W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Β΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 3 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Β΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ι

Για ώρα πλανήθηκα στις αίθουσες ρωτώντας·
μια γηραιή καλόγρια απαντούσε ευγενικά·
εδώ διδάσκουμε ιστορία, εδώ ωδική,
εδώ μαθαίνουν να διαβάζουν τα παιδιά,
να κόβουν και να ράβουν, να μιλούν σωστά,
με τις μεθόδους που η σύγχρονη ζωή απαιτεί –
τα μάτια τους κοιτούσαν απορώντας
τον εξηντάρη επίσημο να τους χαμογελά.

II

Αναπολώ μιας Λήδας το κορμί, γερμένο
επάνω στη μισόσβηστη φωτιά να μου ιστορεί
πώς μια επίπληξη άγρια, πράγμα συνηθισμένο,
την ένιωσε μαθήτρια σαν τραγωδία σωστή –
να μου ιστορεί κι οι δυο μας φύσεις λίγο λίγο
να σμίγουν λες στη σφαίρα ενός νεαρού καημού
ή, παραφράζοντας του Πλάτωνα τον μύθο,
στον κρόκο και τ’ ασπράδι του ίδιου αυγού.

III

Και με τη σκέψη μου σ’ αυτό αναρωτιόμουν
ενώ τριγύρω τα παιδιά περιεργαζόμουν,
τάχα τους έμοιαζε μικρή –γιατί ακόμα
κι οι θυγατέρες ενός κύκνου έχουν κοινά
με της κοινής της πάπιας την κληρονομιά–,
τέτοιό ’χαν τα μαλλιά, τα μάγουλά της χρώμα;
Ώσπου η καρδιά μου χτύπησε σάμπως τρελή:
κι εμπρός μου στάθηκε έξαφνα, παιδί.

IV

Πώς μοιάζει τώρα αναλογίστηκα μετά –
του Quattrocento έπλασε άραγε ένα χέρι
τα μάγουλά της τα φρυγμένα, κρύο αγέρι
μπέρδεψε ετούτες τις σκιές στο πρόσωπό της;
Κι ο ίδιος, που δεν ήμουνα κι Αυτού ωραιότης,
κάποτε είχα κόμη εβένου – μα αρκετά,
να τους χαμογελάς σαν σου χαμογελούν,
πως είσαι σκιάχτρο απ’ τα καλόβολα να δουν.

V

Ποια νέα μητέρα προδομένη από το μέλι
της σάρκας, τούτη τη μορφή που στην ποδιά της
όλο παλεύει για ύπνο, κλάμα και φυγή
όπως η ανάμνηση ή η νάρκωση το θέλει,
άραγε θά ’λεγε αν έβλεπε μπροστά της
τον γιο της ξάφνου που ’χει εξηνταρίσει,
πως του αγώνα της για να τον αναστήσει
και των ωδίνων της αυτή ’ναι η ανταμοιβή; (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Α΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 2 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Α΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΤΟ ΠΕΠΛΟ, Η ΒΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΛΕΣ

«Τι πλέκεις με τέτοιο μαλλί φωτεινό;»

«Το πέπλο σάς πλέκω της Θλίψης:
Ω σ’ όλων τα μάτια ποθώ να το δω,
και θα ’ναι το πέπλο της Θλίψης.»

«Τι φτιάχνεις με τόσα πανιά και κουπιά;»

«Τη βάρκα σάς φτιάχνω της Θλίψης:
Ω μέρα και νύχτα θα πλέει στ’ ανοιχτά,
και θα ’ναι η βάρκα της Θλίψης.»

«Τι ράβεις με τέτοιο πετσί μαλακό;»

«Τις σόλες σάς ράβω της Θλίψης,
στ’ αυτί σας το βήμα τους θα ’ναι απαλό,
το αιφνίδιο το βήμα της Θλίψης.»

Crossways  (1889)

~.~

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ποιος σ’ όνειρο είδε ότι όνειρο είναι κι η ομορφιά;
Αν υπερήφανα πενθούν τ’ άλικα ετούτα χείλη,
πενθούν που θαύμα τέτοιο πια άλλο δεν θ’ ανατείλει,
της Τροίας τη δόξα κήδεψε μεγάλη πυρκαγιά,
παν τ’ Ούσνα τα παιδιά.

Διαβαίνει ο κόσμος, όλων μας διαβαίνουν οι καημοί:
τρέμουν οι ανθρώπινες ψυχές και σβήνουν και σκορπάνε
σαν του χειμώνα τα χλωμά νερά που αργά κυλάνε,
μα μες στων άστρων τον αφρό βαθιά θα ζει ες αεί
η άμοιαστη αυτή μορφή.

Υποκλιθείτε, αρχάγγελοι· για να βαδίσει εδώ,
πριν από σας, προτού οι καρδιές καν οι θνητές προστρέξουν
ικέτισσες στον θρόνο Του λύτρωση να γυρέψουν,
για εκείνη Εκείνος έστρωσε σαν δρόμο χλοερό
όλον τον κόσμο αυτό.

The Rose  (1893)

~.~ (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Μια γέννηση

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 1 / 6 ]

~.~

ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ

Ποια στέκει εκεί με το παιδί;
Έν’ άστρο τής τρυπάει τ’ αυτί.

Ποιος φώτισε έτσι τη φασκιά;
Όχι όποιος – ο Ντελακρουά.

Τι κυνηγά ψύλλους, κοριούς;
Του Ίρβινγκ ο φτερωμένος νους.

Πώς και δεν στάζει από ψηλά;
Άπλωσε ο Λάντορ μουσαμά.

Ποιος διώχνει αγύρτες και μωρούς;
Βροντά ο Ταλμά με κεραυνούς.

Τρόμος της κόβει τη μιλιά.
Ανήλεο βλέμμα την κοιτά;

~.~

Το λίκνο της Βηθλεέμ και οι συμβολισμοί του ενέπνευσαν επανειλημμένα τον Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς και την ποίησή του. Το ποίημα «Μια γέννηση» ανήκει στα τελευταία που έγραψε και περιλαμβάνεται στα Last poems (1938-39) που δημοσιεύτηκαν μεταθανατίως. Για την εικόνα του δεύτερου στίχου, ο ποιητής σημείωνε σε άλλη περίσταση:

«Είχα στη μνήμη μου βυζαντινές ψηφιδωτές απεικονίσεις του Ευαγγελισμού, οι οποίες δείχνουν μια γραμμή τραβηγμένη από ένα αστέρι ώς το αυτί της Παναγίας. Εκείνη δέχεται τον Λόγο διά του ωτός, ένα αστέρι πέφτει και ένα αστέρι γεννιέται

Κατά τα λοιπά, ο ποιητής σχολιάζει τη Γέννηση του Χριστού μέσω της τέχνης: μνημονεύοντας τέσσερις καλλιτέχνες και συγγραφείς, τους δικούς του τρόπον τινά Μάγους που περιβάλλουν και προστατεύουν το θείο βρέφος. Κατά σειρά, τον Ferdinand-Vietor-Eugene Delacroix (1798-1863), Γάλλο ζωγράφο· τον Walter Savage Landor (1775-1864), Άγγλο συγγραφέα· τον Sir Henry Irving (1838-1905), Άγγλο ηθοποιό· και τον François Joseph Talma (1763-1826), Γάλλο ηθοποιό.

Ας προσεχθεί πάντως ιδιαιτέρως το τελευταίο δίστιχο: λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέητς υπαινίσσεται τους περίφημους στίχους του της «Δευτέρας Παρουσίας», το Θηρίο που σέρνεται ώς τη Βηθλεέμ. Ο ιστορικός κύκλος της εποχής και του πολιτισμού μας έχει ολοκληρωθεί, ο νέος πέπρωται να εγκαινιαστεί όχι με τον ερχομό ενός Θεού, αλλά ενός Τέρατος:

κι ήρθε επιτέλους ποιου σκαιού θηρίου η ώρα
στα μουλωχτά στη Βηθλεέμ να πάει να γεννηθεί;

Με τρόπο αντίστοιχο είχε περιγράψει και παλαιότερα (“Δύο τραγούδια από ένα θεατρικό”) την έλευση του Χριστού, συγκρίνοντας την Παναγία με την παρθένο Αθηνά που σπαράσσει το σώμα του Διονύσου.

Είδα να στέκει μια παρθένα που κοιτούσε
του ιερού Διονύσου τη σορό
και την καρδιά απ’ το στήθος του ανασπούσε
και την καρδιά του την παλλόμενη κρατούσε
κι ύψωνε την καρδιά του θριαμβικά·
τότε οι Μούσες ύμνησαν θερμά
τον Μέγα Ενιαυτό, λες και στον θείο χαμό
είδαν μονάχα ένα έργο θεατρικό.

Μια νέα Τροία θ’ ανατείλει και θα δύσει,
μια νέα φατρία τα κοράκια θα ταΐσει,
μιας νέας Αργώς η πλώρη θα κινήσει
για κάποιο λούσο πιο φανταχτερό.
Σε πόλεμο κι ειρήνη αφέντρα πρώτη,
στάθηκε η Ρώμη τώρα τρομαγμένη
σαν η παρθένα βγήκε η μανιασμένη
με τ’ Άστρο της απ’ τα μυθώδη σκότη.

~.~

Η παρούσα ανάρτηση είναι το πρώτο από τα συνολικά έξι μέρη του εορταστικού αφιερώματος του ΝΠ στον Γέητς. Έως την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ακολουθήσουν μια ευρεία επιλογή από τα «Ποιήματα», ένα ανθολόγιο δοκιμιακών αποσπασμάτων, μια ανάρτηση για το άγνωστο εδώ σε μας ενδιαφέρον του Ιρλανδού ποιητή για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που έθρεψε δύο τουλάχιστον κείμενά του και, τέλος, μια εκτενής μελέτη για την, επίσης άδηλη αλλά εντυπωσιακή, ομοιότητα της δημιουργικής διαδρομής του μ’ εκείνην του Κωστή Παλαμά, ομοιότητα που ώθησε ήδη τον Σέημους Χήνυ να τους αποκαλέσει «παράλληλους». Αυτή η τελευταία πρωτοπαρουσιάστηκε στο πρόσφατο παλαμικό συνέδριο του Ομόδους στην Κύπρο (βλ. τώρα τον τόμο Παλαμάς και κυπριακά γράμματα, Λευκωσία 2022). Τις μεταφράσεις και τα κείμενα του Αφιερώματος υπογράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

Να τηρείς τις παραδόσεις! (διήγημα)

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Τι θυμάσαι απ’ τα Χριστούγεννα;» τη ρώτησα και πάτησα το record στο κινητό μου. «Ε τι, Χριστούγεννα ήταν, τα γιορτάζαμε». Έγειρε όλο το σώμα της μπροστά κι έπιασε να ισιώνει με το πάσο της την ποδιά της. «Εσύ, δηλαδή» μου είπε γυρνώντας ελαφρά το κεφάλι «πώς τα γιορτάζεις;» Το ήξερε πως εγώ δεν γιόρταζα τίποτα, επίτηδες το έκανε. «Έλα, ρε γιαγιά» διαμαρτυρήθηκα. «Εσύ θα μου πάρεις συνέντευξη ή εγώ;» Με κοίταξε στα πεταχτά, ικανοποιημένη. Αν ήθελα τη «συνέντευξη» έπρεπε να παίξω το παιχνίδι – και να κερδίσω. Γιατί, τι; Όποτε θυμάται η εγγονή μας ότι υπάρχουμε έρχεται να μας κάνει δυο ερωτήσεις και να φύγει; Σαν να διάβαζα το «Τώρα θα δεις» και «Θα σου πω εγώ» μες στο μυαλό της, σαν να τα ’βλεπα, να τα, σάλευαν στα σκασμένα χείλη που ’χε αρχίσει να πασπατεύει με την κυρτή της παλάμη, θέλοντας να κρύψει το χαμογελάκι της – σχεδόν διαβολικό. «Κοίτα, γιαγιά» ξαναπροσπάθησα. «Μπορείς να μου πεις πώς γιορτάζατε τα Χριστούγεννα όταν ήσουν μικρή, στο σπίτι στα Ταμπούρια;» Ίσιωσε τον κορμό της. Θα μου μιλήσει, σκέφτηκα. Μπα. Κοίταξε προς το πατάρι, ψηλά κι αριστερά της. «Μόλις κατέβει αυτή από πάνω, να της πεις να βάλετε τη σκάλα και να βγάλετε απ’ το πατάρι δυο μεγάλους αγιοβασίληδες που έχει, κουνιστούς, με μπαταρίες, και να βγάλετε και τα λαμπιόνια, καινούρια είναι, να τα δώσεις στις μικρές. Κι εσύ να πάρεις ένα πλαστικό δεντράκι, μικρό, δεν πιάνει τόπο, να το στολίσεις, μέρες που ’ρχονται. Πρέπει ν’ αρχίσεις να τηρείς τις παραδόσεις. Τις παραδόσεις» τόνισε γέρνοντας προς το μέρος μου και κουνώντας το δάχτυλό της. Έτσι μου ’ρθε να της το δαγκώσω. «Ρε γιαγιά!» ύψωσα τη φωνή μου. «Τα παιδιά δεν τα θέλουν αυτά τα πράγματα, έχουν μεγαλώσει. Και τι μου λες τώρα με τις κινέζικες πλαστικούρες, πηγαίντε τα όλ’ αυτά στην ανακύκλωση, επιτέλους. Κι εγώ δε στολίζω, αφού το ξέρεις!» Κουνούσε το κεφάλι της. Δεν το ’χα πάει καλά. Θα την έχανα την παρτίδα. «Αλήθεια» είπα σε μια ξαφνική έμπνευση «εσείς είχατε τέτοια τη δεκαετία του τριάντα; Έβαζε πλαστικούς αγιοβασίληδες η Αννιώ;»

Αυτό ήταν. Αμέσως τσίμπησε το υπέργηρο διαβολάκι.

«Όχι δα!» είπε υψώνοντας περήφανα τη φωνή της. Ύψωσα κι εγώ τα φρύδια και τράβηξα την πετονιά:

«Μμμ… Δεν είχατε λεφτά για τέτοια, ε; Δε στολίζατε;»

Με κοίταξε θιγμένη: «Τι λες εκεί! Άκου τι λέει! Φυσικά και στολίζαμε, πώς, δε στολίζαμε εμείς; Είχε η μαμά μου μια ωραία γυάλινη φρουτιέρα, μ’ ένα πόδι χαμηλό, πού να την έχω τώρα, άμα τη βρω θα σου τη δώσω, τη γέμιζε πορτοκάλια, ωραία στρόγγυλα πορτοκάλια, και την έβαζε στο κέντρο του τραπεζιού, της τραπεζαρίας, αυτής ντε, που είναι μέσα. Παντού έβγαζε φρουτιέρες, στο σερβάν πάνω, στο κομό, γεμάτες με πορτοκάλια και ρόδια και καρύδια και κάστανα. Κι έφτιαχνε τηγανίτες. Σηκωνότανε πρωί πρωί, πριν από μας, έβαζε ένα καζάνι με λάδι να βράζει, κι έπαιρνε το ζυμάρι, να, σα την παλάμη μου, το ’ριχνε μέσα, το τράβαγε και τις έβαζε μετά στην πιατέλα. Έριχνε από πάνω το μέλι, κι άμα ξυπνούσαμε εμείς ήταν έτοιμες, τα βρίσκαμε όλα έτοιμα». (περισσότερα…)

Κώστας Βάρναλης, Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

*

Από τον ιστότοπο του Νίκου Σαραντάκου. Αντιγράφουμε από εκεί το σημείωμα του επιμελητή: «Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα εις ύφος Παπαδιαμάντη, αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου Πεζός Λόγος. Αγνοώ αν το Καλοκαιρής (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη.» Με αυτό το ξεχωριστό αφήγημα, το ΝΠ εύχεται στους αναγνώστες και τις αναγνώστριές του Καλά Χριστούγεννα.

~ . ~

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται. (περισσότερα…)

Ρ. Σ. Τόμας, Τραγούδι

*

Τραγούδι

Διαλέγω τό λευκό, ἀλλά μέ
Κόκκινο πάνω του, σάν τό χιόνι
Τοῦ χειμώνα μέ τά λίγα
Οὔ καί τόν ἕνα

Κοκκινολαίμη, πού εἶναι φωτιά
Νά θερμαίνεσαι καί σάν τόν Χριστό
Ἔρχεται σέ μᾶς μέσα στήν ἀδυναμία του
Ἀλλά μέ ἕνα διαπεραστικό
τραγούδι.

RONALD STUART THOMAS
Κάρντιφ Ουαλίας, 1913-2000

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη
Δεκέμβριος 2022

*

Πέντε ποιήματα του Ιούδα Αλεβί

*

Ο Ιούδας Αλεβί ((ισπαν. Juda Halevi ή Yehudah Halevi, εβρ. יהודה הלוי, Judah ben Shmuel Halevi) γεννήθηκε στην Ισπανία το 1086 (ή το 1075) την εποχή των Αράβων και πέθανε στην Ιερουσαλήμ το 1141 την εποχή των Σταυροφόρων. Θεωρείται ο μεγαλύτερος Εβραίος ποιητής της μεταβιβλικής περιόδου.

Το όρος Αβαρίμ

Χαίρε, ω όρος Αβαρίμ. Ευλογημένες οι πλαγιές σου.
Κάπου εκεί πάνω ανέβηκε ο πιο σπουδαίος των ανδρών
Κόκκαλα ιερά είναι βαθιά θαμμένα στα πλευρά σου.
Αν δεν τον ξέρεις, την Ερυθρά ρώτησε θάλασσα
Την πράσινη βάτο, το όρος Σινά, και θα σου πουν:
«Δεν ήταν άνθρωπος των λόγων, αλλά έπραττε το έργο του Θεού».
Ορκίστηκα σύντομα να σ’ επισκεφτώ, αν ο Θεός το θέλει.

~.~

Λαχτάρα επιστροφής στη γη του Ισραήλ

Είναι η καρδιά μου στην Ανατολή κι εγώ στα πέρατα της Δύσης.
Πώς να μου φανεί νόστιμο το φαγητό, πώς να το βρω γλυκό;
Πώς να κρατήσω όρκους και υποσχέσεις όταν ακόμα
Η Σιών δέσμια είναι της Εδώμ κι εμένα οι Άραβες μ’ έχουν αλυσοδέσει;
Θα μου φαινόταν εύκολο ν’αφήσω
Όλα μου τα καλά στην Ισπανία
Βλέποντας πόσο πολύτιμο είναι για τα μάτια μου
Την σκόνη να κοιτούν του εγκαταλελειμμένου ιερού.

~.~ (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (β΄)


 

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (β΄)

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

ΙΓ΄
Περὶ τοῦ ἐπικήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἐγὼ κι ὁ χρόνος σὰν πουλιὰ
ἢ καράβια στὸ πέλαγος προσπερνοῦμε
χωρὶς νά ᾽χομε καμιὰ σταθερότητα· ἡ ἁμαρτία μου, δὲ θὰ περάσει,
ἀλλὰ μένει· αὐτὸ εἶναι τῆς ζωῆς τὸ πιὸ βαρὺ
καὶ δὲν ἔχω ὅ,τι εὔχομαι, νὰ ζήσω ἀκόμα ἢ νὰ πεθάνω.
Φοβοῦμαι καὶ γιὰ τὰ δύο. Σκέψου μαζί μου ἔτσι:
Γεμάτη μόχθους ἡ ζωή μου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Ἐνῶ ἂν πεθάνω
ἀλίμονο, δὲν βρίσκουν γιατρειὰ τὰ προηγούμενα ἁμαρτήματά μου.
Ἂν ἡ ζωὴ σοῦ δίνει τέτοιες ἀποδείξεις, ποὺ εἶναι τόσο τὸ βάρος της,
οὔτε κι ὁ θάνατος δίνει τέλος στὰ βάσανα.
Κρημνὸς κι ἀπὸ τὴ μία κι ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τί νὰ κάνομε; Τοῦτο
εἶναι τὸ ἄριστο· σ᾽ ἐσένα μόνο ν᾽ ἀποβλέπομε καὶ τὴν εὐσπλαχνία σου.

~•~

ΙΕ΄
Ἡ μηδαμινότητα τοῦ ἀνθρώπου

Ποιὸς ἤμουνα καὶ ποιὸς εἶμαι; Καὶ τί σὲ λίγο θὰ εἶμαι;
Καὶ ποῦ τὸ μέγα, Ἀθάνατε, πλάσμα θὰ σταματήσεις;
Μέγα σὲ τί; ποὺ τίποτε δὲν εἴμαστε λογιάζω
καὶ μόνο μάταια οἱ ἐφήμεροι ψηλώνουμε τὸ φρύδι.
Ἂν εἴμαστε ὅ,τι βλέπομε μόνο στοὺς ἄλλους γύρω
κι ἂν φύγει ἡ ζωή μας, ἄλλο πιὰ τίποτα δὲ μᾶς μένει.
Δαμάλι, ἀπὸ τῆς μάννας του πρόβαλε τὴν κρυψώνα.
σκιρτᾶ καὶ παίζει, σπρώχνοντας τὰ ὁλόγλυκα μαστάρια,
τρίχρονο μπαίνει στὸ ζυγὸ βαρὺ νὰ σύρει ἁμάξι
καὶ τὸ λαιμὸ τὸ δυνατὸ στὴ λαιμαριὰ τὸν κλείνει.
Μόλις γλιστρήσει ἀπ᾽ τὴν κοιλιὰ τὸ παρδαλὸ ἐλαφάκι,
πατάει τὸ πόδι του κοντὰ στὸ πόδι τῆς μητέρας·
τ᾽ ἄγρια σκυλιὰ καὶ τ᾽ ἄλογο τὸ ἀνάλαφρο νικώντας
κρύβεται μέσα στὰ πυκνὰ φυλλώματα τοῦ δάσους.
Οἱ ἀρκοῦδες, τ᾽ ἀγριογούρουνα τὰ φοβερά, κι οἱ λιόντες
κι ἡ τίγρη σίφουνας ποὺ ὁρμᾶ κι ὁ πάνθηρας λυσσάρης,
μὲ μιὰ τὸ σίδερο ὅταν δοῦν ἀνατριχιοῦν καὶ τρέμουν,
ἀνατριχιοῦν καὶ στοὺς γεροὺς τοὺς κυνηγοὺς ὁρμᾶνε. (περισσότερα…)

Ακτιβιστικός νεοβανδαλισμός

*

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Ακτιβιστικός νεοβανδαλισμός

Μετά τις σπασμωδικές απόπειρες δολοφονίας του Ομήρου, του Σαίξπηρ και των κλασικών εν γένει, που είναι πολύ της μόδας στον δυτικό κόσμο, ήρθαν και τα αυξανόμενα κρούσματα των επιθέσεων σε έργα διασήμων ζωγράφων, με σκοπό, λένε οι δράστες, να αφυπνιστεί η οικολογική μας συνείδηση! Ο Νίτσε ισχυριζόταν ότι διάνοιξε το πεδίο της φιλοσοφικής κριτικής με το σφυρί και κάποιοι από τους επιγόνους του, λιγάκι αδύναμοι στη θεωρία, γύρισαν τη δυναμική του μεταφορά σε βλακώδη κυριολεξία— με τις ανάλογες εκπτώσεις φυσικά. Αντί για σφυριές έκαναν μουσειακή κριτική αρχικά με μπογιές και σήμερα δείχνουν πως να ασχημονεί κανείς με πουρέ πατάτας ή σούπες υδαρείς! Έτσι από τον ηρωικό μηδενισμό περάσαμε στον γελοίο και δειλό ακτιβισμό. Γιατί οι νεοβανδαλικές επιθέσεις είναι φρόνιμες. Δεν γίνονται σε εργοτάξια σχιστολιθικού πετρελαίου, δεν λερώνουν τους μεγιστάνες των ρυπογόνων εταιριών ούτε καν τις λιμουζίνες τους αλλά — Ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει! — τους σχετικά απροστάτευτους πίνακες του Βερμέερ, του Μονέ και του Βαν Γκόνγκ. Δυνάμει της ίδιας διαστροφικής αντίληψης μάλιστα, οι επιδρομείς δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στις εικαστικές αναπαραστάσεις εκείνης ακριβώς της φύσης που διατείνονται ότι θέλουν να προστατεύσουν: πασαλείβουν ηλιοτρόπια, σπαρμένα χωράφια και θημωνιές! Μπορεί βέβαια αυτός ο τρόπος μετάδοσης του οικολογικού μηνύματος να φαίνεται κάπως ανορθόδοξος επειδή, με την ισχυρή δόση ομοιοπαθητικής φαντασίας που διαθέτει, είναι πολύ προχωρημένος και καθίσταται απρόσιτος σ’ εμάς τους αφελείς. Ίσως γι αυτό δεν κατανοούμε τις περιβαλλοντικές ανησυχίες των σωτήρων μας και η συνείδησή μας αργεί ν’ αφυπνιστεί.

Οι ιστορικοί Βάνδαλοι, ενεργούμενα μίας αθώας δεισιδαιμονίας, κατέστρεφαν τις μύτες τα αυτιά και τα μάτια των αγαλμάτων για να φράξουν τις διόδους της ψυχής τους. Όμως αυτοί, όπως τόνιζε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης, πίστευαν τουλάχιστον ότι τα αγάλματα έχουν ψυχή. Οι νεοβάνδαλοι της εποχής μας πιστεύουν μόνο στην παιδαριώδη τους αυτοπροβολή, στον θεατρινίστικο στόμφο και στη μοχθηρή τους αλαζονεία.

~.~ (περισσότερα…)

Ραφαέλ Καδένας, Η ποίηση ως αποτυχία

*

Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ

Η ποίηση δεν έχει συγκεκριμένη διαμονή. Συνηθίζει να εισβάλλει στα υπόλοιπα είδη και δεν υπάρχει σχεδόν μεγάλο βιβλίο που να μην είναι παρούσα. Τόσο που μπορεί κανείς τελικά να υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει λογοτεχνία παρά μόνο ποίηση. Ο κυκλωτικός, πανταχού παρών και σφετεριστικός χαρακτήρας της κάνει κάποιον να σκέφτεται ότι δεν είναι ένα είδος λογοτεχνικό αλλά μάλλον μια παρουσία πίσω από τα είδη, μια παρουσία τόσο γεμάτη υπονοούμενα που πολλές φορές προτιμά κοστούμια που δεν είναι δικά της, μια παρουσία που εξυπηρετείται από όλες τις δημιουργικές δράσεις του ανθρώπου, μια δύναμη που προηγείται οποιασδήποτε κατηγοριοποίησης. Ίσως να είναι ένας τρόπος για την έκφραση του ουσιώδους. Με αυτήν την έννοια, θα υπάρχει όσο υπάρχει ο άνθρωπος.

Ως είδους, η κατάστασή της είναι ξεκάθαρη. Παντού οι αναγνώστες της είναι μια μειονότητα χαρακτηριστικά εκκεντρική. Τείνουν να μετατραπούν σε μυστική αίρεση, όχι γιατί η ποίηση έχει γεμίσει με μυστήριο (ίσως να το έχει χάσει μάλλον λίγο) αλλά λόγω της λήθης της αληθινής ουσίας που πλήττει σε τεράστιο βαθμό τον σημερινό άνθρωπο. Τα δισεκατομμύρια αυτού του πλανήτη  επιδίδονται τελεσφόρα στην αυτοκαταστροφή τους με κάθε τρόπο που μπορεί κανείς να διανοηθεί, με αβρότητα ή βία, από άγνοια ή από πολυμάθεια, ακατάπαυστα. Όλος ο κόσμος αποδίδει τιμές στην καταστροφή υπό το πρόσχημα της ανάπτυξης και είδος απειλούμενο δεν είναι μόνο η ποίηση αλλά και η μουσική, η ζωγραφική και η φιλοσοφία. Όλη η κουλτούρα και ο ίδιος ο άνθρωπος μπορούν να εξαφανιστούν αν στο πνεύμα του δεν επισυμβεί μια βαθιά αλλαγή.

Ομολογώ ότι με ανησυχεί περισσότερο η ποίηση ως διάσταση παρά ως ειδική φόρμα και ο υποβιβασμός και των δύο αυτών πιστεύω ότι συνοδεύει την κρίση του ανθρώπου και ίσως και να είναι ακόμα μία από τις πιο σαφείς ενδείξεις της. Είναι προφανές ότι ο κόσμος απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ποίηση και τείνει να γεννά άτομα ανελεύθερα, αν και ευημερούντα, που μια πελώρια μηχανή τους ορίζει ό,τι πρέπει να φορέσουν, να φάνε, να διαβάσουν. Σε αυτή την πτώση η μοίρα της ποίησης ξεχωρίζει δίπλα σε άλλες απώλειες όχι λιγότερο σημαντικές, αφού ο άνθρωπος την χρειάζεται για να μιλήσει για το ναυάγιό του ή ακόμα καλύτερα για να του υποδείξει μια πιθανή λύτρωση. Αν και, βλέποντας πώς ο λόγος των μεγάλων δημιουργών χάνεται, μερικές φορές σκέφτεται κανείς το μάταιο της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ξ

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τα μεγάλα έργα στα ελληνικά γράφτηκαν σε περιόδους γλωσσικής ποικιλομορφίας. Ο Όμηρος και η Σαπφώ, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και ο Παύλος έχουν ο καθένας το ιδίωμά του, συνήθως τη διάλεκτό του· κάποτε, όπως στους τραγικούς, ο γλωσσικός πλουραλισμός απαντάται στο εσωτερικό του ίδιου έργου, όπου αττική και δωρική μοιράζονται μεταξύ τους επεισόδια και χορικά.

Στην νεώτερη Ελλάδα συμβαίνει το ίδιο: η γλώσσα του Κάλβου και του Σολωμού, του Μακρυγιάννη και του Παπαρρηγόπουλου, του Παλαμά και του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου είναι διαμετρικά αντίθετες, τα κείμενά τους ζουν από την ένταση τη γλωσσική ανάμεσα στους δύο πόλους, τη λαϊκή λαλιά και τη λόγια παράδοση. Και εδώ όμως έχουμε συγγραφείς που κινούνται με άνεση και στον ένα και τον άλλο πόλο, όπως ο Παπαδιαμάντης, που όπως το έδειξε ο Ελύτης συνδυάζει στα διηγήματά του την γλωσσική «άκρα δεξιά» και «άκρα αριστερά» με τον πιο φυσικό τρόπο.

Όπου η ένταση αυτή κατασιγάζεται, στο Βυζάντιο λ.χ. όπου ο αττικισμός βουβαίνει τις διαλέκτους και τη δημώδη γλώσσα και επιβάλλει στην επίσημη γραμματεία ένα αποξηραμένο ιδίωμα καρφωμένο στο παρελθόν, ή στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών, όπου ο λαϊκισμός στο όνομα του δημοτικισμού αποκόπτει γλώσσα και παιδεία από τα λόγια νάματα που τις αρδεύουν, η λογοτεχνία παρακμάζει.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

*

*

Στον στίβο του συμβολικού


*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα εφικτό για έναν επαγγελματία αθλητή να βγει δημοσίως και να διακηρύξει μεγαλοφώνως και με παρρησία, ως ένα σύγχρονο «έρκος Αχαιών», ότι «δεν είμαι το πρότυπο κανενός». Τέτοιες μεγαληγορίες μπορεί βέβαια να εκφέρονταν στα πλαίσια κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας, αμβλύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αιχμές περιείχαν για την αδηφάγα βιομηχανία του θεάματος που δεν γνωρίζει φραγμούς. Έστω κι έτσι όμως, παρά τις απόπειρες απονεύρωσης και δημιουργικής ενσωμάτωσης τους σε πιο αποδεκτά πλαίσια, υποδείκνυαν κάτι βαρύνουσας σημασίας: τη δυνατότητα ύπαρξης της ετεροδοξίας και την ανάγκη αναμέτρησης με αυτή, ακόμα κι αν αυτή η αναμέτρηση γινόταν υπό τους όρους της ενσωμάτωσης.

Η εποχή που επέτρεπε τέτοιου είδους διανοητικές λεπτότητες και που είχε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παρέχει χώρο σε αποκλίνουσες αντιλήψεις και ρητορικές λοξοδρομίες φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αρκεί πλέον μια απειροστή υπόνοια ότι ένας αθλητής τόλμησε να αγνοήσει τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι διαδικτυακές και μιντιακές ορδές των σύγχρονων Καθαρών και Βογομίλων (ακόμα και από την άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί η υπεύθυνη λίγκα να τους έχει πετάξει μερικά ψίχουλα στο παρελθόν), απαιτώντας τον κοινωνικό εξοστρακισμό του, τη συμβολική θυσία του πάνω σε μια πυρά που τρίζει από τα κλικ των like και των share. Μέχρι και ο εργοδότης του πεπτωκότος αθλητή εγκαλείται αν τυχόν δεν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς «συμμόρφωση» του εργαζομένου του. Στη βάση ποιας λογικής όμως έχει φτάσει να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας εργοδότης (και μάλιστα ιδιώτης) έχει το δικαίωμα να εγείρει αξιώσεις και απαιτήσεις περί του ορθώς εκφράζεσθαι των εργαζομένων του εκτός των ορίων του εργασιακού χώρου; Ο εύκολος ερμηνευτικός δρόμος για την εξήγηση αυτής της αλλαγής παραδείγματος των εργασιακών ηθών είναι αυτός που εκκινεί από μια υποτιθέμενη αυξημένη ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών απέναντι σε φαινόμενα κακοποίησης και προσβλητικών συμπεριφορών για να καταλήξει λίγο – πολύ αβρόχοις ποσί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου περί κάποιας ηθικής προόδου των φιλελεύθερων «δημοκρατικών» καθεστώτων. Το ιστορικό βλέμμα, ωστόσο, έχει μάθει να είναι καχύποπτο απέναντι στις εύκολες ηθικολογικές ρητορείες που συχνά δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφήμερος αφρός που ξεβράζουν στην επιφάνεια τα βαθιά ρεύματα μακράς διάρκειας της κοινωνικής αλλαγής. (περισσότερα…)