Μια ολοκληρωμένη ανάγνωση

bbf581ccfa08606a8d93e77ef8a17de7_400x400Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη ἔρχεται σὲ μιὰ ἐποχὴ γόνιμης ἀναζήτησης γιὰ τὴν οὐσία τῆς ποίησης, τουλάχιστον γιὰ ὅσους νιώθουν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν αὐτοαναφορικότητα καὶ στὴν δῆθεν τόλμη τῆς ἀτομικῆς «ἔκθεσης».

Εἶναι μιὰ ἐργασία γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ συχνὰ ἔνιωθε λίγη τὴ γλώσσα γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν ἐσωτερικό του πόνο. Γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ μὲ τὸν τρόπο του ἔδειξε ὅτι θὰ παραμένει ἀστείρευτη ἡ πηγὴ τῆς ποιήσεως καθὼς δὲν ὑπάρχει ἡ τελευταία λέξη, ἡ τελειωτικὴ λέξη γιὰ τὸ ἀρχέγονο ταξίδι τῆς ζωῆς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου.

Ὅταν παρουσίασε ὁ Γιάννης Πατίλης τὴν ἐργασία του αὐτὴ στὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἄκουσα κάποιον ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο νὰ ψιθυρίζει φεύγοντας: «ἀκούσαμε γιὰ τὸν χριστιανὸ Καροῦζο, ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητὴ Καροῦζο δὲν ἀκούσαμε τίποτα». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἐν λόγῳ ἀκροατὴς ἐξέλαβε ὡς ἀδυναμία, θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ δυνατὸ σημεῖο τῆς ἐργασίας τοῦ Πατίλη. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολογία ποὺ σήμερα παρουσιάζουμε σκύβει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη πάνω στὸ σῶμα τῆς ποίησης τοῦ Καρούζου καὶ τὴν ἀναλύει διεξοδικὰ ὡς ὁμότεχνος ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος ὥστε νὰ μὴν καταφεύγει σὲ μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνθολόγηση «πιασάρικων» ἀκροτήτων τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ ἀναδεικνύοντας τὴν ἀρχὴ ποὺ συνέχει αὐτὴ τὴν ἀτίθαση ποίηση. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ κινεῖ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου εἶναι ἡ ἀνάγκη του νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς γλώσσας προκειμένου νὰ ἀποκαλύψει τὴ «συνέχεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ θεοῦ» (Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωή ὣς τὸ θέατρο, βλ. ἐδῶ Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 259)· ἔτσι δὲν ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσει μὲ τὸ ὄνομά της τὴν προσήλωση τοῦ Καρούζου –μὲ τὸν δικό του τρόπο– στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν τὴν ἀποσιωπᾶ ὅπως συνηθίζεται στὶς μέρες μας, ποὺ προβάλλεται ὡς μιὰ οὐδέτερη ἀτομικότητα στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικῆς ὁμογενοποίησης.

Ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ τὸ «ὁμολογεῖν τῇ ἀληθείᾳ», μόνο ποὺ τὸ μερίδιο τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα μας εἶναι προσωπικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο καὶ ὁ λόγος της λέγεται πολλαχῶς. Ὁ καθένας μὲ τὰ δικά του karouzosim1λόγια. Ἔτσι κι ὁ Καροῦζος μὲ τὴ «μορφικὴ ἀκαταστασία του», ποὺ διακρίνει ὁ συγγραφέας (σ. 19), ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὴ «μαστορικὴ τῆς ἀγωνίας» του («Ὀχυρούμενος μὲ τ’ ἀστέρια», Τὰ ποιήματα Β΄, Ἴκαρος, 1994, σ. 220), μιᾶς ἀγωνίας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ καθὼς μαρτυρεῖ ὁ τίτλος τῆς πρώτης του συλλογῆς, ἀπὸ τὴν ἐμμονή του στὴν ἐπαναστατικὴ διάσταση τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμά του ἀπὸ τὸν Τρότσκι μέχρι τὸν Βούδα, ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ φτερὰ ποὺ θέλει νὰ φορέσει στὸν χωματένιο ἀρουραῖο. Αὐτὴ ἡ μορφικὴ ἀκαταστασία κατὰ τὸν Γιάννη Πατίλη ἀνάγεται στὴν «ἐξωτερικῶς ἀσύμβατη» μὲ τὴν ἀριστερή του τοποθέτηση προσήλωσή του στὸν Χριστό (σ. 20). Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἱστορικὰ ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καθόλου ἀσύμβατος –παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ τὸν θεωροῦν τέτοιο– καθὼς ὑπάρχει μιὰ ἐνδιαφέρουσα παράδοση «χριστιανικῆς ἀριστερᾶς» ἢ «χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ» στὴν Εὐρώπη ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ ἡ ὅποια ἀντίφαση αἴρεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαναστατικότητα δὲν εἶναι ἕνας ἐωσφορικὸς κοσμοδιορθωτισμὸς ἀλλὰ μιὰ πηγαία δίψα δικαιοσύνης καὶ φιλαλληλίας.

Οἱ δύο αὐτὲς ἀλληλένδετες κατὰ τὸν Πατίλη πλευρὲς ἀναδεικνύονται καὶ στὴν ἐν πολλοῖς ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου. Κριτικὴ αὐστηρὴ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει μὲ ἀνάλογη αὐστηρότητα καὶ ὁ Γιάννης Πατίλης. Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ κριτικὸ δοκίμιό του γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα. ’’Οἱ βράχοι τῆς Ὕδρας’’ Νίκου Καρούζου» στὸ Μελέτες, τ. Γ΄, Δόμος, 1999, σ. 369-383) πράγματι χαρακτηρίζει γενικὰ τὴν ποίησή του «ἀκόκκαλη» καταλογίζοντάς του μιὰ «μύχια τρέλα» ποὺ ἐλαττώνει «τὴν ἀντίστασή του στὰ γιουρούσια τῶν λέξεων», δηλαδή «στὶς ἀσυνάρτητες διαδοχικὲς εἰκόνες ἢ συνειρμούς, δίχως εἱρμό» (ὅ.π., σ. 369). Στὸ σημεῖο αὐτὸ βλέπουμε νὰ συμπίπτει καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Τάκη Σινόπουλου ὅταν τὸ 1964 σὲ κριτικό του σημείωμα γιὰ τὸν Ὑπνόσακκο μιλάει γιὰ «μάζες ποιητικὲς σὲ κατάσταση περίπου πρώτου ὑλικοῦ, ποὺ φιλοδοξοῦν ἴσως, ἀλλὰ δὲν καταφέρνουν νὰ ὁλοκληρωθοῦν σὲ ποίημα» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 23).

Δὲν εἶναι ἀνυπόστατη ἡ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου – ἀλλὰ καὶ τοῦ Σινόπουλου. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ξεχωρίζουν στὸν Καροῦζο λαμπροὺς στίχους, ἀλλὰ σπανίως ἕνα ὁλοκληρωμένο ποίημα. Ὡστόσο, ὁ Λορεντζάτος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους –ὁ πρῶτος μᾶλλον– ποὺ ἀνέδειξε ἐδῶ σ’ ἐμᾶς τὸ «The poetry does not matter» τοῦ Ἔλιοτ, τονίζοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ποίηση ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ὁδός (τὸ ’’tao’’ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος), τῆς ὁποίας ὁδοῦ ἡ τέχνη εἶναι τὸ μέσον (γιὰ περισσότερα βλ. «Διόσκουροι», ὅ.π., π.χ. στις σ. 14 , 43, 332) ὥστε νὰ μὴν ἀναγνωρίζει στὸν Καροῦζο πὼς πιὸ μύχια κι ἀπὸ τὴν τρέλα του εἶναι ἡ δίψα του γιὰ αὐτὴν τὴν καινοφανὴ ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν μάλιστα μὲ μιὰ πρόχειρη ματιὰ διαπιστώνει κανεὶς προφανεῖς συμπτώσεις καὶ συγγένειες.

Γράφει, φέρ’ εἰπεῖν ὁ Λορεντζάτος: «Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δίχως τὸ κορμί του. Ἀκόμα μήτε καί –ἀφοῦ πεθάνει– νὰ ἀναστηθεῖ» (Collectanea, σ. 145). Κι ὁ Καροῦζος: «Νά ’σαι διανοούμενος, ἔστω. Νά ’σαι ὅμως μὲ τὴ σάρκα σου» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 251). Ὡστόσο, ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι χρωστᾶμε στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο τὴν ἀνάδειξη τῆς «λιγόλογης ἀλήθειας τοῦ Καρούζου» («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα», ὅ.π., σ. 383): «Θέλει δύστυχο χῶμα ἡ ἐλιά»… Ἀρκεῖ αὐτό.

Ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν Πατίλη, ἡ κριτικὴ ματιὰ τοῦ ὁποίου παραμερίζει αὐτὴ τὴν μορφικὴ ἀκαταστασία τὴν ὁποία θεωρεῖ πλέον ὡς ἀναμενόμενο ἀπότοκο τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ βιώματος. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνας κανόνας ἀπαράβατος. Ἀπεναντίας, ἡ large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990μορφὴ καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ ποιήματος ἀνέδειξαν συχνὰ τὴν ἀγωνία καὶ τὸ βίωμα μὲ τρόπο ἀποτελεσματικὸ ὥστε νὰ μᾶς δώσουν ποιήματα ποὺ νίκησαν τὸν χρόνο. Ἀλλὰ στὸν Καροῦζο, ἔτσι συνέβη. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ τρόπος του. Κι ὁ Πατίλης μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ρηξικέλευθο –καὶ ἀνισόρροπο πολλὲς φορές– προσωπικὸ τρόπο τοῦ ποιητῆ ἀνέδειξε τὸ στοιχεῖο τοῦ Ὑψηλοῦ, ὁδηγώντας τὴ ματιά μας στὴν πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του. Καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ γραπτὴ ποίηση. Βρίσκεται, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, στὴν «ἀνυποταξία τοῦ Θεοῦ» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 24). Κι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν «ἀγαπητικὴ» κοινωνία καὶ γι’ αὐτὸ ἐμμένει στὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν καὶ στὴν ἀταξικὴ κοινωνία. Γι’ αὐτὸ βλέπει στὴν νύχτα τῆς Κροστάνδης τὸ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινὰ» τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτὸ εἶναι στραμένος στὴ Μέλλουσα Πόλιν, τὴν ἀναστάσιμη, ποὺ ἐμπεριέχει καὶ ὐπερβαίνει ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ ὁράματα. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας ὁδηγεῖ τὸν Καροῦζο νὰ κινεῖται ἀπὸ τὸν ὐπόγειο ἀρουραῖο στὶς φρικαλέες κατσαρίδες καὶ τὰ ἄλαλα μερμήγκια, κι ἀπὸ κεῖ στὴ διαρκὴ ἐπανάσταση ὣς τὴ διαρκὴ συγγνώμη τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ έργασία τοῦ Γιάννη Πατίλη ἀπαντᾶ εὐρύτερα στοὺς σημερινοὺς προβληματισμοὺς γιατὶ ἀναδεικνύει τὴ βασικὴ ἀρχὴ ὅτι ἡ ποίηση ἀποκτᾶ νόημα καὶ περιεχόμενο ὅταν συνταυτίζεται μὲ μιὰ εὐρύτερη πνευματικὴ στάση τοῦ ποιητῆ. Κι ὅτι ἡ μορφὴ τῆς ποίησης δὲν μπορεῖ νὰ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἡ «μύχια τρέλα» της –γιὰ νὰ διαστρεβλώσω λίγο τὴ φράση τοῦ Λορεντζάτου– εἶναι ὅ,τι δίνει ὑπόσταση καὶ στὴν ὅποια μορφή. Προσωπικά, καὶ κλείνω μ’ αὐτὸ,  ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολόγηση τοῦ Πατίλη μὲ προέτρεψαν νὰ δῶ ἐξ ἀρχῆς τὴν ποίηση τοῦ Νίκου Καρούζου, καὶ μὲ βοήθησαν ὥστε νὰ μοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὡς μία νέα ἀνάγνωση – καὶ γι’ αὐτὸ τὸν εὐχαριστῶ.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

Ξανακοιτάζοντας τον Νίκο Καρούζο

ΓΙΑΝΝΗΣ-ΠΑΤΙΛΗΣ-ΛΙΜΑΝΙ-ΜΥΤΗΛΙΝΗΣ-1988-ΜΑΡΤΙΟΣΤη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ευχαριστώ τον Γιάννη Πατίλη γιατί μας έδωσε την ευκαιρία να ξαναδούμε την περίπτωση Καρούζου. Χρειάζεται κάθε τόσο να ξαναβλέπουμε και, θα έλεγα, να ξανασυναντούμε και να συνομιλούμε ξανά με τα έργα που άφησαν σημάδια στο πέρασμά τους, είτε έγιναν κοινωνικά αποδεκτά είτε όχι.

Προ καιρού έστειλα στην Καθημερινή ένα κείμενο με τίτλο «Δυο λόγια για το τίποτα». Εκεί παραλλήλιζα ένα στίχο του Ρεμπώ που άρεσε στον Λορεντζάτο να τον αναφέρει κάθε τόσο –Je est un autre, το εγώ είναι ένας άλλος– και μια διατύπωση του Καρούζου από συνέντευξή του. Ο Λορεντζάτος για πρώτη φορά στα Collectanea (αρ. 497) που εκδόθηκαν μετά την εκδημία του σχολιάζει το στίχο του Ρεμπώ γράφοντας:

Στην τέχνη πρέπει από το τίποτα (που είσαι εσύ) να φτάσεις στο παν (που εκεί δεν είσαι πια εσύ). Θα μπορείς τότε να λες –και να το καταλαβαίνεις αυτό που λες– μαζί με το Rimbaud: «Je est un autre«. (σ. 252)

Τι λέει ο Καρούζος σχετικά με αυτά; Σε μια παλιά εξαιρετική συνέντευξη (Η λέξη, Φλεβάρης 1981, σ. 127-131), που τη βρήκα κάπου στα συρτάρια μου και την θυμήθηκα, καταθέτει μια ανάλογη εξομολόγηση:

Αυτό είναι το πραγματικό τίποτε που το είχε και ο Ιησούς και ο Σωκράτης, στο βαθμό που το είχε ο καθένας. Κι εγώ αισθάνομαι να μπαινοβγαίνω στο τίποτε. Αυτή τη στιγμή κουβεντιάζουμε. Δεν είμαι στο τίποτε τώρα. Είμαι στο κάτι. Και το κάτι αυτό λέγεται συνομιλία, λέγεται προβληματισμοί πάνω στην ποίηση. Όταν όμως φύγω από δω, θα μπω στο τίποτε αμέσως. Αυτό μου φέρνει τα κύματα, να γράφω ποιήματα. Γιατί αν δεν είσαι στο τίποτε και είσαι στο κάτι, τότε θα φαμπρικάρεις […] Η πραγματική αίσθηση της ζωής είναι το τίποτε. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ένα ηλιοβασίλεμα και είναι έτοιμοι να το καταβροχθίσουν, να το αποσπάσουν από τον ουρανό και να το περάσουν στο πεπτικό τους σύστημα. Το τίποτε δεν είναι να μην χαρείς τη ζωή, είναι να μην την φοδράρεις με το βίωμα της κτητικότητας, που τελικά γίνεται αρπακτικότητα.

Στην ίδια συνέντευξη αναφέρει ότι: «ποίηση είναι να φτάσεις να γίνεις ο σιωπών λέγων, ο λέγων δια της σιωπής, ο σιωπών δια του λόγου, διότι πρέπει να είσαι πάντα στο τίποτε». Για να συμπληρώσω τώρα αυτό που είπα για το «Τίποτα» πηγαίνω σε σημείωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε, όπου ο Καρούζος, μιλώντας με τον φιλόλογο Μπελεζίνη, αναφέρει το «έμφωτο τίποτα» το οποίο –λέει– «το διδάχτηκα σε μεγάλες δόσεις κι απ’ την Ελλάδα κι απ’ το Βυζάντιο (μυστική ορθοδοξία) και βέβαια κι απ’ την ασιατική συνολικά σκέψη» (σ. 85-86).

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ο τίτλος του βιβλίου του Πατίλη προέρχεται από το ποίημα του Καρούζου «Οξυφρένεια» της συλλογής του Αντισεισμικός τάφος του 1984 : «Λησμονώντας νοητά και αδιανόητα / υπογράφω σήμερα: Χερουβείμ Αρουραίος». Αφήνω λέει την περιοχή των νοητών, αφήνω αυτά που κατανοούνται και αυτά που δεν συλλαμβάνονται. Αφού λοιπόν γίνει αυτό και τα παραδώσει στη λήθη, βάζει την παραπάνω υπογραφή. Τι είναι ο Χερουβείμ Αρουραίος; Είναι ο συνδυασμός του αγγελικού στοιχείου όχι απλώς με το χθόνιο, αλλά με το υπο-χθόνιο. Τί λέει δηλ. ο Καρούζος; Είμαι μέσα στο σχήμα του αγγέλου που έρχεται από ψηλά και του αρουραίου που ζει κάτω στη γη, κινείται στα σκοτεινά και ανήλιαγα μέρη: έτσι είναι η ψυχή μου. Αυτά επιβεβαιώνονται από στίχους όπως του ποιήματος «Σύντομον»:

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
Είμαι των άστρων ο σκύλος
Με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
Με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Ωστόσο, στο θέμα της υπογραφής θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και το σχόλιο του Πατίλη στη σ. 33 όπου λέει ότι ο Καρούζος εισάγει στα ίδια του τα ποιήματα –την περίοδο μετά το 1980– αυτοσχόλια αυτομεμπτικά που, καθώς γράφει, «φτάνουν τα όρια της απροσχημάτιστης αυτολοιδωρίας». Σκέφτομαι λοιπόν μήπως πρέπει και αυτό να ληφθεί υπ’ όψιν για την κατανόηση της υπογραφής Χερουβείμ Αρουραίος.

Η περίπτωση του Καρούζου είναι δύσκολη και δυσανάγνωστη. Γι’ αυτό η εισαγωγή του Πατίλη αποκτά μεγαλύτερη αξία. Ο συγγραφέας κινήθηκε σε πολλά επίπεδα επειδή έτσι κινείται και ο Καρούζος. Αλλιώς ούτε τον ακολουθείς, ούτε τον παρακολουθείς. Αλλά κινήθηκε και στις διαφορετικές κριτικές προσεγγίσεις που έγιναν κατά καιρούς και μάλιστα από ομοϊδεάτες κατά κάποιο τρόπο του Καρούζου, όπως ο Λειβαδίτης και ο Λεοντάρης. Σπεύδω τώρα να αναφερθώ στο ποίημα «Οι βράχοι της Ύδρας», που ο Ζ. Λορεντζάτος χαρακτήρισε «ένα αυστηρό ελληνικό ποίημα», θεωρώντας μάλιστα ότι αυτό είναι το μοναδικό αληθινό ποίημα του Καρούζου. Ο Λορεντζάτος, τον οποίο έτυχε να συναναστραφώ για πολλά χρόνια, ήταν βέβαια ένας εστέτ, που λέει ο Πατίλης, εστέτ της λέξης θα έλεγα, αλλά ήταν και άνθρωπος μεγάλης εποπτείας και απόλυτος στις κρίσεις του, είχε κάτι σαν σύνδρομο του «απόλυτου κριτή» βάζοντας ωστόσο –πρέπει να του το αναγνωρίσουμε– τον πήχη πολύ ψηλά. Επόμενο είναι συχνά να αδικεί πρόσωπα και ποιήματα. Θα συμφωνήσω λοιπόν με τη διατύπωση του Γιάννη Πατίλη ότι «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας» (σ. 21). Μα και αν δεν συμφωνήσει κανείς ολότελα με αυτή τη διατύπωση, πρέπει να ακούσει τη διευκρίνιση του ίδιου του Καρούζου σε σχέση με τον Σολωμό, στον οποίο κάπως παρέπεμπε ο Λορεντζάτος προτού κρίνει το ποίημα του Καρούζου. Ιδού τι λέει:

Ο Σολωμός έδωσε μεγάλη και ολέθρια σημασία στην προτεραιότητα, για να το πούμε έτσι, της διάνοιας […] ότι πρέπει πρώτα ο νους να συλλάβει και έπειτα η καρδιά να ζεσταθεί με του νου τις συλλήψεις. Εκεί είναι που έγινε το χαντάκωμα […] Κατά την ταπεινή μου αντίληψη [] η προτεραιότητα για την ποίηση ανήκει στο βίωμα.

Ο Καρούζος λοιπόν αντιστρέφει τον κανόνα του Σολωμού. Αυτή η αντιστροφή έχει μεγάλη σημασία για τα ποιητικά πράγματα. Λέει και άλλα ο Καρούζος, που μας τα μεταφέρει ο Πατίλης, αλλά θα αναφέρω μονάχα τη φράση «Η παρορμητική γραφή είναι η δύναμη της αυθεντικότητας». Αυτό παραπέμπει στο «τίποτα» για το οποίο σας μίλησα στην αρχή. Και θέλω εδώ να προσθέσω, ή μάλλον να παραλληλίσω με, ανάλογες διατυπώσεις άλλων ποιητών. Του Χαίλντερλιν:

Το μυαλό δεν έχει πνευματική ομορφιά, είναι σαν τον υπηρέτη που φτιάχνει από χοντρά ξύλα το φράχτη, όπως τον είχαν προστάξει … Όλη η δουλειά του μυαλού δεν είναι παρά έργο ανάγκης […] Ο νους δεν έχει την ομορφιά του πνεύματος, της καρδιάς, είναι σαν τον φύλακα που ο νοικοκύρης έχει βάλει πάνω στους δούλους.

(Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα, μτφρ. Λ. Γκεμερέυ)

Του Ρίλκε:

Αφήστε κάθε εντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος να ωριμάζει μέσα σας, στο σκοτάδι, στο χώρο του ανείπωτου, του υποσυνείδητου, όπου δεν φτάνει η νόησή σας· και, με βαθιά ταπεινοσύνη κι υπομονή, προσμείνετε την ώρα που θα γεννηθεί ένα καινούργιο φεγγοβόλημα. Αυτό και μόνο, θα πει «ζω την τέχνη»: είτε απλός πιστός της είσαι, είτε δημιουργός.

(Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μ. Πλωρίτης)

Καταγραφή 2Η παραπάνω διατύπωση του Καρούζου μάς βάζει μπροστά στο ζήτημα που αφορά τους σημερινούς και δη νεώτερους ποιητές αλλά και γενικά καλλιτέχνες. Ποιο είναι το τα ζήτημα; Η προτεραιότητα της τεχνικής. Το βάρος σήμερα δίνεται στην «τεχνική αρτιότητα» και προσυπογράφω πλήρως τη φράση του Καρούζου που αναφέρει ο Πατίλης ότι «μπορεί να παρουσιάσει κανείς ένα κείμενο τεχνικής αρτιότητας αλλά να έχει καταστραφεί το αυθεντικό στοιχείο της παρόρμησης» (σ. 22). Κάπως συμπερασματικά, θα έλεγα εδώ ότι ο άνθρωπος-ποιητής, που ρίχνει το βάρος στην παρορμητική γραφή, ή σε αυτό το «τίποτα» που είπαμε πριν, είναι ένας απολύτως πιστός στην άλλη διάσταση, σε αυτό που λένε οι αρχαίοι υπέρλογο ή σε αυτό που ονομάζει ή υπονοεί ο Καρούζος με τις παρακάτω λέξεις ή στίχους:

Ουράνιο αίσθημα (σ. 115)

Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο (σ. 117)

Έχουμε στην καρδιά μας ένα σήμαντρο.
Τα μανταρίνια είναι κίτρινος Χριστός μες στις αυλές (σ. 119)

Έτσι μου δόθηκε ξανά την ώρα κείνη
Απ’ το πολύ-πολύ μικρό
Αχειροποίητη η απεραντοσύνη (σ. 139)

Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι
Φιλάς τη ζωή,
Κι αυτό φτάνει (σ. 146)

Υπάρχει ένα σημείο, μάλιστα είναι το Σημείο, καθώς λέει ο Πατίλης, το οποίο μπορεί να συνοψίζει μια άλλη διατύπωση του Καρούζου που προέρχεται, όπως γράφει ο συγγραφέας από συλλογή του ’55 με τον τίτλο αυτό –Σημείο– και η οποία λέει:

η ποίηση είναι λόγος εν μέθη, καθώς ο πρωτεύων άνθρωπος είναι χρόνος εν Χριστώ. Γι’ αυτό κι οι λέξεις ομοιάζουν με κλυδωνιζόμενα πράγματα και τα νοήματα χάνονται στο βάθος της φωνής ατέλειωτα (σ. 25)

Αφήνω να αιωρούνται αυτά τα λόγια και προχωρώ πιο κάτω. Ο Γιάννης Πατίλης αναφέρεται στην περίοδο μετά το ’79 ονομάζοντάς την «ύστατη ακραία φάση της μάχης» με αυτό που λέει ο Καρούζος το «πρόβλημα το άλυτο με οποιαδήποτε έκφραση». Και προσθέτει ο Πατίλης:

τώρα πια, κάτω από βαρύτερες και απτότερες σκιές θανάτου, σηματοδοτώντας ένα εντονότερο αδιέξοδο, ή καλύτερα: μια ισχυρότερη ποιητική πιστοποίησή του και ταυτοχρόνως μια βαθύτερη εκφραστική ανυποληψία προς τη «γραπτή»-ποίηση, την ποίηση πια τη γραπτή τη δική του.

Και στη σημείωση της ίδιας σελίδας παρατίθεται ένα πεντάστιχο του Καρούζου από επιστολή του που λέει:

Ρε φίλε Νίκο
με τις λέξεις έχω τελικά
μια τέτοια ευχέρεια
όπου εμένα δεν μου λένε
ΤΙΠΟΤΑ.

Ξανά το τίποτα. Άλλο τίποτα αυτό. Αλλά είναι άλλο; Ή είναι αυτό το τίποτα, ως υπέρβαση των αισθητών, ως ακραία υπαρξιακή αναζήτηση νοήματος πέρα από τα γήινα αλλά και τα ποιητικά και τα γλωσσικά πράγματα (που αντιστοιχεί στο στίχο του «Ποιά είν’ εμένα η συχνότητά μου στο απόλυτο;»), που τον οδηγεί σε μια τέτοια στάση; Τη στιγμή που μέσα του –παρά τη σχέση του χερουβείμ με τον ουρανό ή, αν θέλετε, τη σταθερή αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού (του Σημείου που είπε πιο πριν ο Πατίλης– χαίνει η άβυσσος του θανάτου, όπως διαβάζουμε στους στίχους:

Νύχτα και μέρα τήκεσαι
Οι λέξεις τίποτα δεν εκφράζουν (σ. 115)

Ακέραια μόνο
Σε κατάκοιτη θέληση
Με πανικό σαν πίδακα στο στήθος (σ. 116)

Θάνατος αλλάζει τη φωνή μας (σ. 128)

Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα (σ. 136)

Αλλά και όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα του Καρούζου της σ. 69 της εισαγωγής του Πατίλη, όπου λέγονται τα εξής άκρως αποκαλυπτικά:

Όλα της ζωής ανήκουν στο θάνατο. Πώς να το κάνουμε; Κατά συνέπεια είναι ένα γεγονός που θα συμβεί σε όλους μας, και με απασχολεί, πρέπει να ομολογήσω, παρά πολύ και σχεδόν ολάκερη τη ζωή μου μ’ απασχόλησε. Και βέβαια είναι και μέσα στην ποίησή μου συνέχεια ο θάνατος. Αν είχα αγιάσει θα είχα τελειώσει με τον θάνατο. Αλλά εκείνοι που αγιάζουν είναι ελάχιστοι και δεν τους ξέρει κανείς. Εγώ είμαι στην κοινωνία, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες, στις ορέξεις, και ο θάνατος βιωματικά θα’ λεγα με λιανίζει.

Στα λεγόμενα αυτά υπάρχουν αντιφάσεις. Γιατί εάν ο ίδιος είναι από την μεριά της κοινωνίας και των επιθυμιών κλπ., ο άλλος που αγιάζει ποιος είναι; Ο αναχωρητής; Γιατί; Ο Καρούζος τι είναι; Δεν είναι μέσα στο κατοικητήριο της ποίησής του –όπως την ξέρουμε– αναχωρητής και έγκλειστος, και μοναξιασμένος και έρημος και περιθωριακός; Ωστόσο, η ομολογία αυτή δεν καταργεί ούτε τη διάσταση του Χερουβείμ ούτε τη συσχέτισή της με το ΣημείοΧριστός, που γράφει ο Πατίλης, αλλά ούτε με τις ανατολικές παραδόσεις. Ο Πατίλης τα σχετικά με τον βουδισμό και το Ζεν τα συνδέει με την απόσβεση του εγώ και σωστά. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι στη χριστιανική παράδοση και δη την ορθόδοξη, μας ενδιαφέρει η διόγκωση του εγώ ή η σταθεροποίησή του.

Έχω όμως εδώ μια ένσταση. Σχολιάζοντας ο Γιάννης Πατίλης τα σχετικά με το θάνατο στον Καρούζο και ενώ λέει, πολύ σωστά, ότι δεν αποτελούν «απλό Καταγραφή 4διανόημα ή υλικό ήρεμου στοχασμού αλλά σχεδόν καθημερινό αγωνιώδες βίωμα» (σ. 69), ρίχνει το βάρος στην ανάγκη «πνευματικής παρηγόρησης ή θεραπείας». Μας βάζει μπροστά σε ερωτήματα του τύπου «η ποίηση μπορεί να βοηθήσει;» ή «να κατανικήσει το φόβο του θανάτου;». Καθώς συμπληρώνει ότι ο Καρούζος πίστευε πως αυτό «με τα ποιήματα δεν κατανικιέται», βρίσκει ότι «προσπάθησε να ανακουφίσει την πιεστική παρουσία του». Η ένστασή μου λοιπόν είναι ότι η σχέση του Καρούζου με τον Χριστό ή ταυτόχρονα και με τις ανατολικές παραδόσεις –τουλάχιστον από μια στιγμή και ύστερα– δεν είναι μονάχα παρηγοριά και ανακούφιση. Εάν μάλιστα ισχύει αυτό που λέει ο Λεοντάρης για τη συλλογή Υπνόσακκος, ότι δηλαδή η ποίηση –στην περίπτωση του Καρούζου– «υπάρχει εξ αρχής στον ποιητή τον ταυτισμένο με τον Ιησού, που προβάλλεται σαν ιδανικό πρότυπο ποιητικής ύπαρξης» (με αναφορά στο στίχο του Καρούζου «γιατί δεν υπάρχει απόσταση ώς του Χριστού το σώμα»), αυτή η ταύτιση –αν είναι ταύτιση– δεν μπορεί να είναι απλώς παρηγοριά και ανακούφιση. Και τούτο γιατί Χριστός σημαίνει πρώτα πρώτα σταύρωση κι ύστερα ανάσταση. Και ο Καρούζος τη σταύρωση την είχε ζήσει στο πετσί του.

Ας πω τώρα μερικά καταληκτικά πράγματα. Ο Νίκος Καρούζος κινείται σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Ακροβατεί. Από κάτω χαίνει η άβυσσος ή ο θάνατος. Κι όσο κι αν ενεργεί μέσα στην ποιητική περιοχή, αυτή η περιοχή δεν τον ενδιαφέρει έξω από τη βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπου, την αναφορά στον Χριστό και την απελευθέρωση από τη γλώσσα και τις λέξεις της. Για ποιό λόγο όμως; Για να πλησιάσει αυτό που κάπου ονομάζει «αρτιότητα του ανθρώπου ή θέωση».

Λέω δηλαδή ότι, παρά τη λεκτική θρυμματοποίηση νοημάτων και σημασιών (ίσως αυτό που ο Πατίλης λέει «εκρηκτική φυγόκεντρη λεκτική πολυσημία και νοηματική πολυσημασία», σ. 33) που συμβαίνουν συχνά στα ποιήματά του –αν και δεν συμβαίνει μονάχα αυτό, αλλά και το εντελώς αντίθετο–, ο Νίκος Καρούζος κυνηγάει, όσο κι αν μπορεί να φαίνεται παράξενο τόσο στους πιστούς όσο και στους άπιστους, την ελευθερία του Θεού –είτε το γράφει με κεφαλαίο είτε με μικρό–, ελευθερία όμως που λέει ότι αποκαλύπτεται μέσα από την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου (δες σ. 27).

Και στην περίπτωση αυτού του κυνηγητού έρχονται στο προσκήνιο και το μυστήριο, και ο Θεός και το θαύμα της ζωής και του θανάτου και η Αγάπη, αλλά και η γλώσσα στη διάσταση που θέλει τώρα αυτός ο κυνηγός του θεού, δηλαδή την μυθική διάσταση. Στη σ. 27 διαβάζουμε σε κείμενο του Καρούζου:

Κι έρχομαι να πω τώρα πως ο μύθος υποτάζοντας τη γλώσσα μάς δωρίζει την έσχατη ανωτερότητα της γλώσσας, εξαίρει το μυστήριο, λαμπρύνει την ανυποταξία του θεού μες τον κόσμο, λέει το θαύμα της ζωής και του θανάτου.

Ποιός κατοικεί κάπου εδώ κοντά, τον οποίο μάλιστα έχει σε εκτίμηση ο Καρούζος; Μα ο Πεντζίκης. Ο οποίος με τη σειρά του γράφει στην Πραγματογνωσία:

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η αναζήτηση των ενσπαρμένων στο σώμα μας από τρεις χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά ομηρικών μύθων με την ειλικρινή φόρτισή τους με αγάπη […] Παράλληλα προς την λογική αντικειμενικά πραγματικότητα, υφίσταται μια άλλη, που κατά τρόπο μυστικό υπεισέρχεται στη διάπλαση του σώματός μας, πραγματοποιούμενη με τη σωρεία των μυθικών γνώσεων που νομίζουμε ότι διαψεύδονται.

Ο Πεντζίκης για να υπερβεί τη διάσταση υποκειμένου-αντικειμένου ζητά τη μέθεξη και ζητά τον μύθο ως αλήθεια και ως αποκάλυψη ντυμένη την Αγάπη. Το ανάλογο ζητά και ο Καρούζος. Αλλά η περίπτωσή του είναι πολύ διαφορετική γιατί είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την αγωνία και με την αίσθηση του θανάτου.

Θα κλείσω την παρουσίαση διαβάζοντας ένα απόσπασμα της εισαγωγής του Πατίλη, που παίρνοντας αφορμή τη συλλογή Ποιήματα (1961) και το εκεί ποίημα με τίτλο «Μένουσα Πόλις» γράφει τα ακόλουθα:

Έχοντας ως πηγή το παύλειο «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14), ο ποιητής Νίκος Καρούζος συγκροτεί τους δύο κόσμους του, αυτούς μεταξύ των οποίων και μαζί τους διήλθε βασανιστικά μετέωρος ολόκληρη τη ζωή του: την Μένουσα πόλιν, εκείνη την υπαρξιακή της φθοράς και του θανάτου είτε την πολιτική της εξουσίας και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, και, σε πλήρη αντιστοιχία πάλι ανάμεσά τους, την Μέλλουσα πόλιν των κομμουνάριων της αταξικής κοινωνίας και εκείνην της εν Χριστώ αναστάσεως και ενώσεως πάντων: τις πόλεις που βαθύτατα πόθησε πέρα από κάθε πίστη για το εφικτό ή όχι της πραγματοποίησής τους ή και για την ύπαρξή τους την ίδια! (σ. 52)

Ο Καρούζος –το ξαναβλέπουμε αυτό σήμερα χάρη στην εργασία του Πατίλη– ανοίγει δρόμο για να σταθούμε ξανά με μεγάλη προσοχή στο ζήτημα της σχέσης Πίστης, Ποίησης, Ελευθερίας και Αγάπης. Αυτά τα τέσσερα θα έλεγα ότι είναι μονίμως καταδιωκόμενα από το κυρίαρχο πνεύμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

~ . ~

IMG_9956

Καρουζικά Προλεγόμενα

Patilis, Yiannis (Fotografia DimitrisGeros)

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Οι ανθολογίες είναι έργο συλλογικό. Ανθολόγοι και ανθολογούμενοι συμβάλλουν από κοινού στο τελικό αποτέλεσμα, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Σπανίως όμως αυτό το αποτέλεσμα έχει σημασία παραπλήσια δι’ έκαστο των  συμβαλλομένων μερών.

Στην Ελλάδα, παρότι το είδος έχει ρίζες απ’ τους καιρούς της Παλατινής, γενικά η δουλειά των ανθολόγων υποτιμάται, ίσως γιατί και εκδοτικά δεν προβάλλεται. Οι σημαντικοί ποιητές την αποφεύγουν. Με την εξαίρεση τη Χαμηλή φωνή του Μανόλη Αναγνωστάκη και Τ’ αγαπημένα του Μιχάλη Γκανά, δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα άλλο παράδειγμα όπου η ανθολογική δουλειά ενός σημαντικού ποιητή να αποτελεί κομμάτι αξιόλογο, συμπλήρωμα αναγκαίο για την κατανόηση και του δικού του έργου. Τις Ανθολογίες του Αποστολίδη ή του Πολίτη, του Παπύρου ή του Σοκόλη, τις επιμελήθηκαν ώς επί το πλείστον μη ποιητές. Και όσο για τους περιλαμβανόμενους εκεί, δεν ξέρω αν οφείλουν κάτι στους ανθολόγους τους – το πολύ ίσως κάποιοι ελάσσονες εξ αυτών. Αντιθέτως, σε μια ξενόγλωσση ανθολογία όπως εκείνη των Κήλυ-Σέρραρντ, Voices of Modern Greece, του Μεταπολέμου χρωστούν μεγάλο μέρος της επιτυχίας τους εκτός Ελλάδος ποιητές κορυφαίοι όπως ο Καβάφης, ο Ελύτης και ο Σεφέρης,

Απ’ όλες τις πλευρές στο εξωτερικό τα πράγματα έχουν αλλιώς. Οι ανθολογίες εκεί, γενικές ή ειδικές, θεματικές ή μορφικές, έχουν μεγάλο βάρος, αποτελούν, και κυκλοφοριακά, το κύριο μέσο διάδοσης της ποίησης. Και είναι κυρίως ποιητές οι πρωτουργοί τους. Βιβλία ανθολογικά όπως το κλασσικό Μουσείο της μοντέρνας ποίησης του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (Museum der modernen Poesie) ή η πιο πρόσφατη Επινόηση της ποίησης του Ραούλ Σροττ (Erfindung der Poesie), για να μείνω στον γερμανόφωνο χώρο, αποτέλεσαν σταθμούς στην πρόσληψη εκεί της νεωτερικής και της αρχαίας και μεσαιωνικής ποίησης αντίστοιχα. Και είχαν εξαιρετική απήχηση. Το Μουσείο του Εντσενσμπέργκερ κυκλοφορεί αδιαλείπτως από το 1960.

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ίσως παρόμοιες διαπιστώσεις ώθησαν και τον Γιάννη Πατίλη να προτείνει στο Ίδρυμα Σινόπουλου την σειρά «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης». Γνώμονας κεντρικός αυτού του εξαιρετικά φιλόδοξου, του μοναδικού για τα ελληνικά δεδομένα εκδοτικού σχεδίου που στο πλήρες του ανάπτυγμα θα περιλάβει πενήντα περίπου τόμους, είναι, θυμίζω, ότι «ποιητές ανθολογούν ποιητές». Και ο όγδοος τόμος της σειράς, Χερουβείμ Αρουραίος – Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990), ο φροντισμένος από τον ίδιο τον Πατίλη, είναι οπωσδήποτε το έμπρακτο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο ανθολόγος βλέπει την αποστολή της σειράς, αλλά και ευρύτερα το ανθολογείν.

Χωρίς άλλες περιστροφές, να πω ότι το βιβλίο αυτό είναι και για τους δύο συντελεστές του σημαντικό – για τον ανθολόγο και για τον ανθολογούμενο εξίσου. Το γεγονός δεν είναι αυτονόητο, και αυτό ακριβώς το καθιστά αξιοσημείωτο – θα προσπαθήσω να εξηγήσω με λίγα λόγια γιατί. Για τον ανθολόγο Γιάννη Πατίλη το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό επειδή δι’ εκείνου συμπληρώνεται και, προσώρας, αποκορυφώνεται το δοκιμιακό-κριτικό έργο της ωριμότητάς του. Ο Καρούζος του, από κοινού με την ανθολογία του Αργύρη Χιόνη, την οποία επιμελήθηκε στην ίδια αυτή σειρά, αλλά και με το μικρότερο δοκίμιό του για τον Δημήτρη Αρμάο και το προσωπικότερο και σημαδιακό Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό –όλα βγαλμένα την τελευταία διετία– φέρνουν στο προσκήνιο έναν άλλο Πατίλη. Πλάι στον ποιητή και τον εκδότη του Πλανόδιου, ιδιότητες με τις οποίες είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες, μας δείχνουν πλέον σαφώς περιγεγραμμένο και το πρόσωπο του μελετητή και ερμηνευτή της λογοτεχνίας μας, εν ολίγοις τον λεπταίσθητο δοκιμιογράφο και τον στιβαρό κριτικό που ψυχανεμιζόμασταν στα κείμενά του των προηγούμενων δεκαετιών. Με εξαίρεση μια ομιλία του περί γλώσσας, απ’ όλα αυτά μέχρις ώρας έχουμε θησαυρισμένα μόνο εκείνα που αφορούν το ειδικό θέμα του μικρού, λογοτεχνικού, τύπου.

Εν μέρει αστειευόμενος και εν μέρει σοβαρολογώντας, έχω πει στον Πατίλη ότι η περίπτωσή του μοιάζει μ’ εκείνην του Σεφέρη. Καθώς το ογκώδες πεζογραφικό έργο του έρχεται –και θα συνεχίσει κατ’ ελπίδα να έρχεται!– όλο και περισσότερο στη δημοσιότητα, η αρχική εικόνα του ολιγογράφου και του σπανιογράφου ξεθυμαίνει και τη θέση της παίρνει μια άλλη συνθετότερη, που αποζητά επιτακτικά με τη σειρά της μια ανανεωμένη και συνθετότερη αποτίμηση. Την ώρα που οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς του, αλλά και πολλοί νεώτεροί του, έχουν δώσει πια ό,τι είχαν να δώσουν και αναπαύονται λίγο-πολύ στις δάφνες τους, ο Πατίλης εμμένει στον λόγο και τη δύναμή του, και με κέφι νεανικό δίνει διαρκώς το παρών στην αφετηρία γραμμή, έτοιμος να διανύσει καινούργιες, και ενίοτε δύσβατες, διαδρομές. Με το παράδειγμά του έτσι εμπνέει, συμπαρασύρει και εμάς τους άλλους, τους συχνά δυσκίνητους και ολιγοβήματους. Πόσους ανθρώπους των γραμμάτων μας του δικού του αναστήματος έχουμε τέτοιους;

~ . ~

Τώρα, σε ό,τι αφορά τον ανθολογούμενο η σημασία αυτού του τόμου γίνεται νομίζω προφανής και γι’ αυτόν που θα διατρέξει διαγωνίως τα περιεχόμενά του. Τόσο μεγάλος είναι ο πλούτος των ιδεών που ο Πατίλης επιστρατεύει για να συλλάβει αυτό το δύστροπο και δυσερμήνευτο έργο, και τόσο αρμονισμένες αυτές οι ιδέες με τις ανθολογικές επιλογές του.

Θέλω να σταθώ λίγο στο σημείο αυτό, της δυσκολίας του Καρούζου. Εκδηλώσεις θαυμασμού απέναντι στα ποιητικά του επιτεύγματα δεν μας έλειψαν ποτέ – και ζώντος ακόμη του ιδίου. Πολλοί είναι όσοι τον αποκάλεσαν μείζονα ή τον συγκατέταξαν στη χορεία των ολίγων και των εκλεκτών. Ενίοτε μάλιστα και με τρόπο όλως διόλου απροσδόκητο. Ο Ηλίας Λάγιος, λ.χ., προκειμένου να υποστηρίξει το αμφισβητούμενο από κάποιους μέγεθος του Κωστή Παλαμά τον συγκρίνει κάπου με τον Καρούζο. Ναι μεν ο Δωδεκάλογος και η Φλογέρα είναι ποιήματα αποτυχημένα, γράφει, όμως «Τέτοιου ύψους αποτυχίες έχουμε γνωρίσει στην ποίησή μας μόνον από τους μείζονες ποιητές. Ο Σικελιανός στον Αλαφροΐσκιωτο και στις Πέντε Συνειδήσεις, ο Ελύτης στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο και στο Άξιον εστί, ο Καρούζος στην Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη»… Έτσι εν παρόδω, περίπου παρεμπιπτόντως όπως όταν υπενθυμίζει κανείς τα αυτονόητα, ο Λάγιος συγκατατάσσει στη χορεία των «Δικαίων», όπως τους αποκαλεί αλλού, τον Νίκο Καρούζο με τον Διονύσιο Σολωμό, χορεία από την οποία εξαιρεί πολλούς, μεταξύ άλλων και τον Κωνσταντίνο Πέτρου Καβάφη.

Προφανώς υπάρχει ένα χάσμα εδώ. Τα αυτονόητα δεν είναι και τόσο αυτονόητα φαίνεται. Μείζων ή σπουδαίος ή κορυφαίος ποιητής ο Καρούζος, έστω. Όμως γιατί; Τι ακριβώς εκόμισε εις την τέχνη; Σε τι συνίσταται ειδικά και συγκεκριμένα το ποιητικό του κατόρθωμα; Σ’ αυτά τα ερωτήματα, η κριτική μας μέχρι τούδε έχει αποδειχθεί ιδιαιτέρως φειδωλή, θα έλεγα ώς και φτωχή.

Αυτό το έλλειμμα έρχεται ακριβώς να καλύψει η εκατοντασέλιδη εισαγωγική μελέτη του Πατίλη. Και αντεπεξέρχεται στην πρόκληση με τον εμβριθέστερο τρόπο. Δεν είναι εδώ ο τόπος και ο καιρός να αναφερθώ στο εγχείρημά του εν εκτάσει. Θέλω όμως να σταθώ, έστω επιλεκτικά, σε λίγα απ’ τα πολλά ζητήματα που θίγει.

Ο Πατίλης εξηγεί πειστικότατα, αισθητικά αλλά και ψυχολογικά, το κομβικό πρόβλημα της ποίησης του Καρούζου, αυτή την εκφραστική «διάχυση» που Καταγραφήχαρακτηρίζει ιδίως το όψιμο έργο του. Πράγματι, το πρωτείο του βιώματος έναντι της διανοίας που ο Καρούζος συνειδητά προκρίνει, τον οδηγεί συχνά στην παραμέληση της επεξεργασίας του μεμονωμένου ποιήματος, κάνει ακόμη και τους λαμπρούς στίχους του να φαντάζουν αποσπασματικοί, «απομεινάρια ερμιάς και μεγαλείου» μες σ’ ένα σύνολο που δίνει την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Η σημασία που προσδίδει ο Καρούζος στο στοιχείο το βιωματικό τον φέρνει εγγύτερα στους ρομαντικούς, που καθώς έδιναν το προβάδισμα στο ξεχείλισμα του συναισθήματος δεν είναι τυχαίο ότι επίσης κατηγορήθηκαν για εκφραστική διάχυση. Την ίδια στιγμή, τον απομακρύνει από τους περισσότερους σημαντικούς μας ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στη σφιχτοδεμένη, εδραία μορφή, άρα και στη διάνοια– οι υψηλές μορφοπλαστικές επιδόσεις ως γνωστόν είναι πάντοτε προϊόν διανοητικό, προκύπτουν από μια μακρά, επίμονη και συνειδητή επεξεργασία της βιωματικής πρώτης ύλης. Στην καρουζική ποιητική ίσως μπορεί κανείς να δει μια προτύπωση της μεταμοντέρνας opera aperta, του ανοιχτού έργου. Ο ίδιος πάντως είχε πλήρη επίγνωση του πράγματος, το ζήτημα τον είχε απασχολήσει και θεωρητικά, όπως δείχνει τεκμηριωμένα ο Πατίλης.

Καίριες είναι οι επισημάνσεις του ανθολόγου για τη δυσπιστία του Καρούζου απέναντι στις δυνατότητες​ της γλώσσας και της έκφρασης. Με αυτές ο Πατίλης τον εντάσσει οργανικά σε μια μακρά παράδοση της νεωτερικότητας, τον λεγόμενο γλωσσικό σκεπτικισμό, που ειδικά στη λογοτεχνία αφορμάται από τον Χόφμανσταλ και την Επιστολή του Λόρδου Τσάντος. Αποκαλυπτική, και απολύτως εύστοχη, είναι η εξέταση του καρουζικού έργου υπό το πρίσμα της έννοιας του Υψηλού και της λογγίνειας παράδοσης, της τόσο λίγο αξιοποιημένης από τη νεοελληνική κριτική. Εξίσου γόνιμη, η αλληλοσυσχέτιση του πολιτικού και του μεταφυσικού Καρούζου, η προβληματική γύρω από την μένουσα και την μέλλουσα πόλη, η αναγωγή ακόμη και του «αναρχισμού» του ποιητή στις πηγές της χριστιανικής του πνευματικότητας. Η τρέχουσα, και τριμμένη, εικόνα του «καταραμένου» και του «μποέμ» αποκτά έτσι το αναγκαίο της αντιστάθμισμα.

Γενικά, με τις λεπτές διακρίσεις του ο Πατίλης ξεμπλέκει πολλά μπερδεμένα νήματα. Ο αναγνώστης ξαναβρίσκει στις παρατηρήσεις του και δικές του διαισθητικές εντυπώσεις, διατυπωμένες εδώ για πρώτη φορά με τόση διαύγεια. Το μελέτημά του φέρνει στην επιφάνεια έναν ποιητή όχι μόνο σύνθετο –πράγμα που γνωρίζαμε–, αλλά και πολύ περισσότερο συμπαγή και συνεπή πνευματικά απ’ όσο ήμασταν σε θέση έως πρότινος να παραδεχθούμε, μας εισάγει ιδεωδώς στον εντελώς ιδιαίτερο κόσμο του. Και επειδή όταν μιλάμε για ιδεώδη εισαγωγή στο έργο ενός ποιητή, εδώ σε μας κατά νου έχουμε κυρίως ένα αξεπέραστο πρότυπο, τα σολωμικά «Προλεγόμενα» του Ιακώβου Πολυλά, δεν υπερβάλλω νομίζω ισχυριζόμενος ότι ο Πατίλης έγραψε τα καρουζικά «Προλεγόμενα» που μας έλειπαν – ένα δοκίμιο δηλαδή αφετηριακό, θεμελιώδες για όλους όσοι πρόκειται ν’ ασχοληθούν με το έργο του Καρούζου στο μέλλον. Και για να γίνει κατανοητή η σημασία του πράγματος, αρκεί κανείς να αναρωτηθεί: πόσοι ποιητές μας μεταπολεμικοί, και όχι μόνο, είχαν παρόμοια τύχη;

Στα γραφόμενα του Πατίλη νιώθει κανείς φυσικά και τη δόνηση του ερμηνευτή του αλληλέγγυου, του ομόδοξου σε πολλά με τον ερμηνευόμενο. Αλλά πάντα έτσι γίνεται με τις πράγματι σημαντικές κριτικές δουλειές, ο κριτικός μιλά κι αυτός εκ βαθέων για τον κρινόμενο, πότε συγκλίνοντας και πότε αποκλίνοντας από εκείνον.

~ . ~

Δεν θα επιμείνω στα άλλα ενδιαφέροντα, ενίοτε και καινοτόμα, που το βιβλίο του Πατίλη περιλαμβάνει. Η συμπερίληψη αποσπασμάτων από τα πεζά κείμενα του Καρούζου (δοκίμια, συνεντεύξεις, ημερολόγιο) ανήκει σ’ αυτά, όπως και η σταχυολόγηση ενός μεγάλου αριθμού αποσπασμάτων από τα ποιήματα. loretzatos2Κλείνοντας, θέλω μόνο να σχολιάσω ακροθιγώς την αναφορά του στο γνωστό δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον ποιητή, στο οποίο ο Πατίλης αφιερώνει μερικές μεστές όσο και ερεθιστικές σελίδες. Συμφωνώ φυσικά μαζί του όταν διαπιστώνει ότι ο Λορεντζάτος διαβάζει τον Καρούζο με κριτήρια προδιαμορφωμένα. Όχι όμως εντελώς όταν αποφαίνεται ότι δι’ αυτού του τρόπου, καταπώς άλλοτε ο Δημαράς απέναντι στον Παπαδιαμάντη, ο Λορεντζάτος «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας». Ο κανόνας αυτός ισχύει, αλλά μόνον στο πλαίσιο των αισθητικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, η οποία προτάσσει το δικαίωμα του δημιουργού να αυτοπραγματώνεται και να επινοεί τον εαυτό του κάθε φορά εκ του μηδενός και εκ νέου. Ο Λορεντζάτος όμως αφορμάται από μιαν αντίληψη περί ποιήσεως προ-, ή και αντι-νεωτερική, από μια στάση που επειδή είναι ριζικά αντιατομοκεντρική, δεν αποδέχεται την εξατομίκευση των αισθητικών αξιών επί τη βάσει των υποκειμενικών προθέσεων και επιθυμιών του εκάστοτε δημιουργού.

Γι’ αυτήν την αντίληψη, που είναι στην ουσία η κλασσική αντίληψη για την κοινωνική σημασία της τέχνης και τη σχέση δημιουργού-κοινού, τα είδη και τα κριτήρια της λογοτεχνίας θεσπίζονται δεσμευτικά, αν όχι εξ αντικειμένου και a priori, πάντως από μια ευρεία διϋποκειμενικότητα, την κοινότητα των αναγνωστών. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά τον 18ο αιώνα ο μεγάλος Σάμιουελ Τζόνσον: «από τον κοινό αναγνωστικό νου, τον αδιάφθορο από τις προκαταλήψεις των λογίων, τον πέρα απ’ όλα τα λεπτεπίλεπτα κατεβατά και τους δογματισμούς της πολυμάθειας, πρέπει να απονέμεται εντέλει κάθε ποιητική τιμή». Δεν είναι συνεπώς ο ποιητής, ο καλλιτέχνης αυτεξούσιος, αυταποτιμώμενος και αυτοτελής: πιο πάνω από αυτόν στέκουν άλλοι, ανώτεροι κριτές. Ας θυμηθούμε εδώ και τις απόψεις που εξέφρασε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον διάλογό του με τον Γιώργο Σεφέρη στα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Ως θιασώτης αυτής της κλασσικής, προνεωτερικής αντίληψης περί τέχνης, πολλώ δε μάλλον ως αντίμαχος της νεωτερικότητας σε όλες της σχεδόν τις εκδοχές (πολιτική, οικονομία, θρησκεία), ο Λορεντζάτος είναι επομένως συνεπής όταν κρίνει (και επικρίνει) τον Καρούζο. Η ασυνέπεια εδώ, παραδόξως, βαραίνει τον ποιητή. Και την συναντούμε όχι μόνο στο δικό του έργο, αλλά και σ’ εκείνο πολλών άλλων κορυφαίων ποιητών και καλλιτεχνών του μοντερνισμού, από τον Τ. Σ. Έλιοτ ώς τον Αντρέι Ταρκόφσκι, που ήταν συγχρόνως και σφοδροί επικριτές των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών της εποχής μας. Γιατί πώς είναι συμβατό κανείς, από τη μια μεριά να απορρίπτει βίαια «εξελικτισμούς και μόδες», την «Πρόοδο που πρόωρα σκουριάζει», τον «αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας», όλα απότοκα της ναρκισσιστικής χειραφέτησης του ατόμου από το σύνολο· και από την άλλη, να οικοδομεί το έργο του με υλικά παρμένα ακριβώς από αυτόν τον εξημμένο ατομικισμό: την ακραία καινοθηρία, την «καταπληκτική εκκεντρικότητα» (η φράση είναι του Τσάτσου), τη ρήξη με την παράδοση, το διογκωμένο εγώ του νεωτερικού καλλιτέχνη; Γιατί βέβαια όλα αυτά τα γνωρίσματα τα ξανασυναντούμε ένα προς ένα (και) στο έργο του Νίκου Καρούζου…

«Τόσο πολλά ερωτήματα», καταπώς θα ’λεγε και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ… Και δεν είναι από τις μικρές προσφορές αυτή του Πατίλη, ότι με το βαθυστόχαστο τούτο βιβλίο μάς δίνει λαβή να τα θέσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ- ΓΡΑΠΤΑ ΠΑΡΑΓΚΑΣ 1

 

 

 

 

Πώς ο Σάντσο Πάντσα βρέθηκε μπλεγμένος σε μια πολύ δύσοσμη υπόθεση

donquixotedali19

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~. ~

Σύμφωνα με την αφήγηση του Θερβάντες, μια νύχτα ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα είχαν την ατυχία να βρεθούν σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Θα μπορούσαν να κατασκηνώσουν έξω απ’ αυτό και να ξενυχτήσουν εκεί, αλλά ήταν διψασμένοι, και η δίψα τους τους ανάγκασε να προχωρήσουν μέσα στο δάσος σε αναζήτηση νερού. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτή η απόφασή τους αποδείχτηκε μοιραία. Μπήκαν λοιπόν στο δάσος και πλησίασαν εκεί που άκουγαν βουή νερού. Ξαφνικά όμως άρχισε ν’ ακούγεται κι ένας άλλος χτύπος, πιο δυνατός, που τους τρόμαξε και τους έκανε να παγώσουν.

[…] πήραν τ’ ανηφόρι για το λιβάδι στα τυφλά, μια που το σκοτάδι της νύχτας δεν τους άφηνε να δουν τίποτα· μα δεν θα ’χαν κάνει διακόσια βήματα όταν έφτασε στ’ αυτιά τους μια βουή νερού, σαν να έπεφτε από ψηλά κι απότομα βράχια. Πολύ τους χαροποίησε ο αχός, αλλά, καθώς στάθηκαν ν’ αφουγκραστούν από πού ερχόταν, άκουσαν ξάφνου κι άλλο βρόντο, που τους έπνιξε τη χαρά για το νερό, ιδίως στον Σάντσο, που ήταν από φυσικού του φοβητσιάρης και λιγόψυχος. Κι αυτό που άκουσαν ήταν κάτι ρυθμικοί χτύποι, ανάκατα μ’ έναν ήχο σαν κλαγγή σίδερων κι αλυσίδων που, με τη συνοδεία του μανιασμένου ρόχθου του νερού, θα είχαν παγώσει το αίμα οποιασδήποτε άλλης καρδιάς πλην αυτής του Δον Κιχότε.[1]

Όπως θα μάθαιναν το επόμενο πρωινό, ο ρυθμικός χτύπος προερχόταν από τα μαντάνια ενός νερόμυλου. Μέσα στη νύχτα όμως οι δύο ήρωές μας δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Ο μυστηριώδης ήχος, το σκοτάδι κι η ερημιά τούς είχαν τρομοκρατήσει εντελώς.

Αυτή […] τη θεοσκότεινη νύχτα βρήκαν κι εκείνοι να χωθούν ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα που τα φύλλα τους, έτσι όπως τ’ ανασάλευε το αεράκι, θρόιζαν ανατριχιαστικά και σιγανά, με αποτέλεσμα όλα μαζί, η ερημιά, η τοποθεσία, το σκοτάδι, η βουή του νερού κι ο ψίθυρος των φύλλων, να τους προκαλούν φρίκη και τρόμο, πολύ περισσότερο όταν είδαν πως ούτε οι χτύποι έπαυαν ούτε ο αέρας έπεφτε ούτε η μέρα ερχόταν, συν το ότι δεν είχαν ιδέα πού βρίσκονταν.[2]

Ο Δον Κιχώτης όμως ήταν, όπως ξέρουμε, εντελώς ατρόμητος. Δήλωσε με θάρρος στον Σάντσο ότι για τέτοιες περιστάσεις είναι πλασμένοι οι γενναίοι ιππότες κι ετοιμάστηκε να εφορμήσει ενάντια στον κίνδυνο. Μάταια προσπάθησε ο Σάντσο να του αλλάξει γνώμη. Ο αφέντης του ήταν αμετάπειστος: ήθελε να μπλεχτεί σε αυτή τη νέα περιπέτεια και να αντιμετωπίσει τον άγνωστο εχθρό. Τι να κάνει λοιπόν ο Σάντσο; Μηχανεύτηκε γρήγορα έναν τρόπο για να τον παγιδέψει και να τον κρατήσει κοντά του.

Βλέποντας ο Σάντσο πως η απόφαση του αφεντικού του ήταν τελεσίδικη, καθώς και πόσο λίγο έπιαναν τα δάκρυα, οι συμβουλές και τα παρακάλια του, αποφάσισε να βάλει μπροστά την πονηριά του και, αν τα κατάφερνε, να τον κάνει να περιμένει ώς το πρωί· την ώρα, λοιπόν, που έσφιγγε τα λουριά του αλόγου, πήρε το καπίστρι του γαϊδάρου του κι έδεσε όμορφα όμορφα και χωρίς να γίνει αντιληπτός τα δυο πισινά πόδια του Ροθινάντε, έτσι που, σαν έκανε να ξεκινήσει ο δον Κιχότε, δεν τα κατάφερε, αφού το άλογο μόνο με πηδηματάκια μπορούσε να κινηθεί.[3]

Ανάγκα και θεοί πείθονται, και ο Δον Κιχώτης δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο παρά να περιμένει την αυγή, αφού ο Ροσινάντης στάθηκε αδύνατο να υπακούσει τη διαταγή του αφεντικού του και να τον πάει στο μέρος όπου ακουγόταν ο τρομακτικός ήχος.

Κόντευε ν’ απελπιστεί ο Δον Κιχότε, και όσο περισσότερο κέντριζε με τα σπιρούνια το άλογο τόσο λιγότερο κατάφερνε να το κουνήσει· και, μην έχοντας υποψιαστεί τη δεσιά, θεώρησε προτιμότερο να ηρεμήσει και να περιμένει είτε να ξημερώσει είτε να ξεκουνήσει ο Ροθινάντε, αποδίδοντας το πάθημά του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την πονηριά του Σάντσο […][4]

Ο τρόμος του Σάντσο όμως, αντί να κοπάσει, μεγάλωνε όλο και περισσότερο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τόσο πολύ φοβόταν, ώστε κόλλησε πάνω στο αφεντικό του, όπως τα μικρά παιδιά που αγκαλιάζουν τους γονείς τους.

[…] πηγαίνοντας κοντά του, έπιασε με το ’να χέρι το μπροστοκούρβι της σέλας και με τ’ άλλο το πισινό ξυλίκι, έτσι που βρέθηκε, κι έμεινε, ν’ αγκαλιάζει τον αριστερό μηρό του αφεντικού του, μην τολμώντας να ξεμακρύνει σπιθαμή από το πλάι του: τέτοιος φόβος τον είχε πιάσει με τους χτύπους, που ακόμα βροντοβολούσαν.[5]

salvadordalí donquixoteΟ Δον Κιχώτης του ζητάει τότε να πει μια ιστορία, για να τον ψυχαγωγήσει και για να περάσει η νύχτα ευχάριστα. Ο Σάντσο αρχίζει να αφηγείται μια ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που ορκίζεται μάλιστα πως είναι αληθινή, αλλά σύντομα αναγκάζεται να τη σταματήσει, καθώς ξεχνάει τη συνέχειά της. Και τότε ξεκινάει μια νέα περιπέτεια. Έρχεται αντιμέτωπος με μια καινούργια εσωτερική σύγκρουση, πιο επώδυνη και πιο δύσκολη στη διαχείρισή της σε σχέση με όσες είχαν προηγηθεί.

Εκείνη την ώρα, θες η πρωινή ψύχρα, γιατί ξημέρωνε πια, θες επειδή ο Σάντσο είχε φάει τίποτα ευκοίλιο το βράδυ, ή επειδή ήταν της φύσης –και μάλλον αυτό πρέπει να γίνει πιστευτό–, ένιωσε την επιτακτική ανάγκη να κάνει εκείνο που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει αντί γι’ αυτόν· μα είχε τρυπώσει τέτοιος φόβος στην καρδιά του που δεν κοτούσε να ξεμακρύνει μήτε όσο ένα μαύρο μισοφέγγαρο νυχιού απ’ το πλευρό του αφεντικού του. Ούτε όμως μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν θα έκανε αυτό που του είχε έρθει· κι έτσι, αυτό το οποίο έκανε, χάριν ειρήνης και ομονοίας, ήταν ν’ αποτραβήξει το δεξί του χέρι, που ήταν γραπωμένο στο πισινό ξυλίκι της σέλας του Δον Κιχότε, και, όμορφα κι αθόρυβα, να λύσει το κορδόνι που συγκρατούσε μοναχό το κοντοβράκι του, το οποίο, μόλις ξεδέθηκε, γλίστρησε παρευθύς και του έμεινε κατεβασμένο γύρω από τους αστραγάλους σαν περδούκλι· κατόπιν, ανασήκωσε όσο καλύτερα μπόρεσε την πουκαμίσα του και εξέθεσε στον καθαρό αέρα τα οπίσθιά του, που δεν ήταν δα απ’ τα μικρότερα.[6]

Το πρόβλημα όμως που είχε να αντιμετωπίσει ο Σάντσο δεν μπορούσε να λυθεί τόσο εύκολα, διότι ανέκυψαν νέες δυσκολίες:

Αφού έγινε κι αυτό, το σημαντικότερο, όπως νόμισε, για να λυτρωθεί από κείνη τη φοβερή σφίξη και την αγωνία, τον βρήκε άλλη μεγαλύτερη, όταν σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε ν’ ανακουφιστεί χωρίς θόρυβο και κρότο, κι άρχισε να σφίγγει τα δόντια και να μαζεύει τους ώμους, κρατώντας την αναπνοή του όσο περισσότερο γινόταν· αλλά, παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, στάθηκε τόσο άτυχος ώστε του ξέφυγε στο τέλος ένας μικρός θόρυβος, αρκούντως διαφορετικός από εκείνον που τόσο φόβο του προξενούσε. Τον άκουσε ο δον Κιχότε και είπε:

«Τι μούρμουρο είναι αυτό, Σάντσο;»

«Δεν ξέρω, αφεντικό», απάντησε εκείνος. «Τίποτα καινούργιο θα ’ναι πάλι, γιατί οι περιπέτειες κι οι κακοτυχίες φέρνουνε πάντα η μια την άλλη».[7]

Η επόμενη προσπάθεια του Σάντσο στέφεται με μεγαλύτερη επιτυχία όσον αφορά το ζήτημα του ήχου, αλλά με μικρότερη όσον αφορά το ζήτημα της οσμής. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτός τώρα από το αφεντικό του.

Δοκίμασε ξανά την τύχη του, αυτή τη φορά με τόση επιτυχία, που λευτερώθηκε χωρίς άλλο θόρυβο και φασαρία από το φορτίο που τόσο τον είχε βαρύνει. Μα καθώς ο δον Κιχότε είχε την αίσθηση της όσφρησης εξίσου ανεπτυγμένη με αυτήν της ακοής και τον Σάντσο τόσο κοντά, σάμπως ραμμένο πάνω του, που οι αναθυμιάσεις ανέβαιναν σχεδόν σε ευθεία γραμμή, ήταν αναπόφευκτο κάποιες να φτάσουν στα ρουθούνια του· και μόλις έφτασαν, έσπευσε να τα συντρέξει, πιάνοντας σφιχτά τη μύτη του με τα δυο δάχτυλα και λέγοντας με κάπως ένρινη φωνή:

«Έχω την εντύπωση, Σάντσο, ότι σ’ έχει πιάσει μεγάλος φόβος».

«Αλήθεια είναι», απάντησε ο Σάντσο, «αλλά πώς και το προσέχετε τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά;»

«Γιατί τώρα μυρίζεις περισσότερο από κάθε άλλη φορά, και μάλιστα όχι άμπαρι», απάντησε ο δον Κιχότε.

«Μπορεί να ’ναι κι έτσι», είπε ο Σάντσο, «μα δε φταίω εγώ, αλλά η ευγένειά σας, που με τραβολογάει τέτοιες ανάκουστες ώρες σε τέτοιους ερημότοπους».

«Πήγαινε τρία τέσσερα βήματα παραπίσω, φίλε μου», είπε ο δον Κιχότε εξακολουθώντας να κρατάει τη μύτη του, «και στο εξής να είσαι πιο προσεκτικός με την αφεντιά σου και με το σεβασμό που οφείλεις στο πρόσωπό μου· γιατί αυτή την προπέτεια, τα πολλά πάρε δώσε που έχω μαζί σου την καλλιέργησαν».

«Βάζω στοίχημα», αποκρίθηκε ο Σάντσο, «ότι η ευγἐνειά σας πιστεύει πως έκανα κακά πράγματα που δε θα ’πρεπε».

«Ας μη σκαλίσουμε καλύτερα αυτό το δύσοσμο θέμα, φίλε μου Σάντσο», απάντησε ο δον Κιχότε.[8]

Μετά απ’ αυτές τις επικίνδυνες περιπέτειες, ξημερώνει σιγά σιγά και οι δυο ήρωές μας ετοιμάζονται επιτέλους να ξεκολλήσουν από εκείνο το μέρος και να συνεχίσουν την περιπέτεια που άφησαν στη μέση.

Με τέτοιες και άλλες παρόμοιες κουβέντες πέρασαν τη νύχτα αφέντης κι υπηρέτης· αλλά όταν είδε ο Σάντσο ότι φώτιζε ολοταχώς, με πολλή δεξιοσύνη έλυσε τον Ροθινάντε κι έδεσε το κοντοβράκι του. Μόλις βρέθηκε ελεύθερος ο Ροθινάντε, μ’ όλο που δεν ήταν διόλου ζωηρός από φυσικού του, φαίνεται πως ζωντάνεψε κι άρχισε να χτυπάει το έδαφος με την οπλή του, αφού αναπηδήματα στα πισινά του πόδια (και να μας συμπαθάει) δεν ήξερε να κάνει. Βλέποντας, λοιπόν, ο δον Κιχότε ότι ο Ροθινάντε σαλεύει επιτέλους, το πήρε για ευοίωνο προμήνυμα και πίστεψε πως είχε έρθει η ώρα να ριχτεί σ’ εκείνη την τρομερή περιπέτεια.[9]

fbe2a581b2bfff0c3855458e311544ed--don-quixote-salvador-dali

~ . ~

Τούτο το κωμικό επεισόδιο που μόλις είδαμε, όπως και άλλα παρόμοια που μπορεί να διαβάσει κανείς στο βιβλίο του Θερβάντες, έχουν ιδιαίτερη σημασία. Στην αναγεννησιακή λογοτεχνία, στα έργα του Βοκάκιου, του Ραμπελαί, του Θερβάντες, η αίσθηση του κωμικού δημιουργείται με τον υποβιβασμό και την προσγείωση. Εδώ τα υψηλά χαμηλώνουν, οι υπερήφανοι ταπεινώνονται, τα πάνω έρχονται κάτω. Ο υποβιβασμός επιτυγχάνεται ιδιαίτερα με τη σκατολογία και τη βωμολοχία. Στη θέση του κεφαλιού (που δηλώνει το πάνω), και των υψηλών διανοητικών ενασχολήσεών του, τοποθετούνται τώρα τα οπίσθια και τα γεννητικά όργανα (που δηλώνουν το κάτω), με τις χαμηλές σωματικές λειτουργίες τους.[10]

Στο θερβαντικό μυθιστόρημα το πάνω εκπροσωπείται από τον Δον Κιχώτη και το κάτω από τον Σάντσο Πάντσα. Ο Δον Κιχώτης εκφράζει το υψηλό τόσο με την εμφάνιση όσο και με το χαρακτήρα του: Εξωτερικά είναι ψηλός και λεπτός, και έτσι εκτείνεται εις ύψος, κατακόρυφα, τείνει προς τα πάνω. Εσωτερικά είναι πάντα σοβαρός και αυστηρός, προσηλωμένος σε ηθικές αρχές και αγνά αισθήματα. Ο Σάντσο, αντίθετα, είναι ο κωμικός διπλός του Δον Κιχώτη, αντίθετος σε όλα από αυτόν. Με την εμφάνιση και το χαρακτήρα του εκφράζει το ταπεινό και χαμηλό. Αντίθετα με την ψηλόλιγνη φιγούρα του Δον Κιχώτη, αυτός είναι κοντός και χοντρός. Το ίδιο το όνομά του (panza) σημαίνει στα ισπανικά «κοιλιά». Δεν εκτείνεται σε ύψος αλλά σε πλάτος, οριζόντια, πέφτει προς τα κάτω. Ως προς τις ψυχικές ιδιότητες, είναι καταδεκτικός και γελαστός, δεν οδηγείται από ιδανικά αλλά από την ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Η κάθοδος από το ύψος του Δον Κιχώτη στο χάμω του Σάντσο προκαλεί διαρκώς κωμικές καταστάσεις κάθε είδους.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο ήρωές μας, με την κραυγαλέα αντίθεσή τους ως προς το ύψος και το πάχος τους, εκφράζουν τους δύο αντίθετους πόλους τη μεσαιωνικής και αναγεννησιακής κοσμοθεωρίας και της κοινωνικής ζωής. Ο Δον Κιχώτης εκπροσωπεί την ιεραρχία και την τάξη, το πνεύμα της νηστείας και της υποταγής στην κατεστημένη κοινωνική δομή. Είναι το αντίστοιχο της Σαρακοστής των λαϊκών παραδόσεων, μιας γυναίκας αυστηρής και αποστεωμένης που κουνάει το δάχτυλο και διατυπώνει συνεχώς απαγορεύσεις. Αντίθετα, ο Σάντσο εκπροσωπεί την ανατροπή και την αταξία, το πνεύμα του καρναβαλιού και της εύθυμης αποδόμησης. Αντιστοιχεί στον βασιλιά Καρνάβαλο, στον λαϊκό ήρωα που τρώει, πίνει, χορεύει, διασκεδάζει, που επιτρέπει και δεν απαγορεύει.

Κατά μία έννοια, οι δυο αντίπαλοι μονομάχοι στον διάσημο πίνακα του Πίτερ Μπρέγκελ Μάχη ανάμεσα στον Καρνάβαλο και τη Σαρακοστή είναι ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης: ο πρώτος, στ’ αριστερά του πίνακα, πάνω σ’ ένα βαρέλι, κραδαίνει για όπλο μια σούβλα, ο δεύτερος στα δεξιά, εφορμά με το φτυάρι του φούρναρη. don-quixote-and-the-windmills.jpg!HDΗ συνοδεία του Καρνάβαλου-Σάντσο, οι στρατιώτες του, τρώνε, πίνουν, τραγουδούν, παίζουν ζάρια και χαρτιά. Αντίθετα, οι ακόλουθοι της Σαρακοστής-Δον Κιχώτη είναι αφοσιωμένοι στη νηστεία και στην ελεημοσύνη προς τους φτωχούς ζητιάνους και τους αρρώστους. Η συνοδεία του Καρνάβαλου αποτελείται από κοιλαράδες με παρδαλά ρούχα, η ακολουθία της Σαρακοστής από ανθρώπους με προσεγμένο παρουσιαστικό και ευπρεπή εμφάνιση.

Στα πρόσωπα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα ο Θερβάντες αποδίδει τις δυο όψεις του ίδιου ανθρώπου, του μεσαιωνικού και αναγεννησιακού Ευρωπαίου. Οι δύο ήρωες είναι οι δύο ζωές του: η αυστηρή, νηστήσιμη και πειθαρχημένη, απ’ τη μία πλευρά, η αχαλίνωτη, αρτύσιμη και οργιαστική, από την άλλη. Ο αγέλαστος Δον Κιχώτης, που πνευματοποιεί και εξιδανικεύει τα πάντα, που αντιστρατεύεται τη σάρκα και τις κατώτερες σωματικές λειτουργίες, έχει ανάγκη το άλλο του μισό, το απαραίτητο συμπλήρωμά του, τον Σάντσο Πάντσα, που σωματοποιεί και υλικοποιεί, που ζει σωματικά: τρώει, πίνει, συνουσιάζεται, χορεύει, παίζει και γελάει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

εικονογράφηση Σαλβαδόρ Νταλί

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος Ι: Ο ευφάνταστος ιδαλγός Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Εστία, Αθήνα 2009, σελ. 247.
[2] Ό.π.
[3] Ό.π., σελ. 250-251.
[4] Ό.π., σελ. 251.
[5] Ό.π., σελ. 252.
[6] Ό.π., σελ. 256-257.
[7] Ό.π., σελ. 257.
[8] Ό.π., σελ. 257-258.
[9] Ό.π., σελ. 258.
[10] Να σημειωθεί ότι ο υποβιβασμός εμφανίζεται και στα άλλα είδη της αναγεννησιακής τέχνης. Σε πολλούς πίνακες του Πίτερ Μπρέγκελ, για παράδειγμα, όπως στο Τοπίο με την πτώση του Ικάρου, θεματοποιείται η πτώση, η κατακρήμνιση, η κάθοδος.

~ . ~

El_ingenioso_hidalgo_don_Quijote_de_la_Mancha

Πλατεία Ηρώων

Thomas-Bernhard

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ ~ . ~

Το να μιλήσουμε για την πρόζα του Μπέρνχαρντ θα μας οδηγήσει σε αναπόφευκτες ταυτολογίες, κοινοτοπίες και αυτονόητες διατυπώσεις.

Κοντολογίς σε πράγματα που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά. Πρόκειται για έργο που έχει υποστεί μεγάλη ανάλυση και κριτική επεξεργασία. Κατά το παρελθόν δεν υπάρχει μελετητής που να μην έχει αναφερθεί εμφατικά στη μουσικότητα του λόγου, τη λούπα, την επαναληπτικότητα, την έλλειψη δράσης αλλά και την καταλυτική παρουσία ρυθμού. Ενώ η μισανθρωπία του Αυστριακού συγγραφέα ως άλλη όψη μιας βαθιάς και ουμανιστικής τρυφερότητας έχει συζητηθεί διεξοδικά.

Τα ίδια ισχύουν και για το θέατρο του Μπέρνχαρντ που τόσο δείχνουν να αγαπάν οι αθηναϊκές σκηνές τα τελευταία χρόνια. Μόνο που ό,τι λογίζεται αρετή στα πεζογραφήματά του, εδώ μετατρέπεται σε μειονέκτημα και τροχοπέδη. Στα έργα του Μπέρνχαρντ δεν υπάρχουν διακριτοί χαρακτήρες ούτε κάποια ιδιαίτερη πολυφωνία. Δεν υπάρχει ιδεολογικός πλουραλισμός. Δεσπόζει πάντα μια φωνή που με καταγγελτικό ύφος ξοδεύεται σε αυτοοικτιρμούς, μνησικακίες, γκρίνια, ιδεολογική ισοπέδωση και πόλεμο κατά πάντων.

Τότε γιατί μας αρέσει το στυφό και ξερό θέατρο του Μπέρνχαρντ; Από πού προέρχεται αυτή η υπνωτιστική δύναμη και η σαγήνη που προκαλεί στον θεατή; Πώς συνδεόμαστε με αυτό το ψυχρό, κυνικό, καταγγελτικό, γκρίζο κατασκεύασμα, στο περίκλειστο σύμπαν του οποίου σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει; Μετά από τόσο αναμάσημα δυσάρεστων συμπερασμάτων, μετά από τόσες επαναλήψεις δυσοίωνων λεκτικών σχημάτων, η ίδια η απελπισία που εκφράζεται μέσα από αυτά μοιάζει να παραπαίει ανάμεσα στο σκώμμα και την ειρωνεία. Δεν γελάμε με τη φαιδρότητα των χαρακτήρων αλλά με το αυτονόητο των δηλώσεών τους (όπως λέει ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής στο επίμετρο της Πλατείας Ηρώων «οι χαρακτήρες βρίσκονται σε κατάσταση σοκ»).

Η αδυναμία του Μπέρνχαρντ να δημιουργήσει διάλογο είναι παροιμιώδης (ή μήπως καλύτερα να πούμε η απέχθεια και η αποστροφή του προς αυτόν;). Από την άλλη είναι επίσης χαρακτηριστική η ευελιξία του, η επιδεξιότητά του και η πληθωρικότητά του όταν γράφει παράλληλους μονολόγους. Σχεδόν κανένας χαρακτήρας στα έργα του δεν ακούει τον άλλο. Βρίσκονται επί σκηνής μαζί, αλλά δεν έχουν καμία ουσιαστική επικοινωνία. Ο διάλογος, όταν γίνεται – υπογραμμίζει αυτή την κατάσταση. Οι ήρωες δε δείχνουν να υποφέρουν από την απομόνωσή τους. Ίσα ίσα την απολαμβάνουν, την τονίζουν, την αποζητούν. Τη θεωρούν αναγκαία συνθήκη της ύπαρξής τους.

Ο Μπέρνχαρντ έχει εμμονή με κάποιες λέξεις. Τις επαναλαμβάνει συνέχεια. Και αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο στη μουσική του παρτιτούρα. Τέτοιες “μουσικές” λέξεις αποτελούν εδώ τα τοπωνύμια Νοϋχάουζ, Βιέννη, Οξφόρδη κ.α.. Η περιοδική τους επανάληψη δημιουργεί μια αίσθηση basso continuo και η χρήση τους έχει καθαρά τονικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας λατρεύει τα τοπωνύμια και νομίζω πως, αν και δεν το αναφέρει ρητώς, αυτά θα πρέπει να εκφέρονται με μίσος και αηδία από τους ηθοποιούς – θα πρέπει να “φτύνονται” από το στόμα τους.

Σωστή και σεμνή η επιλογή του συγγραφέα να μη χρησιμοποιεί σημεία στίξης πουθενά στην Πλατεία Ηρώων. Δείχνει σεβασμό στη δουλειά του σκηνοθέτη και του ηθοποιού. Έτσι ενώ εντός κειμένου λοιδορούνται οι ηθοποιοί και οι άνθρωποι του θεάτρου εν γένει, το ίδιο το έργο, με τη μορφή του και τον τρόπο που είναι διαρθρωμένο αποτελεί φόρο τιμής στον ηθοποιό (ή είναι δείγμα σεβασμού του συγγραφέα προς τον ηθοποιό).

Η δραματουργία του Μπέρνχαρντ έχει στοιχεία μεταδραματικού θεάτρου. Αλλά δεν συνιστά μεταδραματικό θέατρο με την έννοια που αποδίδουμε συνήθως στον όρο. Έχει ευδιάκριτες δομές, αναπτύσσεται γραμμικά και στην ουσία της δεν καταργεί το αριστοτελικό τρίπτυχο αρχή-μέση-τέλος. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει βέβαια κάθαρση στο θέατρο του Μπέρνχαρντ. Αν όντως υπάρχει, τότε μάλλον προέρχεται από την εκτόνωση του λόγου, από το ξόδεμα των λέξεων.

Η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο (όπως και στην πεζογραφία του), είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι χαρακτήρες φαίνονται εκ πρώτης όψεως επίπεδοι, καρικατούρες, υπηρέτες του λόγου (αντηχεία – με αυτή την έννοια παρατηρείται συγγένεια με το θέατρο του Μπέκετ). Ο λόγος είναι αυτοδύναμος. Περνάει μέσα από τα σώματα. Ο λόγος χρησιμοποιεί τον άνθρωπο.

Ενδιαφέρουσα είναι μια υπόγεια συνομιλία της Πλατείας Ηρώων με τον Βυσσινόκηπο ίσως και με τον Θείο Βάνια του Τσέχωφ. Το επισημαίνει ο Τσαλής σχολιάζοντας τα ονόματα των κοριτσιών του έργου (Όλγα, Άννα) αλλά και η ιστορία με τον δρόμο που περνάει μέσα από τον κήπο με τις μηλιές, έχει, αν μη τι άλλο, τσεχωφικές καταβολές. Ο συγγραφέας περιπαίζει τις επιρροές του. Γελάει πικρά με αυτές.

Οι ψυχολόγοι πρεσβεύουν ότι η βαθιά αλλαγή στον ανθρώπινο χαρακτήρα είναι πολύ δύσκολη (αν και όχι ανέφικτη). Οι δάσκαλοι σεναρίου τη θεωρούν, αντιθέτως, αναπόφευκτη και αυτονόητη. Ποιους να πιστέψουμε; Οι του σεναρίου διέπονται από ηρακλείτεια λογική. Η προσέγγιση τους είναι δυναμική, ενεργητική, οπτιμιστική. Οι ψυχολόγοι έχουν μια πιο “βραχμανική” αντίληψη. Προσδίδουν στο είναι αιώνια ακινησία. Ή έστω δυσκαμψία, εγγενή απροθυμία για κίνηση. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε ότι οι ιστορίες των ανθρώπων, οι θεμελιώδεις αφηγήσεις, παραμένουν αμετάβλητες τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια. Τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται σταθερά (ιστορίες έρωτα, αφοσίωσης, απιστίας, πολέμου, ηρωισμού, προδοσίας κτλ). Συνεπώς κατά μία έννοια τίποτα δεν αλλάζει. Το συλλογικό ασυνείδητο του κόσμου παραμένει στατικό, αδιάφορο στις αλλαγές, αμετάβλητο και αιώνιο. Οι ήρωες του Μπέρνχαρντ είναι απόλυτα συνεπείς ως προς τούτο.

BERNHARD-PLATEIA-HRWWN-1-e1457512474276Η Πλατεία Ηρώων, που μιλάει βέβαια για το ναζιστικό παρελθόν της Αυστρίας και την ανοχή του αυστριακού λαού απέναντι στην εθνικοσοσιαλιστική λαίλαπα, δεν μπορεί να μη μας έρχεται στον νου σε κάθε δική μας εθνική επέτειο. Οι επευφημίες, οι παράτες, τα χειροκροτήματα, η μαζική συνάθροιση του κόσμου που ανεμίζει σημαιούλες μπροστά στις παρελάσεις, δημιουργούν αισθήματα δυσφορίας σε κάθε πολίτη με αντιφασιστικά αντανακλαστικά. Το εθνικό φρόνημα χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για δημαγωγικούς σκοπούς, ειδικά σε εποχές μεγάλης σύγχυσης και κρίσης. Έτσι δεν είναι τυχαίο ίσως το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής του έργου, Ρόμπερτ Σούστερ, προβαίνει σε έναν μονόλογο (σελ. 91) που θυμίζει σε πολλά το ανθελληνικό παραλήρημα, όπως χαρακτηρίστηκε, που είχε δημοσιεύσει ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης στη Lifo πριν κάποιο καιρό και προκάλεσε αντιδράσεις.

Η αντιπαράθεση στον Μπέρνχαρντ όμως δεν είναι τόσο πολιτική, όσο οντολογική. Η κριτική του στρέφεται ενάντια στην εκούσια ομαδοποίηση και μαζοποίηση του ανθρώπου, την ευπιστία και την ανοησία του, την ανάγκη του να ανήκει κάπου, τον ετεροκαθορισμό, την ένδεια πεποιθήσεων, την απουσία πνευματικής συγκρότησης, την αδυναμία αντίστασης.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Φιλόδοξη αλλά ανοικονόμητη σύνθεση

antioxou-giannis-dialysis

~ . ~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γιάννης Αντιόχου,
Διάλυσις,
Ίκαρος, 2017

Ακκίζομαι στην απροσδιόριστη εποχή
μια στάλα αίμα είναι
ας μην το κάνουμε θέμα
«Εξάντλησις»

Η Διάλυσις του Γιάννη Αντιόχου, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, στοχεύει να αναδείξει τη διάλυση του νοηματοδοτικού πυρήνα της ύπαρξης και την παράλληλη αποκέντρωση της γλώσσας που φέρει την αποδόμηση αυτού του νοήματος.

Το σώμα, ο έρωτας, η σχέση με τον άλλο, η ποιητική λειτουργία, ο θάνατος, το δέος της ύπαρξης, ο τρόμος μπροστά στους ολοκληρωτισμούς της εποχής είναι τα θεματικά κέντρα της συλλογής, θέματα που βιώνονται και αποτυπώνονται σαρκικά,  αλλά ως μια σάρκα πάσχουσα, σε μια παροξυσμική ενίοτε σωματικότητα. Γι’ αυτό και κυριαρχούν η εξάρθρωση, η διασπορά, οι καρκινικές εξαλλαγές, οι εφιαλτικές εκβλαστήσεις ενός σώματος-κόσμου που ακρωτηριασμένος άλλοτε συναινεί στο διαμελισμό του και άλλοτε ανακαλεί το χαμένο όλο. Όλα τα παραπάνω συνθεμένα σε ένα ποιητικό λόγο-πολύποδα που θέλει να εξακτινώσει αυτή την ανεξέλεγκτη αύξηση του μιάσματος, αλλά εντέλει υφίσταται και ο ίδιος τον εκφυλισμό.

Σε όλη τη συλλογή,  το ποιητικό υποκείμενο με ένα λόγο τραχύ βιώνει «τη σύρραξη των σωμάτων», στις πολλαπλές μεταμορφώσεις – παραμορφώσεις τους: το σώμα του έρωτα, το σώμα του κόσμου, της πόλης και της εποχής. Σώμα μαλακό, γλοιώδες, σε αθόρυβους ή  εκκωφαντικούς αλληλοσπαραγμούς–χωρισμούς, σώμα αιχμηρό, τραυματισμένο. Γι’ αυτό και συχνά παρελαύνουν στίχοι που αποτυπώνουν τα φρικτά καθέκαστα της φθοράς ή της εξαλλαγής του: «Οι εικόνες σταματούν στο σκοτάδι / του αποκεφαλισμένου μου σώματος»﮲ «Και μοιάζει να ονειρεύεσαι πως κολυμπάς στο σάλιο / της Ύπαρξης / Και εντός μιας φυσαλίδας που ταξιδεύει στο αίμα, / το κοίλο κάτοπτρο σε μεταμορφώνει σε μάτι / εξόφθαλμου ψαριού»﮲  «Καημένε Τζον / το νεογέννητό σου δεν άνοιξε τα μάτια του / δυο βδέλλες στα κλειστά του βλέφαρα / και τα σκουλήκια των νεκρών προγόνων σου στο στόμα»﮲ «Η εγγύς καταισχύνη των αστών / ο λιθοβολισμός / κι η πλευρική διάτρησις / αυτό το διαμπερές τραύμα του διασυρμού / ανάμεσα σε φυλλώματα βιβλίων»﮲ «μα αυτό το αριστερό μου πόδι / με τόσα αγκάθια / και βελόνες / και θρύψαλα / ήδη σαπίζει / βρομάει / και χάνεται».

Εξίσου υποκείμενα στην τερατογονία είναι και η ανθρωπότητα («Αυτή η πολτώδης / απελπισμένη ανθρωπότητα»), οι βαλτώδεις, φασματικές μεγαλουπόλεις–νεκροπόλεις που γιγαντώνουν τη «Βαβέλ της ύπαρξης», οι φόβοι ως μεγάλα κήτη που καταπίνουν και φτύνουν τον ονειρευόμενο «στο κρεβάτι μες στη γλίτσα», η κανιβαλική ή νεκροφιλική βίωση του έρωτα  («στις πτυχώσεις μου υγρασία, / σπίνοι και φτενοί τσαλαπετεινοί / με ψειρίζουν από μικρές τρύπες / αφαιρώντας ρύπους / λευκά σκουληκάκια / και τα οξέα του κορμιού»﮲ «το πομπώδες σινιόν κεφάλι / της νεκρής που ξενυχτούσε / μηκύνοντας τη διατήρηση του λειψάνου / με γάζες παγωμένης φορμόλης»﮲ «Περαιτέρω συγχώρησα τα πάθη / σχεδόν όλα / αναμένοντας κι ο ίδιος την ανθρωποφαγία / αυτή τη μεγάλη αγάπη / μασώντας / δέρμα και υπόδερμα / στραγγίζοντας το σώμα / σπάζοντας τα δόντια μου / στα κόκαλα / γλείφοντάς τα»).

Ήδη το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εξάντλησις», θέτει τους όρους και τους τρόπους αυτού του σύμπαντος, αλλά και τις αδυναμίες αυτού του λόγου:

Μοιάζουμε με ολάνοιχτες πίνες,
φυτεμένες στην ιλύ του βυθού
μιας εύκρατης και θερμής
μεσόγειας θάλασσας

Τα χέρια μας
ένα ολόκληρο σώμα
το δίχως άλλο ένα όστρακο
με λεπτά και πλατιά ελάσματα

Χτένια πολλά στα μαλλιά των φυκιών
χτένια μερίζοντας ίνες και νημάτια
μαστίγια της επιβολής
που αναδιπλώνονται δίχως ήχο
κι αυτόν τον σπασμό
μες στην πλημμύρα

Είμαστε εντέλει,
πίνες δίθυρες κτενοειδείς
είδος εδώδιμο
συμβιώνοντας με καρκίνους
αλλιώς
πινοθήρες ή πινοκάβουρες
φρουρούς καρκίνους
των δυνητικών μας κινδύνων […]

Αυτά έως την πρώτη σελίδα, το ποίημα όμως συνεχίζεται σε τέσσερις σελίδες ακόμα. Στις παραπάνω στροφικές ενότητες έχουμε την ήπια εκτύλιξη της δραστικής εικονοποιίας του σώματος ως ενός αμυντικού μαλάκιου του φόβου. Στη συνέχεια, παρατηρούμε τη μετακύλιση στους άλλους θεματικούς πόλους της συλλογής: η σχέση με τον άλλο («Επιτρέψτε μου να ουρλιάξω / με τον καρκίνο κλεισμένο στα χτένια μου / πως πλησιάζει η ώρα σας»), το κουρασμένο φάσμα του έρωτα («Εξάντλησις ετών είκοσι δύο / το πρόσωπό σου / Μια βρυγιωμένη πέτρα / Με δυο λάκκους σκοτεινούς / που τρέφονται με παφλασμούς / Αντιγράφοντας την αρχαία ναυμαχία / Και το βόμβο της σιωπής»), η κρημνώδης μοίρα του ποιητή («Απ’ το στενό μπαλκόνι, / πατάει ο ποιητής στο κενό, μονολογώ»).  Όπως και στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, αυτά τα θέματα συμπλέκονται σε μια πλατιά πολύστιχη φόρμα, σε μια φυγόκεντρη, χαλαρή δομή και πολύτροπες αφηγηματικές επιλογές: μονολογικά αποσπάσματα, μνημονικές παρεκβάσεις, προστακτικές ρητορικές αποστροφές στον αναγνώστη, παρενθετικά σχόλια, προλογικά μότο, ευρύ διακειμενικό διάλογο με πλήθος κείμενα και ποιητικές περσόνες (από τραγούδια των Radiohead έως Δάντη, Ρεμπώ, εκκλησιαστικά κείμενα κ.ά.).

Αποτέλεσμα ένας ποιητικός λόγος που μετέρχεται μια πανσπερμία υλικών που αθροίζονται ογκούμενα, μια ρητορική του λόγου που θέλει να είναι συνθετικός αλλά γίνεται σωρευτικός και φλύαρος, υπονομεύοντας έτσι την ευεργετική επενέργεια των καλών στιγμών και της συνθετικής βούλησης που όντως διαθέτει η συλλογή. Η συλλογή στερείται οικονομίας και αυτό επιδεινώνεται και από τη μεγάλη έκταση πολλών ποιημάτων και από την υπερεκμετάλλευση κάποιων ποιητικών τόπων όπως η εφιαλτική γεωγραφία του σώματος αλλά και, πρωτίστως, την χαώδη συνύπαρξη των βασικών θεματικών αξόνων σε μια, όχι αλληλεπίδραση αλλά, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, αλληλοδιάχυση. Μια βίαιη και συχνά εξεζητημένη γλώσσα που θέλει να τα πει όλα, όχι καταυγάζοντας, αλλά συσκοτίζοντάς τα. Εξαίρεση ίσως οι δοκιμές στην πειθαρχία του σονέτου σε κάποια ποιήματα της συλλογής.

Εντέλει ένας λόγος-νάρκισσος που θέλει να είναι εξωστρεφής και καταγγελτικός, αλλά συχνά γίνεται, παρ’ όλη την περιφραστικότητά του, κλειστός. Αυτό καταδεικνύεται και στις πλείστες αναφορές στην «σταυρική» ποιητική λειτουργία: «Πεθαίνει απόψε ο ποιητής / για την αλήθεια μιας ζωής  / γέρνει σιγά,  τα μάτια σβήνει / φυσάει αέρας και τα κλείνει / Πάνω στη γη είναι νεκρός / ο έρωτάς του ο σκοτεινός» («Obscurus»)﮲ «Και πλημμυρίζουν οι κοιλάδες κατακάθια της διάβασής σου ποιητή […] Κι εντός σιωπής / αυτό το τακ τακ / π’  ακούγεται σαν το σφυρί / δεν σφυρί δεν αλλά σταυρός  / καρφώνοντας / διαμαντένιες κερκίδες στίχων / στεριώνοντας με φθόγγους ήλων» («Τακ Τακ»)﮲ «Ασκώ την ποίηση / αν και  οι στίχοι μου μάλλον γδέρνουν / Συνήθως αφαιρώ το ρήμα / και τραβώντας / σφίγγω και σφίγγω τις εποχές / κι αφήνω τη λήθη / ως μια πλαστή πραγματικότητα / ενταφιάζοντας στο ποίημα / όλα όσα κανείς υποκρίνεται / πως δεν έχει ζήσει ή δεν τα θυμάται» («Παραβολή»)﮲ «Είναι που καμιά φορά / ένας οργισμένος ποιητής / με την καρδιά του να χτυπά / στης γλώσσας του το χαλινό / και το έρεβος των ματιών / κάπως σαν πνιγμένος / ανασηκώνει το βλέμμα του καθρεφτίζοντας το είδωλό του / τέρας ο ίδιος / κι ο ίδιος ουρανός» («Προαίσθησις») κ.ο.κ.

Η ενδοστρεφής προσήλωση διαπιστώνεται και στο συχνό μοτίβο της κόλασης αλλά και στην θανατολαγνία («να αγκαλιαστώ και να παλέψω με την φαιδρό σκελετό»﮲ «Είχα το δάκτυλο / βρήκα τον Βλαντίμιρ / και ψάχνω τη σκανδάλη / Να μου φέρετε τριαντάφυλλα»﮲ «Κι αφού νεκρός γεννήθηκα, για τούτο δεν πεθαίνω» κ.ά. Σε αυτό συμπράττουν και οι συχνές αναφορές στην «ξεβράκωτη Αθανασία» που προσπαθεί να αποκαθηλώσει, όπως κι άλλες πλάνες του εαυτού, αλλά εντέλει μνημειώνει ως αίτημα.

Αυτός ο πολυφωνικός, υψηλής θερμοκρασίας, εξεγερμένος λόγος δεν γίνεται αιρετικός, αλλά εντέλει συντηρητικός, γιατί συστρέφεται στον εαυτό του, εξυμνεί –ελεεινολογώντας έστω–  την απελπισία του σαλτιμπάγκου ποιητή, προφητεύει υποθήκες του μέλλοντος από το βάθος του τάφου, εκφωνεί την αντίσταση συχνά, μαζοχιστικά, ακυρώνοντάς την. Αυτή η συντηρητική εντέλει προβληματική, αν απεκδυθεί τους μοντερνιστικούς τρόπους και την πλατιά διακειμενικότητα, δείχνει τα όριά της, όπως βλέπουμε στα έμμετρα ποιήματα της συλλογής. Η εύστοχη, λιτή σκηνογραφία του ποιήματος «Παραίσθησις Γ΄» υποδηλώνει τις δυνατότητες μιας πύκνωσης που χάθηκε μέσα στην φιλόδοξη γλώσσα και  τη συγκεχυμένη πρόθεση.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Η σαφήνεια και η ασάφεια

Καταγραφή 2

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~ . ~

Στα 1895, οι διάσημοι ποιητές της αθηναϊκής ρομαντικής σχολής έχουν όλοι εκμετρήσει το ζην. Ο τελευταίος τους, τον ίδιο εκείνο Γενάρη: ο λαοφιλέστατος Αχιλλέας Παράσχος. Ο πολύς Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής έχει πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, στα 1892. Οι ολιγόζωοι Ιωάννης Καρασούτσας και Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος έχουν εκδημήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι αδελφοί Σούτσοι κάμποσα χρόνια πρωτύτερα. Παρ’ όλα αυτά, αν κρίνει κανείς από τις ανθολογίες και τις αναδημοσιεύσεις των περιοδικών, αν κρίνει μάλιστα από τις τιμές ήρωος που το έθνος επιφυλάσσει στον Αχιλλέα κατά το ξόδι του, η δημοτικότητά τους παραμένει αλώβητη. Οι φιλαναγνώστες της εποχής αγαπούν περιπαθώς την ποίησή τους, παρά τον ρητορισμό, παρά τον συναισθηματισμό, τη δημοσιογραφική προχειρότητά της συχνά, και τ’ άλλα της κουσούρια. Και δυσκολεύονται πολύ να συμφιλιωθούν με τις νέες ποιητικές τάσεις που φτάνουν στο Άστυ από τις όχθες του Σηκουάνα, τον παρνασσισμό και προ πάντων τον συμβολισμό. Ο ίδιος εκείνος Παράσχος, τους ποιητές που κομίζουν το νέο αυτό πνεύμα, τους αποκαλεί υποτιμητικά παιδαρέλια.

Είναι σ’ αυτή την περιρρέουσα  ατμόσφαιρα λοιπόν, που ένα από τα παιδαρέλια, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της γενιάς που αργότερα οι γραμματολόγοι μας θα αποκαλέσουν Γενιά του 1880, και όχι μόνον αυτής, ο 36χρονος Κωστής Παλαμάς παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί τις αρχές τους. Αφορμή είναι «δημοσίευμά τι εν τη Αθηναϊκή Εφημερίδι των Συζητήσεων». Ο Παλαμάς το αποκαλεί «αναξίαν επίθεσιν», στόχος δε της επιθέσεως είναι μερικά σονέτα του Ιωάννη Γρυπάρη που είχαν δει πρόσφατα το φως στην Εικονογραφημένη Εστία, από των στηλών της οποίας απαντά και ο Παλαμάς.

Περί τίνος πρόκειται όμως; Τα ποιήματα εκείνα του Γρυπάρη στέκονται στους αντίποδες της ρομαντικής σχολής. Γραμμένα στη δημοτική και όχι στην καθαρεύουσα, έχουν λεκτικό και μορφή άκρως εκλεπτυσμένα. Το κύριο Καταγραφήχαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι αποτελούν αναγνώσματα δύσκολα, θέλουν μελέτη επισταμένη και επίμονη, θέλουν το κλειδί τους το ερμηνευτικό, δεν παραδίδονται ευθύς στον αναγνώστη. Επόμενο είναι λοιπόν ότι το κοινό της εποχής, το εθισμένο στην συχνά δημοσιογραφικού τύπου «διαύγεια» των ρομαντικών, να αμηχανεί. Έτσι τα σχόλια μιλούν περί θολότητος και ασαφείας αντιποιητικής, καταπώς περίπου ο Ζαμπέλιος την εποχή του μεμφόταν τον Διονύσιο Σολωμό για τον ομιχλώδη και αλλοτύπωτον γερμανισμόν του. Ο Παλαμάς λοιπόν παίρνει τον λόγο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και τιτλοφορεί το κείμενό του, ένα από τα δυνατότερα κριτικά δοκίμια της γλώσσας μας, «Η σαφήνεια και η ασάφεια».

Η θέση η βασική του Παλαμά είναι κοφτή, σχεδόν προκλητική: η ασάφεια δεν είναι εξ άπαντος κουσούρι.

Ό,τι ονομάζομεν σαφήνειαν εν τη ποιήσει δεν είναι απολύτως και πάντοτε πλεονέκτημα, καθώς και ό,τι καλούμεν ασάφειαν δεν είναι απολύτως και πάντοτε ελάττωμα της ποιήσεως. Το κάλλος ποιητικών τινών αριστουργημάτων εκλάμπει διά της σαφηνείας. Αντιθέτως δε, το χαρακτηριστικόν στοιχείον του ύψους  εξ ίσου ποιητικών αριστουργημάτων είναι η ασάφεια.

Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Παλαμάς τεκμηριώνει εν εκτάσει τη γνώμη του. Επικαλούμενος τα μεγαλύτερα κριτικά αναστήματα της εποχής, από τον Γεώργιο Μπράντες της Δανίας ώς τον Ιππόλυτο Ταιν της Γαλλίας, ονόματα που και σήμερα διατηρούν το κύρος τους, ο Παλαμάς δείχνει ότι τα γνωρίσματα εκείνα που συνδέουμε με την ασάφεια –η σκοτεινότητα, η υπερβολή, η υπαινικτικότητα, η ελλειπτική έκφραση– στα χέρια του άξιου ποιητή (και τέτοιον δηλώνει εξ αρχής ότι θεωρεί τον «άγνωστόν του κ. Γρυπάρην») είναι μέσα ποιητικά πρώτης τάξεως, φτάνει να συντονίζονται προς μιαν ομότροπη ευαισθησία. Έτσι, λ.χ., αντιπαραβάλλοντας το ιδεώδες της διαύγειας που δεσπόζει στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία με το αντίθετό του, που σφραγίζει τα ποιητικά έργα της Παλαιάς Διαθήκης, γράφει:

Η φαντασία των Ελλήνων συγκερνάται αρμονικώς προς τον λόγον, και περιορίζει το θείον εις καθωρισμένα όρια. Ενώ όλως αντιθέτως η εβραϊκή φαντασία συνδέει το θείον προς το άπειρον. Καταμερίζουσι  οι Έλληνες τα πάντα, προβαίνουν διά της αναλύσεως, διά της λογικής, αναπτύσσουν τα πράγματα ρητορικώς, φιλοσοφικώς, μεθοδικώς. Οι Εβραίοι δεν αναλύουν, δεν λογικεύονται, δεν συμπεραίνουν κατ’ ακολουθίαν, βλέπουν μόνον εξαφνικά· οραματίζονται· δεν τους φωτίζει η λογική· τους εμπνέει το μαντικόν δαιμόνιον· δεν αναπτύσσουν τα θέματά των· αγνοούν τι σημαίνει οικονομία λόγου. Χωρούσι δι’ αλμάτων, οι λόγοι των είναι αστραπαί, περιπίπτουν διαρκώς εις παλιλλογίας, είναι ασαφείς, ούτε θέλουν να είναι σαφείς.

Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο δοκίμιο του Παλαμά και στην αισθητική και διανοητική τέρψη που εν αφθονία μάς παρέχει. Είναι προφανές ωστόσο πως ό,τι εκείνος αποκαλεί ασάφεια, στις μέρες μας το στεγάζουμε συνήθως υπό την επιγραφή της πολυσημίας. Και καθώς, ελέω του μοντερνισμού, έχουμε πια περιπέσει στο άλλο άκρο, και την πολυσημία τη θεωρούμε παντού και πάντα προτέρημα λογοτεχνικό –το κείμενο είναι μια ασταμάτητη νοηματομηχανή, δεν μας λένε οι πλατυρρήμονες θεωριοκράτες;–, επόμενο είναι και κάθε είδους δυσκολία και ασάφεια κειμενική, ακόμη και την αθέλητη και τη φαιδρή, πλέον να τη συγχωρούμε, αποδίδοντάς της μιαν υποτιθέμενη –κατά φαντασίαν– βαθύνοια.

Παρακάμπτοντάς τα όλα αυτά τα άχαρα, προτείνω εδώ να μείνουμε στην συνδυαστική, ουχί όμως και αυθαίρετη σοφία του Παλαμά, που αριστοτελικώς παραφραζομένη θα μας έλεγε εν προκειμένω ότι, οσάκις έχουμε πράγματι κάτι να πούμε, το λογοτεχνικώς ον λέγεται πολλαχώς: και Science-of-learning-languagesευθέως και πλαγίως· και εμμέσως και αμέσως· και διαυγώς και γριφωδώς· και νέτα σκέτα και περί διά γραμμάτου. Ἁρμονίη παλίντονος… Όσο για την πολυσημία την άλλη, την εκτός λογοτεχνίας, στη γλώσσα της διπλωματίας την αποκαλούμε, ως γνωστόν, δημιουργική ασάφεια. Είναι ένας τρόπος αυτός από τις διαπραγματεύσεις μας να κάνουμε ότι βγαίνουμε όλοι κερδισμένοι. Και επειδή η γλώσσα της διπλωματίας είναι η γλώσσα της πολιτικής, και γενικά η δημόσια γλώσσα, που μέσα της συνέχονται όλα τα διακυβεύματα του συλλογικού μας βίου, φυσικό είναι την ίδια αυτή «δημιουργική ασάφεια» να τη βρίσκουμε και στα ιδιώματα της θρησκείας και της ιδεολογίας, της οικονομίας και της αγοράς, στα καθημερινά μας πάρε-δώσε αλλά και στο πλείστο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Σε όλους αυτούς τους χώρους, η δημιουργική ασάφεια είναι ως εκ των ων ουκ άνευ: απότοκη της ανάγκης του εκάστοτε ομιλητή να βρει έρεισμα για τους ισχυρισμούς του στους όρους τους κοινολεκτούμενους, και να συνδέσει τις αξιώσεις του με ιδεώδη πιο ευρέως παραδεκτά. Υπ’ αυτή την έννοια, η πολυσημία/ασάφεια των γλωσσικών ενεργημάτων μας είναι κατάσταση ανυπέρβλητη, αντανακλά τις ες αεί ανυπέρβλητες αντιφάσεις και αντιπαλότητες των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο μόνος χώρος όπου η πολυσημία/ασάφεια δεν βρίσκει πεδίον δόξης λαμπρόν είναι στους όρους τούς αυστηρά τεχνικούς, ιδίως των λεγόμενων ακριβών ή θετικών επιστημών. Σ’ αυτές, η μονοσημία, η κατά το δυνατόν αποκλειστική, η μονοσήμαντη φόρτιση μιας λέξης, είναι αρετή, η απόλυτη σαφήνεια πλεονέκτημα. Ο ιδεώδης επιστημονικός όρος είναι μονόσημος, ή έστω μονοσημική επιδιώκεται να είναι η χρήση του, εντός των οικείων του συμφραζομένων. Ο περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων, το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, η ονοματολογία των ουράνιων σωμάτων, ιδίως η αρκτικολεκτική-αριθμητική, όλα αυτά στο ίδιο ιδεώδες κατατείνουν: την μονοσημική σαφήνεια.

Με αυτήν την έννοια θα λέγαμε ότι η επιστημονική-ορολογική γλώσσα βρίσκεται στους αντίποδες τόσο της κοινής μας γλώσσας, όσο και της Concept of science. Bookshelf full of books in form of tree on aγλώσσας της λογοτεχνικής, ότι αποτελεί το αρνητικό τους είδωλο. Και πάλι, είναι οι ποιητές που μας το δίνουν αυτό να το καταλάβουμε καλύτερα απ’ τους άλλους. Ξέχνα την ακριβή μετάφραση, συμβούλευε λ.χ. τον Γερμανό μεταφραστή του Άξιον εστί ο Οδυσσέας Ελύτης, που είχε σκοντάψει μεταξύ άλλων στα δημώδη ονόματα της ελληνικής χλωρίδας, όσα μνημονεύει εκεί ο ποιητής: διάλεξε λέξεις που ν’ ακούγονται καλά στη δική σου γλώσσα, ο ήχος μετράει εδώ όχι το σημαινόμενο.

Και πράγματι – το οζόνιο και το κάλλιο και το μαγκάνιο και ο χαλαζίας του Ελύτη είναι πράγματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα των χημικών και των ορυκτολόγων μας, το τιτάνιό τους είναι στους στίχους του, όπως γράφει, αποτιτανωμένο. Στη διηνεκή προσπάθειά του ο ποιητής να δώσει μορφή στο όραμά του, και την λέξη την μονόσημη ακόμη την απαλλοτριώνει, την ξανακαινουργιώνει, όπως λέει ο ίδιος στα Ελεγεία, και έτσι αλλαγμένη την αναδιανέμει πλέον στους πολλούς ως λέξη παρθένα – της δίνει οσμή και γεύση και θερμοκρασία μοναδική: τη δική του. Και μια μόνο λέξη αν υπήρχε, γράφει στις Δοκιμές ο Σεφέρης, ο ποιητής θα την έλεγε αλλιώς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία στο 11ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ («Γλώσσα & Ορολογία», 9-11. 11. 2017)

Τόνια Κοβαλένκο, Μεσόκοπες συντεταγμένες

in__4770_5773cfa3b7ee2

~ . ~

Ι

Νόμιζες πως θα γλιτώσεις
πως θα σε πήγαινε μακριά
το αλλιώτικό σου άτι
μα δεν ήσασταν φτιαγμένοι
για ονειρώδη μήκη και πλάτη
ούτε εσύ ούτε αυτό.
Καβάλα τώρα στη ραχιτική του ράχη
ατενίζετε με κουρασμένο βλέμμα
μια τον απρόσιτο ορίζοντα
μια τον κοντινό γκρεμό
για κανένα από τα δύο
δεν είσαστε ικανοί –
εν στάσει θα φύγετε από δω. *

~ . ~

ΙΙ

Βυθίστηκα
περνάει μια ιδέα οξυγόνου
από τον αναπνευστήρα
ίσα για να υπάρχω
με προσπερνούν κοπάδια ψαριών
ένας καρχαρίας με γυροφέρνει
μυρίζω, φαίνεται, ακόμα
ζωντανό αίμα
αν ήξερα να σφυρίζω
θα σφύριζα αδιάφορα
– ποιος είπε ότι και οι μισοπνιγμένοι
δεν θέλουν να σωθούν;

* Παραλλαγή, συνειδητοποιημένη εκ των υστέρων, του τελευταίου στίχου ενός ποιήματος του Δημήτρη Αρμάου («Νηπίων και γερόντων», Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007, Ύψιλον, 2009)

Ο Χλωρίτιος, ένας αλχημιστικός πάπυρος κι ένα βιβλίο του Αριστοτέλη

Ουμπέρτο Έκο 2

Σκίτσο του Θανάση Μαντζιάρα~ . ~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ  ~ . ~

Το Όνομα του ρόδου του Ουμπέρτο Έκο είναι ένα βιβλίο που δύσκολα μπορεί να ταξινομηθεί. Λόγω της ιδιοτυπίας του, ανήκει ταυτόχρονα σε πολλά λογοτεχνικά είδη.

Είναι, καταρχάς, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα: Ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, ο βασικός ήρωας του βιβλίου, είναι ένας μεσαιωνικός Σέρλοκ Χολμς, και με τη βοήθεια του Άντσο της Μελκ, που εκτελεί χρέη δόκτορος Γουάτσον, προσπαθεί να λύσει το μυστήριο μιας σειράς φόνων. Το βιβλίο ανήκει, επίσης, στο είδος του ιστορικού μυθιστορήματος: Η πλοκή του τοποθετείται σ’ ένα ιταλικό μοναστήρι του 14ου αιώνα. Εκεί εκδηλώνονται σε όλη τους την ένταση οι συγκρούσεις της εποχής και εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια των Νέων Χρόνων. Το φραγκισκανικό τάγμα απειλείται με διαίρεση, λόγω του δόγματος της πενίας, ο Γάλλος Πάπας συγκρούεται με τον Γερμανό Αυτοκράτορα, η σύγχρονη επιστήμη διανύει τα πρώτα στάδια της εξέλιξής της.

Εκτός όμως απ’ όλα τα παραπάνω, το Όνομα του ρόδου είναι και μια φιλοσοφική πραγματεία: Ο Έκο αναπτύσσει εδώ τη θεωρία του για το γέλιο και μας παρουσιάζει την πάλη μεταξύ του γέλιου και της σοβαρότητας που έλαβε χώρα στα τέλη του Μεσαίωνα. Και ακριβώς επειδή πρόκειται περί πραγματείας, ο συγγραφέας μας έχει αποθησαυρίσει έναν πελώριο όγκο παραθεμάτων, παραπομπών και υπαινιγμών στην αρχαιοελληνική, λατινική και μεσαιωνική γραμματεία. Ο φιλέρευνος αναγνώστης του βιβλίου θα εντοπίσει μακρούς καταλόγους σπάνιων ή χαμένων πατερικών κειμένων, αποσπάσματα μεσαιωνικών ύμνων και λαϊκών τραγουδιών, τίτλους παπικών εγκυκλίων του 14ου αιώνα κι ένα σωρό άλλα παράδοξα, αντλημένα από την τεράστια βιβλιοθήκη αυτού του χαλκέντερου λογίου.

Ανάμεσα σε αυτό το τεράστιο πλήθος των αναφορών υπάρχουν και κάποιες ελλιπείς ή λανθασμένες. Για έναν τόσο σχολαστικό μελετητή, όπως ήταν ο Έκο, αυτό το γεγονός είναι πολύ παράξενο. Όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε, αυτές οι πειραγμένες αναφορές αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα παραλείπουν ή διαστρεβλώνουν.

Το πρώτο σημείο στο οποίο θα σταθούμε είναι η αναφορά στον Χλωρίτιο:

“Licurgo aveva fatto ereggere una statua al riso.”
“Lo hai letto sul libello di Clorizio, che tentò di assolvere i mimi dalla accusa di empietà, che dice come un malato fu guarito da un medico che lo aveva aiutato a ridere […]”[1]

«Ο Λυκούργος είχε εγείρει ανδριάντα στο γέλιο».
«Το διάβασες στο σύγγραμμα του Χλωρίτιου, που προσπάθησε να απαλλάξει τους μίμους από την κατηγορία της ασέβειας, και λέει ότι ένας άρρωστος θεραπεύτηκε από κάποιον γιατρό που τον έκανε να γελάσει […]»[2]

The_Name_of_the_RoseΟ Χόρχε του Μπούργκος, ο γηραιός μοναχός που φυλάει με νύχια και δόντια το απαραβίαστο της βιβλιοθήκης, συζητά με τον Γουλιέλμο για το γέλιο και αναφέρεται στο σύγγραμμα του Χλωρίτιου, που είναι γνωστό και στους δύο. Οι δύο σοφοί μοναχοί όμως κάνουν λάθος, και μαζί τους σφάλλει και ο Έκο. Ο περί ου ο λόγος συγγραφέας δεν ονομάζεται Χλωρίτιος αλλά Χορίκιος. Πρόκειται για τον Χορίκιο τον Γαζαίο, που έζησε κατά τον 6ο αιώνα και έγραψε το έργο Συνηγορία μίμων. Εκεί προσπάθησε όντως να απαλλάξει τον μίμο από τις κατηγορίες που εκτόξευαν εναντίον του οι χριστιανοί και αναφέρθηκε στον Λυκούργο και στον ανδριάντα που είχε εγείρει. Γιατί αναφέρει λανθασμένα το όνομα του Χορίκιου ο Έκο; Και πώς προέκυψε η παραφθορά του;

Η δεύτερη αναφορά του Έκο που θα μας απασχολήσει έχει να κάνει με ένα αλχημιστικό κείμενο:

“Il secondo è un manoscritto siriaco, ma secondo il catalogo traduce un libello​ ​egiziano di alchimia. Come mai si trova raccolto qui?”
“È un’opera egiziana del terzo secolo della nostra era. […] Attribuisce la creazione del mondo al riso divino…” Alzò il volto e recitò, con la sua prodigiosa memoria di lettore che da ormai quarant’anni ripeteva a se stesso cose lette quando aveva ancora il bene della vista: “Appena Dio rise nacquero sette dèi che governarono il mondo, appena scoppiò a ridere apparve la luce, alla seconda risata apparve l’acqua, e al settimo giorno che egli rideva apparve l’anima […]”[3]

«Το δεύτερο είναι ένα συριακό χειρόγραφο, σύμφωνα όμως με τον κατάλογο, είναι η μετάφραση ενός αιγυπτιακού συγγράμματος αλχημείας. Γιατί περιλαμβάνεται στη συλλογή;»
«Είναι ένα αιγυπτιακό έργο του τρίτου αιώνα της εποχής μας[…] Αποδίδει τη δημιουργία του κόσμου στο γέλιο του Θεού…»
Ύψωσε το κεφάλι και απήγγειλε με τη θαυμαστή μνήμη του αναγνώστη που για σαράντα χρόνια επαναλάμβανε στον εαυτό του τα όσα διάβαζε όταν είχε ακόμα το αγαθό της όρασης: «Μόλις ο Θεός γέλασε, γεννήθηκαν επτά θεοί που κυβέρνησαν τον κόσμο, μόλις ξέσπασε στα γέλια φάνηκε το Φως, στο δεύτερό του γέλιο εμφανίστηκε το νερό, και την έβδομη μέρα που γελούσε γεννήθηκε η ψυχή […]».[4]

Το κείμενο για το οποίο συνομιλούν εδώ ο Γουλιέλμος και ο Χόρχε είναι ένα υπαρκτό κείμενο· δεν πρόκειται για κάποια επινόηση του Έκο. Βρίσκεται σ’ έναν πάπυρο που φυλάσσεται στο Λέιντεν και αναφέρεται από τον Σαλομόν Ραϊνάχ στο βιβλίο του Λατρείες, μύθοι και θρησκείες. Ιδού το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Ραϊνάχ:

Dans un papyrus alchimique conservé à Leyde et datant du ΙΙΙe siècle de notre ère, on lit un récit où la création et la naissance même du monde sont attribués au rire divin. «Dieu ayant ri, naquirent les sept dieux qui gouvernent le monde… Lorsqu’il eut éclaté de rire, la lumière parut… Il éclata de rire pour la seconde fois: tout était eaux. Au troisième éclat de rire apparut Hermès…; au cinquième, le Destin; au septième, l’âme.»[5]

Ο Έκο επαναλαμβάνει, με το στόμα του Χόρχε, σχεδόν απαράλλακτα τα λόγια του αιγυπτιακού κειμένου. Υπάρχει όμως μια μικρή διαφοροποίηση. Παραλείπονται δυο φράσεις του γαλλικού πρωτοτύπου: απουσιάζει το τρίτο και το πέμπτο ξέσπασμα γέλιου του Θεού, η γέννηση του Ερμή και της Μοίρας. Υπάρχει άραγε κάποιος λόγος που ο Έκο έχει αφαιρέσει αυτές τις δύο φράσεις ή η παράλειψή τους είναι εντελώς τυχαία;

Η τρίτη αναφορά του Έκο με την οποία θα ασχοληθούμε είναι μια παραπομπή στο Περί ψυχής του Αριστοτέλη:

Nel primo libro abbiamo trattato della tragedia e di come essa suscitando pietà e paura produca la purificazione di tali sentimenti. Come avevamo promesso, trattiamo ora della commedia (nonché della satira e del mimo) e di come suscitando il piacere del ridicolo essa pervenga alla purificazione di tale passione. Di quanto tale passione sia degna di considerazione abbiamo già detto nel libro sull’anima, in quanto –solo tra tutti gli animali– l’uomo è capace di ridere.[6]

Στο πρώτο βιβλίο πραγματευτήκαμε την τραγωδία και τον τρόπο με τον οποίο, προκαλώντας το φόβο και το έλεος, επιτυγχάνει την κάθαρση των συναισθημάτων. Όπως υποσχεθήκαμε, θα πραγματευτούμε την κωμωδία (καθώς και τη σάτιρα και τη μιμική) και τον τρόπο με τον οποίο, προκαλώντας την ευχαρίστηση του αστείου, αποβλέπει στην κάθαρση αυτού του πάθους. Μιλήσαμε ήδη στο βιβλίο περί ψυχής για το πόσο άξιο μελέτης είναι αυτό το πάθος, διότι ο άνθρωπος –μοναδικός ανάμεσα σ’ όλα τα ζώα– έχει την ικανότητα του γέλιου.[7]

Αυτός που μιλάει εδώ είναι, υποτίθεται, ο Αριστοτέλης. Ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ κατάφερε επιτέλους να βρει το δεύτερο βιβλίο της Ποιητικής, που τόσο ζηλότυπα έκρυβε ο Χόρχε, και διαβάζει τις πρώτες γραμμές. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης λοιπόν παραπέμπει στο βιβλίο του Περί ψυχής, και υποστηρίζει πως εκεί έγραψε ότι μόνο ο άνθρωπος ανάμεσα σ’ όλα τα ζώα έχει την ικανότητα του γέλιου. Αυτή η διάσημη φράση του Αριστοτέλη όμως δεν προέρχεται από το Περί ψυχής αλλά από το Περί ζώων μορίων. Πιο συγκεκριμένα, στο δέκατο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου διαβάζουμε τα εξής: «Τοῦ δὲ γαργαλίζεσθαι μόνον ἄνθρωπον αἴτιον ἥ τε λεπτότης τοῦ δέρματος καὶ τὸ μόνον γελᾶν τῶν ζῴων ἄνθρωπον».[8] Πού οφείλεται αυτή η εσφαλμένη παραπομπή του συγγραφέα μας;

Αν εξετάσουμε το καθένα από τα παραπάνω σφάλματα ξεχωριστά, δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε. Φαίνονται για λάθη εκ παραδρομής. Ο Έκο θα μπορούσε να έχει μπερδέψει ένα όνομα ή να έχει αντιγράψει λάθος ένα παράθεμα. Αν όμως τα συνεξετάσουμε, διαπιστώνουμε κάτι άλλο. Οι συγκεκριμένες παρανοήσεις και παραλείψεις του Έκο υπάρχουν απαράλλακτες σ’ ένα άλλο βιβλίο, σ’ ένα βιβλίο που εκτιμούσε και αγαπούσε πολύ ο συγγραφέας μας. Το βιβλίο αυτό είναι Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του του Μιχαήλ Μπαχτίν.[9]

Στη σελ. 82 του ρωσικού πρωτοτύπου, υποσημ. 1, το όνομα του Χορίκιου έχει αποδοθεί λανθασμένα από τον Μπαχτίν ως Хлорициус αντί για Хорикий. Ο Μπαχτίν νομίζει πως ο συγγραφέας λέγεται Χλορίκιος ή Χλορίτιος. Οι μεταφραστές του βιβλίου δεν το διόρθωσαν και έτσι το όνομα ήρθε στη Δύση ως Khloritius, Chloritius ή Clorizio. Το κείμενο του αιγυπτιακού παπύρου που abbaziaπαραθέτει ο Ραϊνάχ αναπαράγεται από τον Μπαχτίν στη σελ. 83, υποσημ. 2, ως εξής: «Όταν ο Θεός γέλασε, γεννήθηκαν οι εφτά θεοί που κυβερνούν τον κόσμο… Όταν ξέσπασε σε γέλια, φάνηκε το φως… Όταν ξέσπασε σε γέλια για δεύτερη φορά, φάνηκαν τα νερά. Στο έβδομο ξέσπασμα γέλιου γεννήθηκε η ψυχή». Πανομοιότυπο το απόσπασμα μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, απ’ όπου το πήρε ο Έκο και το ενοφθάλμισε στο κείμενό του. Η παραπομπή, τέλος, στον Αριστοτέλη είναι στη σελίδα 80, υποσημ. 1: «Αριστοτέλης, Περί ψυχής, βιβλ. 3, κεφ. 10». Για άγνωστο λόγο ο Μπαχτίν έχει μπερδέψει το Περί ψυχής με το Περί ζώων μορίων. Και αυτό το σφάλμα έχει αναπαραχθεί στις δυτικές μεταφράσεις.

Η οφειλή του Έκο στο βιβλίο του Μπαχτίν δεν περιορίζεται βέβαια στην αντιγραφή λανθασμένων ονομάτων και παραπομπών. Ο Έκο θαυμάζει απεριόριστα το βιβλίο του Μπαχτίν. Μεγάλο μέρος της θεωρίας του για το γέλιο προέρχεται από εκεί. Πολλές σελίδες είναι σχεδόν κατά λέξη μεταφορά του μπαχτινικού κειμένου. Οι ιδέες του Μπαχτίν συναρπάζουν τον Έκο, ο οποίος αναπτύσσει στην ουσία την μπαχτινική θεωρία και εμβαθύνει σ’ αυτή. Μπορούμε να πούμε ότι οικοδόμησε το έργο του διαλεγόμενος με το βιβλίο του Μπαχτίν. Και ο Έκο, όπως και ο Μπαχτίν, θεωρούν το γέλιο δύναμη απελευθέρωσης του ανθρώπου, σε αντίθεση με το φόβο, που υποδουλώνει. Το γέλιο έφερε την πρόοδο των Νέων Χρόνων. Ο σκοτεινός, ιεραρχικός και καταπιεστικός Μεσαίωνας αντικαταστάθηκε, χάρη στη χειραφετητική δύναμη του γέλιου, από μια αντιιεραρχική και ελεύθερη θεώρηση του κόσμου.

Για το τέλος να αναφέρουμε την ωραιότερη παραπομπή του Έκο στο βιβλίο του Μπαχτίν και στον αγαπημένο του συγγραφέα, τον Ραμπελαί:

Sotto una sola collocazione (finis Africae!) stava una serie di quattro titoli, segno che si trattava di un solo volume che conteneva più testi. Lessi:

​Ι. ​ar. de dictis cujusdam stulti
​ΙΙ. ​syr. libellus alchemicus aegypt.
III. Expositio Magistri Alcofribae de cena beati Cypriani Cartaginensis Episcopi
​IV. ​Liber acephalus de stupris virginum et meretricum amoribus

“Di cosa si tratta?” chiesi.
“È il nostro libro,” mi sussurrò Guglielmo. [10]

Κάτω από μία μοναδική ένδειξη (finis Africae!) υπήρχε μια σειρά τεσσάρων τίτλων, σημείο ότι επρόκειτο για έναν τόμο που περιείχε αρκετά κείμενα. Διάβασα:

​I. ​ar. de dictis cujusdam stulti.
​II. ​syr. libellus alchemicus aegypt.
III. Expositio Magistri Alcofribae de cena beati Cypriani Cartaginensis Episcopi.
​IV. ​ Liber acephalus de stupris vurginum et meretricum amoribus.

«Για τι πρόκειται;» ρώτησα.
«Είναι το βιβλίο μας», μου ψιθύρισε ο Γουλιέλμος. [11]

Το χειρόγραφο που έχουν εντοπίσει ο Γουλιέλμος και ο Άντσο αποτελείται από πολλά κείμενα. Όπως θα αποδειχτεί στη συνέχεια, το τελευταίο από αυτά, το ακέφαλο βιβλίο με τις «αισχρότητες των παρθένων» και τους «έρωτες των πορνών», είναι το περίφημο δεύτερο βιβλίο της Ποιητικής του Αριστοτέλη, εξαιτίας του οποίου έγιναν όλοι οι φόνοι. Το πρώτο είναι ένα αραβικό libraryχειρόγραφο για τα λεγόμενα κάποιου ανόητου, για το οποίο δε μαθαίνουμε ποτέ τίποτε περισσότερο. Το δεύτερο είναι ο αλχημιστικός αιγυπτιακός πάπυρος για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Το τρίτο όμως είναι το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα. Είναι η «Ερμηνεία του διδασκάλου Αλκοφριμπά περί του δείπνου του μακαριστού Κυπριανού επισκόπου Καρχηδόνος». Το Δείπνο Κυπριανού (Coena Cypriani) είναι ένα διάσημο καρναβαλικό έργο του Μεσαίωνα, γραμμένο στις αρχές του πέμπτου αιώνα. Εκεί προσφέρεται ένα δείπνο στο οποίο μετέχουν οι χαρακτήρες της Παλαιάς Διαθήκης και συμπεριφέρονται ακριβώς ανάποδα απ’ ό,τι τους έχουμε συνηθίσει. Το Δείπνο Κυπριανού έχει μεγάλη σημασία για τη θεωρία περί κωμικού του Μπαχτίν. Ταυτόχρονα, είναι πολύ αγαπητό και στον Έκο. Το αναφέρει ξανά και ξανά στο βιβλίο του. Ποιος είναι όμως ο Αλκοφριμπάς που ερμηνεύει αυτό το έργο; Δεν είναι άλλος παρά ο Ραμπελαί. Με το ψευδώνυμο Αλκοφριμπάς Ναζιέ (Alcofribas Nasier), που είναι αναγραμματισμός του Φρανσουά Ραμπελαί (François Rabelais), δημοσίευσε ο Ραμπελαί το πρώτο του βιβλίο, τον Πανταγκρυέλ, το 1532.

Ο Ουμπέρτο Έκο λοιπόν κάνει τον Ραμπελαί ερμηνευτή του Δείπνου Κυπριανού μεταθέτοντάς τον λίγους αιώνες νωρίτερα απ’ την εποχή που έζησε. Ενώνει έτσι σε μια λατινική παραπομπή, που τοποθετεί δήθεν τυχαία σε άσχετο σημείο, το διασημότερο καρναβαλικό κείμενο του Μεσαίωνα με τον σπουδαιότερο κωμικό συγγραφέα της Αναγέννησης και με τον Μπαχτίν, από τον οποίο έμαθε και αγάπησε την καρναβαλική λογοτεχνική παράδοση.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~ .  ~

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Umberto Eco, Il nome della rosa, Bompiani, Μιλάνο 2002 (1η έκδ. 1980), σελ. 480.
[2] Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Ψυχογιός, 32016, σελ. 677.
[3] Il nome della rosa, σελ. 471.
[4] Το όνομα του ρόδου, σελ. 662-663.
[5] Salomon Reinach, Cultes, mythes et religions, τόμ. 4, Ernest Leroux, Παρίσι 1912, σελ. 112.
[6] Il nome della rosa, ό.π.
[7] Το όνομα του ρόδου, σελ. 663-664.
[8] Αριστοτέλης, Περὶ ζῴων μορίων 673a. Η υπογράμμιση δική μας.
[9] М. М. Бахтин, Творчество Франсуа Рабле и народная культура средневековья и Ренессанса, Языки славянских культур, Μόσχα 2010. Ελλ. έκδ.: Μιχαήλ Μπαχτίν, Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, μτφρ. Γιώργος Πινακούλας, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2017.
[10] Il nome della rosa, σελ. 442.
[11] Το όνομα του ρόδου, σελ. 624-625.

~ . ~

il-nome-della-rosa

Του ροδιού το πορφυρό χαμόγελο

Con corona (with crown).jpg

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Βαριεστημένα κι αργά το φυλλόροο φθινόπωρο προχωράει, στρώνοντας στην αβέβαιη περπατησιά του σεντόνια χρυσοκόκκινα τα φύλλα στη γη. Η παρατεταμένη αβροχιά κι η καλοκαιρινή λιακάδα, δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους στις καθυστερημένες βροχές και τα διαβατάρικα σύννεφα.

Στα σχόλιά του για την πλατωνική Πολιτεία, ο Πρόκλος χαρακτηρίζει την μετοπωρινή τροπή ως ώρα (εποχή) της Αφροδίτης, γιατί τότε σπέρνουμε, χώνοντας μες στη γη, τους σπόρους. Έργο της Κύπριδας θυμίζει πως είναι να σμίγει και να ανακατεύει τα γονιμοποιά στοιχεία μεταξύ τους, φέρνοντας έτσι σε επαφή ερωτική την γενεσιουργό αιτία. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα, μας λέει πως αυτή την περίοδο συνέβη κι η αρπαγή της Κόρης ώστε να επιβλέπει όλων την ζωογονία. Και σε αυτό το σημείο ο –και θεουργός– Πρόκλος, ο διάδοχος, ξεδιπλώνει μιαν αλλιώτικη παραλλαγή του μύθου για την αρπαγή της Περσεφόνης. Σύμφωνα με αυτήν λοιπόν, η θρυλική αρπαγή της Κόρης συνέβη τη στιγμή που ύφαινε στον αργαλειό της τον σκορπιό (το ζώδιο που έλαχε να ορίζει τη μέση της φθινοπωρινής περιόδου)· τον σκορπιό που «διὰ τὸ γόνιμον οἰκείως ἔχει πρὸς τὴν ζῳογονίαν», συνδέοντας έτσι την «ταφή» των σπόρων στη γη με την αρπαγή της Κόρης, και την βίαιη καταβύθιση κι εγκατοίκησή της στα βένθη του Άδη με την Αφροδίτη και τις γονιμοποιές δυνάμεις της φύσης, τον θάνατο με τον έρωτα· («φασι τῶν ὡρῶν… τὴν δὲ μετοπωρινὴν Ἀφροδίτης· ἐν ταύτῃ γὰρ ἡ καταβολὴ γίνεται τῶν σπερμάτων εἰς γῆν͵ τοῦτο δὲ Ἀφροδίτης ἔργον τὰ γόνιμα μιγνύναι καὶ εἰς κοινωνίαν ἄγειν τὴν τῆς γενέσεως αἰτίαν (καὶ διὰ ταῦτα ἄρα καὶ ὁ μῦθος τὴν Κόρην ἁρπασθῆναί φησιν ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ͵ τῆς ζῳογονίας τῶν μερικῶν πάντων προϊσταμένην͵ προσθεὶς ὅτι καὶ ἐν τῇ ἱστοποιίᾳ τὸν σκορπίον ὑφαίνουσα͵ τὸν τὰ μέσα τῆς ὥρας εἰληχότα ταύτης͵ ὑπομείνειεν τὴν ἁρπαγήν»). Αν κι αμάρτυρη από αλλού, η αναφορά αυτή μ’ έστρεψε ξανά πίσω στην πασίγνωστη και διαδεδομένη εκδοχή του μύθου, που βρίσκουμε στους Ομηρικούς Ύμνους και στον Απολλόδωρο, ώστε από εκεί να αρχίσω να ξεσπειρίζω σπειρί σπειρί τα όσα θέλω να πω για της ροδιάς την κοκκινοφλογόφωτη σάρκα από πολύσπορα ρουμπίνια.

Villa Livia, Ρώμη 1ος αι. π.Χ.Η Δήμητρα απελπισμένη κι αβοήθητη, αφού είχε γεμίσει στεριές και θάλασσες με τους στεναγμούς της, κλείνεται στον ναό της μέσα στην Ελευσίνα κι έλιωνε απ’ τον καημό για τη μονάκριβή της θυγατέρα («ἔνθα καθεζομένη μακάρων ἀπὸ νόσφιν ἁπάντων μίμνε πόθῳ μινύθουσα βαθυζώνοιο θυγατρός»). Όχι μόνο αρνείται να γυρίσει πίσω στους άλλους τους θεούς τους αθανάτους που δεν την σπλαχνίζονται, αλλά αρνείται και στη γη να δώσει τον παραμικρό καρπό, απειλώντας με αφανισμό το φθαρτό γένος των ανθρώπων μα και τα δώρα και τις θυσίες των θεών. Στις προσκλήσεις του Διός, αλύγιστη απαντά:

πως πια στον εύοσμο Όλυμπο ποτέ της
δεν θα ανεβεί, κι ούτε ποτέ καρπό θα δώσει η γης,
προτού αντικρύσει την ωραιόφθαλμή της κόρη
(μετ. Ελένης Λαδιά)

(οὐ μὲν γάρ ποτ΄ ἔφασκε θυώδεος Οὐλύμποιο
πρίν γ’ ἐπιβήσεσθαι͵ οὐ πρὶν γῆς καρπὸν ἀνήσειν͵
πρὶν ἴδοι ὀφθαλμοῖσιν ἑὴν εὐώπιδα κούρην).

Τότε πείθεται επιτέλους ο Ζεύς να στείλει τον Ερμή στον Άδη τον ακόρεστο, τον Πλούτωνα τ’ αδέρφι του, να του μηνύσει να ξαναπέμψει πάνω στο φως της μέρας την Περσεφόνη, γιατί κινδυνεύει ν’ αφανιστεί ολάκερος ο Απάνω κόσμος θεών κι ανθρώπων. Αναγκασμένος ο Άδης ο κραταιός, του Κάτω Κόσμου ο βασιλεύς, απ’ του πατρός των θεών την εντολή, αποφασίζει με γλυκόλογα να προπέμψει την Περσεφόνη ώστε να γυρίσει πάλι πίσω στη μάνα της. Κι εκεί ακριβώς, σαν λύγισε απ’ τη χαρά η Κόρη, της βάζει δολερά στο στόμα ένα πεντάγλυκο σπειρί ροδιού

για να μη μείνει αυτή για πάντα
κοντά στη σεβαστή Δήμητρα τη μαυρόπεπλη

(αὐτὰρ ὅ γ’ αὐτὸς
ῥοιῆς κόκκον ἔδωκε φαγεῖν μελιηδέα λάθρῃ
ἀμφὶ ἓ νωμήσας͵ ἵνα μὴ μένοι ἤματα πάντα
αὖθι παρ’ αἰδοίῃ Δημήτερι κυανοπέπλῳ).

Κι έκτοτε η Περσεφόνη, ξεγελασμένη με τη βία κι άθελά της, υποχρεώθηκε να περνά το ένα τρίτο του χρόνου με τον κρατερό άντρα της, βασίλισσα στα δώματα τ’ ανήλιαγα του Άδη. Και ν’ ανεβαίνει από τ’ ολόμαυρο σκοτάδι «μέγα θαῦμα θεοῖς θνητοῖς τ’ ἀνθρώποις» για να κατοικεί μαζί με τη Δήμητρα και τους υπόλοιπους θεούς, τις άλλες δυο εποχές του χρόνου («Περσεφόνη δὲ καθ’ ἕκαστον ἐνιαυτὸν τὸ μὲν τρίτον μετὰ Πλούτωνος ἠναγκάσθη μένειν͵ τὸ δὲ λοιπὸν παρὰ τοῖς θεοῖς»). Αιτία για όλα τούτα στάθηκε ένα μικρούτσικο σπειρί ροδιού, τροφή μελίγευστη, όπως επαναληπτικά υπενθυμίζει ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα. Πίσω από αυτόν τον επεξηγηματικό μύθο βέβαια, λανθάνει η ιδέα πως η μετάληψη του σπόρου του ροδιού έδεσε σαρκικά σε ένωση αναπότρεπτη την Κόρη με τον Πλούτωνα, στον κάτω κόσμο. Κι όπως μας παραδίδει ο Ιουλιανός, ήδη το ρόδι θεωρούνταν χθόνιος καρπός κι η βρώση του απαγορευμένη στους μύστες («ῥοιὰς δέ͵ ὡς φυτὸν χθόνιον»). Αυτή την απαγόρευση της βρώσης των σπειριών του ροδιού την περιορίζει ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας στις γυναίκες που συμμετέχουν στα Θεσμοφόρια, λέγοντας ότι δεν έπρεπε να φάνε τους σπόρους από τα ρόδια που έπεσαν στο έδαφος γιατί πίστευαν πως οι ροδιές βλαστήσανε από τις σταγόνες το χυμένο αίμα του Διονύσου («αἱ θεσμοφοριάζουσαι τῆς ῥοιᾶς τοὺς κόκκους παραφυλάττουσιν ἐσθίειν· τοὺς γὰρ ἀποπεπτωκότας χαμαὶ ἐκ τῶν τοῦ Διονύσου αἵματος σταγόνων βεβλαστηκέναι νομίζουσι τὰς ῥοιάς»). Όπως εξηγούν οι μελετητές, σε όλες ετούτες τις απαγορεύσεις, διαφαίνεται ξεκάθαρη η συμβολική συμπλοκή του αίματος και της γονιμότητας, με το κατακόκκινο χρώμα και με το σπέρμασπόρο του ροδιού. Επιπλέον κι η αναφορά του Ερίφου στο φύτεμα από την Αφροδίτη μιας ροδιάς στην Κύπρο, συνηγορεί στη σύνδεση του φυτού με την γονιμότητα («τὴν γὰρ Ἀφροδίτην ἐν Κύπρῳ δένδρον φυτεῦσαι τοῦτό φασιν ἓν μόνο», από τους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου).

Ας γυρίσουμε όμως στο αίμα του Διονύσου, από το οποίο γεννηθήκαν οι ροδιές. Αντίστροφες τέτοιες παραδόσεις, όπου το αίμα του θαμμένου, κυλώντας μες απ’ τις φλέβες της ροδιάς της φυτεμένης πάνω στο μνήμα του, φανερώνεται στα σπειριά του ροδιού, σώζονται ακόμη κάνα-δυο. Στη μια, ο Παυσανίας, κάνοντας κουβέντα για τον τάφο του Μενοικέα, λέει πως μια ροδιά φύτρωσε πάνω από το σώμα του και κάνει ρόδια που μέσα τους ρέει το αίμα του:

Θηβαίοις δὲ τῶν πυλῶν ἐστιν ἐγγύτατα τῶν Νηιστῶν Μενοικέως μνῆμα τοῦ Κρέοντος· ἀπέκτεινε δὲ ἑκουσίως αὑτὸν κατὰ τὸ μάντευμα τὸ ἐκ Δελφῶν͵ ἡνίκα Πολυνείκης καὶ ὁ σὺν αὐτῷ στρατὸς ἀφίκοντο ἐξ Ἄργους. τοῦ δὲ Μενοικέως ἐπιπέφυκε ῥοιὰ τῷ μνήματι· τοῦ καρποῦ δὲ ὄντος πεπείρου διαρρήξαντί σοι τὸ ἐκτὸς λοιπόν ἐστιν εὑρεῖν τὸ ἔνδον αἵματι ἐμφερές. αὕτη μὲν δὴ τεθηλὸς δένδρον ἐστὶν ἡ ῥοιά.

Ο Φιλόστρατος ο Πρεσβύτερος στις Εικόνες του ιστορεί μια ‘εικόνα’ της Αντιγόνης, και μιλά για τη ροδιά που φύτεψαν οι Ερινύες πάνω στον τάφο των αυτάδελφων Ετεοκλή και Πολυνείκη: «τὸ δὲ τῆς ῥοιᾶς ἔρνος αὐτοφυές͵ ὦ παῖ͵ λέγεται γὰρ δὴ κηπεῦσαι αὐτὸ Ἐρινύας ἐπὶ τῷ τάφῳ͵ κἂν τοῦ καρποῦ σπάσῃς͵ αἷμα ἐκδίδοται νῦν ἔτι».

~ • ~

Αν και μέχρι πρόσφατα η Ανατολή ζηλότυπα διεκδικούσε την αποκλειστική προέλευση της ροδιάς, ξέρουμε πια πως μάλλον υπήρξε ταυτόχρονη η εξημέρωση και καλλιέργεια των ροδιών στη Μέση Ανατολή και την Ασσυριακός σφραγιδόλιθος, 850-825 π.ΧΝοτιοανατολική Ευρώπη. Ενώ είναι σπάνιες οι εικονογραφικές αναπαραστάσεις του ροδιού στην αρχαία μεσοποταμιακή τέχνη, σε ορισμένα κείμενα και μαγικούς καταδέσμους εμφανίζεται συνδεδεμένο με την Ινάνα, τη σουμεριακή θεότητα του έρωτα και του πολέμου. Στο γύρισμα όμως της πρώτης προχριστιανικής χιλιετίας, η κατάσταση αλλάζει. Σε έναν κυλινδρικό ασσυριακό σφραγιδόλιθο βλέπουμε τη ροδιά να στέκει, με προτεταμένους εκατέρωθεν τους στρόγγυλους καρπούς της προς τον βασιλιά, κάτω από τον φτερωτό δίσκο του θεού ήλιου Ασούρ ως δένδρο της ζωής. Η δε συχνή παρουσία πια των ροδιών σε μνημεία, κοσμήματα και διακοσμητικά μοτίβα πιστοποιεί την ευρύτατα διαδεδομένη χρήση του ως τροφής αλλά και τη συμβολική του υποδήλωση της γονιμότητας και της ζωής.

Στον ιρανικό κόσμο, συχνή είναι η χρήση της ροδιάς, του ανθού της, αλλά και του ροδιού και του χυμού του, ιδίως σε ζωροαστρικές τελετουργίες, σαν κι αυτή της ενηλικίωσης ή της γαμήλιας ένωσης. Το ρόδι συνοδεύει μέχρι και Περιδέραιο με χρυσά περίαπτα ρόδια, από τον Τάφο III του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών (16ος αι. π.Χ.). Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.jpgσήμερα την αγρύπνια της μακρύτερης νύχτας του έτους (τη Γιάλντα), υπόλειμμα των ζωροαστρικών επιβιώσεων στο μετα-ισλαμικό Ιράν. Κι ενώ η εικονογραφική του ανυπαρξία χαρακτηρίζει τα ιρανικά ανάγλυφα, μια σύντομη κι ανέλπιστη –μα εξαιρετικά λεπτολόγα!– παρατήρηση του Ηρόδοτου, από την Πολύμνια, το 7ο βιβλίο των Ιστοριών του, ξεφανερώνει κάτι για τη σημασία του ροδιού στον αρχαίο περσικό κόσμο, που δυστυχώς πια μας διαφεύγει. Περιγράφοντας τον στρατό των –μυρίων– αθανάτων, ο Ηρόδοτος αναφέρει πως χίλιοι από αυτούς είχαν ρόδια χρυσά στο αιχμηρό κάτω άκρο των δοράτων τους (στους στύρακες), κι οι υπόλοιποι εννέα χιλιάδες αργυρά· χρυσά ρόδια είχαν κι όσοι είχαν τις λόγχες τους στραμμένες προς το έδαφος:

καὶ τούτων χίλιοι μὲν ἐπὶ τοῖσι δόρασι ἀντὶ τῶν σαυρωτήρων ῥοιὰς εἶχον χρυσέας καὶ πέριξ συνεκλήιον τοὺς ἄλλους, οἱ δὲ εἰνακισχίλιοι ἐντὸς τούτων ἐόντες ἀργυρέας ῥοιὰς εἶχον. εἶχον δὲ χρυσέας ῥοιὰς καὶ οἱ ἐς τὴν γῆν τρέποντες τὰς λόγχας, καὶ μῆλα οἱ ἄγχιστα ἑπόμενοι Ξέρξῃ.

Εκεί όμως όπου το ρόδι προβάλλει πια σαν σύμβολο γονιμότητας, ερωτικής επιθυμίας, αλλά και ζωής ξέχειλης και μυστικής, είναι στην κλασική ιρανική ποίηση, την εικονογραφία, και στα πλουμιστά περσικά χαλιά. Ο Νιζαμί (Βις και Ραμίν) παρομοιάζει τα στήθη της Βις με ρόδια που ωριμάζουν, ενώ ο Χαφέζ λέει πως:

όταν η αγάπη σε περιγελά,
ρουμπίνια τα δάκρυα
σαν ρόδια κυλούν βαριά

Ο Ρουμί σ’ ένα ποίημά του παρομοιάζει το σκάσιμο της σάρκας του ώριμου ροδιού με γέλιο ανθρώπινο:

Ρόδι αν είναι ν’ αγοράσεις, αγόρασέ το όταν χαμόγελο έχει σκάσει,
έτσι ώστε το χαμόγελό του τους σπόρους να σου αποκαλύψει.
Ω, χαμόγελο ευλογημένο! μες απ’ το στόμα δείχνει την καρδιά,
όπως το μαργαριτάρι στου πνεύματος μέσα την κοσμηματοθήκη.

[Συγγένεια τάξεως μυστικής ή απλά αισθητικής προτίμησης; Ποιος να ξέρει! Το ίδιο σκάσιμο (χαμόγελο) του κοκκινόφλογου ροδιού βάζει κι ο Μποτιτσέλι στα χέρια του βρέφους Ιησού, στον πίνακά του Η Παναγία των ροδιών. ]

Κι ένα παμπάλαιο πέρσικο παραμύθι για το μυθικό πτηνό Σιμούργκ από την άλλη, κάνει πάλι κουβέντα για μια ροδιά που βρίσκεται στον κήπο ενός παλατιού. Τα τρία ρόδια της λάμπουν σα ρουμπίνια μέσα στη νυχτιά και κρύβουν στο εσωτερικό τους τρεις μαγεμένες βασιλοπούλες, αιχμάλωτες τριών άγριων δαιμόνων, που θα πάρουν για γυναίκες τους οι γιοι του βασιλιά. Στις δε μικρογραφίες των πέρσικων σαφαβιδικών χειρογράφων συχνά κανείς συναπαντάει νεαρούς ή και πλανήτες δερβισάδες να κρατούν ρόδια στα χέρια.

Μενορά, Συναγωγή Χαμάμ Λιβερίας, 5ος αι. μ.ΧΣτην Βίβλο την εβραϊκή, οι παραδόσεις της Ανατολής που συνάπτουν τις ιδέες της γονιμότητας και της ζωής με τα ρόδια ανταμώνουν με τις εβραϊκές ιδέες για το ιερό, και μάλιστα εντός του ίδιου του Ναού. Ο Θεός στην Έξοδο παραγγέλνει στον Μωϋσή να κρεμάσει στο άκρο του υποδύτη της ιερατικής στολής του Ααρών ομοιώματα ρόδια ροδιάς ανθισμένης (υφασμένα από κλωστίτσες κυανές, πορφυρές και κόκκινες) εναλασσόμενων με χρυσά κουδουνάκια «ὡσεὶ ἐξανθούσης ῥόας ῥοΐσκους ἐξ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου διανενησμένου». Κι ο Σολομών σαν φτιάχνει τον Ναό του Αδωνάϊ κάλεσε τον Χιράμ από την Τύρο, κι αυτός έφτιαξε δυο κίονες χάλκινους να ορίζουν την είσοδο· και τους εστόλισε τα κιονόκρανα με δυο σειρές από κρεμαστά ανάγλυφα χάλκινα ρόδια, γύρω τριγύρω «καὶ ἔργον κρεμαστόν, δύο στίχοι ῥοῶν χαλκῶν δεδικτυωμένοι, ἔργον κρεμαστόν, στίχος ἐπὶ στίχον».

[Σποραδικές μνείες σε καββαλιστικά κείμενα μιλούν για τη σύνδεση του σχήματος της απόληξης του ροδιού με το στέμμα του Σολομώντα· αλλά και λαϊκοί ‘θρύλοι’ αναφέρονται στα υποτιθέμενα 613 σπειριά του ροδιού, που αντιστοιχούν στις εντολές της Τορά. ]

Αυτό που εκπλήσσει περισσότερο όμως είναι η περιγραφή της Μενορά που κάνει ο Ιώσηπος, της εφτάφωτης χρυσής λυχνίας πάνω στην τράπεζα της προθέσεως: «κατὰ πρόσωπον δὲ τῆς τραπέζης τῷ πρὸς μεσημβρίαν τετραμμένῳ τοίχῳ πλησίον ἵσταται λυχνία ἐκ χρυσοῦ κεχωνευμένη… πεποίηται δὲ σφαιρία καὶ κρίνα σὺν ῥοΐσκοις καὶ κρατηριδίοις»· σὺν ῥοΐσκοις λοιπόν, κι εδώ ομοιώματα μικρών ροδιών. Στα χρόνια της Ύστερης Αρχαιότητας, όπου το εικονιστικό πνεύμα των Ελλήνων συναπαντήθηκε με τις ιερές γραφές του Εβραϊσμού, με ρόδια, κάλυκες και σφαιρίδια αποδόθηκε ψηφιδωτή η εφτάφωτη λυχνία στα δάπεδα των ιστορημένων συναγωγών της Σεπφω-ρίδας και της Τιβεριάδας του 5ου μεταχριστιανικού αιώνα· και βανδαλίστηκε από εικονοκλάστες ζηλωτές (της πίστης τους της ανεικονικής!), στις χαραυγές του 21ου αιώνα.

Η ροδιά ευδοκιμούσε σ’ ολάκερη την περιοχή της Παλαιστίνης κι οι αναφορές της μες στη Βίβλο είναι συχνές και πάντα παράλληλες και συνώνυμες με την γονιμότητα και την ευφορία της ίδιας της γης. Αλλά στο Άσμα Ασμάτων ετούτη η γονιμότητα κι η ευφορία αποκτούν χρωματισμό και τόνο ερωτικό. Ηδονικά συμπλέκονται του ροδιού η παρουσία κι οι ζείδωρες συμπαραδηλώσεις του με την έκφραση του έρωτα του σαρκικού (παραθέτω από την απόδοση του Σεφέρη, κι ας μην είναι πάντα ακριβής):

ὡς λέπυρον ροᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου

(σαν τη σκελίδα του ροδιού το μάγουλό σου μες απ’ το πέπλο σου)

ἀποστολαί σου παράδεισος ροῶν

(στ αυλάκια σου παράδεισος από ροδιές)

Εἰς κῆπον καρύας κατέβην ἰδεῖν… εἰ… ἐξήνθησαν αἱ ροαί

Κατέβηκα στον κήπο με τις καρυδιές να ιδώ… μη βγάλαν άνθος οι ροδιές»)

Τόσο φαίνεται να παρασύρθηκε από την εικόνα της περιδιάβασης του κήπου ο μεταφραστής των Ο΄, που εκεί αβίαστα και φυσικά τοποθέτησε και την υπόσχεση της ερωτικής προσφοράς ενός δώρου, που εικονοποιητικά μετωνυμεί της ροδιάς τους στρόγγυλους και κρεμαστούς καρπούς: «ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί»

ποτιῶ σε ἀπὸ οἴνου τοῦ μυρεψικοῦ, ἀπὸ νάματος ροῶν μου

(θα σε κερνούσα κρασί μυρωμένο το νάμα της ροδιάς [μ]ου).

~ • ~

Φαίνεται πως η σύμπλεξη των ελληνικών μύθων και εθίμων με την παλαιοδιαθηκική παράδοση αναζωογόνησαν κι επαύξησαν τις συμβολικές σηματοδοτήσεις του ροδιού στους χριστιανικούς χρόνους. Το λαμπερό κόκκινο χρώμα των σπειριών του ροδιού συμβολικά υπεμφαίνει το αίμα του Ιησού και το πάθος του, το δε πλήθος των σπόρων μαρτυρά για το πολυπληθές πλήρωμα της Εκκλησίας και την ενότητά του που εγγυάται η κοινή τους προέλευση από το αίμα του Χριστού. Η γονιμότητα του ροδιού παραλλάσσει σε συμβολισμό της αιώνιας ζωής αλλά και της πνευματικής καρποφορίας. Λίγες οι παραστάσεις που διασώζονται από τα πρωτοχριστιανικούς αιώνες κι αβέβαιες οι περισσότερες αν είναι καν χριστιανικές. Στη μεσοβυζαντινή περίοδο αυξάνουν οι ζωγραφικές κι ανάγλυφες απεικονίσεις αλλά λείπουν παντελώς οι κειμενικές αναφορές για το ρόδι, ώστε αξιόπιστα να μιλήσει κανείς για τους πιθανούς συμβολισμούς του. Σίγουρη παραμένει πάντως η δάνεια χρήση των διακοσμητικών ροΐσκων στις ιερατικές στολές από την Παλαιά Διαθήκη. Καταπώς αποφαίνεται και το λεξικό του Σούδα: «ροΐσκοι κόμποι χρυσοΰφαντοι͵ ὅμοιοι ῥοιαῖς͵ εἰς κόσμον δὲ ὄντες τῆς τοῦ ἱερέως στολῆς».

Δυο γεγονότα όμως καθιστούν πιθανή την επιβίωση των ιδεών που συνδέουν την γονιμότητα και τον θάνατο από την αρχαία Ελλάδα διαμέσου του Βυζαντίου με το σήμερα. Το πρώτο είναι η καταγεγραμμένη παρουσία του ροδιού ως δώρου σε νεόνυμφους ήδη από τον 15ο αιώνα, που φανερώνει την προΰπαρξη του εθίμου κατά τη βυζαντινή περίοδο (στη συλλογή παροιμιών του Αρσένιου Αποστόλη) [1]. Το δεύτερο υποψιάζομαι πως έχει να κάνει με την παρουσία των κατακόκκινων σπειριών του ροδιού στα κόλλυβα των μνημοσύνων· σ’ αυτή τη μετάληψη τροφής καθαγιασμένης από το εκκλησιαστικό τυπικό μεν αλλά πάντοτε συνδεδεμένης με τους αποθαμένους.

~ • ~

Το ρόδι, μαζί με τους χουρμάδες και το γέννημα της αμπέλου, μελίγευστες τροφές του επίγειου παραδείσου της Μέσης Ανατολής, πέρασε και στις παραδείσιες αναφορές (ή μεταφορές για κάποιους) των ιερών κειμένων. Στη σούρα Αλ-Ραχμάν του Κορανίου, γίνεται λόγος για τις επουράνιες μεταθανάτιες χάρες και χαρές που περιμένουν τους πιστούς, στους τέσσερις κήπους του παραδείσου, όπου μέσα «στον (καθένα) τους θα υπάρχουν φρούτα και χουρμάδες και ρόδια».

Η ισλαμική παράδοση γνωρίζει και μια σχετική χαντίθ, την οποία έχει εξοβελίσει από το κανονικά αναγνωρισμένο σώμα των χαντίθ. Σύμφωνα με αυτήν λοιπόν, φέρεται ο Ιμπν Αμπάς να παραδίδει ότι άκουσε τον Μωάμεθ να λέει ότι «δεν υπάρχει ούτε ένα από τα ρόδια σας που να μην προέρχεται από ένα σπειρί από τα ρόδια του Παραδείσου».

Σύμφωνα με τον αλ-Τάμπαρι, στις Ταφσίρ του, ο ίδιος ο Ιμπν Αμπάς φέρεται να άκουσε τον Μωάμεθ να είπε ότι τίποτα στον Παράδεισο δε μοιάζει με τίποτα σε αυτόν τον κόσμο, παρά μόνο κατ’ όνομα, ή, σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, δεν υπάρχει τίποτα σε τούτον τον κόσμο από αυτά που υπάρχουν στον Παράδεισο, παρά μονάχα τα ονόματα.

Nomina nuda tenemus το λοιπόν. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η χαντίθ αυτή δεν θεωρείται αυθεντική· κι ο Αλλάχ γνωρίζει καλύτερα.

~ • ~

Ο Ιησούς του Ναυή, μεταφέροντας ένα τεράστιο ρόδι, Ṭūsī Salmānī, 1388Η κορανική παράδοση που τοποθετεί το ρόδι μες στα εύκαρπα και δροσερά του (μεγάλου κήπου τού) Παράδεισου περιβόλια, με οδήγησε σε μια φράση του Φίλωνα που, εκφράζοντας και κοινές γνωστικές και μανιχαϊκές αντιλήψεις περί πεμπτουσίας των πραγμάτων, μιλά για το μοτίβο των πέντε δένδρων του Παραδείσου. Θεωρώντας μεγάλη ευήθεια την πεποίθηση ότι τα δένδρα του παραδείσου είναι σαν τα κοινά επίγεια δένδρα, ονοματίζει αυτά που οι υποτιθέμενοι ‘ευήθεις’ θεωρούσαν ως παραδείσια. Αν και δεν τα ονοματίζει όλα, σίγουρα αναφέρει τα ρόδια: «τὸ μὲν οὖν ἀμπέλους καὶ ἐλαιῶν ἢ μηλεῶν ἢ ῥοιῶν ἢ τῶν παραπλησίων δένδρα οἴεσθαι πολλὴ καὶ δυσθεράπευτος εὐήθεια».

Όλη αυτή η σύντομη φθινοπωρινή περιδιάβαση σε κήπους με ρόδια, μυστικούς και αφανέρωτους, παραδείσιους κι επίγειους, ιστορημένους σε ζωγραφιές ή σε γραφές ανθρώπινες, παραμερίζοντας (αλλά μην παραγνωρίζοντας) τον ουάλδειο Οίκο των Ροδιών [2], τελειώνει σε έναν τελευταίο κήπο στην Ιταλία, όπου γράφτηκε μια πράξη μεγάλης ερωτικής συμφοράς. Μιλά ο Σαίξπηρ, ο μέγας βάρδος απ’ το νησί της γηραιάς Αλβιώνος, με το στόμα του Ρωμαίου στην Ιουλιέτα:

Θέλεις να φύγεις; Δεν πλησιάζει το ξημέρωμα:
ήταν τ’ αηδόνι κι όχι ο κορυδαλλός που πέρασε
τον θόλο τον περίφοβο του αυτιού σου·
Λαλεί τη νύχτα εκεί σε κείνη τη ροδιά·
Ναι, πίστεψέ με, αγάπη μου, ήτανε τ΄αηδόνι.

(Wilt thou be gone? It is not yet near day.
It was the nightingale, and not the lark,
That pierced the fearful hollow of thine ear.
Nightly she sings on yon pomegranate tree.
Believe me, love, it was the nightingale. )

~ • ~

John Sargent, Pomegranates. Μαγιόρκα 1908Postscriptum. Φαίνεται πως αυτό που υπολανθάνει στις ελληνικές μυθολογικές παραδόσεις για το ρόδι, η υπόρρητη σύνδεση της γονιμότητας/της ζωής και του θανάτου, του θανάτου και του έρωτα, του Άδη και του Διόνυσου εντέλει, ανιχνεύεται στο ίδιο φιλοσοφικο-ποιητικό νήμα που ξεκινάει από το ηρακλείτειο «ὡυτὸς δὲ Ἀίδης καὶ Διόνυσος», συνεχίζει ως το σολωμικό «μόλις εἶν᾿ ἔτσι δυνατὸς ὁ Ἔρωτας καὶ ὁ Χάρος» («Κρητικός») για να εκβάλει στον Σεφέρη «Τό ξέρει ὅποιος ἀγάπησε, στό φῶς τῶν ἄλλων ὁ κόσμος φθείρεται, μά ἐσύ θυμήσου Ἄδης καί Διόνυσος εἶναι τό ἴδιο» (Σεφέρης, «Μνήμη Β, Έφεσος»).

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~

Σ  η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Τούτη τη σημείωση την αντλώ από το λαμπρό άρθρο του αρχαιολόγου Κώστα Καλογερόπουλου «Ο συμβολισμός του ροδιού», στην Αρχαιολογία του 2009. Μέσα εκεί θα βρει κανείς μια πληθώρα αρχαιολογικών και κειμενικών παραπομπών για την εξέλιξη του συμβολισμού του ροδιού στον ελληνικό χώρο.
[2] Η πρώτη έκδοση του έργου το 1891 συνοδευόταν από σχέδια του Charles Ricketts. Μία γυναικεία φιγούρα που μαζεύει ρόδια από μια ροδιά, επανεμφανίζεται στο τέλος κάθε ιστορίας. Προς το τέλος το καλάθι της είναι σχεδόν πλήρες ροδιών.

*

Ειρωνική ένταση

daneika_kichli

~ . ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γεωργία Τριανταφυλλίδου,
Δανεικά αγύριστα,
Κίχλη, 2017

Στην τρίτη της συλλογή η Γεωργία Τριανταφυλλίδου συνεχίζει την ειρωνική, αποδραματοποιημένη κατασκευή ενός απροσδόκητα κοιταγμένου κόσμου. Τα υλικά μιας κοινότοπης πραγματικότητας, όπως μια φωτογραφία ή ένα δανεικό σάλι, μέσω μιας διαθλασμένης ή έως το παράλογο φτασμένης ονειρικής όρασης, γίνονται αφορμή να υπαινιχθεί τη φαινομενική και πολλαπλή φύση του πραγματικού και την απατηλότητα των ανθρώπινων σχέσεων που διαφεύγουν από κάθε αίσθηση οριστικότητας ή δεσμευτικότητας. Ενδεικτικά:

Ανάμεσα σε μένα και τη φωτογραφία
μεσολαβούν δύο υπάρξεις:
του φωτογράφου
και του φωτογράφου,
επίσης.
Γιατί,
όταν κοιτώ
αυτό που είδαν τα μάτια του,
πώς να μη σκέφτομαι
ότι δε βλέπουν
μέσα απ’ τα μάτια μου
εκ νέου;

(«Απορία στην κάθοδο από τον πέμπτο χωρίς ανελκυστήρα»)

Από αυτά προκύπτουν οξύμωρες, επάλληλες συζεύξεις χρόνων, προσώπων, τόπων που επικάθονται σαν οργανική και συμπαγή αλλά και διαφεύγουσα ύλη στο ατομικό βίωμα που παράγει επαναληπτικές προβολές του εαυτού μέσα σε ένα κόσμο σημάτων και συμβολικών ανταποκρίσεων:

Φαντάζομαι ανθρώπους
που μαστορεύουν μόνοι τους στο σπίτι
καρφώνουν το πόδι μιας παλιάς καρέκλας
σφίγγουν τη βίδα στο ντουλάπι της κουζίνας
επιδιορθώνουν τη ζωή τους
με τις ίδιες συμβολικές πυκνότητες που ζούμε
στα όνειρα.

Αυτοί οι άνθρωποι θέλω να με φαντάζονται
σαν κάποια
που τραβά μια κούνια και την αφήνει
και τη χαζεύει που ακινητοποιείται σταδιακά
μέχρι να γίνει ένα κάθισμα χωρίς πόδια.

Και τότε χρειάζομαι τους ανθρώπους
που με φαντάζονται και τους φαντάζομαι
να καρφώνουν πόδια στο άδειο μου κάθισμα
δημιουργώντας το συνεχώς απρόσωπο
μα υπαρκτό μας δέσιμο.

(«Ένας τρόπος για να μη λέω ‘εμείς'»)

Οι ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως οι ερωτικές αποτελούν το κατεξοχήν πεδίο προβληματισμού στη συλλογή. Η ερωτική συνύπαρξη, πολλαπλά εκφραζόμενη στα διάφορα επεισόδια της συνάφειας (π.χ. στα ποιήματα «Απαρατήρητοι», «Βρες άλλον να ειρωνεύεσαι», «Dress code»), καθίσταται ο εμπόλεμος χώρος της μείζονος εκκρεμότητας της ύπαρξης που μόνο φαντασιακά μπορεί να τερματιστεί:

Υπάρχει ένας περίπατος μακρινός
όπου συναντιόμαστε.
Εκεί ποτέ δε μιλάμε
καθώς στις ομηρικές μονομαχίες
απαγορεύεται η ακάλυπτη σάρκα.
Αν μιλήσεις, θα υποκύψω
αν μιλήσω, η λέξη θα τρυπήσει το απροφύλακτο μέρος
στ’ αριστερά.
[…]
Ήταν μια φορά ένας περίπατος μακρινός
όπου εσύ κι εγώ είπαμε το ίδιο πράγμα.

(«Βόλτα με σκύλο»)

Η ρητορική στρατηγική μιας τέτοιας ποίησης είναι η ευρηματική, συχνά ειρωνικά γειωμένη ποιητική φόρμα, κυρίως μικρής έκτασης, που ενδύεται τη μορφή μιας αφήγησης λιτής, ελλειπτικής, ασύνδετης, χωρισμένης σε ευδιάκριτες αφηγηματικές μονάδες, σε χρόνο ενεστώτα ή αόριστο και έγκλιση οριστική, που όσο πιο διαφεύγουσα είναι η ποιητική ύλη τόσο πιο οριστική και πραγματική την παρουσιάζει. Μια από τις πάγιες εκφραστικές επιλογές του μοντερνιστικού ποιήματος, άλλωστε. Γι’ αυτό και απουσιάζει η συναισθηματική εμπλοκή σε αυτή την ψύχραιμη θέαση του κόσμου όπου το μάτι παρατηρεί και μη εμπιστευόμενο αυτό που βλέπει δημιουργεί μια δική του όραση ή επιστρέφει μια σαρκαστική αυτοαντανάκλαση.

Αυτή η ειρωνική ένταση ανάμεσα στην μορφική στερεότητα και την κινούμενη άμμο του νοήματος είναι, κατ’ εμέ, η κύρια αρετή του βιβλίου. Η ανάγνωση προσπαθεί να προσπελάσει, αλλά υπονομεύεται διαρκώς, καθώς ακολουθώντας ξεγελασμένη τον πεζό –και εύρυθμο– βηματισμό της αφήγησης σκοντάφτει σε μια δύσβατη πυκνότητα που εκπορθείται μόνο με μια δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια. Η επίγευση μιας τέτοιας αναγνωστικής προσήλωσης παράγει, στις ευτυχέστερες στιγμές, μια γοητευμένη απορία και στη συνέχεια εννόηση, όπως στα ποιήματα «Δανεική», ή «Εξ αίματος».

Υπάρχουν, όμως, και στιγμές, εξίσου αρκετές, που η πυκνότητα γίνεται σκοτεινότητα και ο στοχασμός εξυπνάδα, η εσωτερικότητα εκπίπτει σε μια επίπεδη επιφάνεια απροσδόκητων λεκτικών συζεύξεων. Η υπονόμευση της αναγνωστικής βεβαιότητας, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν παράγει ένα νέο και απαιτητικότερο τρόπο να κατανοήσεις καλύτερα, αλλά ένα κόμπιασμα μπροστά στη δυσνόητη φράση, που δεν υποδηλώνει πάντα μια βαθύτητα αλλά μια κατασκευή. Κι ο μη υποψιασμένος αναγνώστης χρεώνει συνήθως στον εαυτό του την αδυναμία κατανόησης, ενώ απλώς πρόκειται για μια, κατ’ επιλογήν, ομιχλώδη θέα. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη και ώριμη γραφή που, αν ήθελε λιγότερο να εντυπωσιάσει ή να ξαφνιάσει, θα πετύχαινε ουσιαστικότερα αποτελέσματα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Γιουν Σέον-ντο, Δώδεκα σίτζο

γιουν3

~ . ~   

μετάφραση: ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Ο Γιουν Σέον-ντο ή Κοσάν (1587-1671) είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος του σίτζο, της πιο χαρακτηριστικής μορφής της κλασσικής κορεατικής ποίησης, με περιεχόμενο στοχαστικό ή συμβολικό. Το κυριότερο έργο του Γιουν είναι το Καλεντάρι του ψαρά, ένας κύκλος από σαράντα σίτζο για τις τέσσερις εποχές.

~ . ~

ΑΝΟΙΞΗ

Μια καινούρια μέρα ζεσταίνεται απ’ τον ήλιο της, τα πιο μεγάλα ψάρια κολυμπούν κοντά στην επιφάνεια. Δυο-δυο, τρεις-τρεις υψώνονται οι γλάροι, βουτάνε για λίγο χαμηλά κι απογειώνονται πάλι. Έτοιμα τα καλάμια του ψαρέματος, το κρασί το πήραμε μαζί;

~ . ~

Παραήπια: μάλλον με πήρε ο ύπνος∙ η βάρκα μου παρασύρθηκε στα βαθιά. Ολόγυρά μου επιπλέουν πέταλα ροδακινιάς· ίσως να πέφτει κάπου εδώ ο παράδεισος. Κι αν όχι, είμαι πάντως μακριά από τη σκόνη των ανθρώπων.

~ . ~

Παράτησα το ψάρεμα και κοιτάζω το φεγγαρόφωτο μέσα απ’ το καναβάτσο. Με έπιασε η νύχτα στα πράσα: άκου το κάλεσμα του κούκου. Τόση χαρά μου δίνει, που δεν θυμάμαι πια το δρόμο για το σπίτι.

~ . ~

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σταμάτησε το ψιλόβροχο, κυλάει πάλι καθαρό το λασπωμένο ρέμα. Με το καλάμι του ψαρέματος στον ώμο, πλημμυρίζω προσμονή. Ποιος ζωγράφισε πάνω στο θολό ποτάμι τόσες βουνοκορφές;

~ . ~

Γέμισε με ρύζι τα φύλλα του λωτού, μας φτάνει να χορτάσουμε. Φοράω το καπέλο από μπαμπού, πού είναι η πράσινή μου νιτσεράδα; Ε, γλαροπούλι που ξέγνοιαστο πετάς, εσύ με ακολουθείς ή εγώ εσένα;

~ . ~

Ω, ναι, κι ας είναι το νερό θαμπό, τα πόδια μου τα πλένω.* Θα κάνω κουπί ως τον ποταμό Γου να δω τα χίλια χρόνια της οργής του.** Κι αν πάω στον ποταμό Τσ’ου, ίσως πιάσω κανένα ψάρι με ανθρώπινη ψυχή.***

* Σύμφωνα με ένα αρχαίο τραγούδι του Τσ’ου Γιουάν, εφόσον τα νερά του ποταμού είναι καθαρά μπορείς να πλύνεις μέσα το ψάθινο καπέλο σου – αν είναι βρόμικα, πλύνε τα πόδια σου.
** Ο Φου Τσ’ε, άρχοντας του Γου, εξοργισμένος με την αυτοκτονία ενός υπηκόου του, έβαλε να ξεθάψουν τη σορό, να τη βάλουν σε ένα σακί και να την πετάξουν στον ποταμό Γου.
*** Άλλη μια αναφορά στον Τσ’ου Γιουάν και στην πεποίθησή του ότι οι ψυχές των πνιγμένων μπαίνουν στα σώματα των ψαριών.

 

γιουν2

~ . ~

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μόλις φθάνει στο ποτάμι το φθινόπωρο, παχαίνουνε τα ψάρια. Αμέτρητες οι ώρες της απόλαυσης καθώς μας λικνίζει απαλά το κυματάκι. Ολοένα ξεθωριάζει ο κόσμος του ανθρώπου και η απόσταση που ανοίγεται απ’ αυτόν τη χαρά μου διπλασιάζει.

~ . ~

Η πάχνη βάφει με γυαλιστερή μπογιά τα φύλλα, και μια στιλπνή σελήνη ανατέλλει. Ποιος να μοιραστεί μαζί μου το ασημένιο ετούτο φως – η Αίθουσα του Φοίνικα* απέχει από δω πολύ. Ο πράσινος λαγός ετοιμάζει τα μαγικά βοτάνια του** – θα τα ’δινα σε σπουδαίους ανθρώπους να τα πιούν.

* Η βασιλική αυλή
** Ένας θρύλος μιλάει για έναν λαγό στο φεγγάρι που αλέθει μαγικές σκόνες μέσα σε ένα γουδί.

~ . ~

Θα περπατήσω ως την πέτρινη καλύβα μου μες στα κυπαρίσσια να κοιτάξω το φεγγάρι όταν χαράζει. Πού είναι, όμως, το κρυφό μονοπάτι ανάμεσα στις φυλλωσιές που εκεί με βγάζει; Με κυνηγάει ένα σύννεφο όλο χιόνι, κι αυτή η κάπα του ερημίτη με βαραίνει.

~ . ~

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Έτοιμα το καλάμι και η πετονιά; Καλαφατίστηκαν καλά της βάρκας οι ρωγμές; Στον Τουνγκ-τινγκ, στον Ξιάο και τον Ξιανγκ λένε ότι κρουσταλλιάζουν πια τα δίχτυα. Το δίχως άλλο δεν υπάρχει μέρος καλύτερο για ψάρεμα, απ’ αυτό που βρίσκομαι τώρα εγώ.

~ . ~

Φύγανε τα ψάρια από τα ρηχά, γυρεύουν τα πιο βαθιά νερά. Θα τα ξετρυπώσουμε άραγε προτού μπει πάλι στην κρυψώνα του ο ήλιος; Οι σοφοί λένε πως ακόμα και τα χοντρά ψάρια τσιμπάνε, αν είναι το δόλωμα σωστό.

~ . ~

Τη νύχτα έπεσε χιόνι σιωπηλό, και βρέθηκα ξυπνώντας σε μια αστραφτερή καινούρια πλάση. Μια θάλασσα από γυαλί με περιβάλλει και πιο πέρα υψώνονται όρη από νεφρίτη. Μήπως είναι η χώρα του παραμυθιού, μήπως του ονείρου; Σίγουρα αυτός δεν είναι ανθρώπων κόσμος.

~ . ~

 

γιουν