδαληνή, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος μεταξύ άλλων εκτυλίσσεται η υπόθεση. Ο Αλέξης Σολομός βλέποντας σε αυτό το έργο «το απαραίτητο γεφύρι ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία και στη σύγχρονη δραματική αρχιτεκτονική», αποφαίνεται: «ο Χριστός Πάσχων είναι, σ’ εσωτερική διάθεση, η πρώτη πεντάπρακτη ευρωπαϊκή τραγωδία».

Από τους συνολικά 2610 (συν επιπλέον 30 στίχους του προλόγου), επιλέξαμε ορισμένους που εκφράζουν πιο έντονα και ζωηρά τον θρήνο της Παναγίας για το Πάθος του Χριστού, και σε ορισμένα σημεία μάλιστα απηχούν μια ορισμένη εκφραστική/γλωσσική οικειότητα/ομοιότητα με τους ψαλλόμενους μέχρι σήμερα εκκλησιαστικούς ύμνους και τα Εγκώμια του Επιταφίου. Η έμμετρη μετάφραση (δεκατρισύλλαβοι ίαμβοι) του Θρασύβουλου Σταύρου έγινε για την πρώτη σύγχρονη θεατρική παράσταση του έργου από το –τότε Βασιλικό- Εθνικό Θέατρο, στις 23 Απρίλη του 1964, και εκδόθηκε από την Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη. Οι φωτογραφίες της παράστασης, που συνοδεύουν την παρούσα ανάρτηση, προέρχονται από το Αρχείο του Θεάτρου.

~·~

*

(περισσότερα…)

Γιάννης Ρίτσος, Στο μπουζουξίδικο του Θύμιου

*

Προλογικά-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ρίτσος εξέδωσε το Ίσως να ’ναι κι έτσι ως το τέταρτο εξομολογητικό πεζογράφημα (από τα συνολικά εννέα που είχε γράψει), προσπαθώντας να ιστορήσει μια ψυχική τοιχογραφία συναπαρτισμένη από παραμελημένες και παραθεωρημένες συλλογικές μα και βαθύτατα προσωπικές στιγμές, με διάσπαρτα στοιχεία και σπαράγματα αυτοβιογραφικής κατάθεσης, την οποία κι ενδεικτικά ονομάτισε «Εικονοστάσιο των ανωνύμων αγίων». Μιλούσε για πράγματα δηλαδή εκεί μέσα που η αριστερή του στράτευση επί χρόνια του επέβαλε να βάζει στην άκρη και να χώνει παράμερα, να αυτολογοκρίνει και να φιμώνει το δημόσιο ξεστόμισμά τους, παρότι είχαν χαραχτεί αξεδιάλυτα στην ψυχή και το σώμα, τόσο το δικό του όσο κι αρκετών της γενιάς του. Είναι ενδιαφέρον πως ο Ρίτσος όλα εκείνα τα γραπτά τα είχε στο συρτάρι του για δεκαετίες, μέχρι τη στιγμή που πήραν την οδό της δημοσίευσης.

Η έκδοση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αριστερά και η συζήτηση κι η υποδοχή τού κειμένου περιστράφηκε κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– γύρω από την εμφανή και διάχυτη παρουσία της σεξουαλικότητας, μα και μιας ομοφυλοφιλικής ερωτικής έκφρασης που ευδιάκριτα στίζει ορισμένα από τα πεζά αφηγήματα στο συγκεκριμένο έργο του ποιητή.

Ο ίδιος, έχοντας ήδη υποψιαστεί τις επερχόμενες αντιδράσεις, έγραφε, οιονεί προ-απολογούμενος, στο τελευταίο διήγημα της συλλογής:

«άστε με το λοιπόν να μιλήσω όπως μου ’ρχεται για πράματα που δεν τα γράφει ποτέ καμιά Ιστορία, πράματα σιωπηλά, βαθιά, αμελημένα, αθώα, περιπαιχτικά, σημαδιακά, ερωτικά, παιδιάστικα, πονηρούτσικα, παμπόνηρα, βουλιαγμένα σαν Ατλαντίδες, τοιχογραφίες της Θήρας, παράξενα “πράματα” που μιλάνε για όλα, για όλους, για πάντα, όπως ένα παπούτσι μονάχο στο ποτάμι, ένα κέρατο βοδιού σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο, ένα πιάτο παντζάρια στο έρημο πανδοχείο, το κέρας του κυνηγού στο φαράγγι, μια άδεια καπότα στο χορτάρι του Δημοτικού Κήπου, ο καθρέφτης του ασανσέρ μ’ ένα τριαντάφυλλο, ο Ορέστης χωρίς τον Πυλάδη μέσα στο μισοφώτιστο ναυτικό μπαρ χτυπώντας τα πλήκτρα του πιάνου με το ’να του δάχτυλο, οι δυο Άγγελοι που μπαίνουν στο μπαρμπέρικο του Μεταξουργείου ναν τους κουρέψουν λίγο τα φτερά τους που παραμεγαλώσανε κι ο μπαρμπέρης τα χάνει και του πέφτει το μεγάλο κύπελλο με τη σαπουνάδα και πιτσιλιέται ο χρυσοβαμμένος μυγοφτυσμένος καθρέφτης κι οι δυο Άγγελοι που κοιτιούνται στον καθρέφτη βλέπουν το πρόσωπό τους διάστικτο με αφρούς σα να χιονίζει, και πράγματι χιονίζει στο Σανατόριο της Πάρνηθος κι απλώνεται παντού μια ευλογημένη ασπράδα, μια ζεστή όμως ασπράδα, ως πέρα πέρα, μια συγγνώμη τόσο διάφανη που βλέπεις απ’ την άλλη της μεριά τα τέσσερα πλοία που φεύγουν και μένει μόνη μια βαλίτσα στην προκυμαία κι ο τελωνοφύλακας κοιτάει τ’ αντικρινό μπαλκόνι – πράγματα ασήμαντα δικά σου, δικά μας, ναι, ασήμαντα που ωστόσο σε βεβαιώνουν τρυφερά πως υπήρχες, υ π ά ρ χ ε ι ς,  θ α  υ π ά ρ χ ε ι ς  κι είσαι όμορφος κι αγαπημένος κι όλα είναι όμορφα κι αγαπημένα κι είναι κατορθωτό το ακατόρθωτο, τόσο που ξύνεις το κεφάλι σου και κλαις σα βλάκας, γιατί είμαι βλάκας βρε Πέτρο και σ’ αγαπάω για όλα»

(«Θύμησες, πράγματα, λόγια»)

Από αυτόν τον τόμο ξεδιάλεξα την παραπάνω αφήγηση που περιστρέφεται γύρω από ένα ζεϊμπέκικο χορό και την τελετουργία του, που σήμερα, μόλις σαράντα χρόνια μετά, μοιάζει τόσο αλλόκοτος και μακρινός, σχεδόν μυθικός, γέννημα της φαντασίας. Στους γύρους του χορευτή σ’ αυτόν τον ζεϊμπέκικο στροβιλίζονται και χορεύουν μνήμες ζωής αλλοτινής, εμπειρίες κοινές, συνυπαρκτικές, κινήσεις και χειρονομίες απλές και μυστικές, τελετουργίες ανέκφραστες, σιωπές εύγλωττες, θραύσματα και θρύψαλα από ένα ενιαίο κάποτε μωσαϊκό ζωής, που έχει πια φθαρεί αμετάκλητα κι έχει παραμεριστεί απολησμονημένο, όταν δεν προβάλλεται πλέον σε διαστροφικά μεταλλαγμένο καταναλωτικό ευδαιμονικό απείκασμά του. Λείψανα μοναχά, σποραδικές επιβιώσεις, σπαράγματα ελάχιστα ανιχνεύονται κι αναδύονται πού και πού, εδώ κι εκεί. Πού εκκλησίασμα πια, πού δισκοπότηρα και που μετάληψη τελετουργιών μυστηριακών, κοινών, συλλογικών και ζωογόνων. Διόλου τυχαία δα δεν κλείνει κι η αφήγηση μνημονεύοντας τον σικελιανικό Διθύραμβο του Ρόδου;

(περισσότερα…)