εμπορευματοποίηση

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [1/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Μνήμη Gianfranco Sanguinetti
«Πρέπει να ξέρουμε, φίλε μου, ότι είναι μεγάλο κατόρθωμα να περιφρονούμε αυτό που οι άλλοι θεωρούν σημαντικό μες στην ζωή. Ο πλούτος, για παράδειγμα, οι τιμές, η δόξα, η εξουσία και όλα όσα περιβάλλονται από εξωτερική λάμψη, σαν να πρόκειται για θεατρική παράσταση, δεν θα φαίνονταν ανώτερα αγαθά σε έναν σοφό άνδρα. Αντίθετα, ανώτερη θα ήταν η ίδια η περιφρόνησή τους.»
ΛΟΓΓΙΝΟΣ, Περί Ύψους
«Θα πρέπει να ξοδεύουμε την περιφρόνησή μας με φειδώ καθότι, στην εποχή μας, είναι τόσοι πολλοί οι αξιοπεριφρόνητοι άνθρωποι.»
ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ
«Αλλά τα κεφάλια δεν έχουν πρωκτό. Ό,τι εισέρχεται στο κουτί τους, δεν ξαναβγαίνει ποτέ.»
M. G. CLÉZIO, Les Géants
Ι.

Πράγα1. Νύχτα. Εσωτερικό. Μπαρ.

Έπειτα από ένα ανησυχητικό στριφογύρισμα μιάμισης ώρας γύρω από την Παλαιά Πόλη της Πράγας, αλλά και εντός της, υπό καταρρακτώδη βροχήν, κατάφερα να βρω μια ήσυχη γωνιά σε τούτην την μυστική πόλη της Παλαιάς Ευρώπης η οποία δεν κατάφερε να μην πέσει και η ίδια θύμα της μουσειοποίησης και του low-cost τουρισμού του συνεχούς διψασμένου αγγλοσαξωνικού, και όχι μόνον, όχλου. Επειδή βρίσκομαι αρκετά βαθιά μέσα στην νύχτα θα αναγγείλω, όπως ένας προσωκρατικός, «Πάντα τὰ σπουδαῖα νυχτὸς μᾶλλον ἐξευρίσκεται».

Για κάποιον περίεργο και ασυνείδητο λόγο, έβαλα στις αποσκευές μου μία από τiς μικρότερες διατριβές όλων των εποχών για ένα τεράστιο ζήτημα. Πρόκειται για ένα από τα τελευταία γραπτά του μακαρίτη, πλέον, Τζιανφράνκο Σανγκουινέττι. Απόδοση στην νεοελληνική: Το Μουνάκι χθες και σήμερα. Πιθανώς ο πόθος της ανάγνωσης του έργου, αντί για μια εκ νέου άγνωση του Κάφκα, του Τσάπεκ, του Κραλ ή κάποιας άλλης παραγνωρισμένης ή ξεχασμένης ιδιοφυίας που βγήκε από αυτόν τον τόπο, να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην πρωτεύουσα της Τσεχικής Δημοκρατίας.

Αφού παρήγγειλα κάτι ζεστό, έβγαλα από το δισάκι μου το πολυπόθητο έργο και ξεκίνησα όχι την ανάγνωση, αλλά μια ανάγνωση επιβεβαιωτική των διάσπαρτων σκέψεων μου που αποτυπώνονται θέλοντας και μη, εν είδει κατάρας, από την έντονη και μικροσκοπική και εντομολογική παρατήρηση χώρων, τρόπων και συμπεριφορών σε χώρες που η τύχη ή η θέληση με οδηγεί τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα έναν αυτόματο συγκρητισμό ανάμεσα στην χώρα από όπου κατάγεται η γλώσσα στην οποία γράφω και ανάμεσα σε άλλες που, οφείλω να εκμυστηρευθώ, κάποιες γωνιές τους, έχουν μετατραπεί σε νέες πατρίδες για εμένα. Όμως η περιαυτολογία ταυτίζεται ενίοτε με την ματαιότητα ή και τον ναρκισσισμό, πράγματα τα οποία δεν θέλω να εξασκήσω γραπτώς εδώ.

Ο τίτλος του έργου του Σανγκουινέττι ξαφνιάζει τους συγκαιρινούς μας, τους τόσο βυθισμένους σε έναν κατευθυνόμενο μεταμοντέρνο πουριτανισμό, τουτέστιν στην διαμόρφωση της εικόνας αλλά και της ύπαρξης, ή καλλίτερα του τρόπου της ύπαρξης, ενός ανθρώπου βυθισμένου στην απώλεια παντός είδους ερωτισμού, στην συστηματική και συνεχιζόμενη εξαφάνιση κάθε είδους συναισθήματος που γεννά όχι μόνον η σάρκα αλλά και οι πολλαπλές εκφάνσεις της όταν εκείνη προσωποποιείται από το πνεύμα, (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [1/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Την εισήγηση του Κ. Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύουμε παρακάτω, θα ακολουθήσουν προσεχώς οι ομιλίες των άλλων δύο συνεισηγητών.   —  ΝΠ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

Υπάρχει ένα είδος πολυάσχολων στη Ρώμη, που τρέχουν
εδώ κι εκεί καταϊδρωμένοι, έχουν σαν ασχολία τους
την απραξία, ασθμαίνουν χωρίς λόγο, κι ενώ κάνουν
πολλά δεν κάνουν τίποτα.
ΦΑΙΔΡΟΣ, Ανέκδοτα κατά τον τρόπο του Αισώπου  [1]
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε
— ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Τα ερωτήματα που τέθηκαν ως αφετηρία για τη συζήτησή μας είναι: Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών επιστημών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Το θέμα μας ταυτίζεται ουσιαστικά με το θέμα της πνευματικής κατάστασης της χώρας μας στην εποχή μας – ένα πραγματικά τεράστιο πλέγμα θεμάτων, το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους πνευματικούς ανθρώπους και που εδώ μόλις μπορούμε να θίξουμε.[2] Επειδή τα θέματα τούτα είναι βέβαια μεγάλα και σύνθετα, θεώρησα σκόπιμο να τα ξεχωρίσω στα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα.

1) Υπάρχει στοχασμός στη σημερινή Ελλάδα;   

Ο Κώστας Αξελός, στο νεανικό βιβλίο του Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), θεωρεί ότι: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη· κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα».[3] Με τη λέξη «σκέψη», ο Αξελός εννοεί κυρίως: φιλοσοφία πρωτογενή και συστηματική, και δεν έχει άδικο. Εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στη συστηματική φιλοσοφία και στον στοχασμό ή τη σκέψη με μιαν ευρύτερη (ουσιαστική) έννοια, όπως εκφράζεται λ.χ. στο δοκίμιο, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και αλλού. Αλλά τι εννοούμε με τις λέξεις «σκέψη» και «στοχασμός»; Με επίγνωση ότι το θέμα είναι σύνθετο, θα πρότεινα: η έλλογη θέση ερωτημάτων και η προσπάθεια αναζήτησης απαντήσεων σε ζητήματα και προβλήματα που υπερβαίνουν την ικανοποίηση των αμέσων βιοτικών και πρακτικών αναγκών του ανθρώπου· που υπερβαίνουν τα φυσικά ένστικτα και τις αισθήσεις. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Καντ:

«Ο Λόγος μέσα σ’ ένα πλάσμα είναι η ικανότητα να επεκτείνει τους κανόνες και τις προθέσεις της χρήσης όλων των δυνάμεών του πολύ πέρα από [το σημείο που φτάνει] το φυσικό ένστικτο, και δεν γνωρίζει όρια στις απόπειρές του. Αλλά ο ίδιος δεν ενεργεί ενστιγματικά· χρειάζεται δοκιμές, άσκηση και διδαχή, για να προχωρεί σιγά-σιγά από τη μια βαθμίδα της νόησης στην άλλη».[4] (περισσότερα…)