Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

*

ΦΙΛΟΙ

Τι θα έλεγες να μέναμε το βράδυ τούτο ξύπνιοι
να χαλιναγωγήσουμε τη νύχτα σαν παλιά
και να είναι το φεγγάρι λύχνος μέσα στα σκοτάδια;

Στην κάμαρα ξεθάβοντας το σκονισμένο μπάσο
θα παίζουμε τους έφηβους με τις ζεστές καρδιές
κι όταν ο δίσκος θα σκοντάφτει στη βελόνα
με μια ματιά θα αναπολούμε περασμένους ρόλους.

Στο δώμα επάνω θα κοιτάζουμε τα αστέρια·
δεν θα μετράμε εμείς αυτά – θα μας μετρούν εκείνα.
Και θα μας βγάζουν μια ψυχή, δυο μάτια φλογισμένα
και μόνο εμείς θα ξέρουμε πως άλλαξε ο αέρας.

*

ΜΑΧΣΑ

Θα μείνεις όμορφη, Μαχσά,
σαν μεγαλώσεις. Τι γελάς;
Με τέτοια μάτια καστανά,
μαλλιά της νύκτας φορεσιά
και σκέψεις που βοούν κρυφά,
στη Δύση θα ήσουν στο μυαλό
τόσων ανθρώπων ζωηρών.

Θα γίνεις όμορφη, Μαχσά,
ανάμνηση στον ύπνο μου·
τις νύχτες, ξέρεις, που ξυπνώ
με ιδρώτα και ξερό λαιμό.

Φεύγεις κι απλώνεται η φωτιά.
Τουλάχιστον στον ουρανό
θα πιεις, ελπίζω, δροσερό
στον κήπο του Χριστού νερό.

* (περισσότερα…)

Αποσπάσματα ερωτικής λογοτεχνίας της Αναγέννησης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ι

Η ερωτική σκηνή από την Ιστορία Δύο Εραστών
(1444)

Ένα από τα δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του 15ου αιώνα ήταν η Ιστορία Δύο Εραστών  του Σιεννέζου συγγραφέα Αινεία Σύλβιου Βαρθολομαίου Πικκολομίνι (μετέπειτα Πάπα Πίου Β’). H Ιστορία Δύο Εραστών (Historia de Duobus Amantibus) είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα που αφηγείται τον φλογερό και παράνομο έρωτα της Λουκρητίας, μιας παντρεμένης γυναίκας, και του Ευρύαλου, ενός ανερχόμενου ευγενούς. Χίλια-μύρια εμπόδια στήνονται ανάμεσα στους ερωτευμένους, αλλά κάποια στιγμή κατορθώνουν να έλθουν σε σωματική επαφή. Το απόσπασμα περιγράφει αυτήν τη σκηνή:

«Η Λουκρητία φορούσε μια ελαφριά ρόμπα η οποία κολλούσε στο σώμα της δίχως καμία πτύχωση, δεν έκρυβε ούτε το στήθος ούτε τους γοφούς της και αναδείκνυε τα άκρα της όπως ακριβώς ήταν. Ο λαιμός της ήταν κατάλευκος, τα μάτια της έλαμπαν σαν τον ήλιο, το βλέμμα της ήταν χαρούμενο, το πρόσωπό της ζωντανό και τα μάγουλά της σαν κρίνοι ανακατεμένοι με κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Γέλιο γλυκό και σεμνό γέμιζε το στόμα της. Το ντεκολτέ της ήταν βαθύ και τα στήθη της φούσκωναν σαν ρόδια, έτσι που καθένας θα λαχταρούσε να τα αγγίξει.

Ο Ευρύαλος δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί, ξέχασε τον φόβο του και παραμέρισε κάθε σεμνότητα. Πλησίασε κοντά της και είπε: ‘‘Επιτέλους, ας απολαύσουμε τον έρωτά μας’’ και ταίριαξε τις πράξεις του με τα λόγια του. Όμως εκείνη αντιστεκόταν και παρακαλούσε γα την τιμή και την υπόληψή της, επιμένοντας ότι η αγάπη τους δεν απαιτούσε τίποτα περισσότερο από λόγια και φιλιά. Σε αυτό, ο Ευρύαλος χαμογέλασε: ‘‘Είναι γνωστό ότι ήρθα εδώ ή όχι; Αν είναι, δεν υπάρχει κανένας που δεν θα υποψιαστεί το χειρότερο, και είναι τόσο ανόητο να χάνεις τη φήμη σου για το τίποτα. Αν πάλι πράγματι κανείς δεν γνωρίζει ότι ήρθα εδώ, τότε δεν θα το μάθει ούτε κι αυτό. Ζούμε μια υπόσχεση αγάπης και προτιμώ να πεθάνω προτού τη στερηθώ’’ .

‘‘Μα είναι λάθος!’’ , φώναξε εκείνη, και αυτός απάντησε: ‘‘Λάθος είναι να μην αξιοποιούμε τα καλά πράγματα όταν μας δίνονται. Θα αφήσω μήπως να χαθεί η ευκαιρία που αναζητούσα τόσο καιρό και επιθυμούσα τόσο διακαώς;’’ . Της άρπαξε το φόρεμα, και αφού η Λουκρητία αντιστάθηκε χωρίς επιθυμία να επικρατήσει, εκείνος υπερίσχυσε εύκολα». (περισσότερα…)

Σύμβολα και αρχέτυπα στην ελληνική πεζογραφία

*

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Σύμβολα και αρχέτυπα εντοπίζονται σε όλο το σώμα της λογοτεχνίας, ελληνικής και ξένης. Μπορεί η παρουσία τους να είναι πιο εμφανής στην ποίηση αλλά τα χρησιμοποιεί κατά κόρον και η πεζογραφία με τους δικούς της τρόπους και για τους δικούς της σκοπούς.

Το σύμβολο είναι πρόσφορο στοιχείο της αφήγησης τόσο από αισθητική-υφολογική άποψη, όσο και από νοηματική. Ανάλογα με την συχνότητα εμφάνισής του μέσα στο κείμενο και σε συνάρτηση με τη σημασιολογική του βαρύτητα μπορεί να φωτίσει πλευρές του νοήματος ή να το συσκοτίσει. Συνήθως υπάρχει για να ανοίγει δίαυλους επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Γιατί είναι αναγνωρίσιμο, όλοι σχεδόν είμαστε σε θέση να το εντοπίσουμε και να συμφωνήσουμε μέχρι έναν βαθμό ως προς τις ποιότητες που του αποδίδονται. Να του προσδώσουμε αρχικά μια θετική ή αρνητική σημασία. Με αυτή την έννοια το σύμβολο ενισχύει την επικοινωνιακή δύναμη του κειμένου στο οποίο εντάσσεται και γίνεται από μόνο του ένα καίριο ερμηνευτικό κλειδί.

Ακόμη το σύμβολο μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο και σε επίπεδο πλοκής. Παίρνει συχνά τον ρόλο του MacGuffin, ενός αντικειμένου δηλαδή που εκπέμπει μυστήριο και σημασία και αναγκάζει μεγάλο μέρος της πλοκής να περιστρέφεται γύρω του. Κάποιες φορές μας προϊδεάζει για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Συντελεί στην τονικότητα της αφήγησης και δημιουργεί σημάνσεις για τις μετέπειτα εξελίξεις.

Ένα ποίημα βρίθει από σύμβολα. Για παράδειγμα η «Στροφή» από την ομώνυμη συλλογή του Σεφέρη που είναι έντονα επηρεασμένη και από το συμβολιστικό κίνημα. Σχεδόν σε κάθε στίχο εκεί δεσπόζει ένα σύμβολο. Σχεδόν κάθε ουσιαστικό που εμφανίζεται στο ποίημα έχει συμβολική διάσταση. Κάτι τέτοιο μπορεί φαινομενικά να θολώνει το νοηματικό τοπίο αλλά αποτελεί συγχρόνως και πυξίδα κατανόησης. Το πιο στέρεο έδαφος που έχουμε στο ποίημα είναι οι λέξεις με τη συμβολική τους σημασία και αυτό που χρειάζεται για να διαρρήξουμε τη μεμβράνη του απροσπέλαστου είναι να δούμε πως συνομιλούν μεταξύ τους, ποια η σχέση τους, ποιοι οι αντιθετικοί πόλοι που σχηματίζουν. (περισσότερα…)

Η διαφθορά στον δημόσιο βίο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η διαφθορά αποτελεί γενική έννοια στην οποία μπορούν να συμπεριληφθούν όλες εκείνες οι συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται ως μορφές κατάχρησης εξουσίας είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα. Αφορά σε επιλογές που πραγματοποιούνται όχι στη βάση ενός θεσμοθετημένου και νομιμοποιημένου κοινωνικού πλαισίου, αλλά στη βάση εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων, ατόμων ή ομάδων, που έχουν τη δυνατότητα (λόγω της θέσης τους στην ιεραρχία ενός δημόσιου ή ιδιωτικού θεσμού) να λάβουν τη συγκεκριμένη απόφαση. Εξυπακούεται ότι τέτοιου είδους αποφάσεις έρχονται ευθέως σε σύγκρουση με το «δημόσιο συμφέρον» με οποιοδήποτε τρόπο αυτό νοείται σε κάθε εποχή. Συνήθως οι πρακτικές της διαφθοράς γίνονται εμφανείς σε περιόδους κρίσεων των κριτηρίων νομιμότητας όταν και καθίσταται επιτακτική η ανάγκη επαναξιολόγησης τους και πιθανώς η υιοθέτηση νέων.

Η παραβίαση των κανόνων της συλλογικής ζωής και η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά ανάλογα με το υφιστάμενο νομιμοποιητικό πλαίσιο καθορισμού του δημοσίου συμφέροντος καθορίζει και το εννοιολογικό περιεχόμενο της διαφθοράς. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η διαφθορά αποτελεί διεθνές και ταυτόχρονα διαχρονικό φαινόμενο. Υπάρχει με διάφορες μορφές, εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, εμφανίζει πάμπολλα χαρακτηριστικά με αποτέλεσμα να είναι σχετικά δύσκολο να ευρεθεί ένας κατάλληλος ορισμός που να καλύπτει το σύνολο των διαχρονικών του πτυχών.

Παράλληλα η διαχρονικότητα του, η χωρική του εξάπλωση, αλλά και η παρουσία του σχεδόν στο σύνολο των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών, σηματοδοτεί μια συνεχή εξέλιξη και μεταβολή του φαινομένου καθιστώντας δυσκολότερη τη σύλληψη των εκφάνσεών του στην καθημερινότητα. Παρ’ όλα αυτά όμως ουσιαστικά πρόκειται για ένα φαινόμενο σχετικά προβλέψιμο αν όχι ως προς την έκτασή του τουλάχιστον ως προς τις βασικές του εκδηλώσεις.

Η προσέγγιση του ζητήματος της διαφθοράς στον κοινωνικό βίο απαιτεί συνεπώς, την ανάδυση των ειδικών χαρακτηριστικών της συγκυρίας του πολιτικοοικονομικού σχηματισμού εντός του οποίου εκδηλώνεται. Τούτο σηματοδοτεί την ανάγκη αναφοράς στα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής φάσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Αν παραμείνουμε στο πλαίσιο του σημερινού κυρίαρχου και μοναδικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, του καπιταλιστικού και ανατρέξουμε στις απαρχές της δημιουργίας του, οι πράξεις διαφθοράς με τη σημερινή μορφή είναι ορατές από τα μέσα του 18ου αιώνα, δηλαδή την περίοδο όπου επήλθε η σύγκρουση μεταξύ των ανερχομένων αστικών στρωμάτων ως φορέων της νέας οικονομικής νομιμότητας και των ολιγαρχικών στρωμάτων της αριστοκρατίας και των βασιλέων ως φορέων της μέχρι τότε πολιτικής νομιμότητας. (Π. Κονδύλης)

Παρότι αμφισβητούνται ιστορικά οι επιπτώσεις που είχε η διαφθορά των αριστοκρατικών και μοναρχικών θεσμών στην ανάπτυξη των τότε επαναστατικών κινημάτων (Π. Λασκούμ) είναι απολύτως βέβαιη η ύπαρξη της και μάλιστα σε συνεχώς διευρυνόμενο βαθμό. Παρότι ο οποιοσδήποτε συσχετισμός διαφορετικών ιστορικών περιόδων ενέχει κινδύνους, μπορούμε να υποστηρίξουμε τον παραλληλισμό ανάμεσα σε περιόδους όπου όχι μόνον τίθενται τα ζητήματα της νομιμότητας των τρόπων απόκτησης πλούτου αλλά και του τρόπου υποστήριξης που παρέχει η εκάστοτε πολιτική εξουσία στην επιχειρηματική τάξη με διάφορους αδιαφανείς τρόπους. (περισσότερα…)

Σκέφτονται άρα υπάρχεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Το ζώο έχει πρόσωπο – ο άνθρωπος έχει μάσκα. Το ζώο το κοιτάζεις και βλέπεις την ψυχή του ζώου. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις την αλήθεια του. Τον άνθρωπο τον κοιτάζεις και βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να κρύψει την ψυχή του. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις το ψέμα του.

Δύστυχο ζώο ο άνθρωπος. Δεν διάλεξε το ψέμα του. Του το έδωσαν για αλήθεια οι μάσκες που ψεύδονταν την ύπαρξή του. Παλεύει – παλεύει μια ζωή με την μάσκα του. Αν την αγαπήσει, τότε είναι που θ’ αρχίσει να ουρλιάζει μέσα του ό,τι δεν μπορεί να νιώσει πως η μάσκα του ανήκει. Αν την μισήσει, θ’ αρχίσει να δαγκώνει μέσα του ό,τι νιώθει πως απειλείται από την απόρριψη της μάσκας.

Έτσι κι αλλιώς χαμένος ο άνθρωπος πίσω από την μάσκα του. Έτσι κι αλλιώς μια προκατάληψη: σκέπτομαι άρα υπάρχω. Ώσπου ν’ ανακαλύψει πως το «σωστό» είναι: σκέπτονται άρα υπάρχω.

Και τότε η μάσκα γίνεται μάσκα της μάσκας. Την μάσκα δεν την επιλέγεις, δεν μπορείς να την φτιάξεις. Την μάσκα της μάσκας την επιλέγεις, μπορείς να την κατασκευάσεις. Μπορείς με μια κίνηση τερατώδους ψεύδους να υποκριθείς την αλήθεια.

Αυτός είναι ο «μηχανισμός» της πολιτικής επικοινωνίας: λέω τερατώδη ψέματα, για να σκεφτείς πως δεν μπορεί να είμαι τόσο ψεύτης. Άρα; Πίσω από την τερατώδη μάσκα βρίσκεται το πρόσωπο. Το πρόσωπο που τόσο θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου ή το πρόσωπο που δεν θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου.

Τα πάντα εκτός από την αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι κουραστική, θέτει τόσα ερωτήματα. Και το χειρότερο: ζητάει απαντήσεις, με μόνο δεδομένο το χάος.

Κοιτάξτε τα πρόσωπά τους. Είναι οι μάσκες των μασκών που κρύβουν το χάος, το μηδέν, το τίποτα, αυτό που υπάρχει μόνο επειδή σκέπτεσαι.

Μια σκέψη θα μπορούσε να τους αφανίσει. Κι όμως αυτή η σκέψη δεν μπορεί να γίνει. Τι την κρατάει; Ο φόβος πως θα σταματήσουν να σκέπτονται και θα πάψεις να υπάρχεις!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

Ο φόβος να είσαι άνθρωπος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Ο Homo sapiens sapiens ή απλά Άνθρωπος, το μόνο σωζόμενο υποείδος του Homo sapiens ή απλά Σοφού Ανθρώπου, θηλαστικό της οικογένειας των Ανθρωπιδών της υπεροικογένειας των Ανθρωποειδών της μικροτάξης των Κατάρρινων της ανθυποτάξης των Σιμιόμορφων της υποτάξης των Απλόρρινων της τάξης των Πρωτευόντων, πιθανόν θα υπάρχει όσο αναπαράγεται επαρκώς. Δυστυχώς αυτό δεν είναι στην εκλογή του. Το περιβάλλον του πλανήτη Γη δεν ενδιαφέρεται στο ελάχιστο για το τι πιστεύει ο άνθρωπος για τον εαυτό του και για την ανάπτυξή του.

Τα στοιχεία της φύσης θα μπορούσαν -και ενδεχομένως θα το κάνουν κάποτε- να αφανίσουν τον άνθρωπο, ο οποίος ακόμα και στην κορυφή της ανάπτυξής του, ακόμα και με τους καλύτερους όρους στον αγώνα επιβίωσης, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα ροκανίδι σ’ έναν γιγάντιο αχυρώνα.

Άλλωστε, το ουσιώδες -όπως το θέτει ο ίδιος- δεν είναι η ύπαρξη του είδους του, η οποία είναι βέβαιο πως βαίνει αργά αλλά σταθερά προς τον αφανισμό, αλλά η ποιοτική ύπαρξή του και ίσως κάποια παράταση του αφανισμού – σε πλανητικό επίπεδο, φυσικά, αφού οι διαδικασίες του ηλικιακού συστήματος στο οποίο ανήκει η Γη είναι πέρα από τον έλεγχό του.

Σ’ αυτόν τον μάλλον αποτυχημένο αγώνα επιβίωσης, ο άνθρωπος είχε μέχρι πρότινος επινοήσει δύο εικόνες για την ίδια του την ύπαρξη: την τραγική και την μεσσιανική, στις οποίες βάσισε δύο τρόπους σκέψης: τον τραγικό και τον σωτηριολογικό. (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό… (Για τον Δημήτρη Αρμάο)

*

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…

Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι· να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
Πράσινες περιστέρες
περουζέδες
εντός· εκτός: φερέλπιδες pagliacci
να προγευματίζουν
βουτώντας προκηρύξεις
στον καφέ και τσιγάρα στον καφέ·
«Miglior fabbro, miglior fabbro,
γελάς; Είσαι καλός άνθρωπος. Προσπαθεί
να σε κηδέψει ο Foucault”.
«Τι θα μείνει απ’ όλα αυτά;
Καν μια Παλατινή Ανθολογία!» – 1987
«Κέλα για το den του Blake, Γιώργη.
Θα κάνουμε μια έκδοση βαθιά
των Τραγουδιών της Πείρας:
οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι» – 1991
«Άφησε τώρα τον Shakespeare – έχουμε αρκετό·
οι νταλγκάδες του Coleridge λείπουν:
Biographia Literaria.
«Τα παρατώ, Γιώργη», 19; (μόνο εκείνα τα σκαλιά
θυμάμαι και Ζ. Πηγής και… Jonny Walker (;)
και «Όχι εσύ Δημήτρη. Ο τόπος ζέχνει
από managers – ο Κέρβερος
παραδίδει μαθήματα επικοινωνιολογίας…»
«Τι δίνουμε στα παιδιά, Γιώργη;
Απελπισία στιχηρή. Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας
σα θλιβερά τραγούδια. Αυτό που έρχεται….
οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια…
θα διδάξω… νύχτα. Bella νύχτα!
Αποκριές. Δες πως χορεύει η Μούσα σου!» –
χίλια εννιακόσια – στα χίλια εννιακόσια…
Μόνο το φως, η μουσική, τα χείλη διαρκούν.
«Κι εγώ; Ένα μπουκάλι Cutty Shark – το λιγότερο
τη μέρα; O Coleridge; Κάτι
μυρίζει εξορία μέσα μου, ακούγοντάς σε…
By thy grey beard and glittering eye…»
Τριάντα χρόνια προσδοκίες και ματαιώσεις
κι ο θεός γυμνός, ν’ αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση
κι ο βαρκάρης: «Δυο τρόποι για να βρεις
τη λευτεριά σου: ο ένας να φυγαδευτείς
κι ο άλλος να πεθάνεις.
«Τον Poe να κάνουμε, Γιώργη: πλήρης
έκδοση σχολιασμένη…»
Έζησα ήδη έναν θάνατο.
Ο δεύτερος θα με συντρίψει.
Κι έγιναν πέντε και δέκα και…
Μην βιάζεστε, ασύστατοι.
Ένας-ένας…
Ο Άδης τρέφεται με τους καλούς –
οι άθλιοι τον βαρυστομαχιάζουν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
*

Το δημογραφικό τίς ἡλιόλουστες μέρες

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Τά καλοκαίρια, πρίν τό δύο χιλιάδες, τά κουτσοκαταφέρνανε. Ξέπεφταν καί τίποτα τουρίστες, τούς ἔκαναν χάζι. Κυρίως ὅμως ἔρχονταν προσκυνητές γιά τό σκαλισμένο ναῒδριο βαθιά μέσα στό βράχο. Μιά δυό σχετικά νέες τούς πουλοῦσαν ρίγανη σέ ματσάκια, φασκόμηλο πού ἀφθονοῦσε στίς πλαγιές ὁλόγυρα καί πρός τό φθινόπωρο ξερά κρεμμύδια. Ἀλλά τό χειμώνα ἀλλίμονο ἄν ἔπιανε χιόνι. Ἀποκόβονταν τελείως καί ἕνας Θεός ξέρει πῶς ἐπιζούσανε. «Δέν ἔχει πιά ζωή ἐδῶ πάνω, καθόλου ζωή» λέγανε οἱ κυνηγοί πού δέν μπορούσανε νά βροῦνε οὔτε ταβέρνα οὔτε καφενεῖο, τίποτα νά χωθοῦνε μέσα. Ἀλλά οἱ γέροι, πιό πολύ γριές δηλαδή, δέ λέγανε νά τό κουνήσουν, σά νά τόχανε ὁμαδικά ἀποφασισμένο νά πεθάνουν ἐκεῖ. Καί νά πεῖς πώς κάνανε βεγγέρες ἤ νοιάζονταν ἰδιαίτερα ὁ ἕνας τόν ἄλλον; Μπά, οἱ συνηθισμένοι τσακωμοί, διαφωνίες, γρίνες, λόγια, ἀντιπάθειες καί τά παρόμοια ἐπικρατοῦσαν.

Ὅταν ξάνοιγε ὁ καιρός καί, μ’ ὅλο τό κρύο ἐκεῖ πάνω, πρόβαλλε ὁ ἥλιος, προβάλλανε κι αὐτοί στά κατώφλια τους καί κάθονταν στά σκαλιά τους μέ τά πόδια ἁπλωμένα στή λιακάδα. Πιό πολύ μέ σκούρους λεκέδες μοιάζανε παρά μέ ἀνθρώπους: ἐκεῖνες τίς κηλίδες πού γεμίζουν τά μάτια, ἄν προσηλωθοῦνε ὥρα στό ὁλόλαμπρο φῶς. Οἱ περισσότεροι ὡστόσο ὅλο καί κάποιον εἴχανε νά τούς τηλεφωνήσει, κάποιο παιδί ἤ ἀνήψι, ἐγγόνι ἤ δισέγγονο νά δώσει σημάδι ζωῆς. Τό περιμένανε ἀλλά ὄχι μέ καμιά ἰδιαίτερη λαχτάρα, γιατί στό βάθος φοβόντουσαν τά δυνατά χτυποκάρδια πού φέρνει τόσο ἡ χαρά ὅσο καί τά βάσανα, καί γιατί γνώριζαν πώς καί οἱ πιό ὄμορφες λαχτάρες περνοῦν, κι αὐτοί μένουν πάλι μόνοι καί ξεχασμένοι. Προτιμοῦσαν τήν ὁμοιομορφία τῶν ἡμερῶν, τήν παραίτησή τους, εἶχαν ἐξοικειωθεῖ μέ τούς πόνους τους πού κανείς δέν εἶχε διάθεση νά μοιραστεῖ. Ἡ μοναξιά γι αὐτούς δέν ἦταν θηρίο ἤ τέρας, μονάχα ἀπροσμέτρητα βαθιά ἀποδοχή. Ὅποιος ἔδειχνε σημάδια ἀνυπομονησίας, φόβου ἤ διαμαρτυρίας μᾶλλον εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα του νά φύγει γιά κανένα «ἵδρυμα» ὅπου πολύ γρήγορα θά πέθαινε.

Δυό πράγματα ὡστόσο τούς ἔδιναν μιά ἀνακούφιση πού ἔμοιαζε σχεδόν μέ χαρά. Τό ἕνα ἦταν ἡ ἑβδομαδιαία ἄφιξη τοῦ γιατροῦ πού παρέμενε ἐκεῖ πάνω γι αὐτούς τυλιγμένος στόν ἱερατικό μανδύα παλιῶν ἔνδοξων καιρῶν τῆς Ἱατρικῆς. Τό ἄλλο, τό σπάνιο Κυριακάτικο χτύπημα τῆς καμπάνας, σημάδι πώς θά γινόταν μετά ἀπό μῆνες λειτουργία, ἰδίως ἄν μαζί μέ τόν παπά ἐρχόταν καί μιά γλυκιά χειμωνιάτικη λιακάδα. Τότε θά μποροῦσαν στό σχόλασμα τῆς ἐκκλησίας νά μείνουν μαζεμένοι στό προαύλιο σάν προϊστορικές σαῦρες κάτω ἀπό τόν ἥλιο. Ἀφοῦ ἔλεγαν ὄ,τι εἶχαν νά ποῦν, μένανε σιωπηλοί μέσα στό ζεστό φῶς, ὥσπου κρύωναν τά πόδια καί στήν πλάτη τους ἄρχιζαν νά τρέχουν ρίγη, καί τότε κάποιος ἔκανε τήν ἀρχή νά συρθεῖ νά φύγει. Ἀλλά ὡς ἐκείνη τή στιγμή τά κόκκαλά τους ρούφαγαν τήν ἀνακούφιση τῆς ζεστασιᾶς καί τοῦ φωτός, σάν μιά παραδείσια ὑπόμνηση, ὄχι ἐνός μακρινοῦ παρελθόντος οὔτε μιᾶς μελλοντικῆς ἀφηρημένης ὑπόσχεσης ἀλλά μιᾶς Παρούσας ἁπτῆς ἐλπίδας, πού τό χάδι της ἔφτανε μέχρι τό μεδούλι ὀστῶν ἕτοιμων νά θρυβοῦν… (περισσότερα…)

Φτωχή λεζάντα

*


ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:22
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο ελληνικός τίτλος φτωχή λεζάντα κάτω από τον υπερμεγέθη τίτλο του αμερικάνικου πρωτότυπου. Λέξεις γνωστές ή και συχνόχρηστες όπως μπεστσέλλερ, Χόλλυγουντ, Πούλιτζερ, όλες λατινογραμμένες. Το ίδιο το όνομα του οίκου φραγκολεβαντίνικο: AΘΕΝS Bookstore – Publications, με το ναΰδριο στο πλάι κωμική υπόμνηση άραγε ποιου ελληνισμού; Λες κι ο εκδότης ντρέπεται που τυπώνει στα ελληνικά και προσπαθεί όσο γίνεται να το κρύψει.

~.~

Η πίστη ότι η θρησκεία κάποτε θα εξαλειφθεί, ότι της μέλλεται να γίνει μνήμη μακρινή μιας παρωχημένης βαρβαρότητας, είναι ισόκυρη με την πίστη ότι η ανθρωπότητα κάποτε θα αφήσει οριστικά πίσω της τη βία, το έγκλημα και τους πολέμους. Επιπλέον δε είναι και οξύμωρη, μόνο πιστοί των άθεων θρησκειών, του Λόγου, της Επιστήμης, της Προόδου ή των Φώτων, μπορούν να ισχυρίζονται ότι οι ένθεες θρησκείες είναι περιττές – ώστε να διεκδικήσουν τον θρόνο τους.

Τρεις αιώνες εκκοσμίκευσης όμως δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν καν την πίστη των ανθρώπων στο «κακό μάτι» ή στα ωροσκόπια, πώς δικαιολογείται η τόση αισιοδοξία; Απλούστατα, δεν δικαιολογείται. Η εξαγγελία της νίκης επί του κακού είναι κι αυτή θρησκευτική, συμπεριλαμβάνεται στο πιστεύω κάθε μεταβρααμικού μεσσιανισμού, υπερβατικού ή εκκοσμικευμένου, με αυτόν τον δεύτερο να μιμείται τον πρώτο.

Αν οι λεγόμενοι «άθεοι» (άλλη μια οξύμωρη λέξη) επικρατούσαν ποτέ, θα έστρεφαν τον διαφωτιστικό φανατισμό τους ο ένας εναντίον του άλλου, τόσοι ανάγκη έχουν τον Διάβολο, τον Σατανά, που νομιμοποιεί την αξίωσή τους επί της εξουσίας. Όπως καλή ώρα γίνεται τώρα λ.χ. στους κόλπους κάθε επιστήμης που αποκτά περιστασιακά ισχύ και δημοσιότητα, όπου οι σεισμολόγοι σφάζονται με τους σεισμολόγους, οι επιδημιολόγοι με τους επιδημιολόγους, οι οικονομολόγοι με τους οικονομολόγους κ.ο.κ.

Και είναι καλό που σφάζονται! Χρειάστηκαν αιώνες για να αποτινάξουμε από πάνω μας το ιερατείο των ράσων. Δεν μας χρειάζεται ένα καινούργιο με μπλούζες ιατρικές και στηθοσκόπια.

~ . ~

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Αποδόσεις του Αντώνη Ζέρβα (1953-2022)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Αποδόσεις του Αντώνη Ζέρβα (1953-2022)

Αυτή την εβδομάδα θα κάνουμε μία μικρή παράκαμψη από την ποίηση του Ναζιανζηνού, για να παρουσιάσουμε τις αποδόσεις (βυζαντινές αναμορφώσεις τις αποκαλεί ο ίδιος) του Αντώνη Ζέρβα. Μνημοσύνου και μνήμης χάριν προς τον προσφάτως εκλιπόντα ποιητή († 3/6/2022), αναδημοσιεύουμε τις αποδόσεις των επιλεγμένων ποιημάτων του Λέοντα του φιλοσόφου (9ος αι.), του Χριστόφορου Μυτιληναίου και του Ιωάννη Μαυρόποδα, μητροπολίτου Ευχαΐτων (α΄ μισό 11ου αι., αμφότεροι). Οι αποδόσεις αυτές, με τους ιδιαίτερους, πρόσθετους, τίτλους ζερβικού ποιητικού ύφους, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό-αγλάϊσμα Ἑκηβόλος (τ. 18, Χειμώνας 1997, σ. 1945-1953).  Συμβουλευτήκαμε όμως και την μεταγενέστερη δημοσίευσή τους στο έργο του Οι Συλλογές 1983-2006 (Ἴνδικτος, Ἀθήνα 2008, σ. 381-389), καθώς είχε επιφέρει δυο μικροαλλαγές, τις οποίες και μεταφέραμε εδώ.

~·~

Ποίημα
Λέοντος τοῦ Φιλοσόφου
κατά τινος ἰατροῦ
ὁποὺ συμβούλευε
ἀκαίρως
τὸ πινδαρικὸν
ἄριστον μὲν ὕδωρ

Ψυχρὸ τὸ γῆρας καὶ ψυχροὶ ἐκ φύσεως,
φεῦ, οἱ χυμοὶ τῆς δικῆς μου κράσης. Φεβρουάριος
ὁ μήνας, ψυχρότατος. Εἴμαστε πιὰ στὸν Ὑδροχόο
ὁποὺ ζευγμένος στὸν ἥλιο κάνει ὥστε
ἀκόμη καὶ τὸ κρασὶ νὰ πήζει σὲ ὁρισμένους τόπους,
τὰ δὲ κανάτια σπάζουν ἀπ᾽ τὴν πολλὴ τὴν ψύξη.
Ἐπιπλέον, τὸ σπίτι ὁποὺ μένω τώρα
τό ᾽χει σκεπάσει τὸ χιόνι καὶ ξυλιάζεις·
ὁ ἀγέρας κατεβαίνει δριμὺς καὶ πικρὸς
ἀπ᾽ τὴ Θράκη, ὀξύς, βίαιος, φυσομανώντας
μὲ τὴν πνοὴ τοῦ ταρτάρου· κι ὁ νοτιὰς
ἀπαράτησε τὸν οὐρανὸ τῶν κλιμάτων μας.
Πῶς λοιπόν, ἐσὺ φίλτατε, ἀφοῦ βλέπεις
τί ψύχρες μὲ λούζουνε τὸν κακόμοιρο,
διατάζεις νερὸ νὰ μοῦ δίνουν μονάχα;
Ἂν σ᾽ ἀκούσω, εἴτε χιόνι θὰ γίνω κι ἐγὼ
ἢ χαλάζι• καὶ νεκρὸς σὰν τὸ κρύσταλλο
ἄψαυστος θὰ φανῶ στοὺς νεκροστόλους.
Τράβα λοιπὸν στοὺς τόπους τῆς Ἰνδίας,
στὶς πόλεις τῶν Ἀγησύμβων ἢ τῶν Βλεμμύων,
ὅπου λένε πὼς δὲν βλασταίνουν τ᾽ ἀμπέλια·
ἐκεῖ νὰ δείξεις τὴν ἰατρική σου σοφία.
Ἐμεῖς χρεία δὲν ἔχουμε ἀπ᾽ τὴ δική σου τέχνη,
ἂν θέλουμε νά ᾽μαστε ζωντανοὶ καὶ νὰ κοιτᾶμε τὸν ἥλιο.

~•~

 

(περισσότερα…)

Θολή περιοχή

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γιώργος Δουατζής,
Ποιήματα (1971-2021),
στίξις, 2022

Η συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου του Γιώργου Δουατζή, αν και περικλείει κείμενα 40 ετών, παρουσιάζει το εξής αξιοσημείωτο, ότι ανάμεσα στην πρώτη συλλογή, όπου συγκεντρώνονται κείμενα από το 1964 έως το 1974, και στην επόμενη του 2004 μεσολαβούν 30 χρόνια. Στη δε συνέχεια ακολουθεί πυκνή εκδοτική παρουσία (2008, 2010, 2012, 2016, 2017, 2018, 2022) η οποία επείγεται να καλύψει το κενό των ανενεργών ετών. Κατά κύριο λόγο δημοσιογράφος μεταφέρει αυτό το ιδίωμα και στα ποιητικά του κείμενα, με κύρια αιχμή του ενδιαφέροντός του την πολιτική θέση και την παρέμβαση στη δημόσια ζωή. Στην περίπτωση του Δουατζή συμβαίνει ό,τι με αρκετούς σταδιοδρομήσαντες σε άλλους χώρους, πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, δημόσια πρόσωπα που αφού διέγραψαν ένα κύκλο επαγγελματικής εγκυρότητας εισέρχονται στο χώρο της λογοτεχνίας με βαριά την εξάρτηση είτε από το επαγγελματικό ιδίωμα είτε από την κανονιστική θεώρηση της λογοτεχνικής γραφής. Τα αποτελέσματα στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι ισχνή λογοτεχνική ουσία και επισώρευση προθέσεων που δεν ερείδονται σε στιβαρό λογοτεχνικό λόγο, αλλά στην προσκόλληση σε μια επίπεδα αναφορική και πληθωριστική γλώσσα. Αυτή η γλώσσα, καθώς αυξάνουν τα κείμενα ποιητικής και απολογισμού στις συλλογές, γίνεται συχνά στεγνά και επαναληπτικά αυτοαναφορική.

Από την πρώτη του συλλογή έως την τελευταία, με αυξομοιώσεις στον τόνο και την έμφαση κατά καιρούς, διακρίνονται τρεις κατευθύνσεις στην παραγωγή του. Πρώτον, κείμενα θέσης και καταγγελίας της όζουσας κοινωνικής και πολιτικής συνθήκης, δεύτερον κείμενα ερωτικά και τρίτον κείμενα ποιητικής ή απολογισμού του βίου. Ανάμεσα στην πρώτη και στις τελευταίες δουλειές αυτό το σχήμα δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα ούτε σημειώνεται πρόοδος στους λογοτεχνικούς τρόπους, αλλά επανειλημμένες έφοδοι στα ίδια θέματα με προϊούσα την διαμόρφωση μιας ηρωικής αυτοαντίληψης που τοποθετεί το ποιητικό εγώ στις απόκρημνες επάλξεις της μοναξιάς, να πολεμά εναντίον των συκοφαντημένων προθέσεων, της λοιδορίας αλλά και της σκυφτής ζωής του κοπαδιού, του αφομοιωμένου στον συμβιβασμό. Τα παραπάνω εκτίθενται σε μια πλειάδα κειμένων που μοιάζουν με ημερολογιακές καταγραφές, από άμβωνος κατηγορώ ή σχόλια επί της επικαιρότητας. Αυτό που θα μπορούσε να χωρέσει σε κάποιο αυτοβιογραφικό αφήγημα επιχειρείται να αποδοθεί ως ποιητική εμπειρία, αλλά ένα βίωμα μόνιμα προσανατολισμένο στην εξωστρέφεια γυρνά στον εαυτό του με εργαλεία ασκημένα όχι στην ανασκαφή αλλά στην καταγραφή. Αποτέλεσμα: πλάτος, έκταση, αλλά όχι άρδευση, ούτε χύμευση του υλικού. (περισσότερα…)

Richard Rorty, Ο φιλελευθερισμός ως ζήτημα καρδιάς

*

Μετάφραση: Ἕλενα Σταγκουράκη

Ἡ ἔννοια τοῦ φιλελευθερισμοῦ εἶναι τόσο εὐρεία καὶ περιλαμβάνει τόσο ἑτερογενῆ μεταξύ τους στοιχεῖα, ὥστε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ἂν ἀποτυπώνει ἐντέλει ἐπαρκῶς τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς κοσμοθεώρησης. Ὅμως, ἄν δὲν πρόκειται γιὰ συνεκτικὴ ἔννοια ποὺ συνδέει τοὺς φιλελεύθερους ὅλων τῶν ἀποχρώσεων μεταξύ τους, περὶ τίνος πρόκειται; Εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὸν φιλελευθερισμὸ ὡς ζητήμα καρδιᾶς;

Οἱ φιλελεύθεροι χωρίζονται σὲ διάφορες ἐπιμέρους κατηγορίες: πιστοὶ καὶ ἀθεϊστές, αἰσιόδοξοι καὶ ἀπαισιόδοξοι, ὑποστηρικτὲς τοῦ Κὰντ ἢ τοῦ Μίλλ, εἴρωνες ἢ ἠθικολόγοι. Ὁ συνδετικὸς κρίκος ὅλων αὐτῶν τῶν διαφορετικῶν ἀνθρωπότυπων συνίσταται ὅμως σὲ κάτι διαφορετικό ἀπὸ αὐτές τους τὶς ἰδιότητες: τὴν ἱκανότητά τους νὰ μπαίνουν στὴ θέση ὅσων ὑποφέρουν. Οἱ φιλελεύθεροι παρακινοῦνται εὐκολότερα νὰ ἀντιδράσουν ἐμπρὸς στὴ βία, τὸν ἐξευτελισμὸ ἢ τὴν ἀδικία ἀπ’ ὅ,τι οἱ συντηρητικοί. Μπορεῖ νὰ μὴν συμμερίζονται τὴν ἴδια κοσμοθεώρηση, ὡστόσο τοὺς ἑνώνει ἡ συναισθηματικὴ ἀντίδραση. Ὁ φιλελευθερισμὸς εἶναι ζήτημα καρδιᾶς ὄχι πνεύματος. Ὁ τρέχων ὑποτιμητικὸς χαρακτηρισμὸς ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ συντηρητικοὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες γιὰ τοὺς φιλελεύθερους εἶναι ἐνδεικτικός: «do-gooding bleeding hearts», κάτι σὰν «πονόκαρδες ἀδερφὲς Τερέζες».

Οἱ ἀπόπειρες νὰ θεμελιωθεῖ ὁ φιλελευθερισμὸς πάνω σὲ φιλοσοφικὴ βάση ἀστοχοῦν. Τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα λ.χ. ὑπῆρχαν δοῦλοι ἴσως ἦταν κάτι ἐσφαλμένο, ὄχι ὅμως καὶ παράλογο. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀποδείξουμε ὅτι ἡ δουλεία ὑπῆρξε ἱστορικὸ σφάλμα ἐπὶ τῆ βάσει ἀρχῶν τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς εἶναι προφανὴς σὲ κάθε σκεπτόμενο ἄτομο κάθε ἐποχῆς καὶ κάθε τόπου. Ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοί, ὑπερέχουμε ὅντως τῶν δουλοκτητῶν τοῦ παρελθόντος, ὅπως ὁ Περικλῆς καὶ ὁ Τόμας Τζέφφερσον, ἢ τοῦ παρόντος, ὅπως κάποιοι φύλαρχοι στὴ σημερινὴ Ἀφρική. Ὡστόσο, δὲν διαθέτουμε οὔτε καλύτερα συστήματα πίστεως οὔτε ὀρθότερη κρίση. Ἁπλῶς, εἴμαστε περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους σὲ θέση νὰ συμμεριστοῦμε τὴν κατάσταση τῶν σκλάβων.

Ἑξαιρουμένων τῶν παθολογικῶν περιπτώσεων, καθένας δύναται νὰ συμπάσχει. Καθένας μοιράζεται τὸν πόνο τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειάς του ἣ τῶν φίλων του. Οἱ δουλοκτῆτες συμμερίζονται τὶς ἀτυχίες τῶν ἄλλων δουλοκτητῶν, ὅπως καὶ οἱ βασανιστὲς ἐκεῖνες τῶν συναδέλφων τους. Παρὰ ταῦτα, στὶς περισσότερες κοινωνίες καὶ στὶς περισσότερες ἐποχὲς τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ζωὴ ὑπῆρξε ὑπερβολικὰ δύσκολη καὶ ἀβέβαιη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ διευρύνει τὴ συμπάθειά του ὥστε νὰ περιλάβει καὶ ἐκείνους ποὺ διέφεραν πολὺ ἀπὸ τὸν ἴδιο. Στοὺς δυὸ αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, ἡ κατάσταση τῆς μεσαίας τάξης στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερικὴ ἐπέτρεψε σὲ πολλοὺς ἀκριβῶς αὐτό. Δὲν τίθεται βεβαίως ζήτημα ξαφνικῆς μεταστροφῆς τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους καὶ προσχώρησής τους στὴ θεωρία τοῦ Κὰντ ποὺ θέλει τὸν ἄνθρωπο σκοπὸ καὶ ὄχι ταπεινὸ μέσο. Ἁπλῶς οἱ ἄνθρωποι, χάρη στὶς δικές τους πιὸ ἄνετες πλέον συνθῆκες διαβίωσης, ἔγιναν περισσότερο εὐαίσθητοι, περισσότερο γενναιόδωροι. Τοὺς ἐπετράπη ἔτσι νὰ θεωροῦν ἰσάξιο κάποιον, ἀκόμη καὶ ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς ἴδιους, ἐφόσον μετέχει τῆς κοινῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Γιὰ νὰ μνημονεύσουμε τὰ λόγια τοῦ φιλοσόφου Πῆτερ Σίνγκερ, «διεύρυναν τὸν κύκλο τοῦ «Ἐμεῖς»». (περισσότερα…)