Τάνια Μαλιάρτσουκ, Πίσω στο σπίτι στην εμπόλεμη ζώνη

*

Μετάφραση ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Την Κυριακή ταξιδεύω για Ουκρανία, μου ανακοινώνει μια δεκαοχτάχρονη φοιτήτρια του πανεπιστημίου οικονομικών της Βιέννης, η ανιψιά μου. Η μητέρα της κατέφυγε το Φλεβάρη στο εξωτερικό και τώρα μαθαίνει διακαώς γερμανικά, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται η παραμικρή ελπίδα επιτυχίας. Ο πατέρας της παρέμεινε με τους δυο σκύλους στο σπίτι, μόνος κι έρημος. «Μπορεί να ταξιδέψει κανείς με την παρούσα κατάσταση;» ρώτησα με φωνή τρεμάμενη, λες και ήμουν εγώ το ανήλικο, ενώ εκείνη ενήλικη κι αγέρωχη. Όντως, αυτή την εντύπωση δίνει η Σοφία ως επί το πλείστον, ατρόμητη, σχεδόν αδιάφορη. Από το ξέσπασμα του πολέμου δεν την είδα να κλάψει ούτε μία φορά – ίσως να το κάνει όταν συναντιέται με τις φίλες της.

Οι κόσμοι μας διαφέρουν όσο η μέρα με τη νύχτα, πράγμα που έχω αποδεχτεί προ πολλού. Η Σοφία είναι ειδική στη στοχευμένη επικοινωνία, τα σόσιαλ μήντια και το μάρκετινγκ μέσω αυτών, ενώ εγώ κατά κύριο λόγο έχω ασχοληθεί με το Ολοκαύτωμα στη Γαλικία, απ’ όπου καταγόμαστε και οι δυο μας. Η Σοφία διαχειρίζεται ορθολογικά τους πόρους της, επενδύοντας 10% των πενιχρών εσόδων της σε δωρεές για τον ουκρανικό στρατό και 30% του ελεύθερου χρόνου της στη βοήθεια των προσφύγων. Εγώ από την πλευρά μου πέρασα ολόκληρο το χειμώνα και την άνοιξη επικοινωνώντας με δημοσιογράφους, γράφοντας κείμενα τις νύχτες, διατρέχοντας τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ελβετία και ολοκληρώνοντας επιτυχώς πενήντα «πολεμικές εμφανίσεις». Η αναπόφευκτη κατάρρευση που με ισοπέδωσε τελικά στις αρχές του καλοκαιριού περισσότερο έμοιαζε με σωτηρία.

Δεν μπορώ πια να διαβάσω τίποτα, παρεκτός τον Κόσμο του χθες του Στέφαν Τσβάιχ. Τα πρωινά πηγαίνω για περίπατο στο κανάλι του Δούναβη, κάποτε μαζί με τη Σοφία, που μου διηγείται τα όμορφα, όσο και απαιτητικά σχέδιά της. Εντυπωσιακό, το πώς εξακολουθεί να καταστρώνει σχέδια. Τη λέξη «πόλεμος» δεν την προφέρουν πια τα χείλη μας. Ούτε και για τις απώλειες στο περιβάλλον μας μιλάμε, λες και δεν υπάρχουν, λες και οι σύζυγοι των φιλενάδων μου και οι πατεράδες των συμφοιτητριών της να εξακολουθούν να βρίσκονται εν ζωή. Αντ’ αυτού, ονειροπολούμε για την Ουκρανία και παραδεχόμαστε ότι ποτέ πριν δεν μας έλειψε τόσο, όσο τώρα. Δύο μετανάστριες, οι οποίες άφησαν κάποτε οικειοθελώς την πατρίδα τους από περιέργεια για τα ξένα, νιώθουν τώρα να ασφυκτιούν, να χάνουν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια τους, λες και τους το έκλεψαν. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με τα μανιτάρια που αναπτύσσονται σε μια όμορφη κοιλάδα, ενώ το μυκήλιό τους καταστρέφεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Στο νου μου καταφθάνει όμως άλλη εικόνα, περισσότερο ταιριαστή: περισσότερο μοιάζουμε με κουμπαράδες. Οι βίαια σκοτωμένοι νεκροί, παλιοί μας γνώριμοι από τα παιδικά χρόνια, πέφτουν μέσα μας σαν χρυσά νομίσματα και ένα αλλόκοτο κουδούνισμα ηχεί σε κάθε βήμα μας. Σε κάθε λέξη μας. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [1/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [1/2]

Μετάφραση Γιώργου Βαρθαλίτη

~.~

Τα βιογραφικά στοιχεία του Χριστόφορου Μυτιληναίου αντλούνται από το ίδιο το έργο του. Τα ελάχιστα στοιχεία που συνάγουμε από εκεί φανερώνουν έναν σημαντικό βυζαντινό λόγιο, ο οποίος κατάγεται μάλλον από τη Μυτιλήνη όπως δείχνει και το επίθετό του, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, και έχει σίγουρα λάβει υψηλή μόρφωση. Οι τίτλοι που κατείχε (υπογραφεύς του βασιλέως, πατρίκιος, ανθύπατος κλπ.), όπως παρουσιάζονται στο έργο του, αναδεικνύουν τον Χριστόφορο σε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Πόλης στην εποχή του. Το έργο του καλύπτει μία ευρεία κλίμακα ειδών και θεμάτων· από την γραφίδα του προέρχεται ένα μεγάλο μέρος δίστιχων επιγραμμάτων στα Μηναία καθώς και έργα θρησκευτικού περιεχομένου (αφιερωμένα σε εορτές ή βιβλικά πρόσωπα), μα και πολλά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα της οικογένειάς του (ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων αυτά για τον θάνατο του αδελφού του και της μητέρας του), σε ιερωμένους, αξιωματούχους, ή φίλους του αλλά και αρκετά άλλα με σατυρικό περιεχόμενο. Η σημερινή απόδοση του Γιώργου Βαρθαλίτη, που παραθέτουμε, αφορά σε ένα κομψό ποίημά του για την αράχνη, και είχε φιλοξενηθεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Παλίμψηστον (τχ. 33, Άνοιξη 2016).

(περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Προσεγγίζοντας τον Παναγιώτη Κονδύλη μέσω της έννοιας της φιλίας (από τους Σοφιστές στον Αριστοτέλη)

*

Εισαγωγικά

Το παρόν άρθρο βασίζεται σε ομιλία που εκφώνησα σε συνέδριο οργανωμένο στη μνήμη του Παναγιώτη Κονδύλη στην Αρχαία Ολυμπία, υπό την αιγίδα της Βουλής των Ελλήνων, το τριήμερο 26-28/01/2018. Ορισμένα ζητήματα που στην ομιλία δεν ήταν δυνατόν να θιχτούν, εδώ βρήκαν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν.

Είναι όντως δύσκολο να μιλήσεις για έναν στοχαστή του διαμετρήματος του Παναγιώτη Κονδύλη. Κινδυνεύεις είτε να εκφράσεις τον θαυμασμό σου, ο οποίος όμως δεν προσφέρει τίποτε στον αναγνώστη, είτε να περιορίσεις το εύρος της συνεισφοράς του με το να αρκεσθείς στον σχολιασμό κάποιας έννοιας ή ζητήματος στο οποίο ο ίδιος έχει επίμονα εντρυφήσει. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο κίνδυνος είναι μεγάλος, διότι η σκέψη του Κονδύλη, παρά την ευχερή της μετάβαση από το ένα πεδίο των επιστημών του ανθρώπου και της κοινωνίας στο άλλο, εμφανίζει υψηλή συνεκτικότητα, χωρίς χάσματα, γεγονός που δεν επιτρέπει την εξεταστική απομόνωση ενός μόνον αντικειμένου από το σύνολο του έργου του. Ο λόγος της συνοχής και εμβρίθειας των γραπτών του οφείλεται κατά τη γνώμη μου στο ότι είχε από νωρίς κατασταλάξει στις οντολογικές κατηγορίες των ανθρωπολογικών, πολιτικών και κοινωνικών του αναζητήσεων, αλλά και στη συνέπεια της ακολουθούμενης από αυτόν μεθόδου έρευνας. Αμφότερες –ανθρωπολογικο-κοινωνική οντολογική θεμελίωση και μέθοδος– θα έλεγε κανείς πως επαληθεύονται κάθε φορά που ρίχνει τον ερευνητικό του φακό στη ζώσα πραγματικότητα, αναστοχαζόμενος το παρελθόν της, προσεγγίζοντας το παρόν της και προβλέποντας το μέλλον της.

Θέτοντας ο Κονδύλης στο μικροσκόπιο της ανάλυσης παράγοντες περιέργως μη ορατούς από άλλους ερευνητές, οδηγείται κατά τρόπο σχεδόν μοιραίο στην ορθότητα των προβλέψεών του. Αυτή η επαλήθευση των προβλέψεών του είναι δύσκολο να υποτεθεί πως οφείλεται στο σχεδόν άκαμπτο και γραμμικό μοντέλο των ανθρωπολογικο-κοινωνικών του προϋποθέσεων. Θα έλεγα πως οφείλεται εν πολλοίς στη διορατικότητα και στην αναλυτική δεινότητα ενός στοχαστή που είχε μελετήσει σε βάθος την αρχαία ελληνική γραμματεία, την ευρωπαϊκή ιστορία και τον δυτικό πολιτισμό, ώστε να μπορεί να διακρίνει τις μεταμορφώσεις στις οποίες ο τελευταίος είχε ήδη εξελικτικά υποβληθεί.

Μελετώντας τον Κονδύλη, συχνά διερωτώμουν μήπως η εκ μέρους του επιλογή ενός θεωρητικού υποδείγματος που οδηγούσε σε απαισιοδοξία για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας συνυφαινόταν στο βάθος με μια σκοπιμότητα για αλλαγή. Κι αυτό, διότι το αυστηρό θεωρητικό του μοντέλο, παρά τη συνοχή του, σε άφηνε να καταλάβεις πως εάν ένας από τους οντολογικούς του παράγοντες μεταβαλλόταν, τότε τα απορρέοντα από αυτό συμπεράσματα θα μπορούσαν να ανατραπούν. Πράγματι, δείχνοντάς μας ο Κονδύλης πού κατευθυνόμαστε, είναι σαν να μας προτρέπει να αλλάξουμε, έτσι ώστε το διαγραφόμενο μέλλον, άμα τη αφίξει του, να διαψεύσει τις προγνώσεις του. Γι’ αυτό και οι οντολογικές και μεθοδολογικές επιλογές του με προβλημάτισαν, όχι από σκοπιά φιλοσοφική, αλλά από μια κατά το μάλλον ή ήττον κοινωνιολογική.

Είμαι της γνώμης πως η μέθοδος που επιλέγει ένας ερευνητής για να τοποθετηθεί απέναντι στην αλήθεια του πραγματικού είναι αποκαλυπτική των βαθυτέρων πεποιθήσεων και προθέσεών του. Επίσης, πως δεν αρκεί για την αξιολόγηση και κατανόηση της διερευνητικής του μεθόδου η επαλήθευση του συνόλου των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε, εγχείρημα εκ των πραγμάτων αμφίλογο λόγω της πολυπλοκότητας της πραγματικότητας και της αδυναμίας ολοκληρωτικής συλλήψεώς της. Εάν όμως το κριτικό βλέμμα επιλέξει ‒ως παράδειγμα‒ ένα μόνο αντικείμενο που αναδύθηκε από την προβληματική του και το εξετάσει σε σύγκριση με αντίστοιχες προβληματικές αναπτυγμένες στην πορεία του χρόνου από άλλους, τότε είναι σαν να βρίσκει ένα κλειδί για ν’ ανοίξει μια πόρτα που οδηγεί σε συγγενικές ή διαφορετικές μεθοδολογικές προτιμήσεις, σμιλεμένες στην πορεία του χρόνου. Μια τέτοια ευκαιρία για κριτική εξέταση μας βοηθά να κατανοήσουμε τις ρίζες της σκέψης του, το μεθοδολογικό corpus στο οποίο αυτός εντάσσεται, αλλά και τις διαχρονικές πολιτισμικές συνέπειες του εν λόγω μεθοδολογικού σώματος. (περισσότερα…)

Μικρή παραλλαγή ρω

*

Η Quelle Bellina έρχεται δίπλα στον Διγενή

Έρχεσαι από μακριά. Τα μαλλιά σου καλπάζουν σ’ αέρα ανυποψίαστο, βιτσίζοντας νεφέλες, κεραυνούς που προβάλλουν στο διάβα σου. Δελφίνια σε συντροφεύουν που αγγίζονται απαλά, χάδια γλιστερά κάτω από την επιφάνεια των δικών σου νερών, στο Αιγαίο του δικού σου Ήλιου, καθώς περπατάς με ταχύτητα φωτός προς τα μέσα, με τα πόδια σου γυμνά, μια πτώση σου ολόκληρη και βαθιά στα νάματα, βουτιά σου ολοσώματη προς τον άνω βυθό, μοναχικό προσκύνημα στο κάβο της δικής σου κατάνυξης, πάλλεσαι αδάκρυτη εκεί που το μέσα στήθος σου βοά κι η έξω του θηλή πετρώνει,

Θαλασσόκρινο.

Έρχεσαι από πολύ μακριά. Το πρόσωπό σου φεγγίζει τόσο που να μας τυφλώνει, αποστρέφουμε πάλι τα βλέμματα σκυμμένοι με τα νώτα στο έδαφος, σαν πάντα. Δεν ξέρουμε ακόμα τη φωνή, δεν βλέπουμε την όψη σου, δεν νιώθουμε τη ζέστα της αγκάλης σου, δεν ξέρουμε την αφή σου στ’ ακροδάχτυλα. Στρέφουμε μόνο την κεφαλή, σαν από αιώνες αφυπνισμένοι, στο ξάφνιασμά σου των καιρών. Ένα θρόισμα από φύλλα. Καλάμια που αργοσαλεύουν στον άνεμο. Ύστερα τίποτα. (περισσότερα…)

Την παρατηρώ

*

Την παρατηρώ

Την παρατηρώ
Η αξία της μέσα μου φουντώνει
Μου μιλάει για πράγματα, για ένα σωρό πράγματα
Πράγματα με αξία, πράγματα που δεν ξέρει πως
Πρόλαβα από μια τύχη να τους δώσω πρώτος κι εγώ αξία
Ουφ! Απόγευμα μαζί της και καμία διέξοδος διαφυγής
Θεόκλειστο το κύκλωμα του έρωτα
Ακούω τα τύμπανα, τις υπόγειες εκρήξεις θαυμασμού
Τις αντανακλάσεις που φωταγωγούν
Το δωμάτιο με τους καθρέφτες. Το δωμάτιο στο οποίο προκύπτει η ψυχή. (περισσότερα…)

Ο τελευταίος γάμος

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η φωτογραφία από το Αρτσάχ. Ο τελευταίος γάμος στα πάτρια χώματα, προτού οι νεόνυμφοι πάρουν τον δρόμο για την προσφυγιά. Σχεδόν 100.000 φυγάδες ήδη έχουν περάσει στην Αρμενία για να γλιτώσουν. Στο μεταξύ, αντιγράφω από τις εφημερίδες, «η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε σήμερα από το Αζερμπαϊτζάν να αναλύσει το όραμά του για το μέλλον των Αρμενίων που ζουν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ»…

~.~

Αποψιλώσαμε τα δάση, μπαζώσαμε τις ακρογιαλιές, αποστραγγίξαμε τις λίμνες, εκτρέψαμε ή εγκιβωτίσαμε ή θάψαμε κάτω από τις λεωφόρους μας τα ποτάμια και τις ρεματιές. Μετονομάσαμε ακόμη και τη Φύση σε «περιβάλλον», σε απλό περίβολο δηλαδή ενός Κέντρου όπου σπεύσαμε να θρονιαστούμε εμείς, σε απλό ντεκόρ της δράσης της αυτού εξοχότητος του Ανθρώπου του Περιβαλλομένου. Και τώρα απορούμε που το «περιβάλλον» μάνιασε και μας σαρώνει.

Είναι ψυχολογικά ενδιαφέρον ότι η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς του κόσμου, επιβλήθηκε στους Νέους Χρόνους ταυτόχρονα με την αποκαθήλωσή του γεωκεντρισμού και του ηλιοκεντρισμού από τον Κοπέρνικο και τον Χαμπλ. Η αυτοπεποίθησή μας δηλαδή φουσκώνει την εποχή ακριβώς που η επιστήμη μας διαρκώς την ξεφουσκώνει.

Από μόνη της η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι κυρίαρχος του πλανήτη είναι γελοία. Μια φλούδα δέκα χιλιομέτρων είναι όλη και όλη η ατμόσφαιρά μας που συντηρεί τη ζωή. Λίγο να αλλάξουν η πυκνότητα ή τα συστατικά της και τίποτε από μας δεν θα απομείνει. Όλη η βιομάζα της Γης, όλοι οι έμβιοι οργανισμοί της μαζί δηλαδή, δεν φτάνουν το 1 τρισεκατομμυριοστό του βάρους της. Ένας κομήτης, ένα ηφαίστειο, μια ηλιακή καταιγίδα και η «κυριαρχία» μας θα μηδενιστεί όπως εκείνη των τριλοβιτών και των δεινοσαύρων. Με βάση τον νόμο των πιθανοτήτων, είμαστε ήδη ξεγραμμένοι, απλώς έχουμε πάρει αναστολή.

Την οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, επειγόμαστε να τερματίσουμε. (περισσότερα…)

Πριν και μετά το τέλος του κόσμου

*

Για τη Δυνατότητα ενός νησιού του Μισέλ Ουελλμπέκ

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αναπνέω, όπως εσείς […]. Κι όμως, δεν ανήκω πια στο ίδιο είδος. Σας αναγγέλλω μια νέα ανθρωπότητα […]. Από τις απαρχές του, το Σύμπαν αναμένει τη γέννηση ενός αιώνιου όντος, με το οποίο θα συνυπάρχει, για να αντικατοπτριστεί πάνω του σαν σε αληθινό καθρέφτη, που δεν έχουν σπιλώσει οι ακαθαρσίες του χρόνου. Αυτό το ον γεννήθηκε σήμερα, λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα. Είμαι ο Παράκλητος, και η πραγματοποίηση της υπόσχεσης. Είμαι προς το παρόν μόνος, όμως η μοναξιά μου δεν θα διαρκέσει, γιατί σύντομα θα με ακολουθήσετε. Είστε οι πρώτοι σύντροφοί μου, τριακόσιοι δώδεκα τον αριθμό∙ είστε η πρώτη γενιά του νέου είδους που προορισμό έχει να αντικαταστήσει τον άνθρωπο∙ είστε οι πρώτοι νεοάνθρωποι. Είμαι το σημείο μηδέν, εσείς είστε το πρώτο κύμα. Σήμερα εισερχόμαστε σε μια άλλη εποχή, όπου το πέρασμα του χρόνου δεν θα έχει πλέον την ίδια έννοια. Σήμερα εισερχόμαστε στην αιώνια ζωή. Αυτή η στιγμή θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη.[1]

Ο Βενσάν, ο πρώτος νεοάνθρωπος, δίνει τον χρησμό: ο άνθρωπος, όπως τον ξέραμε, παύει να υπάρχει, αντικαθίσταται από τους μελλοντικούς ανθρώπους, τους νεοανθρώπους ― η θνητότητα δεν ταλαιπωρεί πλέον την ανθρωπότητα, οδεύουμε στην αιώνια ζωή. Το τέλος της θνητότητας παρασύρει και τις θεμελιακές έννοιες που διαχρονικά συνδέονται μαζί της: χώρος, χρόνος, θέση και σύλληψη του όντος, τα αντικείμενα της αντίληψης ― στον εσχατολογικό λόγο του Βενσάν περνάμε σε μια διαφορετική διάταξη της γνώσης, σε μιαν άλλη μεταφυσική. Η κατανόηση της ανθρωπότητας συμπίπτει εν προκειμένω με την αμφισβήτηση της ίδιας της προϋπόθεσης της ―του ανθρώπου―, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για το πέρασμα στη μετά-τον-άνθρωπο εποχή.[2] Ο Μισέλ Φουκώ ηχεί επίκαιρα:

Αν αυτή η διάταξη της γνώσης εξαφανιζόταν όπως εμφανίστηκε, αν κατέρρεε εξαιτίας κάποιου συμβάντος, του οποίου μάλιστα μπορούμε να προαισθανθούμε τη δυνατότητα, του οποίου όμως δεν γνωρίζουμε για την ώρα ούτε τη μορφή ούτε την υπόσχεση, όπως συνέβη στην καμπή του δέκατου όγδοου αιώνα με τις βάσεις της κλασικής σκέψης ― τότε μπορούμε όντως να στοιχηματίσουμε ότι ο άνθρωπος θα έσβηνε, όπως στο ακροθαλάσσι ένα πρόσωπο από άμμο.[3] (περισσότερα…)

Με λίγα λόγια

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ

Καμπύλες, ευθείες, τεθλασμένες, χρώματα του φωσφόρου. Λάμψεις, εκλάμψεις, αναλάμψεις. Δάσος του φθινοπώρου και βλέμμα ενεό. Μας απασχολεί, μήπως, κάποιο πρόβλημα αυτή τη στιγμή; Όχι, κανένα. Η φύση δεν του επιτρέπει να ανορθωθεί. Οπότε καλά είναι εδώ. Αυτός ο τόπος μάς σηκώνει. Ας μείνουμε λίγο ακόμα. (περισσότερα…)

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων από τον Δέκατο Aιώνα

*

Ιωάννης Γεωμέτρης εναντίον Στυλιανού

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων
από τον Δέκατο Aιώνα

Εισαγωγικά-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Οι λόγιοι Βυζαντινοί αρέσκονταν και στις λόγιες ανταλλαγές ύβρεων. Τον 10ο αιώνα έχουμε μία τέτοια, έμμετρη μάλιστα, μεταξύ του κορυφαίου ποιητή της εποχής Ιωάννη Γεωμέτρη και κάποιου Στυλιανού. Η πρόσθετη στρατιωτική ιδιότητα του Γεωμέτρη δίνει την ευκαιρία στον αντίπαλό του να κάνει χρήση πολεμικής ορολογίας στις δικές του προσβολές (στ. 6-10, 29-33). Όσον αφορά στην απόδοση, προτίμησα την ισορροπία μεταξύ της ήπια λόγιας και της ξεκάθαρα καθημερινής φρασεολογίας. Τον κίνδυνο της υπερβολικής «απολογιοποίησης» του πρωτοτύπου τον περιορίζει αυτομάτως ο ίδιος ο έμμετρος στίχος. Επιπλέον, τι νόημα θα είχε για τον σύγχρονο αναγνώστη η προσβολή που βγήκε απευθείας από το σκονισμένο ερμάρι; Άλλωστε, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε έναν λόγιο που χάνει την υπομονή του να ξεπέφτει στιγμιαία στο επίπεδο του απλού ανθρώπου. Χρησιμοποίησα την έκδοση: E. Van Opstall, «The pleasure of mud-slinging: An invective dialogue in verse from 10th century Byzantium», Byzantinische Zeitschrift 108 (2015), 771-796.

*
Γεωμέτρης
Πονάει το σώμα σαν φουσκώσει η κήλη,
μα αν τα μυαλά φουσκώσουν, ξεμωραίνεις.
Κι ο φθόνος πάντα τα αίματα τ’ ανάβει.
Έτσι λοιπόν, με φθόνο και μωρία
ο Στυλιανός ξερνάει μοχθηρία.

Στυλιανός
Φυσάς και το μυαλό σου ξεφουσκώνει·
τσαντίζεσαι μα οι εχθροί σου σε στραβώνουν.
Με τέτοια χάλια θα λογομαχήσεις;
Την έχεις δει, μπροστά σου όμως δεν βλέπεις
και λες τη μια βλακεία μετά την άλλη. (περισσότερα…)

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, «Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής»

*

Συνέντευξη και αναγνώσεις στην ελβετική τηλεόραση το 1983

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

~.~

Μια βαρκούλα στο ταξίδι της αρχαιολογίας

Ζεστή καταιγίδα μ’ αστραπές και βροντές
απόψε στο Τόκιο, νερό πολύ κι ομπρέλες
γύρω στις 10 μ.μ.
Μια μικρή λεπτομέρεια της στιγμής
ίσως όμως πολύ σημαντική
σ’ ένα εκατομμύριο χρόνια από τώρα που οι αρχαιολόγοι
θα κοσκινίζουν τα ερείπιά μας, προσπαθώντας μ’ εμάς να βγάλουν
άκρη.

Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976

~.~

– Σε τι ωφελεί η ποίηση;

ΡΜ: Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής· να ρίξει φως, να δείξουμε περισσότερη συμπόνια, να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάστασή μας· την ανθρώπινη κατάσταση.

– Στα βιβλία σας υπάρχουν πάντοτε δύο πόλοι: η πραγματικότητα κι ένας αντεστραμμένος κόσμος, ένας, κατά μία έννοια, φανταστικός κόσμος. Ποια είναι η αντίστιξη αυτών των δύο κόσμων; Πώς σχετίζονται και ενδεχομένως διορθώνουν ο ένας τον άλλο;

ΡΜ: Εναλλάσσονται. Ο ένας είναι ο καθρέφτης κι ο άλλος το είδωλο κι ύστερα ο πρώτος είναι το είδωλο κι ο άλλος ο καθρέφτης. Θεωρώ την ενόραση μια απ’ τις απίστευτες αρετές των ανθρώπων κι αν έχουμε τη δυνατότητα με οποιονδήποτε τρόπο να διευρύνουμε, να καθορίσουμε, να επανακαθορίσουμε ή να εξερευνήσουμε την ενόραση στο μέλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα για να το κάνουμε.

– Κύριε Μπρότιγκαν, η δουλειά σας έχει μια ποιητική τρυφερότητα και την ίδια στιγμή ενυπάρχει μια κάποια σκληρότητα. Πώς πετυχαίνετε την ισορροπία; Χρειάζεται μια τέτοια ισορροπία;

ΡΜ: Είμαι προϊόν του 20ού αιώνα. Η δουλειά μου αντικατοπτρίζει τον 20ό αιώνα και αποκρίνεται σ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες

*
Βρε, άντε παγκοσμιοποιηθείτε!

Αφήνεις πονηρό γελάκι
όταν ακούς για Κασσελάκη,
αγαπητέ μου ποιητή!
Άει αμερικανοποιήσου,
mister! Fuck off! «Άντε γαμήσου!»
για να στο πω κι ελληνιστί.

Όταν Παγκόσμιους διαλαλούσες
Διαγωνισμούς Ποίησης, ζούσες
Όνειρο Αμερικανικό:
fast food ποιήματα στο blender,
όλοι μαζί και all together –
το ξένο είναι πιο γλυκό!

Μα πιο γλυκό είναι το μουνάκι
που έγινες, στο κασελάκι
σου έχεις δυο λογιών κρασί:
το ’να ξινό – αυτό που είσαι –
τ’ άλλο γλυκό, σαν προσποιείσαι
εκείνον που δεν είσαι εσύ.

Με το fair play όλοι είν’ ωραίοι,
με το yes men – αλά USA –
χτίζουν καριέρα τα σκατά.
Καθείς αφήνει την κλανιά του
κι ύστερα ανοίγει τα κανιά του:
γυρνάει κώλο να πάει μπροστά.

Απανταχού ποιητές Λαλάκηδες,
άντε γινείτε Κασσελάκηδες –
τι κόμματα τι σωματεία!
Δεν είμαι εγώ που κάνω πλάκα
μα ο καπιταλισμός, μαλάκα,
που τα ’χει κάνει όλα αστεία.

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες
ένα και το αυτό, ρε μάγκα!
Τράβα με τους σαχλαμαράκηδες
ειδάλλως σ’ έφαγε η μαρμάγκα.

Μην πάρετε την νέα ταυτότητα
– με τσιπ ή με χωρίς τσιπάκι –
πάνω αν δεν γράφει «υπηκοότητα:
κορόιδο κι Αμερικανάκι».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
22.9.2023

*

Θεσσαλονίκη

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

*

Α΄ Ἡ σύγχρονη πολιτεία κι ἡ μαγικὴ πολιτεία [1]

Μὲ καρδιοχτύπι περιμένω πάντα τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πρωταντικρύσω ἕνα τοπίο, μιὰ πόλη ἢ ἕνα μνημεῖο, γνωστὰ ἀπὸ  τὰ βιβλία. Ἀνησυχῶ γιὰ τὴν πρώτη ἐντύπωση ποὺ θἀ μ’ ἀφήσει, γιὰ τοὺς ἀντίλαλους ποὺ θὰ ξυπνήσει μέσα μου. Νά ’ναι, ἄραγε, ὅπως τό ’χει δουλέψει ἡ φαντασία μου χρόνια τώρα, παίρνοντας τροφὴ ἀπὸ φωτογραφίες, σχέδια καὶ περιγραφὲς ἢ θὰ μ’ ἀπογοητέψει;

Μὲ τούτη τὴν ἀνησυχία μέσα μου πήγαινα, ἀνυπόμονος νὰ κάμω τὴν πρώτη γνωριμία μὲ τὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς τὸ λεωφορεῖο ἄρχισε νὰ συναντᾶ τὰ πρῶτα σπιτάκια κι ὕστερα, ὅσο πήγαινε, τὰ σπιτάκια νὰ πληθαίνουνε καὶ νὰ φαίνεται μπροστά μας μιὰ ὁλάκερη πολιτεία ἀνεβασμένη ἀπάνω στοὺς χωματόλοφους, μήτε ὑποψιάστηκα πὼς εἴχαμε μπεῖ στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀναρωτιόμουνα ποιά πολιτεία νά ’τανε κι ἔψαχνα νοερὰ τὸ χάρτη νὰ θυμηθῶ τὴ μαύρη μικρὴ κουκίδα ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ μακεδονίτικη πρωτεύουσα.  Μόνο σὰν ἐπροχωρήσαμε κάμποσο μέσα στὸ πέτρινο κορμί της κι ἄρχισε νὰ σταυρώνεται ὁ δρόμος μας μ’ ἄλλους δρόμους πολύβοους, τὴν ἀναγνώρισα.  Τὰ φτωχὰ τενεκεδόσπιτα, ξυλόσπιτα, χαμόσπιτα ἤτανε τὸ αἰώνιο θέμα ποὺ ὑπάρχει πάντα στὶς ἄκρες ὅλων τῶν ἑλληνικῶν πολιτειῶν.

Βέβαια, ἡ «Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ» ἔχει μιὰ λαμπρὴ βιτρίνα. Τὸ κέντρο της, ὅλη ἡ κάτω πόλη, ἀπὸ τὸν Ἅη Δημήτρη ὣς τὴ θάλασσα, εἶναι μιὰ μεγαλούπολη τοῦ καιροῦ μας. Δρόμοι πλατιοί, ἴσιοι, μὲ τὰ μέγαρά τους, μὲ τὰ φανταχτερά τους καταστήματα, μὲ τὸ πλῆθος τῶν τροχῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυλοῦν ἢ περπατοῦν στὴν ἄσφαλτό τους. Ἡ Ἐγνατία, ἡ ὁδὸς Τσιμισκῆ, ἡ ὁδὸς Ἑρμοῦ, ἡ ὁδὸς Βενιζέλου. Τὸ κομμάτι τοῦτο τῆς πολιτείας δὲν ἔχει νὰ ζηλέψει τίποτα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἴσως εἶναι καὶ καλύτερό της. Ἔχει περισσότερη ἀρχιτεκτονικὴ συνέπεια ‒δὲν παρουσιάζει ἐκεῖνο  τὸ ἀνακάτωμα τῶν ρυθμῶν, άπὸ τὸν κλασικίζοντα τοῦ περασμένου αἰώνα, ὣς τοὺς περιστερώνες τῶν μοντέρνων πολυκατοικιῶν. Ἔχει ὁλόκληρο τὸ συντηρητικὸ σύγχρονο ὕφος πού ’χουνε τὰ χτίρια τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου. Τοῦτο τὸ ὕφος παίρνει σὲ μερικοὺς δρόμους, ὅπως στὴν ὄμορφη ὁδὸ Ἀριστοτέλους, ἕνα ἰδιαίτερο χρῶμα, καθῶς σμίγει μὲ κάποια τυπικὰ στοιχεῖα βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, σὰν τὶς κολόνες ποὺ βαστοῦνε μιὰ σειρὰ ἡμικυκλικὰ τόξα, σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ τὶς πλαστικὲς διακοσμήσεις στοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους.

Πίσω ἀπὸ τούτη τὴ βιτρίνα ἁπλώνεται μιὰ μελαγχολική, μιὰ σιωπηλὴ πολιτεία.  Οἱ παλιὲς γειτονιές, μὲ τὰ στενὰ φιδωτὰ δρομάκια τους προχωροῦν ἀνηφορίζοντας, ὥσπου νὰ συναντήσουνε τὸ κάστρο, τὸ Ἑπταπύργιο, στὴν κορυφή. Τὰ σπίτια μὲ τοὺς χαρακτηριστικοὺς μακεδονίτικους ἐξῶστες ἔχουνε τὴ γοητεία τῶν περασμένων καιρῶν. Ὅμως  πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν εἶδα τόσο ἔντονη τὴν εἰκόνα τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου ἑνὸς κόσμου, ὅσο ἐδῶ.  Τὰ περισσότερα παλιὰ σπίτια ἔχουνε μιὰ θλιβερὴ ὄψη ἐγκατάλειψης, ἄβαφα καθὼς εἶναι μὲ πεσμένους σοβάδες, μὲ ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Συχνὰ μεγάλες ραγισματιὲς  ἢ τοῖχοι ποὺ γέρνουν ἐπικίνδυνα πρὸς τὰ ἔξω, παραμορφωμένα σχήματα παραθυριῶν, φανερώνουνε τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία τοῦ γέρικου χτιρίου.  Κι ὅμως κάποιο κουρτινάκι πίσω ἀπὸ τὸ τζάμι λέει πὼς ἐξακολουθοῦνε νὰ κατοικοῦνε ἀκόμη ἄνθρωποι μέσα σ’ ἐκείνη τὴν παγίδα.  Κάπου κάπου  ἀνάμεσ’ ἀπὸ τοῦτα τὰ σπιτάκια τινάζει μιὰ ὁλοκαίνουργια πολυκατοικία πρὸς τὸν οὐρανὸ τὰ ὀχτώ της πατώματα, μὲ νεοπλουτίστικη  ξιπασιά.  Στὰ πόδια της τὰ ἑτοιμόρροπα σπιτάκια τὴ βλέπουνε ντροπιασμένα καὶ θαρρεῖς  πὼς μικραίνουν ἀκόμη πιὸ πολύ, θαρρεῖς πὼς  παρακαλοῦνε τὸ θάνατο νά ’ρθει νὰ τὰ σωριάσει στὴ γῆς. (περισσότερα…)