Ελλάδα

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [1/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Την εισήγηση του Κ. Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύουμε παρακάτω, θα ακολουθήσουν προσεχώς οι ομιλίες των άλλων δύο συνεισηγητών.   —  ΝΠ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

Υπάρχει ένα είδος πολυάσχολων στη Ρώμη, που τρέχουν
εδώ κι εκεί καταϊδρωμένοι, έχουν σαν ασχολία τους
την απραξία, ασθμαίνουν χωρίς λόγο, κι ενώ κάνουν
πολλά δεν κάνουν τίποτα.
ΦΑΙΔΡΟΣ, Ανέκδοτα κατά τον τρόπο του Αισώπου  [1]
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε
— ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Τα ερωτήματα που τέθηκαν ως αφετηρία για τη συζήτησή μας είναι: Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών επιστημών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Το θέμα μας ταυτίζεται ουσιαστικά με το θέμα της πνευματικής κατάστασης της χώρας μας στην εποχή μας – ένα πραγματικά τεράστιο πλέγμα θεμάτων, το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους πνευματικούς ανθρώπους και που εδώ μόλις μπορούμε να θίξουμε.[2] Επειδή τα θέματα τούτα είναι βέβαια μεγάλα και σύνθετα, θεώρησα σκόπιμο να τα ξεχωρίσω στα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα.

1) Υπάρχει στοχασμός στη σημερινή Ελλάδα;   

Ο Κώστας Αξελός, στο νεανικό βιβλίο του Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), θεωρεί ότι: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη· κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα».[3] Με τη λέξη «σκέψη», ο Αξελός εννοεί κυρίως: φιλοσοφία πρωτογενή και συστηματική, και δεν έχει άδικο. Εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στη συστηματική φιλοσοφία και στον στοχασμό ή τη σκέψη με μιαν ευρύτερη (ουσιαστική) έννοια, όπως εκφράζεται λ.χ. στο δοκίμιο, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και αλλού. Αλλά τι εννοούμε με τις λέξεις «σκέψη» και «στοχασμός»; Με επίγνωση ότι το θέμα είναι σύνθετο, θα πρότεινα: η έλλογη θέση ερωτημάτων και η προσπάθεια αναζήτησης απαντήσεων σε ζητήματα και προβλήματα που υπερβαίνουν την ικανοποίηση των αμέσων βιοτικών και πρακτικών αναγκών του ανθρώπου· που υπερβαίνουν τα φυσικά ένστικτα και τις αισθήσεις. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Καντ:

«Ο Λόγος μέσα σ’ ένα πλάσμα είναι η ικανότητα να επεκτείνει τους κανόνες και τις προθέσεις της χρήσης όλων των δυνάμεών του πολύ πέρα από [το σημείο που φτάνει] το φυσικό ένστικτο, και δεν γνωρίζει όρια στις απόπειρές του. Αλλά ο ίδιος δεν ενεργεί ενστιγματικά· χρειάζεται δοκιμές, άσκηση και διδαχή, για να προχωρεί σιγά-σιγά από τη μια βαθμίδα της νόησης στην άλλη».[4] (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)

Προχωρούμε ανάποδα

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

«Κάναμε ό, τι μπορούσαμε στην μετά τον Διαφωτισμό εποχή, για να καταστρέψουμε το μυθικό, να παραχωρήσουμε το μη λογικό στις «καλές τέχνες», τις οποίες διαφοροποιήσαμε από την σοβαρή φιλοσοφική σκέψη. Έτσι κατα­στρέψαμε την κοσμοθεωρία (η έμφαση στήν λέξη κόσμος), την κατανόηση του κόσμου, στον οποίο ζούμε, ως μυστηρίου, ως ιερής πραγματικότητας πολύ πιο ευρύτερης από ό, τι το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να συλλάβει ή να περιλάβει, ως μιας κοσμικής λειτουργίας, όπως περιγράφει τον κόσμο ό Έλληνας Πατέρας της Εκκλησίας Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής τον έβδομο αιώνα.»

Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη, Η Κτίση ως Ευχαριστία, Ακρίτας, σ. 43.

«[…] υψώθηκε ενας ουμανισμός, ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού, αλλά που υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάν­των καί η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στό εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστή­μη θα προσφέρει την εξουσία […] για να γίνει δύ­ναμη και αναγγελία της βασιλείας του ανθρώπου, βίαιη ανάκριση της φύσης και κατάφα­ση της απόλυτης εξουσίας του υποκειμένου που την κατανοεί για να την κυριαρχήσει».

Κώστα Παπαϊώάννου, Η αποθέωση της ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, σ. 110-111.

«Οι δύο τελευταίοι πόλεμοι δεν ήσαν παγκόσμιοι∙ ήσαν ευρωπαϊκοί. Όχι μόνον επειδή είχαν γενέθλιο τόπο και επίκεντρο την Ευρώπη, αλλά και διότι συνέβαλαν στην αυτοκτονία της Ευρώπης. Αυτό το έβλεπε με καθαρό μάτι ο Μαλαπάρτε, όταν παρακολουθούσε τα πεδία των μαχών στις στέπες της Ρωσίας. Την αυτοκτονία δεν την είδε στον φόνο των τέκνων της Ευρώπης. Καθώς υποχωρούσαν τα σοβιετικά στρατεύματα, οι χωρικοί έσπευδαν να μετατρέψουν σε εκκλησίες τις αποθήκες των κολχόζ, που ήσαν πρώην εκκλησίες. Ύστερα έρχονταν οι Γερμανοί και εστάβλιζαν εκεί τα άλογά τους. Εδώ είναι που είδε την αυτοκτονία της ψυχής της Ευρώπης: ότι ο πολιτισμός αυτός πλέον εξήντλησε τα περιθώρια του πνεύματός του».

Χρήστου Μαλεβίτση, «Πολιτεία και ερημιά», Άπαντα, τόμ. 3, Αρμός, σ. 227.

Από χρόνια μου κάνει εντύπωση ένα πράγμα: αφού υπάρχουν δεκάδες αν όχι εκατοντάδες κείμενα σπουδαία, κείμενα που αποκαλύπτουν όχι μονάχα τις όψεις της ζωής αλλά και τις παραμορφώσεις της, γιατί δεν ασχολούμαστε με αυτά, γιατί ψάχνουμε ολοένα κάτι άλλο και γιατί στο τέλος παραμερίζουμε όλα αυτά –αυτό κάνει ο σύγχρονος άνθρωπος– για να βάλουμε στη θέση τους ποιο πράγμα; Τις έξυπνες μηχανές;

Μου φαίνεται ότι ένας λόγος είναι ότι δεν ξέρουμε ανάγνωση! Συν τω χρόνω ό τρόπος που διαβάζουν οι άνθρωποι άρχισε να κάνει νερά, χανόταν η συγκέντρωση στο συγκεκριμένο, προωθούσαν αφηρημένο λόγο και αφηρημένες καταστάσεις με αποτέλεσμα μαζί με την εισβολή θετικισμού και θετικών επιστημών, μαζί δηλαδή με τη γενική μαθηματικοποίηση να χάσουμε το νόημα των λέξεων, των φράσεων, των στίχων, των συλλογισμών, προπαντός των συνθέσεων και να παραδοθούμε σε ένα είδος διογκωμένου παρόντος που στραμμένο εντελώς στο μέλλον θέλει ο άνθρωπος να ζει τη στιγμή χωρίς μνήμη και χωρίς διάρκεια. (περισσότερα…)

Eμπειρογνώμονας των ντόπιων ηθών

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Για τον Χρήστο Γιανναρά, το πιο καίριο εγκώμιο το χρωστάμε στον Κωστή Παπαγιώργη. Ήταν, πράγματι, «εμπειρογνώμονας των ντόπιων ηθών». Από τα χρόνια του ’60 κρατούσε, επίμονα, έναν καθρέφτη μπροστά μας και μας έδειχνε τι είμαστε: μασκαράδες σε χώρα μασκαρεμένη. Πώς να του το συγχωρήσουμε έπειτα;

Αντιγράφω (από παλιό Αθηνόραμα) τη φράση του Παπαγιώργη:

«Όπως έχουν τα πράγματα τις τελευταίες δεκαετίες στη Γραικία, για να εγκολπωθείς τη γνώμη ενός εμπειρογνώμονα επί των ντόπιων ηθών, πρέπει αρχικά να γίνεις εχθρός του. Είναι μοιραίο. Ωσότου να καταλάβει κανείς ότι η χώρα είναι μασκαρεμένη και βιώνει βίο μασκαρά, περνάει περίπου μισός αιώνας. Και μετά; Άδηλον. Διότι αναγκάζεσαι να ζεις μεταξύ “εχθρών” και “νεωτεριστών” της δεκάρας και να σε διαβάζουν άνθρωποι τυφλοί που έχουν όμως μάτια από τον κώλο. Όλοι οι καλοί σ’ αυτόν τον τόπο πήγαν από μαράζι και μελαγχολία.»

~.~

Στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, η Μεταπολίτευση συνοδεύεται από μια σημαντική αλλαγή φρουράς. Για πρώτη φορά σ’ αυτούς τους δύο αιώνες μετά το ’21, οι αμιγώς λογοτέχνες, εν προκειμένω οι ποιητές, χάνουν τα πρωτεία. Οι πλέον επιδραστικές προσωπικότητες, οι συγγραφείς που πρωταγωνιστούν, προέρχονται οι πιο πολλοί από το πεδίο του στοχασμού: Γιανναράς, Ράμφος, Παπαγιώργης, Μαλεβίτσης, Λορεντζάτος, Ζηζιούλας, μέσω Γαλλίας ο Πουλαντζάς αρχικά και αργότερα ο Καστοριάδης, δευτερευόντως ο Παπαϊωάννου και ο Αξελός, μέσω Γερμανίας ο Κονδύλης και κάποιοι ακόμη. Μιλώ γι’ αυτούς που είτε έδωσαν το κύριο έργο τους μετά το 1974, είτε αυτό εμπεδώθηκε στη συνείδηση του εγχώριου αναγνωστικού κοινού ιδίως τότε. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί απ’ αυτούς είναι και σπουδαίοι τεχνίτες της γραφής, συνδιαπλάθουν το γλωσσικό μας αισθητήριο – είναι λογοτέχνες δηλαδή, με την πρωταρχική, την πλατιά έννοια του όρου.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι γραμματολόγοι μας ενώ μιλούν για μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την ποίηση στην πεζογραφία, αυτήν την μετάθεση του κέντρου βάρους προς τον στοχασμό και το δοκίμιο δεν τη συζητούν.

~.~ (περισσότερα…)

Η σκοτεινή πλευρά του τουρισμού

Τοίχος στη Νέα Χώρα Χανίων, φωτογραφία ΒΓ, 2.8.24.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Θυμάμαι με νοσταλγία τη Ρόδο της δεκαετίας του ογδόντα, όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε ξενοδοχεία στα εφηβικά μου χρόνια. Στα δεκατρία μου δούλεψα για πρώτη φορά σε ξενοδοχείο σουηδικών συμφερόντων. Επάγγελμα γκρουμ: κουβαλούσα τις αποσκευές τουριστών από τις σκανδιναβικές χώρες, άνθρωποι που έρχονταν για δυο τρεις εβδομάδες για να μαζέψουν ήλιο και φως και να ξαναγυρίσουν στις ψυχρές και μουντές πατρίδες τους. Το καλοκαίρι δουλειά, το χειμώνα σχολείο. Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, κατέβαινα τα καλοκαίρια στο νησί για να δουλέψω σε εστιατόρια και μπαρ. Παρά τις πληγές και τα οικογενειακά δράματα, εκείνα τα χρόνια το βαθύτερο κομμάτι του εαυτού μου ήταν ανέμελο και ευτυχισμένο. Έμαθα να τα βγάζω πέρα, γνώρισα όμορφες και γενναιόδωρες γυναίκες από διάφορες χώρες, γεύτηκα τον έρωτα, έζησα με ένταση και πάθος.

Σε συλλογικό επίπεδο ήταν η εποχή που το νησί είχε μπει δυναμικά στον αστερισμό του τουρισμού και οι προσδοκίες για ανάπτυξη και ευημερία κυριαρχούσαν σε κάθε ατομικό και συλλογικό σχεδιασμό. Υπήρχε ενθουσιασμός και εκείνη η ψυχολογία του χρυσοθήρα που ανακαλύπτει τη μεγάλη φλέβα χρυσού και ονειρεύεται πλούτη και μεγαλεία. Εκείνα τα χρόνια – δεκαετίες ογδόντα και ενενήντα – ήταν ήδη εμφανή τα συμπτώματα του νεοπλουτισμού και της μίμησης: ο ένας μετά τον άλλο σε όλη την έκταση του νησιού πουλούσαν χωράφια και εγκατέλειπαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία για να γίνουν ξενοδόχοι, εστιάτορες και κάθε λογής επιχειρηματίες στο τουριστικό κύκλωμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, στην ευρύτερη περιοχή του χωριού στο οποίο μεγάλωσα υπήρχαν δυο ξενοδοχεία σε ένα μήκος ακτών είκοσι χιλιομέτρων. Τώρα δεν υπάρχει ούτε χιλιόμετρο άδειο από τουριστικές κατασκευές: ένα τείχος υψώνεται στα όρια στεριάς και θάλασσας και προκαλεί αμηχανία στο βλέμμα που νοσταλγεί την απλότητα και την ομορφιά της φύσης. Με βάση τα επίσημα στοιχεία στο Ρόδο λειτουργούν 550 ξενοδοχεία όλων των κατηγοριών και μαζί με τις μισθώσεις τύπου airbnb οι προσφερόμενες κλίνες ξεπερνούν τις 200.000. Σημειωτέον: με βάση την τελευταία απογραφή ο μόνιμος πληθυσμός του νησιού είναι 125.000. Με βάση τους αριθμούς είναι προφανές ότι το νησί ζει από τον τουρισμό και για τον τουρισμό – μια οικονομική μονοκαλλιέργεια που αν για οποιοδήποτε λόγο καταρρεύσει, θα καταρρεύσουν τα πάντα. (περισσότερα…)

Το δικαίωμα στην ψήφο

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Λίγα χρόνια πριν, προκλήθηκε διαμάχη σχετικά με το αν οι ανά τον κόσμο Έλληνες πολίτες που μένουν εδώ και πολύ καιρό μόνιμα στο εξωτερικό θα πρέπει να διευκολύνονται να ψηφίζουν γιατί η προσέλευση των ψηφοφόρων σε πρεσβείες και προξενεία της Ελλάδας κατά τις εκλογές δεν επαρκεί. Τα επιχειρήματα ήταν του τύπου ότι κάποιοι από αυτούς θα δεθούν με τον Ελληνισμό, είτε επιστρέψουν (π.χ. οι μετανάστες της δεκαετίας του 2010) στην Ελλάδα είτε όχι. Αλλά και επιχειρήματα νομιμότητας.

Δεν είναι κατανοητό ωστόσο για ποιο λόγο όσοι επέλεξαν συνειδητά να ζήσουν και να πεθάνουν αλλού (είτε κατανοούν είτε όχι ότι αυτό επέλεξαν) πρέπει ή θέλουν να ασχοληθούν με τη μοίρα ενός τόπου τον οποίο εγκατέλειψαν για πάντα. Ούτε, αντίστροφα, είναι τόσο κατανοητό το δικαίωμα των νυν νομιμοποιημένων αλλά άλλοτε παράνομων μεταναστών να καθορίζουν με την ψήφο τους τη πορεία του κράτους που το ελληνικό έθνος δημιούργησε για να απαλλαγεί από την ισλαμική-οθωμανική τυραννία – την οποία πολλοί από τους μετανάστες δεν αντιλαμβάνονται διόλου ως τυραννία, ιστορικά, αφού είναι μουσουλμάνοι.

Προφανώς, εδώ δεν γίνεται λόγος για νόμους, ούτε βρισκόμαστε στο επίπεδο των δικαιωμάτων, των κανονιστικών διατάξεων κ.λπ. Οι υπέρμαχοι του να ψηφίζουν οι μεν και οι δε έχουν σαφέστατα την πολιτική δύναμη. Γιατί να μην νομοθετήσουν να ψηφίζουν στο μέλλον και τα τρισέγγονα όσων χάθηκαν εδώ και δεκαετίες μέσα στην αμερικανική χοάνη όπως τόσοι άλλοι Ευρωπαίοι, έχοντας π.χ. έναν έλληνα προπαππού; Ή πάλι, γιατί όχι στο μέλλον να μην ψηφίζει και ο τώρα γνωστός στις ελληνικές αρχές ως Αμπντούλ αλλά ορθότερα ως Γιουσούφ ο οποίος μπορεί να γεννήθηκε στη Συρία αλλά μπορεί και στο Αφγανιστάν το 2005 αλλά ίσως και το 2000; Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι αλληκατηγορούνται αναμεταξύ τους οι υποστηρικτές των δυο αντιλήψεων (να πολιτογραφηθούν / ψηφίζουν οι αλλοδαποί της Ελλάδας, και να διευκολυνθούν να ψηφίζουν οι μόνιμα και επί δεκαετίες διαμένοντες στο εξωτερικό έλληνες πολίτες του εξωτερικού), χωρίς να βλέπουν ότι και των δυο οι απόψεις έχουν αιτιολογία μόνο πολιτική. Είναι τόσο αξιοπερίεργο το γεγονός ότι στα ευρωψηφοδέλτια του κυβερνώντος κόμματος βρίσκονται Έλληνες ανά τον κόσμο, τη Ν. Υόρκη, το Λονδίνο κ.α. αλλά κανένας Κύπριος που μένει μόνιμα στην Κύπρο, έναν ανέκαθεν, αλλά τώρα τουρκοκρατούμενο, ελληνικό τόπο (και τέτοιος δεν είναι καμμία ελληνική παροικία στη Δύση), όσο αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι σε άλλες εκλογές στα ψηφοδέλτια πολλών αριστερών κομμάτων βρίσκονται πολλοί αλλοδαποί υποψήφιοι σε μια επίδειξη διεθνισμού. (περισσότερα…)

Οι απόψεις, η αλήθεια, η εξουσία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α.

Υπάρχουν δύο καθαρά αντίθετες τάσεις που διαμορφώνονται στο ελληνικό δημόσιο τοπίο τα τελευταία 20 έτη. Η πρώτη τάση, αφορά στην εκρηκτική αύξηση του αριθμού των απόψεων οι οποίες, με την βοήθεια των νέων ηλεκτρονικών μέσων, διατυπώνονται καθημερινά για θέματα και ζητήματα «επί παντός επιστητού». Στα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, αλλά και στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάθε στιγμή στην κυριολεξία, εμφανίζονται απόψεις για θέματα, πολιτικής, κοινωνίας, οικονομίας, πολιτισμού, ιστορίας κτλ. (έχει ενδιαφέρον ότι δεν εμφανίζεται αυτό το φαινόμενο για ζητήματα που αφορούν τις λεγόμενες θετικές επιστήμες). Χείμαρροι λέξεων κατακλύζουν όλους όσοι επιθυμούν να «σερφάρουν» στις αμέτρητες ιστοσελίδες της «αποκαλυπτικής ενημέρωσης» και της «αναζήτησης της αλήθειας». Η διατύπωση απόψεων από ένα πλήθος ατόμων υποστηρίχτηκε (διαφημίστηκε) έντονα ως εξάπλωση των δημοκρατικών διαδικασιών και αυξημένης συμμετοχής των πολιτών στη δημόσια ζωή. Στόχος η διεύρυνση της δημοκρατίας και οι απελευθερωτικές τάσεις που αυτή συνεπάγεται.

Η δεύτερη τάση κινείται στον αντίποδα της πρώτης: είμαστε μάρτυρες μιας απίστευτης σκλήρυνσης της κρατικής εξουσίας η οποία όλο περισσότερο και όλο πιο συχνά λαμβάνει μέτρα συρρίκνωσης των δικαιωμάτων του πολίτη. Τα δικαιώματα που πλήττονται δεν αφορούν τα ονομαζόμενα «δημόσια» αλλά συνεχώς επεκτείνονται στα λεγόμενα «ιδιωτικά» δικαιώματα, δηλαδή όσα αναφέρονται στην ιδιωτική ζωή του πολίτη. Σιγά αλλά σταθερά καταργείται η ελευθερία και της ιδιωτικής ζωής.

Όμως την ελευθερία της ιδιωτικής ζωής επικαλέσθηκαν οι κρατούντες ως επιχείρημα για να ξεθεμελιώσουν τον δημόσιο χώρο. Η απώλεια του ιδιωτικού βίου είναι απλά το αποτέλεσμα της διάλυσης του δημοσίου βίου. Η συνεχής επίκληση «εκτάκτων αναγκών» και «καταστάσεων εξαίρεσης» οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καθιέρωση ενός μονίμου παραδείγματος διακυβέρνησης. Ενώ αρχικά κατανοούνταν σαν κάτι το ασυνήθιστο, μια εξαίρεση, η οποία μπορούσε να ισχύσει μόνο για περιορισμένη χρονική περίοδο μέσω του ιστορικού μετασχηματισμού της κατέστη σήμερα φυσιολογική μορφή της διακυβέρνησης. Μέσω της συγκεκριμένης έννοιας μπορούν να δειχθούν οι συνέπειες αυτής της αλλαγής σε σχέση με το κράτος και τη «δημοκρατία» στην οποία ζούμε.

Κύριο χαρακτηριστικό των σύγχρονων «δημοκρατιών» αλλά και του πλέγματος των διεθνών σχέσεων είναι η παράξενη σχέση μεταξύ της ύπαρξης και απουσίας νόμου, μεταξύ νόμου και ανομίας. Η κατάσταση εξαίρεσης εγκαθιδρύει μια κρυφή, αλλά θεμελιώδη σχέση μεταξύ της ύπαρξης και της απουσίας νόμου.

Είναι ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια (παγκόσμια) κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με πρόσχημα τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, την παγκόσμια οικονομική κρίση, την ανακατανομή της παγκόσμιας ισχύος και τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις,το Μνημόνιο ή οτιδήποτε άλλο σκαρφιστεί η εκάστοτε κυβέρνηση, που νομιμοποιεί ολοένα και περισσότερες αναστολές των νόμιμων δικαιωμάτων. Το άμεσο αποτέλεσμα όλων αυτών των διεργασιών, καταρχάς, στο συμβολικό επίπεδο και στη συνέχεια στο πραγματικό, είναι η απαξίωση του νομικού πλαισίου λειτουργίας της πολιτείας, η διαμόρφωση ελαστικής συνείδησης των πολιτών και τελικά η πλήρης απάθεια.

Το κράτος δικαίου δυνητικά αναστέλλεται. Όλο και περισσότερο «πολιτικοποιείται» η ζωή, η «γυμνή ζωή», η «ιερή ζωή», οδηγώντας σε καταστάσεις που λίγο απέχουν από τον ολοκληρωτισμό. Το πρώτο βήμα σε αυτήν τη κατεύθυνση γίνεται με την απόφαση να δοθεί η πρωτοκαθεδρία στο ιδιωτικό επί του δημοσίου, ως αποτέλεσμα διεκδίκησης της απόλαυσης της γυμνής ζωής. (περισσότερα…)

Ἡ συντηρητικὴ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἡ ἐναντίωση στὸν Λάνθιμο ὡς ἕναν ἀκόμη woke διανοούμενο θὰ εἶχε χειροπιαστὸ ἀποτέλεσμα σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ κάνει, ἂς ποῦμε, 2,2 παιδιὰ ἀνὰ ζευγάρι (καὶ παντρεύονται ὅλοι) καὶ ἀπειλεῖται ὄντως ἡ πραγματικότητά της ἀπὸ τὴν χ, ψ, ζ ἀποδόμηση. Τὸ μόνο ποὺ ἀπειλεῖται ἐδῶ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό της ἡ κοινωνία, ποὺ εἶναι δανεισμένη ἀπὸ τὰ ἀναγνωστικὰ τῆς Α΄ δημοτικοῦ μεταξὺ 1950-1980. Κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ ἀντιλανθιμικὴ πλειονότητα ζῆ μιὰ (ὄντως ἀρκετὰ) λιγότερο ἀκραία ἐκδοχὴ τῶν ταινιῶν τοῦ Λάνθιμου κ.ἄ. woke κατασκευασμάτων, μὲ ἕνα ἢ κανένα παιδί (δείκτη γονιμότητας 1,38), παντρειὰ στὰ τριανταφεύγα ἢ ποτέ, καὶ τὸ 30-40% τῶν γάμων νὰ καταλήγουν σὲ διαζύγιο. Δὲν ἐννοεῖται φυσικὰ ἐδῶ ὅτι μερικοὶ «δὲν δικαιοῦνται διὰ νὰ ὁμιλοῦν» ὅσο καὶ ὅπως θέλουν· κάτι τέτοιο θὰ ἦταν περισσότερο ἀπὸ γελοῖο. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι σὲ ἕναν τρόπο ζωῆς μπορεῖ νὰ ἀντιπαρατεθεῖ ἀποτελεσματικὰ μόνο κάποιος ἀντίθετος τρόπος ζωῆς καὶ ὄχι μιὰ ἀντίθετη ἐπιχειρηματολογία, κι ὅτι τελικὰ πάει χαμένη ἡ ἀντεπιχειρηματολογία.

Ἔχουμε μιὰ διαμάχη μεταξὺ ἀνθρώπων ποὺ βιώνουν λίγο-πολὺ μὲ τὸν ἴδιο (κάποιοι) ἐλευθεριακὸ ἢ (ἄλλοι) ἀνέμελο κι ἁπλῶς μὴ συντηρητικὸ τρόπο τὴν σεξουαλικότητα καὶ τὴν προσωπική τους ζωή, καὶ ἁπλὰ μαλώνουν γιὰ τὸ πόσο ἀκραῖα πρέπει νὰ βιώνεται αὐτὴ ἡ «ἐλεύθερη ζωὴ» ἢ πόσο σωστό, γενναῖο καὶ σπουδαῖο εἶναι νὰ κατεδαφίζεις παλιὰ σύμβολα.

Σύμβολα ποὺ εἶναι, αὐτὰ καθεαυτά, κενὰ περιεχομένου ὅταν δὲν βιώνονται ἀλλὰ μόνο γίνονται ἀντικείμενο ὑπεράσπισης, καὶ ποὺ καταντοῦν λάβαρα ἐκπληρώνοντας μόνο μιὰ παράπλευρη λειτουργία κάθε συμβόλου (ἡ ὁποία τελικὰ τὸ ἀποδομεῖ, ὅταν καθίσταται ἡ βασικὴ λειτουργία του): Τὴν κομματικότητα καὶ τὸ ποιὸς κυριαρχεῖ ὡς ἔσχατος ἑρμηνευτής τους. Εἶναι σὰ νὰ πιστεύει κάποιος στὰ μάγια καὶ ὁ γείτονάς του νὰ μὴν τὰ πιστεύει, ὡστόσο κατὰ τὰ ἄλλα νὰ ζοῦν ἀμφότεροι μέσα στὴν ἴδια κιμαδομηχανή, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀσπάζεται κάτι ἰδιαίτερο καθένας, ὥστε νὰ νοιώθει ξεχωριστός ἀπὸ τὸν πλησίον. (περισσότερα…)

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ἡ μεθερμηνεία τῶν ἰδεῶν

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἕνα πρόσφατο ζήτημα στὸν ἑλληνικὸ μικρόκοσμο τῶν ἰδεῶν εἶναι κατὰ πόσο διαστρεβλώνεται ἢ ὄχι ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ τὸ woke κίνημα καὶ τὴν ταινία Φόνισσα. Αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ σκεφτοῦμε εἶναι, πρῶτον, κατὰ πόσο ἡ κατάσταση ποὺ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης στὸ συγκεκριμένο διήγημα καὶ ἡ ταινία ἦταν ἡ συνηθισμένη στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο τοῦ 1900. Καθένας ἔχει τὶς δικές του οἰκογενειακὲς καὶ τοπικὲς ἀφηγήσεις καὶ ἀναμνήσεις. Ὅσοι δὲν ἔζησαν σὲ περιβάλλοντα ὅπου οἱ ἄντρες σήκωναν χέρι πάνω στὶς γυναῖκες, ὅπου οἱ γυναῖκες ἦταν μεταφορικὰ ζῶα, καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν τέτοιες ἀναμνήσεις ἀπὸ τὴ (προ)γιαγιά τους ἢ τὴν (προ)γιαγιὰ τοῦ γείτονα καὶ τοῦ παραδιπλανοῦ γείτονα στὸ χωριό, ὅλοι αὐτοὶ ἀντικρίζουν τὴν σχετικὴ καταγγελία, παπαδιαμαντικὴ καὶ τῆς ταινίας, μὲ κάποια μικρὴ ἔκπληξη: Ἀφορᾶ ἕναν κόσμο ποὺ γι’ αὐτοὺς ἦταν ἀνύπαρκτος, πλάι στὸν δικό τους, τὸν μόνο ὑπαρκτό.

Ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν παραδεισένιος ἢ κόσμος ἴσων δικαιωμάτων, ἀλλὰ σίγουρα οἱ γυναῖκες σὲ αὐτὸν δὲν δέρνονταν, δὲν δούλευαν στὰ χωράφια, δὲν τὶς ἀπατοῦσαν, καὶ σὲ αὐτὲς οἱ ἄντρες ἐμπιστεύονταν τὴ διαχείριση τοῦ εἰσοδήματος τῆς οἰκογένειας· ἄλλοτε, ἡ πολὺ συχνὴ ἀπουσία τοῦ Πατέρα, μακροχρόνια ἢ μόνιμη (λόγῳ ξενιτιᾶς ἢ θανάτου) συνεπαγόταν μιὰ οἰκογένεια προνεοτερικὴ στὴν ὁποία ἡ Μητέρα ἀσκοῦσε τὴν ἐξουσία, γιὰ νὰ μὴν σκεφτοῦμε γυναικεῖες μορφὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐπαναστατικὴ ἱστορία. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ δυὸ αὐτοὶ κόσμοι συνυπῆρχαν, καὶ ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἦταν ἡ ἐξαίρεση κάποιου ἀνύπαρκτου κανόνα. Καὶ οἱ δύο ἦταν παρατηρήσιμα φαινόμενα. Κάθε καπέλωμα ἢ λήθη τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ ἀπὸ τὴν ἐποχή μας εἶναι σφάλμα· ὁ Παπαδιαμάντης φυσικὰ δὲν ἔκανε τέτοιο σφάλμα. (περισσότερα…)

Ο πύργος της Λεψίνας

Karl Rottmann, άποψη της Ελευσίνας κατά το 1843, Νέα Πινακοθήκη Μονάχου. Διακρίνονται οι λόφοι της Ελευσίνας, με το τότε χωριό στον αριστερό (ανατολικό) και τον πύργο να προβάλει στον δεξιό (δυτικό). Στο πρώτο πλάνο, χωρικοί βαδίζουν στην Ιερά Οδό.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

«Αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη μέχρι σήμερον»· τούτη η λακωνική πρόταση βρίσκεται σε μία υποσημείωση στον τόμο του 1960 του Αρχαιολογικού Δελτίου, του επίσημου περιοδικού της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, και αναφέρεται στην ανασύσταση του φραγκικού πύργου που υπήρχε στην Ελευσίνα, ο οποίος διαλύθηκε το 1953 προκειμένου να επεκταθούν τα λατομεία και οι εγκαταστάσεις της τσιμεντοβιομηχανίας “Τιτάν”. Η εταιρεία είχε δεσμευθεί ότι θα ανοικοδομήσει με δαπάνες της τον πύργο σε άλλο σημείο, με το αυθεντικό του υλικό. Όμως, επτά χρόνια αργότερα, οι λίθοι του πύργου ανέμεναν την αναστήλωσή του, όπως διαπιστώνει στην υποσημείωση ο αρχιτέκτων Ιωάννης Τραυλός, μελετητής του ιερού της Ελευσίνας. Και αναμένουν ακόμη, μέχρι τις μέρες μας.

Ο φραγκικός πύργος είχε κτιστεί στην κορυφή του λόφου που βρισκόταν αμέσως δυτικά του αρχαίου ιερού, εκεί όπου σήμερα υψώνονται καμινάδες – αγαπημένο θέμα πολλών φωτογράφων, φόντο των αγαλμάτων της αυλής του μουσείου της Ελευσίνας. Στο ίδιο σημείο είχε ιδρυθεί κατά τους ελληνιστικούς χρόνους ένα μικρό φρούριο, επάνω στα κατάλοιπα του οποίου θεμελιώθηκε η μεσαιωνική οχύρωση με τον μεγάλο πύργο. Ο ακριβής χρόνος κατασκευής του είναι άγνωστος, αλλά αποδίδεται με αρκετή βεβαιότητα στον 13ο αιώνα, όταν η Αττική κατακτήθηκε από τους σταυροφόρους και η ύπαιθρός της απέκτησε πολλούς τέτοιους πύργους, για να φρουρούν μικρά χωριά ή να επιτηρούν μεγάλες γαιοκτησίες. Στην περίπτωση της Ελευσίνας, ο πύργος μπορεί να συμμετείχε στο δίκτυο των φρυκτωριών που παρακολουθούσαν την κίνηση στο θαλάσσιο στενό μεταξύ Αττικής και Σαλαμίνας, ή να ήλεγχε τον χερσαίο δρόμο από την Αθήνα προς την Πελοπόννησο και τη βόρεια Ελλάδα. (περισσότερα…)

Η καταστροφική κυριαρχία του οικονομισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ιστορική ανάπτυξη της Ελλάδος χαρακτηρίζεται από πλήθος ιδιομορφιών και ιδιοτυπιών σε σχέση με την αντίστοιχη των Δυτικών αναπτυγμένων χωρών. Όμως παρά τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά, που οι περισσότεροι μελετητές τα θεωρούν «παρεκκλίσεις» από το δυτικό αναπτυξιακό υπόδειγμα, το ελληνικό υπόδειγμα μέχρις ενός σημείου –θα έλεγα λίγο αυθαίρετα την ένταξη της χώρας στο ευρώ– διατηρούσε την ουσιαστικά αναπτυξιακή του διάσταση.

Δηλαδή εκτός από την οικονομική μεγέθυνση, υπήρχε και μια προσπάθεια θεσμικής, κοινωνικής, πολιτιστικής, περιβαλλοντικής, περιφερειακής προόδου, σε μια κοινή πορεία που ενσωμάτωνε οργανικά όλες αυτές τις διαστάσεις, μια πορεία στο μονοπάτι της ουσιαστικής ανάπτυξης (development). Η ένταξη στο ευρώ, η ένταξη σε ένα περιβάλλον έντονου οικονομισμού άλλαξε την πορεία αυτή, ρίχνοντας ολοκληρωτικά το βάρος στη διαδικασία της μονόπλευρης μεγέθυνσης (growth) της οικονομίας. Όλες σχεδόν οι προσπάθειες κατέτειναν στη μεγέθυνση της οικονομίας, με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, αδιαφορώντας για το ουσιαστικό αναπτυξιακό της σκέλος. Το αποτέλεσμα ήταν η πτώχευση της χώρας.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις, με την καθοδήγηση των δανειστών, συνέχισαν να πολιτεύονται με βάση αυτή την λογική, υποσκάπτοντας περαιτέρω τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Όμως η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπερκέρασε όλες τις προηγούμενες: η μεγέθυνση της οικονομίας, με όλα τα μέσα, κατέστη το παν. Η λογική της μεγέθυνσης κυριάρχησε παντού.

Το πρόβλημα είναι ότι η μεγεθυντική διαδικασία χωρίς την αναπτυξιακή της διάσταση είναι μια φτωχή και κουτσή διαδικασία. Αποτελεί ληστρική εκμετάλλευση των περιβαλλοντικών και πλουτοπαραγωγικών πόρων με στόχο το γρήγορο και εύκολο χρήμα και τις εύκολες εκλογικές νίκες. Είναι επιπλέον μια επικίνδυνη διαδικασία, μια διαδικασία με εξασφαλισμένο το δυσοίωνο τέλος. Διότι την πληρώνουμε ακριβά αυτή τη φτηνή μεγέθυνση, σωρευτικές είναι λ.χ. οι βλάβες που προκαλεί κάθε λίγα χρόνια με όλες αυτές τις πυρκαγιές, χιονοπτώσεις, θύελλες, πλημμύρες οι οποίες έχουν αφαιρέσει εκατοντάδες ζωές και μας έχουν κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια. (περισσότερα…)