Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, Δύο διηγήματα (μτφρ. Μαρία Φραγκούλη)

Mario Andrea Rigoni

 

Ο άνδρας στο αναπηρικό καροτσάκι

Στη ζωή χρειάζεται να στηριζόμαστε σε κάτι, αλλιώς βουλιάζουμε. Ισχύει ίσως περισσότερο γι’ αυτόν, μα στην πραγματικότητα ισχύει για όλους, έλεγα: είναι απλώς ζήτημα τρόπου και βαθμού. Πόσα χρόνια, τώρα πια, ο Τάνο ήταν καταδικασμένος στο αναπηρικό καροτσάκι; Είκοσι, τριάντα; Ήταν οπωσδήποτε τόσα που, κάθε καλοκαίρι, ενώ κατέβαινα από το αυτοκίνητο και ξεφόρτωνα τις αποσκευές, σηκώνοντας το κεφάλι προς τον οικισμό κουρνιασμένο κατακόρυφα στη θάλασσα, έβλεπα το κοντόχοντρο περίγραμμά του να διαγράφεται ακίνητο στην ανοιχτή πόρτα –προστατευμένη μόνο από μια πράσινη πλαστική τέντα– του σπιτιού του, μικροσκοπικού σαν παιχνίδι. (περισσότερα…)

Γιώργος Δουατζής, Ανοιχτή επιστολή προς την Εταιρεία Συγγραφέων

Old opened an envelope with an attached piece of paper

Αγαπητοί φίλοι συγγραφείς και ποιητές, 
μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και του Δ.Σ. της

Αισθάνθηκα την ανάγκη να κοινοποιήσω δημοσίως κάποιες σκέψεις μου και ερωτήματα, τα οποία θα χαρώ να απαντηθούν, με την ελπίδα αναβάθμισης του ρόλου της Εταιρείας στον χώρο των λογοτεχνών και ευρύτερα στην κοινωνία.

Α. Διάβασα ανακοίνωση της Εταιρείας σας, όπου εκφράζει τη λύπη της για τις «αδικαιολόγητες επιθέσεις που δέχεται, επειδή ακολουθεί διαδικασίες που ισχύουν από την ίδρυσή της. Η Εταιρεία Συγγραφέων δεν υποκαθιστά την ελληνική δικαιοσύνη, που έχει αρμοδιότητα να κρίνει αν αποδεδειγμένα έχει διαπραχθεί λογοκλοπή.» (περισσότερα…)

Τζάκι Κέυ, Χαρτιά Υιοθεσίας

4e29f8331789425964815cbceb82b7ee

Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο 3ο: Λίστες Αναμονής

(Μτφρ.- σχόλια: Μαρία Μπλάνα)

Στο πρώτο πρακτορείο που πήγαμε
δεν μας ήθελαν στις λίστες τους
δεν μέναμε αρκετά κοντά σε κάποια ενορία
ούτε ήμασταν από αυτούς που πάνε εκκλησία
(αν και αποφύγαμε να αναφέρουμε πως ήμασταν κομμουνιστές)…
Στο δεύτερο μας είπαν
πως δεν βγάζαμε αρκετά λεφτά.
Στο τρίτο μας συμπάθησαν
αλλά η λίστα αναμονής ήταν ήδη στα πέντε χρόνια.
Πέρασα έξι μήνες προσπαθώντας να μη χαζεύω
τις κούνιες ή το καλαθάκι για μωρά στα καροτσάκια του σούπερ-μάρκετ,
να μην σκέφτομαι πως το παιδί που ήθελα θα μπορούσε
να ‘ναι τώρα πέντε χρόνων.
Στο τέταρτο πρακτορείο η λίστα είχε κλείσει.
Στο πέμπτο μας έβαλαν στη λίστα αλλά πάλι δεν είχαν μωρά.
Κι όπως βγαίναμε από την πόρτα
είπα Α, ξέρετε, δεν μας νοιάζει το χρώμα.
Κι έτσι απλά, η αναμονή τελείωσε.
 
Σήμερα το πρωί έφτασε ένας υπηρεσιακός φάκελος (περισσότερα…)

Λάμπρος Λαρέλης, Αθήνα

athina
με τον τρόπο του Γ.Σ.

Ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης προχθές στο Ελληνικό
παράδεισο ευκαιριών την είπε την Αθήνα,
στεφάνι τής απόθεσε αναπτυξιακό
και με resorts τη στόλισε, μαρίνες και καζίνα,
την είπε ευρωπροορισμό παρά την πανδημία,
μητρόπολη επενδύσεων, κι ας μην υπάρχει μία.

Πάει καλά… Ο Μητσωτός ας την εγκωμιάζει,
σ’ έναν Κυριάκο ο καθείς τα πάντα επιτρέπει,
ως κυβερνήτης είθισται να μας διασκεδάζει
κι εμπρός του όλα ευάερα κι ευήλια να τα βλέπει.
Όμως εγώ τα βλέπω αλλιώς, μία ιδέα πιο σκούρα,
και μου ’ναι χούι ανίκητο η χλεύη κι η καζούρα.

Ας κλώθει ο πρωθυπουργός οράματα στον νου του
κι ας τον δοξάζουν της τιβής τα πρώτα τα κλαρίνα,
αν όμως κάποιος από σας το θέλει, εξεπιτούτου
θα του το εξηγήσω εγώ ποια είναι η Αθήνα.
Ο Μητσοτάκης την υμνεί σε κάποια virtual σφαίρα
εγώ όμως δεν το κούνησα στιγμή από δω πέρα.

Αθήνα… Ξέρεις τι θα πει, μαλάκα μου, Αθήνα;
Απ’ την αυγή ένας σαματάς ώς το βαθύ σκοτάδι,
κρότοι βομβών στα Εξάρχεια και τακουνιών στη Σίνα,
βρισίδια και ξεφωνητά λες απ’ το στόμα του Άδη,
κόρνες και ποδοβολητά στη ράχη της ασφάλτου,
διαδηλωτών κοάξ κοάξ, κρωξίματα του βάλτου.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει;… Των οφθαλμών καούρες,
στην ντάλα του μεσημεριού τα φλας να κάνουν στράκες,
πόζες της Γιάννας, κι άλλα φλας, δημοσιογράφων μούρες,
κυρίες φιλανθρωπικές, κλάκες, τράκες, φενάκες,
και πλάι στα εξαμβλώματα του Ωνάση και του Νιάρχου
οι παρδαλοί περίπατοι κάθε βλαχοδημάρχου.

Κι αν στου Μαξίμου οι ιθύνοντες ξυπνούν μες στους μπαξέδες
και βλέπουν γάργαρα νερά και δροσερές καράφες,
λουλούδια βλέπουμε κι εμείς σε γκαζοντενεκέδες
και φοινικιές μισόξερες μέσα σε κάτι σκάφες.
Και κάθε μέρα σούμπιτοι βουτάμε ώς το κεφάλι
στης σκόνης μέσα τις βραγιές και μέσα στην αιθάλη.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει; Ένας λαός γκαρσόνια,
ντελιβεράδες, αιρ-μπι-εν-μπι και ρουμ-του-λετατζήδες,
ουρές στα προποτζίδικα, εισαγωγέων καμιόνια,
δικηγορίσκοι, εξέκιουτιβζ, κλόουν και φασουλήδες,
φάτσες βαλκάνιες δηλαδή οπού γελάει η Ευρώπη,
παράσιτα και πίθηκοι, μίμοι και λογοκλόποι.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει;… Της ιστορίας οι τύψεις,
καμπάνιες διαφημιστών, καθηγητών ατάκες,
του Βέλτσου η διανόηση, του Αυτιά οι αποκαλύψεις,
γκασμάδες μ’ ένα-δυο post-doc και ειδικευμένοι βλάκες,
σαβούρα ακαδημαϊκή και λίγδα στη βιτρίνα,
αυτό θα πει πρωτεύουσα, αυτό θα πει Αθήνα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Η παραχάραξη της Ιστορίας και ο πατριαρχικός δεσποτισμός στον ζόφο της Σβάστικας

 του ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑ

i-nyhta-tis-sbastikas-9786185032333-1000-1443601Τον Ιούλιο του 1940, η Λέσχη Αριστερού Βιβλίου του Λονδίνου επέλεξε τη Νύχτα της Σβάστικας του Murray Constantine ως βιβλίο του μήνα, εκπληρώνοντας την ανάγκη, σε αυτούς τους δύσκολους καλοκαιρινούς μήνες, για μία διαφορετική θέαση του ναζισμού, η οποία θα αποκάλυπτε και ενδεχομένως ανέλυε πιθανές αδυναμίες του ψυχισμού των Ναζί.[1]H επανέκδοση του μυθιστορήματος, αν και άκρως επίκαιρη, είχε περάσει μάλλον απαρατήρητη τον καιρό της έκδοσης του (1η έκδοση: από τον οίκο Victor Gollancz, 1937), καθώς ο κριτικός λόγος που περιέβαλε το βιβλίο ήταν αμελητέος. Μισόν αιώνα αργότερα, η Νύχτα της Σβάστικας θα αναδημοσιευτεί από τους Lawrence και Wishart με την παρότρυνση της αμερικανίδας ερευνήτριας, Daphne Patai, η οποία ανακάλυψε πως ο Constantine ήταν στην πραγματικότητα γυναίκα, η Katharine Burdekin (1896–1963), που έγραφε με ψευδώνυμο, μη διστάζοντας να αντιμετωπίσει τον πυρήνα μίας ιδεολογίας την περίοδο μάλιστα που ο Χίτλερ απολάμβανε αξιοπρόσεκτη δημοσιότητα και διεθνές κύρος. (περισσότερα…)

Ναι, οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα

pikrodafnes

του ΑΝΤΗ ΡΟΔΙΤΗ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη,
Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα,
Εκδόσεις Βακχικόν, 2020

Το σκεφτόμουν συχνά ή μάλλον περισσότερο το ένιωθα παρά το έβαζα σε λέξεις. Ότι τριάντα χρόνια όνειρα να επιστρέψουμε στους αγαπημένους και απαγορευμένους τόπους, ήταν όνειρα επιστροφής στον χρόνο παρά στον τόπο. Εκείνο το συναίσθημα έγινε θύελλα βουβής θλίψης όταν μπορούσαμε πια να επιστρέφουμε. Ο χρόνος απουσίαζε, κι όπου ο χώρος ήταν ακόμα ο ίδιος, ο απών χρόνος νέκρωνε και τον χώρο. (περισσότερα…)

Πέτρος Φωκιανός, Λεωφόρος Συγγρού

img_02561

 

Λεωφόρος Συγγρού

Ι.

Στην λεωφόρο Συγγρού βρέθηκε ένα κουφάρι.
Ένα εντελώς κουφαριασμένο κουφάρι,
που το ‘χαν αφήσει να κουφαριάζει από καιρό
κι όταν κουφάριασε καλά,
περνάγανε κουφάρια και το βλέπανε.
Θαύμαζαν την όψη του,
την στάση που είχε διατηρήσει κατά την πτώση,
το σχήμα που άφηνε ο λεκές.

Ήταν το καλύτερο κουφάρι που είχε να επιδείξει η πολιτεία.

ΙΙ.

Η λεωφόρος Συγγρού είναι ο κατάλληλος δρόμος να καταστείς κουφάρι.
Δεν έχεις παρά να επιλέξεις το ιδανικό κτήριο.
Την ώρα της πτώσης θα ευθυγραμμίσεις χέρια και πόδια με το κενό.
Λίγο πριν σκάσεις στην άσφαλτο,
φέρε το σώμα σου στην πιο ακραία θέση.
Μέχρι ο νους σου να διαρρήξει τους συνδέσμους,
οι φυσικοί νόμοι θα έχουν φροντίσει για αυτό.

Τότε θα καταστείς κουφάρι.

Επίλεξε το σημείο της πτώσης σου σωστά.
Ένας θάνατος δίπλα στην θάλασσα φαντάζει ελκυστικός.
Ο θάνατος στην λεωφόρο Συγγρού δεν σου προσφέρει εκείνες τις χαρές.
Οι γιατροί δεν εκτιμούν την πτώση του σχοινοβάτη·
φροντίζουν να σπάνε τον χορευτικό κλοιό.
Πρέπει να ξέρεις από μπαλετικούς όρους
για να εκτιμήσεις ένα σώμα που πέφτει.

Το κουφάρι για να ανθίσει θέλει τον χρόνο του
κι όταν του τον προσφέρεις, αυτό θα σε ανταμείψει.

Στην λεωφόρο Συγγρού, τα καλύτερα κουφάρια
τα κλέβουν λήσταρχοι και απατηλά στοιχεία.
Αν στην προσγείωση αποδειχθείς αρκούντως επιδέξιος,
θα βρεθείς κρυμμένος σε μία γυάλινη βιτρίνα.
Τα βράδια θα σε αφήνουν να γυροφέρνεις στις υπόγειες διαβάσεις,
να ηδονίζεσαι στα στριπτιζάδικα
και να σκαρφαλώνεις στις κορυφές από τα κτήρια
για να ασπαστείς την μορφή σου αφ’ υψηλού.

Πρέπει πάντα να επιστρέφεις στην προθήκη.
Το νου σου!

Είσαι το καλύτερο κουφάρι που έχει να επιδείξει η πολιτεία μας.

2020

ΠΕΤΡΟΣ ΦΩΚΙΑΝΟΣ

Τι σημαίνει να είναι κανείς «ιππότης της πίστης»;

 του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Σήμερα η θρησκευτική πίστη αντιμετωπίζεται συνήθως ως ένα σύνολο πεποιθήσεων που νοηματοδοτούν την ανθρώπινη ζωή μέσα από την επίκληση του υπερβατικού. Στον Δυτικό κόσμο, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις γίνονται σεβαστές και αποδεκτές, στον βαθμό που δέχονται τη φιλελεύθερη αρχή της ανεκτικότητας και δεν επιχειρούν να επιβληθούν με πολιτικά μέσα. «Καθένας είναι ελεύθερος να πιστεύει ό,τι θέλει», είναι η χαρακτηριστική φράση που εμφανίζεται στην αρχή και (συνηθέστερα) στο τέλος κάθε συζήτησης για το υπερφυσικό. Μάλιστα, κάθε δημόσια αναφορά στο υπερφυσικό, ακόμη και αν γίνεται από μη θρησκευτική σκοπιά, κατά κανόνα συνοδεύεται από την καθησυχαστική φράση που μόλις αναφέρθηκε, προκειμένου να μην εκληφθεί ως δείγμα απόπειρας προσηλυτισμού ή φονταμενταλισμού. (περισσότερα…)

Μήτε Ελένες μήτε Βεατρίκες…

afanon
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
Ξάνθος Μαϊντάς,
Αφανών γυναικών,
Γαβριηλίδης, 2019

Όταν κάνουμε λόγο για «νεότητα» στον χώρο των γραμμάτων, δικαιούμαστε να μην κυριολεκτούμε. Μερικές φορές μάλιστα, η φυγόκεντρος κίνηση από τον πυρήνα της κυριολεκτούσας ενδοχώρας προς τις απελευθερωτικές και κάποτε στασιαστικές περιφέρειες της μεταφοράς μοιάζει επιβεβλημένη. Στη λογοτεχνία, καλώς ή κακώς, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Γι’ αυτό και δεν μας ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία του εκάστοτε συγγραφέα αυτή καθ’ αυτήν –μολονότι κι εκείνη μείζονα ρόλο διαδραματίζει κατά τη σύλληψη και μόρφωση του έργου του– αλλά η «ηλικία» της γραφής του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κατά βάσιν μας αφορά δεν είναι τα νιάτα ή το γήρας ενός δημιουργού, αλλά τα νιάτα ή το γήρας του έργου του. Λέγοντας «νιάτα» τώρα, εννοούμε διανοητικές δυνάμεις ακμαίες, γονιμότητα πνευματική, σφρίγος στοχαστικό και κυριαρχία πάνω στα μέσα και τους τρόπους που o συγγραφέας μετέρχεται κατά την επίμοχθη μορφοπλαστική διαδικασία. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, ευρεία οπωσδήποτε αλλά όχι και αυθαίρετη, ο Ξάνθος Μαϊντάς (γ. 1950) διάγει αυτό ακριβώς: μια δεύτερη νεότητα. (περισσότερα…)

Λάμπρος Λαρέλης, Κόμμα ελληνικό

mpost

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~

 

ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
δέντρο που ξερίζωσαν του καιρού οι ανέμοι,
άφησέ με νά ’χω κάτι κι από σένα,
παρδαλή πατρίδα εξαχρειωμένη,
άφησε μαζί μου σουβενίρ να πάρω
για όσες πίκρες μού ’δωσες, κάθε σου χτικιό,
σουβενίρ της λέρας, της βλακείας καπάρο,
μόνο λίγο κόμμα, κόμμα ελληνικό.

Κόμμα αναστημένο μες στα βουρκονέρια,
κόμμα βουτηγμένο στην ψευτιά, στη φτήνια,
κόμμα ταϊσμένο με λογής ξεφτέρια,
κόμμα που σημαία το ’χουν τα σαΐνια,
γαλανό και πράσινο κι ερυθρό κοπάδι
που όλο ατσιδοσύνη ζέχνει κι εμετό,
κόμμα που την κάλπη του έστησε στον Άδη
κι ο Αρχηγός του ανέτειλε απ’ τον οχετό.

Κόμμα που όλα γύρω τα ’χει κάνει στάχτη,
που όσα όρθια στέκαν τά ’χει όλα γκρεμίσει,
τ’ άγια που έχει θάψει μέσα στην απάτη
κι έχει όλα τα τίμια στην κοπριά κυλήσει
από την Ακρόπολη ώς το Εικοσιένα,
που έχει κάνει σούργελο κάθε προκοπή,
κόμμα που ένα κόμισε δώρο στον καθένα:
αναγούλα κι όνειδος, πόζα και πομπή.

Το έμβλημά σου, κόμμα μου, πάνω στο ψυγείο
να κολλήσω θέλω, άθλιο θυμητάρι,
κι όταν θα σε βλέπω, μ’ ένα γέλιο κρύο
να χλευάζω ολόκαρδα την αισχρή σου χάρη.
Η δική σου η θέα να με αηδιάζει
κι όσο κι αν πεινάσω, όσο κι αν διψώ,
μια ματιά στην όψη σου λες θα με προστάζει
πίσω στην Ελλάδα να μην ξαναρθώ.

Κι αν το ριζικό μου –κωμικό το μαύρο–
άθελά μου κάποτε με γυρίσει πίσω,
τη στερνή μου εκδίκηση μέσα σου εγώ θά ’βρω
όλη αυτή τη βρώμα σου, κόμμα, αν αυγατίσω.
Μες στον σκουπιδώνα σου μόνο να πεθάνω,
τίποτα δεν ξέρω πιο λυτρωτικό,
να σαπίσω σύγκορμος στη σαπίλα επάνω,
κόμμα άθλιο πτώμα, πτώμα ελληνικό.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Ελένη Χαϊμάνη, Αντίφωνα

modigl

 

«Να σε βλέπω μισή να περνάς
στο νερό
και μισή να σε κλαίω
μες τον παράδεισο.»
Ο. ΕΛΥΤΗΣ, ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Μην με κοιτάξεις σα περνώ ασυγκράτητα, μ’ ορμή
και σπρώχνω τους περαστικούς στις γειτονιές
της πόλης. Τίποτα πια δεν θα ’ναι ίδιο, μα
ένας καινούργιος κόσμος, εχθρικός, αγνώριστος
που θα τον επιβλέπω, με περιέργεια περισσή,
προσεχτικά, μέσα απ’ τα μικρά μου
τετράγωνα παράθυρα.
Κι αν υπάρχει λίγη λογική στον παραλογισμό μου,
αν κι εκείνος στην λογική μου εμφανίζεται ξανά
κι υπάρχει, καταρρίπτεται περίτρανα το κύρος
της Αλήθειας· η αλήθεια μετατρέπεται σ’ υπόθεση
υποκειμενική,
και πλέον κομματιάζεται σε τόσες πολλές αλήθειες
όσα και τα υποκείμενα που θα την πουν,
χωρίς καμία από δαύτες να θεωρηθεί πως
αντιπροσωπεύει την Μία και μοναδική μου Αλήθεια.
Εδώ, αφοσιωμένη στην δουλειά, εργάζομαι μονάχη
δίχως επαφές από τον έξω κόσμο, ανεπηρέαστη
άγρια και κάπως απλησίαστη.
Δημιουργώ επίπεδα, όγκους, χρώματα ‒ τόπο και
χρόνο δηλαδή, με την βοήθεια τ’ ανέσπερου φωτός,
σ’ ένα μνημείο, εξαίσιο, της αγάπης.
Παρ’ όλη την αφάνταστη σκληρότητα και αδιαφορία
είχα πάντοτε σωστή την αίσθηση του ωραίου,
το πάθος του δωρικού ρυθμού.
Πολλά χρόνια χρειάστηκαν, 22 χιλιάδες άνθρωποι
πέρασαν στην ζωή μου για να χτιστεί· και το ’φτιαξα
με δέος, όπως πηγαίνεις έπειτ’ από πολύ καιρό κοντά
σε πράγματα, πρόσωπ’ αγαπημένα που ζητάς
να μην βρεις μπροστά σου αλλαγμένα, κουρασμένα
ή κάπως γερασμένα.
Έτσι, την φιγούρα τη φαντάζομαι όχι περιορισμένη
σε μια επιφάνεια στενή, αλλά γαλάζια
να υψώνεται μέσα, ψηλά στο Σύμπαν,
όπως μεγαλειώδης και κυρίαρχη είναι κι η θάλασσα,
που σα μνημείο διαλαλεί τη μνήμη
με την έκτυπη μαρμαρένια της φόρμα
που την ζωντάνεψα, μ’ αίμα πληθωρικό.
Τι να ψιθυρίζει· τι να φωνάζει,
πώς να κινείται ή και να τρέμει·
αν ησυχάζει, αν ονειρεύεται πάνω στις επιφάνειες
‒ και κάτω από αυτές,
στους ανεπαίσθητους κυματισμούς μου,
στις δυνατές μου εξάρσεις…
Κάποια στιγμή θα τρελαθώ, και θα σταθώ
μπρός απ’ την θάλασσά σου,
με το μισό μου κορμί θα περπατώ τα νερά της
αμίλητη και σοβαρή
φωνάζοντας στεντόρεια
το επίγειο όνομά σου:

«… Σ΄ αγαπώ , μ’ ακούς;
………………………………………………………Πάντοτε σε θυμάμαι!»

κι εφτά φορές θα ’ν’ η απάντηση σκληρή:
«Παντοτινά κοιμάμαι, ,…………………………………………………………………
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, ……………………………………………………………….
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, ………………………………..
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………..παντοτινά…»

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν…

Λυκιαρδ, Ποιήμ

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020

Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. (περισσότερα…)