Ο κτιστός οβελίσκος του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, όπως διατηρείται σήμερα στο At Meydanı.
~.~
ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #15
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ
«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.
~.~
Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων
Το σημερινό At Meydanı —η πλατεία των αλόγων— της Κωνσταντινούπολης, καλύπτει μεγάλο μέρος της θέσης όπου βρισκόταν άλλοτε ο Ιππόδρομος της βυζαντινής πρωτεύουσας, δίπλα στο Μέγα Παλάτιον και την Αγία Σοφία. Στο κέντρο της πλατείας παραμένουν ακόμη στη θέση τους τρία μνημεία που κοσμούσαν τη spina —τη νησίδα ή εύριπο— του στίβου των αρματοδρομιών: ο αρχαίος αιγυπτιακός οβελίσκος που τοποθετήθηκε εδώ το έτος 390, επί Θεοδοσίου του Α΄, η χάλκινη στήλη των όφεων από τον τρίποδα που αφιέρωσαν οι ελληνικές πόλεις στο μαντείο των Δελφών μετά τα Περσικά, και ο λεγόμενος κτιστός οβελίσκος. Ο τελευταίος θα μας απασχολήσει εδώ για την επιγραφή της ανακαίνισής του.
Ο κτιστός οβελίσκος ιδρύθηκε στο νότιο άκρο της spina του Ιπποδρόμου, την εποχή που στήθηκε ο αιγυπτιακός ή λίγο νωρίτερα. Σε αντίθεση με αυτόν, που έχει λαξευτεί σε σκληρό γρανίτη, ο δεύτερος οβελίσκος είναι δομημένος με μεγάλους ορθογώνιους λίθους — εξ ου και κτιστός ή örme (πλεκτός) στα τουρκικά. Το συνολικό του ύψος ανέρχεται στα 32 μέτρα, όσο ακριβώς εκείνο του αιγυπτιακού οβελίσκου του Λατερανού στην Παλαιά Ρώμη. Η βάση του βρίσκεται τώρα δύο περίπου μέτρα χαμηλότερα από το επίπεδο της πλατείας, καθώς τα ιζήματα της ιστορίας έχουν ανυψώσει το έδαφος.
Στα μέσα του 10ου αιώνα, όταν βασίλευε ο Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος, ο γιός του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, ο κτιστός οβελίσκος μετρούσε πάνω από πέντε αιώνες ζωής και φαίνεται ότι δεν βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα, το μνημείο ανακαινίστηκε και επενδύθηκε με επιχρυσωμένες χάλκινες πλάκες, οι οποίες πρέπει να του προσέδωσαν εντυπωσιακή λάμψη. Στο βάθρο του λαξεύθηκε τότε μία αναμνηστική επιγραφή, για να απαθανατίσει το έργο του δεσπότη των Ρωμαίων. Το κείμενο σώζεται μέχρι σήμερα, εν μέρει εξίτηλο:
☩ Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων
χρόνῳ φθαρέν, νῦν Κωνσταντῖνος δεσπότης
οὗ Ῥωμανὸς παῖς, δόξα τῆς σκηπτουχίας,
κρεῖττον νεουργεῖ τῆς πάλαι θεωρίας·
ὁ γὰρ Κολοσσὸς θάμβος ἦν ἐν τῇ Ῥόδῳ
καὶ χαλκὸς οὗτος θάμβος ἐστὶν ἐνθάδε.
Το δωδεκασύλλαβο επίγραμμα εξυμνεί το πρόσωπο του Κωνσταντίνου και το έργο του με τρόπο χαρακτηριστικά μεγαλόστομο και πληθωρικό, όπως άλλωστε άρμοζε και στα δύο, σε μια επίσημη, κρατική επιγραφή. Ο οβελίσκος χαρακτηρίζεται ως τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων, κάτι δηλαδή το υπερφυσικό, που ξεφεύγει από τα γήινα και αιωρείται πάνω από το έδαφος. Το όνομα του αυτοκράτορα συνοδεύεται από εκείνο του γιού του Ρωμανού, τον οποίο είχε ορίσει συμβασιλέα ήδη από το 945, όταν ήταν μόλις επτά ετών. Το γεγονός αυτό και ο θάνατος του Κωνσταντίνου το 959, θέτουν τα χρονικά όρια ανάμεσα στα οποία πραγματοποιήθηκε η ανακαίνιση του οβελίσκου.
Ακολουθώντας το κοινό σε τέτοιου είδους επιγραφές παιχνίδι των αντιθέσεων, ο συντάκτης του επιγράμματος τονίζει ότι το ανακαινισμένο έργο είναι πολύ καλύτερο από την πάλαι θεωρία — την προηγούμενη όψη του οβελίσκου. Και καταλήγει συγκρίνοντάς τον ούτε λίγο ούτε πολύ με τον Κολοσσό της Ρόδου, το γιγαντιαίο άγαλμα του θεού Ήλιου που είχε στηθεί στο λιμάνι της Ρόδου τον 3ο αιώνα π.Χ. Παρόλο που τα τελευταία λείψανα του Κολοσσού διαρπάγησαν από τους Άραβες τρεις αιώνες πριν από τη βασιλεία του Κωνσταντίνου του Ζ΄, η φήμη του παρέμενε ζωηρή ανάμεσα στους πεπαιδευμένους Βυζαντινούς.
Το θάμβος του οβελίσκου κράτησε ως το 1204, όταν οι Σταυροφόροι ξήλωσαν τις χάλκινες πλάκες που τον κάλυπταν και τις έλιωσαν μαζί με τα αρχαία αγάλματα που κοσμούσαν τον Ιππόδρομο, για να πάρουν το μέταλλο. Γυμνός πλέον από την επένδυσή του, ο κτιστός οβελίσκος «είδε» την ανάκτηση της Πόλης από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο το 1261 και την Άλωση του 1453. Επί των Οθωμανών σουλτάνων, η αναρρίχηση έως την κορυφή του αποτελούσε μια παράτολμη και ενίοτε θανατηφόρα επίδειξη ανδρείας. Στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν σχεδόν ετοιμόρροπος· οι εργασίες αναστήλωσης του 1895-1896, κατά τις οποίες ανοικοδομήθηκε το ανώτερο τμήμα του, παρέτειναν τη ζωή του. Στις μέρες μας, το τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων υπομένει στωικά την προτίμηση των τουριστών στον αιγυπτιακό οβελίσκο και τους δεκάδες ουρανοξύστες που κυκλώνουν πλέον τον ορίζοντα της Κωνσταντινούπολης, με ύψος πολλαπλάσιο του δικού του.
H επιγραφή του Κωνσταντίνου Ζ΄ του Πορφυρογέννητου στη βάση του οβελίσκου.
Η επιγραφή του κτιστού οβελίσκου είναι γνωστή ήδη από τον 16ο αιώνα, οπότε τη δημοσίευσε ο Γάλλος ουμανιστής Pierre Gilles στο έργο του De topographia Constantinoupoleos et de illius antiquitatibus libri quatuor (Λυών 1561). Εδώ ακολουθούμε την πιο πρόσφατη κριτική έκδοσή της, του Andreas Rhoby (Byzantinische Εpigramme auf Stein, Βιέννη 2014, αρ. ΤR53), χωρίς τα επιγραφικά σύμβολα.
H φωτογραφία του οβελίσκου προέρχεται από το wikimedia.commons και της επιγραφής από την ιστοσελίδα livius.org.
*
*
*

