Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 22. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

Félicien_Rops,_Die_Sphinx_(1882)

(Οἱ πέντε ἐποχές, Ἀθήνα, Μελάνι, 2012)

Ἐγὼ ἤμουν ἡ Σφίγγα
ἀλλὰ μέσα ἀπ’ τοὺς αἰῶνες
παραποίησαν τὴν ἱστορία μου

Ἔρχονταν, λοιπόν, ὅλοι
κι ἐγὼ τοὺς ἔλεγα τὸ αἴνιγμα
τῆς ζωῆς μου

«Ποιό εἶναι τὸ ὄν
ποὺ ἀκατάπαυστα πονάει;
»

Αὐτοὶ δὲν ἤξεραν τὴν ἀπάντηση
κι ἐγὼ ἔκλαιγα γοερὰ κι ἀσταμάτητα

Ἔπειτα πνίγονταν
στὰ ποτάμια τῶν δακρύων μου.

~.~
Creation_of_Light

(Ὑπερκαινοφανής, Ἀθήνα, Μελάνι, 2017)

Ἰθαγενεῖς

Βρέθηκα ἐδῶ δύο μέρες μετὰ
κι ἄρχισα νὰ θάβω.
Κι ἂς ἔβρισκα μὲ τὸν Κρέοντα τὸν μπελά μου.

Νὰ φτιάξω τάφο ὀμαδικό;
Νὰ τοὺς θάψω ἕναν ἕναν;
(Μονάχα ἕνα ἄλογο βρῆκα ζωντανό.)

Ἔ, λοιπόν,
πέρασαν ἑκατὸν πενήντα χρόνια
κι ἐγὼ ἀκόμη θάβω.

Μέχρι κι ὁ Καθιστὸς Βούβαλος
ἄκουσα πὼς ἔχει συνθηκολογήσει.

Μὰ ἐγώ,
ἡ Ἀντιγόνη,
κόρη τοῦ Οἰδίποδα,
εἶμαι ἀκόμα ἐδῶ
καὶ θάβω.


Ὁ Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε τὸ 1981 στὴν Κύπρο. Τὸ 2008 βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἕνωση Λογοτεχνῶν Κύπρου μὲ τὸ Α΄ Βραβεῖο Ποίησης σὲ διαγωνισμό της γιὰ νέους λογοτέχνες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές του συλλογές: Οἱ πέντε ἐποχές (2012) καὶ Ὑπερκαινοφανής (2017).

Βιβλία αυτοβοήθειας

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Παρά την πρωτοφανή άνθηση των βιβλίων αυτοβοήθειας τις τελευταίες δεκαετίες, ελάχιστοι από τους αναγνώστες τους υποπτεύονται ότι τα πρώτα δείγματα του εν λόγω είδους εμφανίστηκαν πολλούς αιώνες πριν. Συγκεκριμένα τον πρώτο και τον δεύτερο αιώνα μ.Χ. Και αναφέρομαι βέβαια στις πραγματείες “Για μια ευτυχισμένη ζωή” του Σενέκα και το Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου. Ίσως ακούγεται κάπως καταχρηστική η κατάταξη των δύο κλασικών κειμένων στην ποταπή, υβριδική υποκατηγορία που σχηματίζουν τα βιβλία αυτοβοηθείας και προσωπικής βελτίωσης, μιας και στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έργα φιλοσοφικά, που εντάσσονται οργανικά στο ρεύμα του στωικισμού. Αλλά, αν και αμφότεροι οι Λατίνοι συγγραφείς απέβλεπαν προφανώς σε διαφορετικούς στόχους, ο παραινετικός τόνος που κυριαρχεί στα κείμενά τους και το γενικότερο ύφος νουθεσίας που τα διέπει, μας επιτρέπει να τα δούμε και υπό άλλο πρίσμα.

Σήμερα ο στωικισμός φαντάζει ανοίκειο και ηθικολογικό –σχεδόν πουριτανικό– φιλοσοφικό ρεύμα[1]. Αν και η αιχμή του δόρατος στην κριτική που του ασκείται έχει να κάνει περισσότερο με την πολιτική μετριοπάθεια που υποτίθεται ότι διακηρύσσει. Στα μάτια των επικριτών του και των ιδεoλογικών του αντιπάλων αυτή αγγίζει τα όρια της ολοσχερούς πολιτικής απάθειας.

Οι υποστηρικτές του στωικισμού χλευάζουν μια τέτοια μομφή και μας καλούν να αναλογιστούμε τον πολιτικό ρόλο και τους θώκους των δυο λατίνων εκπροσώπων του. Δεν μπορεί κανείς να προσάψει αδιαφορία για τα κοινά στον Μάρκο Αυρήλιο που υπήρξε αυτοκράτορας ή στον Σενέκα που χρημάτισε πραίτoρας.

Τι έχουν να πουν όμως στον σημερινό άνθρωπο οι νουθεσίες και οι συμβουλές των δύο ανδρών; Για λόγους οικονομίας ας εστιάσουμε εδώ μόνο στο έργο του Μάρκου Αυρήλιου.

Τα Εις Εαυτόν, που ο συγγραφέας έγραψε, καθώς λέγεται, στη σκηνή του, σε διαλείμματα στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποτελούν ουσιαστικά μια σπουδή θανάτου. Κατά θαυμαστό όμως τρόπο, το έργο μετατρέπεται σύντομα σε έναν πρακτικό οδηγό χρηστής διαβίωσης. Αποτελεί επίσης με το σύνολο των επιχειρημάτων του, των στοχασμών, των παραινέσεων και των διατυπώσεών του ίσως την πιο εύστοχη απάντηση στη σοφιστεία του Επίκουρου περί ζωής και θανάτου (βλ. όπου υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος και όπου υπάρχει θάνατος δεν υπάρχει ζωή). Άλλωστε ένας οδηγός για το ζην, θα πρέπει μέχρι ένα σημείο να ασχολείται και με τον θάνατο.

Να διευκρινίσουμε κάτι: ο φόβος του θανάτου σε καμία περίπτωση δεν γίνεται οίστρος της ζωής για τον Λατίνο συγγραφέα. Γράφει με ειρωνεία που τσακίζει κόκκαλα: «… και για τη συνουσία ακόμη να σκέφτεσαι ότι είναι εντερίου παράτριψις και μετά τινός σπασμού μυξαρίου έκκρισις». Η απάντησή του στην μαυρίλα που μας περιβάλλει δεν είναι η λαγνεία ή ο αισθησιασμός, ούτε καν ο έρωτας, με τον οποίο, ειρήσθω και παρόδω, δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου στο βιβλίο του.

Η ζωή είναι μικρή κατά τον Μάρκο Αυρήλιο. Αυτό δεν παύει να το υπενθυμίζει στον εαυτό του. Κάνει τη διαπίστωση όμως χωρίς πικρία, χωρίς αγανάκτηση ή απελπισία. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η προσήλωση στα πολύ ουσιαστικά. Λέει κάπου αλλού: «Λίγος καιρός σου απομένει. Να ζεις όπως θα ζούσες σε βουνό». Αυτό που πρεσβεύει είναι η ψυχική καθαρότητα, η απλότητα, η ηρεμία. Ο νους αποκαθαίρεται με αγαθές σκέψεις, καθώς λένε οι Ινδοί.

Η δαιμονοποίηση των παθών, που εισηγείται ο στωικισμός, μας κάνει επιφυλακτικούς στις μέρες μας. Στον αιώνα όπου ο καθένας καλείται να υλοποιήσει τα όνειρά του, να “πετύχει” σε επαγγελματικό, κοινωνικό, προσωπικό επίπεδο (η παρακαταθήκη και η μετάλλαξη του american dream στον υπόλοιπο πλανήτη), πως είναι δυνατόν να τιθασεύσουμε, να εξανδραποδίσουμε, να εκμηδενίσουμε, να αγνοήσουμε τα πάθη; Αφού αυτό που μετράει είναι η μονάδα, το άτομο, ο ένας απέναντι στους πολλούς, ο ιδιώτης. Και το άτομο συνίσταται σύμφωνα με τις τρέχουσες πεποιθήσεις από μια δέσμη επιθυμιών. Από αυτήν συγκροτείται η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είσαι αυτό που κάνεις, είσαι αυτό που θέλεις. Και τα θέλω μας αναμφιβόλως έχουν μια σαφή ματεριαλιστική κατεύθυνση.

Από τα βάθη των αιώνων ακούμε την αυστηρή φωνή του Μάρκου Αυρήλιου να φωνάζει στον βρόντο: «Από τρία πράγματα αποτελείσαι: σώμα, ψυχή και νου. Από αυτά, τα δύο πρώτα σου δόθηκαν για να τα φροντίζεις. Το τρίτο είναι πραγματικά δικό σου». Μια τέτοια προσέγγιση ανοίγει εντελώς άλλες πύλες ερμηνείας στον συσχετισμό σώματος, πνεύματος, συναισθηματικού κόσμου και ταυτότητας. Και βεβαίως επαναπροσδιορίζει την ιεραρχία των αξιών μας.

Ένα από τα προβλήματα που μας κληροδότησε ο 20ός αιώνας ήταν η εξάλειψη της ψυχής. Μπορεί ο Θεός να δολοφονήθηκε λίγο νωρίτερα από τη φιλοσοφία (βλ. Νίτσε) και αυτό να προκάλεσε τριγμούς και σε άλλες μεταφυσικές έννοιες και βεβαιότητες, ωστόσο η ψυχή δέχτηκε το τελειωτικό πλήγμα από την επιστήμη. Και συγκεκριμένα από τη νευροβιολογία.

Πέρασαν λίγοι αιώνες από τότε που ο Τζορντάνο Μπρούνο αναρωτήθηκε «άραγε η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα ή το σώμα μέσα στην ψυχή;». Για να φτάσουμε στον εικοστό και ακόμα περισότερο στον εικοστό πρώτο αιώνα όπου με σκληρό ρεαλισμό θα αποφανθούμε: δεν υπάρχει ψυχή, όλα είναι νευρολογικές συνδέσεις, ηλεκτρικές εκκενώσεις μέσα σε απειροελάχιστους εγκεφαλικούς θαλάμους. Τα πάντα ορίζονται από βιοχημικούς διαβιβαστές.

Από τι αποτελείται λοιπόν ο άνθρωπος; Ποια είναι τα συστατικά του; Τι πραγματικά τον συνθέτει;

Ο Μάρκος Αυρήλιος δίνει τη δική του απάντηση, που αν και έρχεται από παλιά, διατηρεί την φρεσκάδα της και την υπερβατική της ρώμη: «Αποτελούμαι από ύλη και αιτία. Ούτε το ένα ούτε το άλλο θα καταλήξουν στο μη ον. Γιατί ούτε το ένα ούτε το άλλο προήλθε από το μη ον». Σπάνια έχουμε διαβάσει σε ολόκληρη την κλασική ή σύγχρονη γραμματεία κάποιο παράθεμα που να δείχνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον κοσμικό κύκλο. Ακόμα και ένας επιστήμονας, ένας φυσικός, δεν θα έβρισκε κάτι μεμπτό στη συγκεκριμένη διατύπωση. Το ό,τι η ύλη δεν έχει αρχή ή τέλος, είναι λίγο πολύ κοινή παραδοχή στις μέρες μας. Το ότι δεν χάνεται, αλλά απλώς μετασχηματίζεται, αποτελεί αξίωμα. Επίσης το ότι οι νόμοι της φυσικής παραμένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο, είναι γνωστό τοις πάσι (αν και η αιτία που υπαινίσσεται ο Μάρκος Αυρήλιος είναι οντολογικής προέλευσης).

                                                                          ~ . ~

Λέει κάποιος δάσκαλος της yoga ότι το βασικό νοητικό concept που καθορίζει τις ζωές μας είναι η έννοια της έλλειψης. Πάντα κάτι μας λείπει. Πάντα κάτι επιθυμούμε. Αυτή η διαρκής αίσθηση  έλλειψης που κανοναρχεί τον βίο μας μπορεί να βρει ανακούφιση μόνο μέσα από ερεθίσματα που προέρχονται έξωθεν. Αυτά ο φιλόσοφος τα βλέπει ως περισπασμούς. Ως πράγματα που μας αποπροσανατολίζουν και τραβάν την προσοχή μας μακριά από τα ουσιώδη.

«Μήτε πολυρρήμων μήτε πολυπράγμων έσο», λέει αλλού. Μην είσαι φλύαρος, ούτε πολυάσχολος. Με δυο λόγια περιγράφει ένα φαινόμενο που αποτελεί μάστιγα για την εποχή μας. Τη σπατάλη λόγου και τη νευρωσική πολυπραγμοσύνη μας. Όλοι τρέχουμε. Απορροφημένοι από τις δουλειές, τις ασχολίες, τους στόχους, τις επιδιώξεις μας. Όλοι κατατρεχόμαστε από άγχη. Όλοι προσπαθούμε. Κανείς δεν έχει χρόνο. Αδολεσχούμε με την συνεπικουρία της τεχνολογίας. Αλλά το χειρότερο είναι η φασαρία που κάνει ο νους μας. Τα μυαλά μας μοιάζουν με πολύβοα εργοστάσια παραγωγής λόγου ο οποίος συνδέεται κυρίως με επιθυμίες, ματαιωμένες ή μη. Ο αυτοκράτορας- φιλόσοφος στέκεται απέναντι σε αυτή τη βοή και της αντιπαραθέτει την αδιατάρακτη γαλήνη του νου του. Πρόκειται για μια γαλήνη που έχει κατακτηθεί μέσα από ενοράσεις και βαθείς στοχασμούς, και δεν διασαλεύεται εύκολα.

                                                                            ~ . ~

Η πραγματεία Εις Εαυτόν μοιάζει με έναν καθρέφτη που έχει στήσει μπροστά του ο Μάρκος Αυρήλιος για αδυσώπητη αυτοπαρατήρηση. Δεν είναι κάποιο αντικείμενο ναρκισσιστικής και ωραιοπαθούς ενατένισης, αλλά όργανο προσωπικού ελέγχου και προσεκτικής εξέτασης. Ο εαυτός αντιμετωπίζεται ως μέρος του όλου. Άρα το κοίτασμα που διανοίγεται μέσα από την αντανάκλαση του κατόπτρου είναι μια πλευρά του κόσμου που δύναται να μετρηθεί, να γίνει κατανοητή. Απώτερος στόχος της διαδικασίας είναι βεβαίως το ευ ζην. Αλλά με τους όρους και τον τρόπο που το ορίζει η φιλοσοφία. Και συγκεκριμένα ο στωικισμός.

Ο στωικισμός, το αρχαίο φιλοσοφικό σύστημα που παρέμεινε ενεργό για πεντακόσια περίπου χρόνια με σημαντικούς εκπροσώπους από πολλά μέρη του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου, ουσιαστικά δεν έσβησε σχεδόν ποτέ. Αντίθετα, με τις μεταμορφώσεις του και με τους δέοντες μετασχηματισμούς φτάνει ακμαίος και κραταιός (αν και κάπως ακρωτηριασμένος) μέχρι τις μέρες μας. Τα διδάγματά του έχουν διακριτή διείσδυση ακόμα και στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και την πολιτική ζωή. Άλλωστε η δυνητική πρακτική εφαρμογή των φιλοσοφικών του δογμάτων ήταν και είναι λυσιτελής. Η εποχή μας, με το διάχυτο χρησιμοθηρικό της πνεύμα δεν γίνεται να μην εκτιμά κάτι τέτοιο. Ανάμεσα στους σύγχρονους θιασώτες και θαυμαστές του στωικισμού συγκαταλέγονται, κατά δική τους ομολογία, περσόνες όπως ο Μπιλ Κλίντον (αλλά και παλαιότεροι –και ίσως  πιο φερέγγυοι–  Αμερικανοί πρόεδροι όπως ο Τζέφρεσον και ο Ρούσβελτ), ο Άρλοντ Σβαρτζενέγκερ (!),  ή η Τ. Κ. Ρόουλινγκ.  Πέρα από το φαιδρό κομμάτι στις εμφανίσεις του στωικισμού σήμερα, δεν μπορούμε να αγνοούμε και ένα ισχυρό ρεύμα αναβίωσής του, στην Αμερική κυρίως, που εκφράζεται από έγκριτους φιλοσόφους και στοχαστές, όπως για παράδειγμα ο Μάσιμο Πολιούτσι.

Από την περίοδο της ακμής του ο στωικισμός χαρακτηρίζεται από μεγάλες αντιφάσεις, χάσματα, ρήξεις, όπως συμβαίνει άλλωστε και με κάθε φιλοσοφικό ρεύμα που εξαπλώνεται σε μεγάλο χρονικό εύρος και εκπροσωπείται από πολλές και διαφορετικές φωνές. Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε τους κυριώτερους εκπροσώπους του: έναν αυτοκράτορα, τον Μάρκο Αυρήλιο, έναν πραίτορα, τον Σενέκα και έναν δούλο, τον Επίκτητο. Οι εγγενείς αντιφάσεις όμως δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ποικίλες και ανοιχτές ερμηνείες.

Γίνεται λοιπόν σήμερα να ακούσουμε με νηφαλιότητα τα διδάγματά του του στωικισμού; Μπορούμε να προβούμε σε γόνιμους αναστοχασμούς πάνω στα ηθικά ζητήματα που εγείρει; Είμαστε σε θέση να αφουγκραστούμε τις υπαρξιακές του αναζητήσεις, τις απαντήσεις που δίνει και τις λύσεις που προτείνει; Μπορεί, τέλος, κάτι τέτοιο να βελτιώσει τη ζωή μας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο;

Πιθανότατα ο ίδιος ο Μάρκος Αυρήλιος να σήκωνε με αδιαφορία τους ώμους απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ


[1] Ο McLynn είναι αφοριστικός όταν γράφει στον πρόλογο του για την βιογραφία του Μάρκου Αυρήλιου: “A more priggisch, inhuman, killjoy and generally repulsive doctrine would be hard to imagine”.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Κάκτος, 1992.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Θύραθεν, 2008.

Διαδικτυακοί σύνδεσμοι: https://dailystoic.com/stoicism-pop-culture/

 

 

Κώστας Ζωτόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

800px-Stavronikita_interior_and_Athos_peak_Aug2006

Διαδοχή

Υποδυόμενος τον αρχηγό
έπινε αργά κρασί απ’ της δυναστείας την κύλικα.
Εκρήξεις και πεδία μαχών,
αναβόσβηναν σώματα ματωμένα, ακίνητα,
στις λάμψεις αστραπών.
Για δηλητήριο και θυσία στους υπηκόους, μιλούσε.
Πίστεψαν λίγοι, αποδέχτηκαν πολλοί,
μέχρι ο επόμενος να τον διαδεχτεί.
Στο βάθος πράσινοι, δροσάτοι δρυμοί
και μια μορφή θεού τις καρδιές παρηγορούσε.

~.~

Οὐρανια ἐλαφρότητα

Μετά τις αστραπές
ελαφράδα τ’ ουρανού, ηρεμία
στον ορίζοντα κυματίζουν σκεπές,
ήχοι μακρινοί απ’ την εκκλησία.

 

Αρχίζει το μάθημά του ο οικονόμος του χρόνου:
«Το πέρας γεγονός
καμπάνες κτυπούν του πόνου
άγνωστος γέροντας ο νέος νεκρός,
η λύπη λυγίζει κάτω απ’ το βάρος
μεγάλων ονείρων, μικρών ευτυχιών,
παλαιών, μα και τόσο χθεσινών.
Ποτέ το πέρας δεν μας σβήνει το θάρρος».

~.~

Χώρα των Βαΐων

Όνοι ονείρου θριαμβεύουν στων Βαΐων τη χώρα.
Αυτή η εικόνα, παλαιά, τον κατακλύζει τώρα
ενώ βαδίζει μες στο πλήθος,
η φωτεινή άφιξη δεν ήταν μύθος.
Στο έδαφος της φαντασίας χαράς μέθη
αργοσβήνει τις εικόνες απ’ τα πένθη.

~.~

Ο αγένειος Ιησούς

Νέος αθώος με αίσθημα θριάμβου
σε θρόνο ουράνιου τόξου καθισμένος
ψηλά, σε φωτεινή νεφέλη,
κρατά ανοιχτή περγαμηνή.
Από τα πόδια του πηγάζουν ποταμοί.
 
Τριγύρω του σε τέσσερα σημεία
όντα φτερωτά της αποκάλυψης
μ’ ένα βιβλίο το καθένα,
άγγελος, μόσχος, λέων, αετός,
τα σύμβολα των ευαγγελιστών.
Εικόνα ψηφιδωτού με ιστορία αιώνων ταραχώδη.
 
Παριστάνει το όραμα αρχαίου προφήτη
που κι αυτός είναι μέσα στην ίδια εικόνα γυρτός
και περιδεής ατενίζει
με τεταμένες τις παλάμες των χεριών
σε θέση μπροστά από τα ώτα.
Εκστατικός πιστός, εμπρός στην αποκάλυψη.
 
Συλλαμβάνει τα άδηλα
με σύγχυση των αισθήσεων.
Ακούει με τις παλάμες των χεριών.
Όχι, δεν βασανίζεται από αμφιβολία,
φόβο αυταπάτης, αγωνία για βεβαιότητα,
τάση για έλλογη σύλληψη του μυστηρίου.
 
Ο αγένειος νέος τού συμβολίζει το μέγιστο
που ασφυκτιούσε πάντα μέσα του,
τη δύναμη πίσω απ’ την κτίση
που πίστεψε και πόθησε να του αποκαλυφθεί.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 21. Νάντια Δουλαβέρα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Νάντια Δουλαβέρα

463308_342058132555059_1070308202_o

(Μεσοτοιχία, Ἀθήνα, Μελάνι, 2018)

Ἡ λάτρα

Τὸν πλένει, τὸν συγυρίζει
μέρα παρὰ μέρα τοῦ ἀλλάζει λουλούδια
ξεριζώνει τὰ ἀγριόχορτα
τρίβει μὲ μανία τὸ μάρμαρο
νὰ φύγει κι ἡ τελευταία κουτσουλιά
περνάει μὲ ἄζαξ τὸ τζάμι τῆς φωτογραφίας του.

Κι ὅσο ἀνοικοκύρευτος ἦταν ἐκεῖνος στὴ ζωὴ
ὅσο τσακωμένος μὲ τὸ νερὸ
τόσο τοῦ ρίχνει αὐτὴ μὲ τὴ λεκάνη
ξεσπάει στὴν πλάκα
νὰ τὴν κάνει καθρέφτη.

Πτῶμα γυρίζει στὸ σπίτι
πέφτει στὸ κρεβάτι
ἀκουμπᾶ τὰ γάντια
προκλητικὸ πορτοκαλὶ στὸ μαξιλάρι του.

~.~

Τὸ τσαντίρι

Οὔτε μιὰ φωτογραφία μὲ τὴν κοιλιὰ ψηλὰ
στὸ οἰκογενειακὸ ἄλμπουμ
κάτι νὰ μοῦ μελετάει γιὰ ἐκείνους τοὺς ἐννιὰ μῆνες
ὅτι τὴν εἶχα στεγνώσει ἀπὸ τοὺς ἐμετούς
ὅτι τῆς μύριζε συνέχεια ψάρι, φράουλες
τοὺς ἐφιάλτες της ὅτι ἔβγαζε ἕνα παιδὶ νεκρό,
μὲ τρία χέρια, χωρὶς κεφάλι –
λέξη.

Ἦταν κι ἐκεῖνο τὸ τσαντίρι πιὸ πέρα
γεννοβολάγανε τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο αὐτὲς
κι ὕστερα ποιός ξέρει τί τὰ κάνανε
τὴν ἔννοια τους εἴχανε οἱ γείτονες
νὰ βγοῦν νὰ τὰ μετρήσουν
καὶ προκειμένου –νὰ φάει ψωμὶ τὸ παιδί–
δὲ βγάζανε κίχ.

Τί φιάσκο, λέω
τὶς φορὲς ποὺ γονάτισα
νὰ ἔβαλα στὸ στόμα μου
τὴ λάθος μάνα.


Ἡ Νάντια Δουλαβέρα μεγάλωσε στὸ Ζευγολατιὸ Κορινθίας. Σπούδασε στὸ Τμῆμα Ἐπικοινωνίας, Μέσων καὶ Πολιτισμοῦ στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν Πολιτιστικὴ Διαχείριση (Πάντειο) καὶ τὴ Λογοτεχνία (Birkbeck, Λονδίνο). Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Ἐργάζεται ὡς κειμενογράφος καὶ συντάκτρια περιεχομένου. Γράφει στίχους γιὰ τραγούδια. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Μεσοτοιχία (2018).

 

Ξάνθος Μαϊντάς, Οι τσακαράντες της οδού Αθηνάς

Οἱ ὡραιότερες τσακαράντες τῆς πόλης μας βρίσκονται στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, μεταξὺ τῆς Βαρβακείου ἀγορᾶς καὶ τοῦ Μοναστηρακίου. Ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ κάποτε ἦταν στέκι κοριτσιῶν τῆς νύχτας. Συλλογιζόμουνα πόσες φορὲς ἀκούμπησαν τὴν κουρασμένη τους πλάτη στὸν κορμὸ τῶν δέντρων γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Εἶμαι σίγουρος πὼς μ’ αὐτὴ τὴν ὤσμωση δώσανε χρῶμα στὸ λουλούδι.
 
Τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου εἶναι ΤσακαράνταἸακαράνδη ἡ μιμηλήφυλλος (Jacaranda mimosifolia). Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος καταθέτω τὰ ἑξῆς: «Μιμηλός» εἶναι ὁ μιμητικός.
 
Μιμηλήφυλλος εἶναι, λοιπόν, γιατὶ ὅλα τὰ φύλλα εἶναι ἴδια (μονόσχημα), ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἕνα μιμεῖται τὸ ἄλλο. Οἱ τσακαράντες ἀνθίζουν καὶ βγάζουν θυσάνους μὲ χιλιάδες μπλὲ λουλούδια, ποὺ κρατᾶνε λίγες μόνον ἡμέρες τὸν Ἰούνιο.
 
 
ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
 
Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες
 
αὐστηρὰ σκυθρωπές,
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
 
Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων,
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.
 
Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρί
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς
 
ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντά κι ἡδονή.
 
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Είχα δίκιο που υποστήριζα τον Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Χίλλαρυ Κλίντον; Ἀπολύτως!

τοῦ Slavoj Žižek

slavoj-zizek.jpg

Τὰ τελευταῖα χρόνια, δέχομαι συχνὰ τὴν ἴδια ἐρώτηση ἀπὸ φίλους (καὶ “φίλους”) σχετικὰ μὲ τὸ ἂν ἐμμένω στὴν προτίμηση ποὺ ἐπέδειξα πρὸς τὸν Ντόναλντ Τρὰμπ ἔναντι τῆς Χίλλαρυ Κλίντον, ἢ ἂν τώρα πιὰ παραδέχομαι ὅτι ἔκανα κάποιο λάθος. Εὔκολα θὰ μάντευε κανεὶς τὴν ἀπάντησή μου: ὄχι μόνο ἐπιμένω στὴν ἐπιλογή μου, ἀλλὰ βάσει τῶν γεγονότων τῶν τελευταίων ἐτῶν θεωρῶ ὅτι ἐπιβεβαιώθηκα πλήρως. Γιατί ὅμως;

Ὅπως σημειώνει κι ὁ Γιουβὰλ Χαραρὶ στὸ βιβλίο του Homo Deus, οἱ ἄνθρωποι δεσμεύονται ἀπὸ τὴ δημοκρατικὴ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς, μόνο ἐφόσον μοιράζονται κάποιον ἰσχυρὸ δεσμὸ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ψηφοφόρους. Ἂν ἡ ἐμπειρία τῶν λοιπῶν ψηφοφόρων διαφέρει ἀπὸ τὴ δική μου, καὶ ἐὰν θεωρῶ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὰ συναισθήματά μου ἢ αἰσθάνομαι ὅτι δὲ νοιάζονται γιὰ τὰ ζωτικά μου ἐνδιαφέροντα, τότε ἀκόμα κι ἂν εἶμαι ὁ ἕνας στοὺς ἑκατό, δὲν ἔχω κανέναν ἀπολύτως λόγο νὰ ἀποδεχθῶ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἕνας τρόπος ἐπίλυσης τῶν διαφωνιῶν, ἐφόσον σὲ πρώτη φάση ὑπάρχει συμφωνία ἐπὶ τῶν βασικῶν ζητημάτων. Ἂν ἐκπέσει αὐτὸ τὸ συμβόλαιο, οἱ μόνες διαθέσιμες διαδικασίες εἶναι οἱ διαπραγματεύσεις ἢ ὁ (ἐμφύλιος) πόλεμος. Ἕνεκα τούτου, τὸ μεσανατολικὸ ζήτημα δὲν μπορεῖ νὰ λυθεῖ δημοκρατικὰ μέσῳ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ πολέμου ἢ τῶν διαπραγματεύσεων.

Ἑπομένως, πῶς συνδέονται ὅλα τὰ παραπάνω μὲ τὴν διαμορφούμενη ἀπώλεια τῆς συμφωνίας ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν στὴν περίπτωση τῆς πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ; Ἡ κατάσταση περιπλέκεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διαφωνία ποὺ ἔχει προκύψει εἶναι διπλῆς κατεύθυνσης: ἀρχικά, ὁ Τρὰμπ διέρρηξε τὴν καθεστηκυία τάξη ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς λαϊκίστικης Δεξιᾶς, κι ἔπειτα, οἱ Δημοκρατικοί (Σάντερς καὶ λοιποί) ἔπραξαν τὸ ἴδιο στὴν Ἀριστερά. Τὰ δύο αὐτὰ ρήγματα δὲν εἶναι, βέβαια, ὅμοια. Ἡ πάλη μεταξὺ τοῦ Τράμπ καὶ τῶν φιλελευθέρων ἀποτελεῖ μιὰ πολιτισμική/ἰδεολογικὴ διαμάχη ἐντὸς τοῦ παγκοσμιοποιητικοῦ καπιταλισμοῦ, ἐνῶ ἡ Ἀριστερὰ ξεκίνησε νὰ ἀμφισβητεῖ τὸν παγκοσμιοποιητικὸ καπιταλισμὸ per se. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 20. Σωτήρης Λυκουργιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Σωτήρης Λυκουργιώτης

84

(Ὁ κύκλος τῆς Ἄλφα, Πάτρα, Ἀχαϊκὲς ἐκδόσεις, 2011 [22018])

Καζαμπλάνκα

Ἐμφανίζεται ἐντελῶς ξαφνικὰ
σὲ ταράτσες αὐτοσχέδιων θερινῶν σινεμὰ
ποὺ παίζουν στὸν τοῖχο Καζαμπλάνκα

Καὶ φεύγει τὸ ἴδιο ξαφνικὰ
λίγο πρὶν ἡ Ἴνγκριντ
πάρει τὸ τελευταῖο ἀεροπλάνο
γιὰ τὴν Ἀμερικὴ
καὶ ἡ τάξη ἀποκατασταθεῖ
μὲ μιὰ σφαίρα

Κι ὅμως Ἐμεῖς
θά ‘χουμε πάντα τὸ Παρίσι

~.~

Ἐκείνη

Αὐτὴ ποὺ στέκει
στὸ κέντρο τῆς πλατείας
μὲ κρύο καὶ βροχὴ
γιὰ νὰ πουλήσει ἀριθμοὺς κινητῆς τηλεφωνίας
σὲ ἀδιάφορους περαστικοὺς
φορώντας τὴ σαχλὴ στολὴ τῆς Ἑταιρείας
κάποτε θὰ ἐκδικηθεῖ
γιὰ αὐτὸ τὸ ψύχος
τῆς γενικῆς ἀδιαφορίας.

Κάποτε θὰ πετάξει
πάνω ἀπὸ τὴν πόλη
κι ὅλοι θὰ τὴν κοιτοῦν μὲ ἐρωτηματικὸ
πῶς τὴν τόση ὀμορφιὰ
δὲν πρόσεξε κανεὶς
κι ἂς ἦταν αὐτὴ
πάντα ἐκεῖ
νὰ στέκει χαμογελαστὴ
στὸ κέντρο τῆς ἀστικῆς μας ἀφασίας.

~.~

2193f9b61674eb1a5373bb0ba39c799f_XL

(Ἱερουργία τῆς ἄνοιξης, Θεσσαλονίκη, Κουρσάλ, 2016)

Ε

Τὰ χείλη της
γυρίζουν στὴν ἄκρη λίγο πρὸς τὰ πάνω,
διαγράφοντας μιὰ μέση γραμμὴ τόσο ὑπέροχη
ποὺ κάποτε
ὅλοι οἱ καλλιτέχνες τῆς art nouveau
θὰ ἤθελαν νὰ μελετήσουν

Λίγο πιὸ πάνω,
τὰ μάγουλα,
διαλύουν κάθε ἀμφισβήτηση
γιὰ τὴν ὀμορφιά της

Καὶ ἔτσι,
ἑκατοστὰ πρὶν δεῖς τὰ μάτια της
διστάζεις

Γιατὶ δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ εἶσαι βέβαιος
γιὰ τὶς συνέπειες

μιᾶς τέτοιας ἐμπειρίας

~.~

Ἡ βροχή

Φαντάζομαι πὼς κάποια στιγμὴ
ἡ βροχὴ
ποὺ διαβρώνει ρυθμικὰ
τὸ ἐπίχρισμα τῶν δρόμων
θὰ σταματήσει

καὶ ξαφνικὰ
χωρὶς προειδοποίηση
ὁ ἥλιος θὰ τὴ διαδεχθεῖ

Γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ ἐπιθυμία
τῆς πόλης τῶν ἀναρριχόμενων
κισσῶν, γιὰ νὰ βλαστήσει
ξανὰ τὸ εἶδος τῶν
ἀνθρώπινων ταξιδιῶν
ποὺ σπείραμε δειλὰ
τὰ χρόνια τῆς βροχῆς
μέσα στὶς γλάστρες
τῶν φτωχῶν διαμερισμάτων

~.~

Ἄνοιξη

Ἄνοιξη εἶναι αὐτὸς ὁ κίτρινος ἀέρας
ποὺ ὅλο ὑπόσχεται πὼς θὰ ‘ρθεῖ
βαμμένος τὰ ἀρώματα τῶν καρπουζιῶν
καὶ τὶς κραυγὲς τῶν σκλάβων

καὶ ἂς μᾶς χωρίζουν πέντε θάλασσες
λευκὰ καὶ μαῦρα πλῆκτρα ὑπολογιστῶν

ὁ ἥλιος δὲν πέθανε
τὸ κόκκινο ποὺ πιστέψαμε δὲν χάθηκε
ἐπωάζεται ἡ γῆ τοῦ χειμώνα
σὰν θαλάσσιο κῆτος προϊστορικῆς ἐποχῆς

τὸ σπέρμα του θὰ γεννηθεῖ
ξανὰ τὴν ἄνοιξη
πάνω σὲ χορὸ ὁργιαστικὸ
τὸ καλοκαίρι θὰ τεμπελιάσει
μαζὶ μὲ τοὺς κηφῆνες καὶ τὸν ἀέρα τοῦ Νότου
θὰ μελαγχολήσει τὸ φθινόπωρο
μαζὶ μὲ τοὺς παλαίμαχους
τῶν συνοικιῶν στὶς παραγκουπόλεις

ὥσπου νὰ φτάσει τὸν χειμώνα
ἐξοργισμένος στὸν γαλάζιο θάνατο

Θὰ ἐξεγερθεῖ
θὰ ἡγηθεῖ τοῦ στρατοῦ τῆς μνήμης
στὶς πεδιάδες τοῦ λευκοῦ ὀλέθρου
θὰ γράψει μὲ αἷμα ἀνεξίτηλο στὸ βράχο.

Μάτια μου,
ἡ ἐποχὴ τῶν πλαστικῶν ἐρωτικῶν
μηχανῶν φτάνει στὸ τέλος της – κράτα γιὰ λίγο

Καὶ μιὰ συμβουλή: μὴν πιστεύεις στὰ δελτία τους,
εἰδικὰ αὐτὰ τοῦ καιροῦ,
μιλοῦν συνεχῶς γιὰ χειμώνα
ἐμεῖς ὅμως ἀνήκουμε στὴν ἄνοιξη


Ὁ Σωτήρης Λυκουργιώτης ἔλαβε τὸ πτυχίο του καὶ μεταπτυχιακὸ δίπλωμα εἰδίκευσης ἀπό τὸ Τμῆμα Πολιτικῶν Μηχανικῶν τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν. Εἶναι ἐπίσης ἀπόφοιτος τοῦ Τμήματος Ἐκπαίδευσης καὶ Ἀγωγῆς στὴν Προσχολικὴ Ἡλικία τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν. Ἀπὸ τὸ 2010 διδάσκει στὸ ΤΕΙ Δυτικῆς Ἑλλάδος. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά του βιβλία: Ἱερουργία τῆς ἄνοιξης (2016), Ἀστικὰ λήμματα (μαζὶ μὲ τὸν Λεωνίδα Πανόπουλο, 2017) καὶ Ὁ κύκλος τῆς Ἄλφα (2018).

*(Ὁ πίνακας προέρχεται ἀπὸ τὴ σειρὰ Ἡ κόκκινη γυναίκα τοῦ Νικήτα Φλέσσα)

Λίζα Καβάγιου, Αυτό, που είμαστε

kavagiou

της ΛΙΖΑΣ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Να ’μαστε λοιπόν. O γιος μας, η νύφη μας, οι δυο εγγόνες μας, ο άντρας μου κι εγώ, το τελευταίο βράδυ πριν τη μεγάλη μέρα. Καθισμένοι στους αντικρυστούς καναπέδες του σαλονιού παρακολουθούμε τα κορίτσια, που παίζουν στο χαλί ανάμεσά μας. Συζητάμε για τον επίμονο χειμώνα, το πετυχημένο μου στιφάδο, την πρόοδο των κοριτσιών στο σχολείο. Το ημίφως των μισοκαμένων φωτιστικών τρέφει τη νύστα όλων μας, μα τα παιδιά διστάζουν να φύγουν. Φοβούνται να μας αφήσουν μόνους με την αγωνία μας για την επόμενη μέρα.

Τους παρατηρώ. Μια παράδοξη διπλωπία μού επιτρέπει να τους δω πιο καθαρά. Τους βλέπω όλους διπλούς. Πίσω από τον καθέναν τους υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα, που σκέφτεται άλλα από αυτά που ελευθερώνει το στόμα τους. Κάνει τα τραγικότερα σενάρια για την επόμενη μέρα. Κάθε φορά, που το βλέμμα τους πέφτει σε μένα, η κόπια αυτή προδίδει τις σκέψεις της. Φωνάζει βουβά πάνω από τις ευχάριστες κουβέντες του απτού τους εαυτού. «Αύριο μπορεί να μην την βγάλεις», «αύριο μπορεί να την χάσω», «την καημένη, πώς αντέχει τέτοια αγωνία». Κι εγώ είμαι διπλή – έχω τα ίδια τραγικά σενάρια για την επόμενη μέρα στο μυαλό μου, μα χαμογελάω. Πιέζομαι και κουράζομαι να χαμογελάω, όμως κανείς δεν τολμάει να σηκωθεί να φύγει, να ξεκουραστώ.

Τα κορίτσια, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αποφεύγουν το βλέμμα μου σα να αποφεύγουν ένα μεγάλο κακό. Κι ας μη μου συνέβη ακόμη. Την αγωνία αποφεύγουν. Μες στην εξάντλησή τους, την περασμένη τούτη ώρα, αποφασίζουν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια κούκλα. Την θέλουν κι οι δύο. (περισσότερα…)

Λογοκλοπής Ανάβασις: Η συνέχεια

hqdefault.jpg

Από αναγνώστη μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή. ΝΠ

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον,

Από τον περασμένο Μάιο, παρακολουθώ το θέμα της λογοκλοπής του κ. Γεράσιμου Ρεντίφη, όπως το περιέγραψε ο αναγνώστης σας κ. Σταύρος Π. Ξάνθος στην επιστολή που δημοσιεύσατε. Αφού μελέτησα με προσοχή τα αδιάσειστα τεκμήρια της λογοκλοπής, μέσα στην ομολογουμένως μεγάλη μου αφέλεια, όντας σπουδασμένος στην αλλοδαπή, πίστεψα ότι το περιστατικό θα οδηγούσε σε κάποιες—έστω περιστασιακές και παροδικές—αντιδράσεις. Θεώρησα αυτονόητο, για παράδειγμα, ότι το Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας (ΦΠΨ) του Ε.Κ.Π.Α., θα εξέδιδε μια τυπική ανακοίνωση ή ότι το Πανεπιστήμιο θα διέτασσε τη διεξαγωγή έρευνας για την διαλεύκανση του θέματος. Το αρχαιότερο πανεπιστημιακό ίδρυμα στην Ελλάδα παραχώρησε διδακτορικό τίτλο στον κ. Ρεντίφη και, κατόπιν, τον εξέλεξε Επίκουρο Καθηγητή. Πόσοι έγκριτοι ακαδημαϊκοί (εσωτερικοί και εξωτερικοί), σκεφτόμουν, αξιολόγησαν τον κ. Ρεντίφη στο πλαίσιο αυτών των δύο διαδικασιών; Κανένας —μα κανένας— δεν νιώθει εκτεθειμένος; Πέρασαν σχεδόν δυο μήνες από τότε και, εκτός από 2-3 σκόρπια άρθρα, το θέμα δεν αναφέρεται πουθενά.

Δεδομένης της σιγής ιχθύος γύρω από το ζήτημα και περιμένοντας τους αρμόδιους να δώσουν μια κάποια λύση, περιπλανιόμουν στο αχανές διαδίκτυο μέχρι που εντόπισα—δεν θυμάμαι ποιοι διαδικτυακοί συνειρμοί με οδήγησαν εκεί—τη διπλωματική εργασία που εκπόνησε ο κ. Ρεντίφης στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Φεῦ! Η εργασία ήταν, σε εντυπωσιακό βαθμό, πανομοιότυπη με άλλη διπλωματική εργασία η οποία εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου! Πανομοιότυπη σημαίνει ότι όταν στην πρώτη εργασία εμφανίζεται (χωρίς εισαγωγικά) η εξής σύνθετη διατύπωση, την οποία επιλέγω εντελώς τυχαία από πληθώρα ταυτόσημων διατυπώσεων:

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η διόγκωση των οικονομικών προβλημάτων, όπως η αύξηση της ανεργίας και η μείωση των οικονομικών δεικτών και της βιωσιμότητας των παραγωγικών μονάδων, εντείνει τις προσπάθειες για ένα εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και μια αναπροσαρμογή στον εργασιακό τομέα, προκειμένου να διασφαλιστεί η εργασιακή απασχολησιμότητα και να αυξηθεί η βιωσιμότητα σε προϊόντα και υπηρεσίες (Κείμενο Στρατηγικής, 2005· Παληός, 2003· Μαγουλά, 2001).

τότε στη δεύτερη εμφανίζεται η εξής διατύπωση (επίσης χωρίς εισαγωγικά), με όλα τα σημεία στίξης στη θέση τους:

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η διόγκωση των οικονομικών προβλημάτων, όπως η αύξηση των ανέργων και η μείωση των οικονομικών δεικτών και της βιωσιμότητας των παραγωγικών μονάδων, εντείνει τις προσπάθειες για ένα εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και μια αναπροσαρμογή στον εργασιακό τομέα, προκειμένου να διασφαλιστεί η εργασιακή απασχολησιμότητα και να αυξηθεί η βιωσιμότητα σε προϊόντα και υπηρεσίες (Κείμενο Στρατηγικής, 2005, Παληός, 2003, Μαγουλά, 2001).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η διπλωματική εργασία του κ. Ρεντίφη φέρει τον τίτλο «Οι αντιλήψεις των μεταπτυχιακών φοιτητών του Ε.Α.Π. για το ζήτημα της διαχείρισης χρόνου κατά την εκπόνηση γραπτών εργασιών» και εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη της κ. Σοφίας Καλογρίδη και την συνεπίβλεψη του κ. Ρέμου Αρμάου. Τόπος και χρόνος ορίζονται ως η Αθήνα, εν έτει 2018. Μερικά χιλιόμετρα ανατολικότερα, στη Ρόδο, κατά το ίδιο έτος, η κ. Δήμητρα Διγαλέτου εκπόνησε τη δική της διπλωματική εργασία υπό τον τίτλο «Διερεύνηση απόψεων ενήλικων εκπαιδευομένων σχετικά με τη Διά Βίου Μάθηση και την εφαρμογή συμμετοχικών εκπαιδευτικών τεχνικών στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας του νομού Ευβοίας». Η εργασία της κ. Διγαλέτου είχε ως υπεύθυνο Καθηγητή τον κ. Λουκά Μουστάκα και ως εξεταστική επιτροπή τους κ. Διονύση Γουβιά, κ. Χρύση Βιτσιλάκη και κ. Νικόλαο Ανδρεαδάκη. Έτος εκπόνησης είναι, όπως και στην περίπτωση του κ. Ρεντίφη, το 2018. Στην εργασία της η κ. Διγαλέτου σημειώνει ότι διεξήγαγε την έρευνά της κατά την περίοδο 2016-2017, ενώ ο κ. Ρεντίφης σημειώνει ότι η δικιά του εργασία αποτελεί συνέχεια σεμιναριακής εργασίας που έγραψε, επίσης το 2016-17.

Η ίδια Μούσα όμως—κατά την διατύπωση του κ. Σταύρου Π. Ξάνθου—δεν ενέπνευσε μόνο τον κ. Ρεντίφη αλλά και άλλους ερευνητές , μερικά χρόνια νωρίτερα. Η εργασία του κ. Ρεντίφη δανείζεται ελεύθερα από την διπλωματική εργασία του κ. Αθανάσιου Δαρβούδη, η οποία εκπονήθηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας το 2015 και φέρει τον τίτλο «Η διαχείριση του χρόνου των διευθυντών δημοτικών σχολείων και η σχέση της με την αποτελεσματικότητα και την επαγγελματική ικανοποίηση». Επιβλέπων καθηγητής του κ. Δαρβούδη δηλώνεται ο κ. Γεώργιος Ιορδανίδης. Στην εργασία του κ. Ρεντίφη εμφανίζονται επίσης προτάσεις παρμένες από εκπαιδευτικό υλικό του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου (!), το οποίο έγραψε ο κ. Παναγιώτης Κουτρουβίδης στο πλαίσιο Ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος με θέμα τη «Διαχείριση χρόνου». Το τραγελαφικό της υπόθεσης, το οποίο θα αφήσω ασχολίαστο, είναι ότι το θέμα της εργασίας του κ. Ρεντίφη ήταν η «διαχείριση χρόνου» στην εκπόνηση γραπτών εργασιών…

Ο κυριότερος σκοπός των διαδικασιών υποστήριξης στα Πανεπιστήμια όλου του κόσμου είναι η διασφάλιση της ποιότητας των πτυχίων που παρέχουν στους φοιτητές. Όταν αυτές οι διαδικασίες καταρρέουν, τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Ποιος θα προστατεύσει την κ. Διγαλέτου, η οποία τώρα θα πρέπει να αποδείξει ότι η εργασία της προηγήθηκε της εργασίας του κ. Ρεντίφη; Ποιος θα προστατεύσει την κ. Καλογρίδη και τον κ. Αρμάο, τους επιβλέποντες καθηγητές του κ. Ρεντίφη, οι οποίοι έχουν εκτεθεί στην Πανεπιστημιακή κοινότητα επειδή δεν εντόπισαν την λογοκλοπή; Ποιος θα προστατεύσει τη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Ε.Α.Π., και τους υπόλοιπους φοιτητές της; Ποιος θα προστατεύσει τα Πανεπιστήμια, τα οποία σε λαμπρές τελετές αποδίδουν κάλπικους τίτλους και διπλώματα; Εδώ βρίσκεται η ουσία. Γιατί απάντηση υπάρχει. Όταν ένας πανεπιστημιακός τίτλος—σε οποιοδήποτε επίπεδο— αποτελεί προϊόν λογοκλοπής, τότε τα Πανεπιστήμια έχουν υποχρέωση να διεξάγουν έρευνα και, εάν η κατηγορία αποδειχθεί, να τον αφαιρέσουν. Μόνο έτσι θα προστατεύσουν τους φοιτητές τους, το διδακτικό τους προσωπικό και το κύρος τους. Αλλιώς, θα μετατραπούν σε εργοστάσια παραγωγής κάλπικης γνώσης και τυπογραφία κάλπικων διπλωμάτων.

Με εκτίμηση,

Νικόλαος Σ. Μελαχρινός

~.~

Τεκμήρια Λογοκλοπής

 Τα πιο κάτω τεκμήρια είναι ενδεικτικά και αποδεικνύουν, πέραν πάσης αμφιβολίας, την έκταση της λογοκλοπής.

Rentifis1Rentifis2Rentifis3Rentifis4Rentifis5Rentifis6Rentifis7Rentifis8RentifisOrtho.pngRentifis10Rentifis11Rentifis12Rentifis13Rentifis14Rentifis15Rentifis16

Η διπλωματική εργασία του κ. Ρεντίφη:

https://apothesis.eap.gr/handle/repo/39413

Η διπλωματική εργασία της κ. Διγαλέτου

http://hellanicus.lib.aegean.gr/handle/11610/18301

«Διαχείριση Χρόνου». Εκπαιδευτικό Υλικό για τα Κέντρα Διά Βίου Μάθησης (Συγγραφέας

Παναγιώτης Κουτρουβίδης):

https://www.openbook.gr/diaxeirisi-xronou/κ

Η διπλωματική εργασία του κ. Δαρβούδη:

Κάνε κλικ για να αποκτήσεις πρόσβαση 14611.pdf

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 19. Πασχάλης Χριστοδουλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Πασχάλης Χριστοδουλίδης

(Ποιήματα, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2005)

wp-contentgalleryx-ray-images-expose-flowers-hidden-skeletonsveasey-flower.jpgfit-in__850x850

Ἂν φρόντιζα

Ἀγόρασα ἀπὸ τὴ Λαϊκὴ
γλαστρούλα μὲ πανέμορφο λουλούδι.

Τὴν ἔβαλα στὸ μπαλκόνι καὶ τὴ θαύμαζα.
Τὴν πότιζα ἀνελλιπῶς.
Εἶχε λαμπρύνει τὴ ζωή μου.

Ἀλλά, καθὼς περνοῦσε ὁ καιρός,
δὲν πρόσεξα πόσο ἀσφυκτιοῦσε
μὲς στὴ γλαστρούλα τὸ λουλούδι.

Ἕως ποὺ τελικὰ μαράθηκε.

Ἂ νὰ μὴ βαριόμουνα
νὰ τὸ μεταφυτέψω
σὲ πιὸ μεγάλη γλάστρα…

~.~

Εὐθύνη

Ὁ ἀκαδημαϊκὸς καὶ κάτι ἄλλοι
—διανοούμενοι τῆς ἐποχῆς—
ἀναλύουν μὲ γλώσσα θαυμασία
—καὶ ὀλίγον ἐξεζητημένη, ἔστω—
τὰ κοινωνικὰ προβλήματα
ποὺ καθημερινῶς μᾶς ταλανίζουν.
Ὁμιλοῦν περὶ σημείων καὶ τεράτων.

(Ἡ συνολικὴ συνεισφορά των
«εἰς τὰς Τέχνας καὶ τὰ Γράμματα»
κρίνεται τεραστία.)

Ζωὴ κι αὐτή…

Μεγάλο ἄγχος. Μὴν ἐκδοθεῖ
τὸ περιώνυμο περιοδικὸ
χωρὶς νὰ γράψουν κάτι.

Στὸ μεταξύ, τοὺς διέφυγε
πὼς σπίτι ἀνατρέφουν ἕνα τέρας.

Ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔχουν μυριστεῖ
τὴν ἀπόγνωση τοῦ δίπλα
ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ τιναχτεῖ
καὶ νὰ τινάξει ὅλους κι ὅλα
στὸν ἀέρα.

Στὰ ἑπόμενα δοκίμιά τους
θὰ γράφουν περὶ τρομοκρατίας.
Θὰ εἶναι καὶ ἐπίκαιροι.

Τὸ τέρας τους ἐκεῖ.
Μακάριο. Στὸ κλουβί του.
Μπροστὰ ἀπ’ τὸ κουτί του.

Μιλώντας γιὰ εὐθύνη.

~.~

(Σὲ τούτη τὴ χώρα, Ἀθήνα, Σμίλη, 2018)

SS2756062

Ἡ φύσις τοῦ ἐπαγγέλματος

πάντα δὲ σκοπῶν
ηὕρισκον οὐδὲν πλὴν ἀνιᾶσθαι παρόν

Εἴμαστε οἱ Ἀκτινολόγοι.
Δουλειά μας
νὰ διαβάζουμε εἰκόνες.
Βλέπουμε
γιατὶ ξέρουμε.
Ἀναγνωρίζουμε
γιατὶ γνωρίζουμε – ἔχουμε μάθει
νὰ βλέπουμε.
Μάθαμε
γιατὶ μᾶς ἀφορᾶ·
εἶν’ ἡ δουλειά μας.
Κι ὅταν μᾶς φέρουν, μὲ ἀγωνία,
μιὰν εἰκόνα
«Αὐτό; Αὐτὸ εἶναι κάτι;»
μᾶς ρωτᾶν.
«Ὄχι. Τίποτα».
«Αὐτό; Εἶναι κάτι αὐτό;»
«Τίποτα, τίποτα».
«Μήπως αὐτό; Αὐτὸ ἐδῶ;»
«Δὲν εἶναι κάτι.
Τὸ φτιάχνει τὸ μάτι σας».
«Δὲν ἔχει τίποτα λοιπόν;
Νὰ φύγουμε;»
«Μισὸ λεπτό!» τοὺς λέμε.

Παίρνουμε τὴν εἰκόνα,
σκύβουμε ἀπὸ πάνω της,
παρατηροῦμε
καὶ λέμε τότε
μὲ ὅση σιγουριὰ μᾶς ἐπιτρέπει
ἡ φύσις τοῦ ἐπαγγέλματος
«Αὐτό!»
δείχνοντας
μιὰ τρίχα,
μιὰν ἀνεπαίσθητη γραμμὴ
ἀόρατη στοὺς ἄλλους.
«Αὐτό!»

Ὅταν μείνουμε μόνοι
λέμε στὸν ἑαυτό μας:
«Σώσαμε καὶ σήμερα τὸν κόσμο».
Ἔτσι μᾶς ἀρέσει νὰ πιστεύουμε.
Κι ἂς ξέρουμε
ποὺ ἄλλος θὰ χώσει τελικὰ
τὸ νυστέρι
στὴ σάρκα.

~.~

Ὁ θάνατος τοῦ Ἀχιλλέως

τί φής; τί σιγᾷς; ποῦ ποτ’ ὤν, τέκνον, κυρεῖς;

Οἱ γενιὲς ὅλες * ὑμνοῦν σε, Ἀχιλλέα,
ἀγαπημένε γιέ μου.

Οἱ Νηρηίδες ἦλθαν, * οἱ ἀδελφές μου, πάλι,
μῦρα γιὰ νὰ σοῦ φέρουν.

Ὡς θνητόν, ἐσένα! * Ἐσένα, τὸ λιοντάρι
ποὺ σκότωνες ἀνθρώπους!

Γιατί, κοῦκλε, γιατί * ἐκίνησες τὴν πτέρνα
πρὸς τὴ μεριὰ τοῦ Πάρι;

Γιατί νὰ μὲ ποτίσεις, * τέρας ἀγνωμοσύνης,
ξύδι, χολὴν καὶ φλέγμα;

Ἐσὺ καὶ ὁ Ἰούδας * προδώσατε, προδότες,
τὴν ἄβυσσον ἀγάπης.

Ἐγὼ κι οἱ ἀδελφές μου * κηδεύουμεν, ἀλί μου,
ἕνα κομμάτι κρέας!

Ὦ, γλυκέ μου ἄντρα, * ἀγάπη μου, χρυσέ μου,
ποῦ πῆγε ἡ ὀμορφιά σου;

Ἡμίθε θεέ μου, * Ὑιέ μου, Ἀχιλλέα,
πῶς δέχτηκες τὸ πάθος;

Μιὰ βλεφαρίδα κάπου * μέσα στὸ μάτι μπῆκε
καὶ φαίνομαι νὰ κλαίω!

Δὲν καταλαβαίνω * μὲ ποίαν εὐσπλαχνίαν
ἐπρόσφερες θυσίαν

τὸ σῶμα σου, καλέ μου, * ποὺ ἔκαψα γιὰ χρόνια
πάνω σὲ θεία φλόγα!

Φτηνιάρικες γυναῖκες * προστρέχουν νὰ σὲ ράνουν
ἀντὶ τῆς Ἀφροδίτης.

Κοινές, θνητὲς γυναῖκες * ἀρώματα καὶ μῦρα
στὸν τάφο σου προσφέρουν.

Ὦ, θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου, * καὶ Οὐρανέ, καὶ Γαία,
ἐλᾶτε νὰ μὲ δεῖτε!

Οἱ γενιὲς ὅλες * ὑμνοῦν με, Ἀχιλλέα,
γι’ αὐτὴν τὴν τραγωδία!


Ὁ Πασχάλης Χριστοδουλίδης γεννήθηκε τὸ 1980 στὴ Λευκωσία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἐργάζεται ὡς ἰατρός-ἀκτινολόγος. Ἔχουν κυκλοφορήσει οἱ ποιητικές του συλλογές: Ποιήματα (2005) καὶ Σὲ τούτη τὴ χώρα (2018).

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

luna park

*

Oh Captain my Captain!

Στέκεσαι αγέρωχος με βλέμμα ονειροπόλο
και νιώθεις το μπαλκόνι σα μια πλώρη
που ταξιδεύει και γυρνά τον κόσμο όλο
«Βίρα τις άγκυρες σαλπάρει το βαπόρι!»

Captain εσύ και πλήρωμα δυο πολυθρόνες
από μπαμπού, στον πρώτο όροφο –εκεί πάνω-
(Οι Κύκλωπες με Ray Ban και οι Λαιστρυγόνες
με τις Σειρήνες τραγουδάνε… Μητροπάνο)

«Captain my Captain» για πηδάλιο μια βρύση
και για πανί ανοίγει –αυτόματη– η τέντα
(Στον ήλιο δίνεις διαταγή να πάει να δύσει.
Μετά, μια fisherman στο στόμα –γεύση μέντα–)

Κι αρχίζεις να φωνάζεις. «Πάμε! Βίρα!
Έχουμε Πόλεμο!» Φωνάζεις… ολοένα
Αν δε σε ήξερα, θα ’λεγα φταίει η αλμύρα
πολύ φοβάμαι όμως πως φταίνε τα… ληγμένα!

~ . ~

(περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Για το νεοελληνικό μυθιστόρημα

Διάλογος για το μυθιστόρημα ΙΙΙ

The_Search_Party.jpg

Για το νεοελληνικό μυθιστόρημα

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γιατί ενώ μιλάμε, ενίοτε και ερίζουμε, για το ποιος στάθηκε ο μεγαλύτερος Νεοέλληνας ποιητής, το ανάλογο ερώτημα, ποιος είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος μας (ή, απρόσωπα, ποιο είναι το κορυφαίο νεοελληνικό μυθιστόρημα), δεν το θέτουμε ή το διατυπώνουμε μόνο σπανίως;

Η παράλειψη αυτή έχει σημασία, και θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί. Αν πάρουμε τις κορυφές της ελληνικής μυθιστοριογραφίας, το ορεινό ανάγλυφο που σχηματίζουν, θα δούμε ότι πολλές απ’ αυτές είναι μεμονωμένα, αυτοτελή υψώματα, χωρίς διάσελο, πέρασμα εμφανές αναμεταξύ τους. Είτε πρόκειται για έργα άπαξ, που δεν βρήκαν ταίρι ομοειδές, άξιο λόγου τουλάχιστον, στο υπόλοιπο έργο του δημιουργού τους, είτε πρόκειται για συγγραφείς που στέκουν στα γράμματά μας αποκομμένοι, χωρίς στενούς συγγενείς, προδρόμους ή επιγόνους, η συνολική εικόνα που αποκομίζει κανείς είναι της τυχαίας διασποράς, όχι της οργανικής συνοχής και συνέχειας.

Στην πρώτη κατηγορία, τα έργα άπαξ, συναριθμούνται όλα σχεδόν τα αξιόλογα μυθιστορήματά μας του 19ου αιώνα: ο Θάνος Βλέκας του Καλλιγά, ο Λουκής Λάρας του Βικέλα, η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι του Δημόπουλου. Αλλά και κάμποσα από τα  σημαδιακά έργα του 20ού αιώνα, όπως το Διπλό βιβλίο του Χατζή, το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, η Βάρδια  του Καββαδία, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Όλα τους, μπορούν να θεωρηθούν έργα-νησίδες, κάποτε και πάρεργα, εξαίρεση μυθιστορηματική μέσα σ’ ένα έργο που κατά τ’ άλλα είναι αφιερωμένο σε είδη αλλότρια – την κριτική, τη διηγηματογραφία, την ποίηση.

Στη δεύτερη κατηγορία, έχουμε βέβαια μυθιστοριογράφους με περισσότερα του ενός αξιόλογα μυθιστορήματα στο ενεργητικό τους, που όμως λόγω της εντελώς ιδιαίτερης γραφής ή κοσμοθεώρησής τους, η θέση τους στην λογοτεχνία μας είναι έκκεντρη και προσωποπαγής. Ο Καζαντζάκης, ο Καραγάτσης, ο Πεντζίκης, ο Σκαρίμπας είναι τα πιο προφανή παραδείγματα – το προσωπικό τους ταμπεραμέντο εξέχει τόσο πολύ από τον αφηγηματικό κόσμο που πλάθουν, ώστε συχνά, όπως συμβαίνει στους ποιητές, μας εντυπώνεται βαθύτερα από εκείνον. Η έκτυπη υποκειμενικότητα του συγγραφικού Εγώ επισκιάζει εδώ την αναμενόμενη αντικειμενικότητα του είδους.

Αλλά και συγγραφείς όπως ο Τσίρκας, ο Α. Κοτζιάς, ο Βαλτινός, ώς έναν βαθμό, είναι παραδείγματα παραπλήσια. Μολονότι οι μορφικοί τους πειραματισμοί έχουν πηγή κοινή, μολονότι και οι τρεις αναμετρώνται με τα πάθη της ιστορίας, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι ιδρύουν ή συνεχίζουν μια γενεαλογική γραμμή, ότι στο συνεχές της νεοελληνικής μυθιστοριογραφίας αντιπροσωπεύουν κάτι παραπάνω από τον εαυτό τους. Αν ο Καζαντζάκης βρήκε στο πρόσωπο του Πρεβελάκη έναν επιφανή συγγενή, μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για εκείνους;

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε το αναντίρρητο γεγονός ότι το μυθιστόρημα εδώ σε μας σπανίως στάθηκε στην πρώτη γραμμή των συγγραφικών αναζητήσεων. Οι τρεις σημαντικότεροι πεζογράφοι μας του 19ου αιώνα, ο Μακρυγιάννης, ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, δεν γράφουν, ή δεν γράφουν σπουδαίο, μυθιστόρημα – όριό τους είναι η ολιγοπρόσωπη νουβέλα ή το αυτοβιογραφικό χρονικό. Η Γενιά του 1880 που αλλάζει την πορεία των γραμμάτων μας είναι γενιά ποιητών. Η Γενιά του 1930 περιλαμβάνει και σημαντικούς μυθιστοριογράφους. Παρ’ όλα αυτά,  το μείζον έργο του κορυφαίου για κάποιους πεζογράφου της, το Πλατύ ποτάμι του Μπεράτη, δεν είναι μυθιστόρημα. Μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα της μεταπολιτευτικής μας πεζογραφίας, από τα βιβλία του Ιωάννου και του Χειμωνά ώς το Πεθαίνω σα χώρα του Δημητριάδη και το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Μίσσιου, δεν είναι έργα μυθιστορηματικά, κι ας αυτοχαρακτηρίζονται ενίοτε έτσι. Και σήμερα, στη συγκυρία της κρίσης, τα πεζογραφήματα που μοιάζει να τραβούν την προσοχή του κοινού, είναι όλο και συχνότερα διηγήματα.

Ιδωμένη έτσι, η ελληνική μυθιστοριογραφία δεν απαρτίζει μια ενιαία αλυσίδα. Περισσότερο μοιάζει μ’ έναν σωρό από κρίκους, λαμπρούς κάποτε, αλλά σκόρπιους και ασύνδετους. Από κορυφές που, όσο σημαντικές και αν είναι καθ’ εαυτές, δεν συνιστούν οροσειρά, δεν συγκροτούν μεταξύ τους παράδοση. Διότι παράδοση δεν είναι απλώς το άθροισμα κάποιων σκόρπιων επιτευγμάτων. Αλλά μια ενότητα βαθύτερη και πολυπλοκότερη, μια παρακαταθήκη κοινών μορφικών και θεματικών αναζητήσεων, από την οποία οι μεμονωμένοι συγγραφείς διαρκώς αντλούν και την οποία διαρκώς πλουτίζουν.

Τέτοια ενότητα, τέτοια παρακαταθήκη εδώ σε μας έχει να επιδείξει η ποίηση. Έχοντας κορμό την κραταιά πατρογονική γραμμή που από τον Σολωμό και τους Επτανησίους οδηγεί στον Παλαμά και τους μεταπαλαμικούς, και απ’ αυτόν στον Σεφέρη και τον ελληνικό μοντερνισμό, η ελληνική ποίηση, μ’ όλες τις τροπές της μέσα στον χρόνο, χαρακτηρίζεται από θαυμαστή εκφραστική και θεματική συνοχή και συνέχεια. Και είναι χάρη σ’ αυτές, που κατορθώνει να εντάξει ομαλά στους κόλπους της ακόμη και φυσιογνωμίες και τεχνοτροπίες έκκεντρες όπως του Κάλβου ή του Καβάφη: και οι εξαιρέσεις προϋποθέτουν έναν Κανόνα.

Η ελληνική μυθιστοριογραφία, αντίθετα, τέτοιον κανόνα δεν διαθέτει. Αν η ποίησή μας είναι ένα δέντρο, η μυθιστοριογραφία μας είναι ένας θαμνότοπος. Με πάμπολλα φυτά, παραφυάδες και παραβλαστήματα, αλλά χωρίς κορμό, χωρίς ειρμό, χωρίς κατεύθυνση. Ένα σύνολο δηλαδή τυχαίο και, αναπόδραστα, έλασσον. Γιατί τι σημασία έχει εδώ ποιος θάμνος ξεχωρίζει; Δεν ξέρω πώς θα ήταν τα πράγματα αν οι παλιότερες προσπάθειες να δημιουργήσουμε μια παράδοση, η γενναία απόπειρα του Ξενόπουλου λ.χ. να θεμελιώσει το αστικό μυθιστόρημα, είχαν ευοδωθεί. Ξέρω όμως πόσο μας στοιχίζει η αποτυχία τους.

Ώστε αν αντικαταστήσουμε τον όρο «μυθιστόρημα» με τον ορθότερο «μυθιστορηματική παράδοση», το ερώτημα «Υπάρχει μυθιστόρημα στην Ελλάδα;» αποδεικνύεται και νόμιμο και εύλογο. Όσο και η νηφάλια παραδοχή ότι τέτοια παράδοση, φευ, δεν διαθέτουμε. Αυτή την απουσία είχαν κατά νου όσοι κατά καιρούς ανακίνησαν το ζήτημα και, με ουσιώδη επιχειρήματα, επεχείρησαν να την ερμηνεύσουν – από τον Βάσο Βαρίκα, τον Ρένο Αποστολίδη και τον Κωστή Παπαγιώργη παλιότερα, ώς τον Γιώργο Πινακούλα και την Αγγέλα Καστρινάκη στις μέρες μας. Και αδικούμε την προσπάθειά τους όταν τα συμπεράσματά τους τα χρεώνουμε στον απορριπτισμό ή όταν νομίζουμε ότι τα αναιρούμε προσκομίζοντας στατιστικού τύπου τεκμήρια.

Το κρίσιμο ερώτημα προφανώς εδώ είναι άλλο. Αυτή την παράδοση που στερούμαστε, υπάρχει ενδεχόμενο σοβαρό να την αποκτήσουμε στο ορατό μέλλον; Μπορούμε να προσβλέπουμε στο μέλλον της ελληνικής μυθιστοριογραφίας ως όλου με εμπιστοσύνη; Και εδώ η πρόβλεψή μου δεν είναι αισιόδοξη. Τα θεμέλια των παραδόσεων τίθενται συνήθως σε εποχές με χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από τη δική μας. Σε περιόδους αδιάπλαστες ακόμη, αλλά ρωμαλέες και δυναμικές, που θέτουν στον εαυτό τους αιτήματα όχι ατομικού αυτοπροσδιορισμού αλλά συλλογικής ταυτότητας. Ο ελληνικός ρομαντικός 19ος αιώνας ήταν μια τέτοια περίοδος.  Η σύντομη άνοιξη του αστικού μοντερνισμού τον Μεσοπόλεμο, επίσης.

Η τωρινή Ελλάδα είναι μια χώρα πολύ διαφορετική από την ομώνυμή της των καιρών εκείνη. Μια χώρα σε πολλαπλή ύφεση, για να μην πω βύθιση (δημογραφική, οικονομική, πολιτική), όπου η σπασμωδική εξατομίκευση και η παρασιτική ευμάρεια των προηγούμενων δεκαετιών από τη μια μεριά έχουν πλήξει καίρια τους υλικούς και ψυχικούς δεσμούς που εξασφάλιζαν έως χθες την συνοχή της, και από την άλλη δεν τους έχουν αντικαταστήσει με κάτι άλλο βιώσιμο. Εποχές και χώρες σαν τη δική μας τρέφονται από τα αποθέματα του παρελθόντος, σπανίως προσθέτουν κάτι δικό τους. Συνήθως εξανεμίζουν και δεν ιδρύουν παραδόσεις.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αν και στην Ελλάδα το βιώνουμε με ιδιαίτερη ένταση. Όμως και αλλού, από τις ΗΠΑ ώς τη Γηραιά ήπειρο, βλέπουμε το σκόρπισμα, τον κατακερματισμό της άλλοτε ενιαίας δημόσιας σφαίρας. Οι φυγόκεντρες δυνάμεις είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες από τις κεντρομόλες. Αυτό αντανακλάται αναγκαστικά και στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών. Οσοδήποτε σημαντικός κι αν είναι ένας δημιουργός του παρόντος, οι δυνατότητές του να επηρεάσει σε βαθμό πράγματι καθοριστικό την εξέλιξη της τέχνης του ή τη στάση των αποδεκτών της είναι περιορισμένες. Το αίτημα της αισθητικής και παιδευτικής διάπλασης του κοινού, που ήταν κεντρικό στις εθνικές μυθιστορηματικές παραδόσεις από τον καιρό του Μπαλζάκ και του Ντίκενς ώς εκείνον του Τολστόι, ακόμη και του Τόμας Μανν, έχει υποκατασταθεί από τον σεκταρισμό του γούστου. Η αυτοπραγμάτωση, η αυτοέκφραση του γράφοντος, όχι η έκφραση μιας ευρείας συλλογικότητας είναι το κίνητρο σήμερα της λογοτεχνικής δραστηριότητας.

Φυσικά, όπως δεν αμφισβητώ ότι και σήμερα γράφονται μυθιστορήματα αξιόλογα ή και σπουδαία στα ελληνικά, εξίσου λίγο μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να φανούν στην γλώσσα μας τέτοια και προσεχώς. Ωστόσο, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να παραμένει τέτοια, το έλλειμμα μιας μυθιστορηματικής παράδοσης όπως την περιέγραψα, πολύ δύσκολα θα καλυφθεί. Οι άξιοι συγγραφείς μπορούν και οφείλουν βεβαίως να θέσουν το αίτημα, να ευαισθητοποιήσουν το κοινό και να προετοιμάσουν τον δρόμο. Όμως όσο το αίτημά τους αυτό δεν βρίσκει απήχηση ευρύτερη, όσο δεν συνδυάζεται με ανάλογα αιτήματα πολιτικά και κοινωνικά, τα όποια επιτεύγματά τους κινδυνεύουν να μείνουν επιδόσεις μεμονωμένες και ατομικές.

Ας μην είμαστε πάντως αχρείαστα αποθαρρυντικοί. Ας αναλογιστούμε την απομόνωση του Σολωμού τον καιρό του, πόσες δεκαετίες πέρασαν έως ότου η γραμμή που εκείνος χάραξε, να επιβληθεί ως πρόγραμμα ποιητικό. Με αυτή την έννοια, η συζήτησή μας ενδέχεται να γίνεται, ας το ευχηθούμε, πολύ νωρίς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ