Καμέλια

*

Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΚΑΜΕΛΙΑ

Το άνθος της καμέλιας καλώ να μας φωτίσει.

Έλα μικρό μου άνθος, έλα και βγες απ’ την κρυψώνα σου. Αναμέρισε τα βαθυπράσινα φύλλα με τις διάφανες νευρώσεις και ρίξε το κόκκινο φως σου στον πενιχρό μας κόσμο. Άνοιξε την αλουργίδα σου και θέσε μας υπό την σκέπη σου. Είσαι από αίμα ή από μαρασμό ουράνιου άστρου; Βγες σαν σπασμένο ρουμπίνι, βγες σαν κόψη από άλικη αθέρα, βγες σαν εκνέφωση επτασφράγιστης κολόνιας, έλα, βγες και σίμωσε στον κόσμο μας, προτού μας κυριεύσει η νύχτα.

~.~ (περισσότερα…)

Το αντιέπος της Μεσσηνίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Η συμμιγή,
Εκδόσεις Ρώμη, 2022

Με την όγδοη ποιητική κατάθεσή του που τιτλοφορείται Η Συμμιγή, ο Βαγγέλης Τασιόπουλος συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο στο δομημένο πλαίσιο μιας ευφάνταστης και υβριδικής ποιητικής σύνθεσης που διαλέγεται δημιουργικά και κριτικά με την ποίηση της γενιάς του. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο εντάσσεται αφενός στο γραμματολογικό πλαίσιο της Γενιάς του ’80 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος, την ίδια στιγμή εντοπίζουμε αρκετά στοιχεία που απομακρύνουν το όλο εγχείρημα από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-δράμα. Πιο συγκεκριμένα, η υβριδική αυτή ποιητική σύνθεση (πεζή και ποιητική), δεν αποτελεί μόνο μια σύνοψη συναισθημάτων και ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα προσωπικά βιώματα απώλειας, αλλά εξακτινώνεται θεματικά στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, αποκαλύπτοντας μια γενικότερη θέαση του συλλογικού. Παράλληλα, η τριμερής και φιλόδοξη δόμηση του βιβλίου, καθώς και οι σαφείς ιστορικές και μυθολογικές αναφορές, απομακρύνουν αισθητά την ανά χείρας ποιητική σύνθεση από τη μορφολογική δεσπόζουσα της μικρής σύνθεσης, που κυριαρχεί στη Γενιά του ’80.

(περισσότερα…)

Περί της ηθικοποίησης της πολιτικής

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Όταν ήμουν στην εφηβεία, στο πλαίσιο των προβληματισμών της ηλικίας, υποστήριζα με θέρμη ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν ως πρότυπο στη συμπεριφορά τους τα παιδιά, και κυρίως την αθωότητά τους. Το επιχείρημά μου κατέρρευσε κυριολεκτικά, όταν μια αγαπημένη μου φίλη αντέτεινε ότι είναι λανθασμένη η υποστήριξη αυτού του επιχειρήματος, διότι απλά τα παιδιά δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην πραγματική ανθρώπινη ζωή και συνεπώς δεν μπορούν να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση. Αργότερα έμαθα επίσης ότι το επιχείρημά μου ήταν διάτρητο και από άλλη πλευρά: τα παιδιά δεν είναι καθόλου αθώα!

Σκέφτηκα τα παραπάνω, παρακολουθώντας στη δημόσια συζήτηση τη διατύπωση επιχειρημάτων όπως περί «ηθικού πλεονεκτήματος», «ηθικής υποχρέωσης έναντι των πολιτών» και, γενικά, μια προσπάθεια «ηθικοποίησης» της πολιτικής αντιπαράθεσης. Πιο συγκεκριμένα, ως προς αυτό μπορώ να ισχυριστώ τα παρακάτω:

Πρώτο, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί «ηθικό πλεονέκτημα» (στην πολιτική), καθώς κάθε ηθική αντίληψη που δεν έχει ως αντίπαλό της τα προβλήματα ενός πραγματικού κράτους, ανακαλύπτει εν τέλει ότι, όταν κατακτήσει την εξουσία, δεν μπορεί να κυβερνήσει. Ισχύει το επιχείρημα της φίλης μου. Η προσπάθεια ιστορικής θεμελίωσης (αν μπορεί να υπάρξει και, πιστέψτε με, είναι δύσκολο αυτό να τεκμηριωθεί) προσκρούει με ορμή στην ιστορική πραγματικότητα της διακυβέρνησης. Αρχή άνδρα δείκνυσι.

Δεύτερο, αυτό το λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα», αλλά και τα υπόλοιπα «ηθικά» συμπαρομαρτούντα, στηρίζονται σε μια ηθική βεβαιότητα πηγάζουσα από διάφορες φιλοσοφίες της ιστορίας που τους επιτρέπουν να σχεδιάζουν το μέλλον, ένα πλήρως ηθικό μέλλον. Ο εγγενώς ουτοπικός, εσχατολογικός και ηθικολογικός χαρακτήρας της φιλοσοφίας της ιστορίας έχει αναλυθεί επαρκώς έτσι ώστε να μην σταθούμε σε περισσότερες αναφορές εδώ. Οι συνέπειες της εφαρμογής τέτοιων αντιλήψεων στην ιστορία επίσης. (περισσότερα…)

ὡς στάχυν, ὡς μάργαρον, ὡς γλυκὺ μέλι

Η επιτάφια επιγραφή του ανώνυμου δεσπότη που αποδίδεται στον τάφο του Ισαακίου Κομνηνού (Εκκλησιαστικό Μουσείο Αλεξανδρούπολης· φωτογραφία της Έλλης Μπία).

 

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #2
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~ (περισσότερα…)

Για την «Έξοδο με το άλογο» του Νικηφόρου Βρεττάκου

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Το βιβλίο αυτό αποτελέστηκε αρχικά από σπαράγματα στίχων που γράφτηκαν, καταπώς το συνήθιζε ο Βρεττάκος, πάνω σε πακέτα από τα τσιγάρα. Τα παρέδωσε ο ίδιος στον φίλο του λογοτέχνη Κούλη Ζαμπαθά που με τη σειρά του τα εμπιστεύτηκε στην κόρη του λέγοντάς της: «Αυτά είναι του Νικηφόρου μας, να τα φυλάξεις σαν τα μάτια σου». Η Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου τα έδειξε με κάποια αφορμή στον ποιητή και αργότερα τα παρέδωσε στο γιό του Κώστα Βρεττάκο για να τα εκδώσει. Η έκδοση απαίτησε μεγάλη προσπάθεια ανάγνωσης αν όχι αποκρυπτογράφησης από τον γιό του, γιατί το χειρόγραφο διαβαζόταν πολύ δύσκολα εξ ου και κάποια κενά όπου δεν ήταν δυνατόν να αποσαφηνιστεί η γραφή. Πρώτη δημοσίευση έγινε το 1959. Ακολούθησαν επανειλημμένες και αναθεωρημένες εκδόσεις (1955, 1964, 1971, 1981).

Στις πρώτες σελίδες της θαυμάσιας νεώτερης έκδοσης του έργου (Έξοδος με το άλογο, Ποταμός, 2008), υπάρχει κάτι σαν μότο ή ειδοποίηση του ποιητή όπου διαβάζουμε:

Χωρίς χρόνο
Χωρίς ησυχία
Τρέχοντας, πάντοτε τρέχοντας
ΕΓΡΑΦΑ

(5 Φεβρουαρίου-5 Μαΐου 1950)

Ούτε χρόνο, λοιπόν, είχε ο Βρεττάκος, ούτε ησυχία. Αλλά επιπλέον: ΕΓΡΑΦΕ πάντα τρέχοντας.

*

*

Στη σύνθεση αυτή επιβεβαιώνεται η ειδοποίηση του ποιητή για τον χρόνο, την ησυχία και το τρεχαλητό. Αλλά ακόμη και προπαντός επιβεβαιώνεται και κάτι άλλο: ο διονυσιασμός του, η αστείρευτη έμπνευσή του, ο καλπασμός της ψυχής που αποτυπώνεται σε στίχους. Αυτός ο διονυσιασμός δεν μας πάει πίσω στους αρχαίους, θα μπορούσε να ειπωθεί εκχριστιανισμένος αλλά θα μπορούσε ακόμη να ειπωθεί, όπως στην παρένθεση του τίτλου «ύμνος στη χαρά», μα έμμεσα και ύμνος στην αγάπη. Αυτό θα το εξηγήσω αργότερα. Τώρα ας πιάσουμε το αρχίνισμα, όπου χτυπούν καμπάνες. Ο ποιητής μιλάει για το τέλος της νύχτας και το φανέρωμα της ημέρας. Υπάρχει ένας ερωτηματικός στίχος: (περισσότερα…)

Αμερικανός εθνοφύλακας, ετών 21

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 04:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το όνομά του, Τζακ Τεϊσέιρα. Αμερικανός εθνοφύλακας, ετών 21. Σιδηροδέσμιο τον συνέλαβε τις προάλλες το FBI με τα ΜΜΕ να επιχαίρουν και να χειροκροτούν. Κάποια μάλιστα συνεργάστηκαν προθυμότατα με τις αρχές για τον εντοπισμό του.

Το έγκλημά του; Έδωσε στη δημοσιότητα εκατοντάδες απόρρητα έγγραφα που τινάζουν στον αέρα το δυτικό αφήγημα για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όχι, δεν έχει καμιά υπόσταση το παραμύθι της μη άμεσης εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ. Ειδικές δυνάμεις της Δυτικής Συμμαχίας πολεμούν στο πλευρό του Ζελένσκι και του Κιέβου κατά των Ρώσσων. Όχι, οι Ουκρανοί δεν κερδίζουν τον πόλεμο. Το αντίθετο συμβαίνει: αναγκάζονται από τους υποτιθέμενους συμμάχους τους σε όλο και πιο επώδυνες, όλο κι πιο απέλπιδες θυσίες.

Τώρα τον Τζακ Τεϊσέιρα περιμένει η τύχη του Ασσάνζ. Ήδη τα ΜΜΕ, τα ίδια αυτά που διαδίδουν τόσον καιρό πρωτοσέλιδα τα δυτικά ψεύδη περί του πολέμου, πρωτοστατούν στους χαρακτηρισμούς. Φιγουρατζής και οπλομανής λέει ο νεαρός, αντισημίτης κιόλας. Κάπως έτσι όμως δεν προγράφτηκε και ο Ασσάνζ, ως βιαστής μάλιστα; Στην πυρά λοιπόν και ο Τζακ και όσα έφερε στο φως. Με πρώτη πρώτη την αλήθεια.

(Σκέφτομαι τώρα τι θα έλεγαν τα δυτικά ΜΜΕ αν οι Ρώσσοι πάθαιναν τέτοια νίλα, αν τόσα απόρρητα έγγραφα δικά τους διέρρεαν στη δημοσιότητα…)

~.~

Η Βανδέα στη Γαλλική Επανάσταση ήταν προπύργιο ζηλωτικό των μοναρχικών και της εκκλησίας. Σήμερα, στο όνομα του κοσμικού κράτους (λέγε με woke και ορθοπολιτική) αποκαθηλώνει, και με δικαστική βούλα παρακαλώ, το άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ από την κοινή θέα.

Έτσι όμως είναι η ζωή και η ιστορία, κύκλους κάνει. Όταν ο χριστιανικός όχλος γκρέμιζε το ξόανο του Σεράπιδος στην Αλεξάνδρεια, μας αφηγούνται, ξεχύθηκαν από μέσα τα ποντίκια. Ο Παλλαδάς έχει εκείνο το σπαρακτικό επίγραμμα για το άγαλμα του Διός, νομίζω, που το έλιωσαν και το έκαναν τηγάνι. Και οι μνήμες με τους Ταλιμπάν να ανατινάζουν τους ελληνοπρεπείς Βούδδες της Βακτριανής ή τους ισλαμοκρατιστές να κάνουν το ίδιο στα ερείπια της Παλμύρας είναι ακόμη ( ; ) ζωντανές. (περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Περίπλους στις Ακτές του Νοήματος (Προδημοσίευση)

*

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το υπό εκτύπωση βιβλίο της Ιωάννας Τσιβάκου Περίπλους στις Ακτές του Νοήματος (Εκδόσεις Ι. Σιδέρης). Η συγγραφέας θεωρεί πως η θεωρητική σκέψη από την αυγή των Νέων Χρόνων κι ύστερα, έως σήμερα, εποχή της ψηφιακής τεχνολογικής έκρηξης, είναι συνυπεύθυνη με τις αντικειμενικές συνθήκες του καπιταλισμού για την έκπτωση του κοινωνικού νοήματος από ενεργειακή δύναμη έμπλεη αξιακού περιεχομένου σε μέσον προωθητικό της λειτουργικότητας των κοινωνικών φαινομένων. Προς απόδειξη αυτού, στο πρώτο μέρος της συγγραφής παρακολουθεί την πορεία του νοήματος προς τη λειτουργοποίησή του, όπως αυτή αποτυπώνεται σε μεγάλα έργα της κοινωνικής οντολογίας. Στο δεύτερο μέρος εντρυφά σε θέματα της τεχνολογίας πληροφοριών και στην εμπέδωση πλέον ενός λειτουργικού νοήματος και, κατ’ επέκταση, ενός λειτουργικού πολιτισμού. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί περιληπτικό σκιαγράφημα του πρώτου μέρους.

~.~

Με τη θεωρία των κοινωνικών δικτύων έφθασε σχεδόν στο τέλος του ο περίπλους μας στις ακτές του νοήματος μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, με σκαρί παλιό μεν, αγέραστο δε, καλαφατισμένο με την οπτική της κοινωνικής οντολογίας και με πηδάλιο που τραβά συνεχώς προς τον ορίζοντα μιας σκέψης και δράσης ελκυόμενες από το ιδεώδες της λειτουργίας. Επιχειρήσαμε να δείξουμε την ευθύνη της θεωρητικής σκέψης για τη λειτουργοποίηση του νοήματος μέχρι σχεδόν τα τέλη του 20ού αιώνα, χωρίς βεβαίως να εισέλθουμε στην επίδραση των κοινωνικών συνθηκών για τη στροφή της σκέψης από τη μεταφυσική προς την κοινωνική οντολογία και, προφανώς, στα αίτια που έστρεψαν τη θεωρία από την ανίχνευση της ουσίας και της υπόστασης των όντων, στη διερεύνηση των κοινωνικών οντοτήτων και στο νόημα που τις συγκρότησε.

Στη σύντομη αναδρομή μας, αφού αφήσαμε πίσω μας μεταφυσικές αντιλήψεις, προσεγγίσαμε θεωρίες που επεξεργάστηκαν στο πλαίσιο ενός διαδικαστικού ολισμού τις κοινωνικές σχέσεις και το νόημα.

Διαπιστώσαμε, πως σε κάθε προσπάθεια της κοινωνικής οντολογίας να εντοπίσει το στοιχειακό δεδομένο της κοινωνίας, σε κάθε θεωρητική πραγμάτευση των κοινωνικών οντοτήτων, προκειμένου να αναδειχθεί είτε το βασικό συστατικό τους είτε ο κυρίαρχος ρόλος τους στη σύσταση της κοινωνικής πραγματικότητας, στο βάθος ήταν το είδος του νοήματος ─ως περιεχομένου και μορφής─ που επιστράτευε ο θεωρητικός για να ερμηνεύσει τη διαμόρφωση και εξέλιξη του κοινωνικο-ιστορικού. Γύρω από τον άξονα του νοήματος περιεστράφη σε κάθε ιστορική περίοδο η κοινωνική ζωή. Κάθε της έκφανση, κάθε φάση του πολιτισμού μας, αξιοποιεί το νόημα για να δώσει μορφή και περιεχόμενο στα πράγματα που όχι μόνο μας περιβάλλουν, αλλά ορίζουν τον χώρο και τον χρόνο εντός του οποίου εμείς οι ίδιοι συγκροτούμαστε ως ανθρώπινα υποκείμενα και ως κοινωνία.

Το ενδιαφέρον της πραγματείας για το νόημα, όπως δηλώθηκε ήδη από την αρχή, εντοπίστηκε στην εξελικτική του πορεία: πώς από νόημα προτρεπτικό για μια ζωή άξια να τη βιώνει η ανθρώπινη ύπαρξη, άρα από νόημα ηθικό/αξιακό, όπως το συνέλαβε και το επεξεργάστηκε η μεταφυσική σκέψη, μετατράπηκε σε νόημα λειτουργικό, υποκινητικό της επίτευξης αντικειμένων χρήσης, ικανών να προσφέρουν χαρά αλλά και να αιχμαλωτίζουν τη ζωή στη δική τους ουσία, ήτοι, στη δική τους χρηστικότητα.

Αρχίζοντας με τον Σπινόζα, είδαμε πώς η δυτική σκέψη προχώρησε στην εποχή της εγκοσμιότητας και της εξατομίκευσης. Ο σπινοζικός άνθρωπος προβάλλει ως άτομο, παρότι εξακολουθεί να μην θεωρείται αυτόνομη ύπαρξη παρά θεϊκό δημιούργημα, προικισμένο με τις θείες ιδιότητες της σκέψης αλλά και της έκτασης (ήτοι του σώματος). Ο Θεός από υπερβατική ιδέα γίνεται φύση, εγκόσμια δύναμη, ικανή να πλημμυρίζει με το φως της τα ανθρώπινα όντα. Μπορεί οι σχέσεις ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα να είναι αλληλεπιδράσεις ανάμεσα σε σώματα και ιδέες, οι οποίες αποτελούν αντανάκλαση της θείας φύσεως, όμως συχνά οδηγούνται σε αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις∙ κι αυτό, διότι, ενώ το ανθρώπινο πνεύμα ─και συνεπώς το νόημα που το διακατέχει─, μέσω της θεϊκής καταγωγής του, ωθεί τον άνθρωπο στην ενατένιση του αγαθού, το σώμα τον ωθεί προς μια ζωική παρόρμηση για τη διατήρηση της βιολογικής του συνθήκης. Μέσα από τη διαπάλη νου – σώματος, διαμορφώνεται το ανθρώπινο νόημα, ένα μίγμα θεϊκού πνεύματος και ανθρώπινης όρεξης, διαποτισμένου ωστόσο από λειτουργικούς σκοπούς. (περισσότερα…)

Ντρόγκα

*

Ντρόγκα

στὸν Θανάση Γαλανάκη
ψηφιακὸ ἀντίδωρο *

Ἂν μὲ ρωτήσεις τί ’ναι πιό ἀληθινό
δυὸ τόνοι ντρόγκας ποὺ ψαρέψαν στὴν Κατάνια
ἢ τ’ ‘ἅγιο φῶς’ ποὺ μὲ φτυσιὰ ἀπ’ τὰ ‘ἐπουράνια’
Ἀρχηγὸς Κράτους φτάνει ὣς τὸν Κολωνὸ

καὶ πλέον ζαμπὸν* σὲ ξαναπᾶν στὸν οὐρανὸ
τρώγωντας πάλι μαγειρίτσα ἀντὶς λαζάνια
ἔτσι ὡς εἴθισται στὰ ὀρθόδοξα Μπαλκάνια
ποὺ τῆς Γραφῆς οἱ μάγκες φτύνουν τὸ σανό

Ἐγὼ τὴν Ντρόγκα σου τὴν θέλω ἀπὸ Χαρτὶ
τὸ φτιάξιμό μου ἀκριβὰ νὰ τὸ πληρώσω
Στὶς δωρεὰν κι ἀλάργα τὶς e-περηφάνιες

ποὺ ἀντὶς ρακὲς κερνοῦν ληγμένες τὶς σαμπάνιες
ποσὶ ἀβρόχοις νὰ μὲ δεῖς δὲν θὰ ἐνδώσω
μὲ τὸ Χαρτὶ ἂν δὲ σὲ πάρω ἀσορτί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Ἀπὸ τὴ σειρὰ Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

* Θανάσης Γαλανάκης, Ντρόγκα, ποιήματα, Ψηφιακὲς Ἐκδόσεις Βίργκω, Ἀθήνα 2023.
* ζαμπὸν [μπορεῖ καὶ ζόμπυ] (ἀργκό): λειῶμα ἀπὸ τὴν ἡρωΐνη.
*

*

*

Χριστόφορος Πάρρας, Στίχοι

*

Ό,τι κι αν κάνω σε δυσαρεστώ
Όταν την τόση σου επαινώ την ευστροφία
ενοχλημένη μου απαντάς
το πάθος αποφαίνεσαι η πολλή
πνίγει η σοφία

Κι όταν το σώμα σου ποθώ
μες στα νερά σου να ριχτώ
κι όπου με βγάλουν τα κουπιά μου
μου γράφεις ότι δυσπιστείς
φοβάσαι την παραφορά μου

Όταν για μια στιγμή σιωπώ
για να ξεφύγω απ’ το μαράζι
μου λες πως χάθηκα εντελώς
Κι όταν τυχαίνει κι ευθυμώ
που σε πειράζω λες πως σε πειράζει

Κι έτσι σκοντάφτω συνεχώς
και κάνω λάθη επί λαθών
μα ποιος να με οδηγήσει;
Σ’ έναν λαβύρινθο βαθύ
δωμάτιο έχω κλείσει

~ . ~

Η Ήρα είσαι όταν θυμώνεις
όλο αστράφτεις και βροντάς
το μέτωπό μου χαρακώνεις
στα σπλάχνα μου λυσσομανάς

Η Άρτεμη είσαι όταν πληγώνεις
σέρνεις το βέλος και χτυπάς
άπνοο στα πόδια της οθόνης
μ’ αφήνεις και δεν μ’ ακουμπάς

Το χέρι έχεις της Περσεφόνης
μια στο σκοτάδι με τραβάς
και μια στον ήλιο με σηκώνεις
στο γέλιο της καλοκαιριάς

Είσαι η Παφία, με κορώνεις
στάχτη με καις και με σκορπάς
είσαι η Κίρκη, με μαντρώνεις
σ’ ένα νησί της λησμονιάς

Η Έριδα είσαι, με σαρώνεις
η Ήβη είσαι, με μεθάς
η Ήρα είσαι όταν θυμώνεις
Δεν είμαι ο Δίας – με πονάς

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΡΡΑΣ

*

 

Γιάννης Πατίλης, Αὐτοφαγία

*

Αὐτοφαγία

(Autophagy – προφέρεται “ah-TAH-fah-gee”)

Ὣς πότε πιὰ μὲ τοὺς ἄλλους θὰ τρώγομαι
Ἀξημέρωτα νὰ κολλάω στὰ μαίλια
τὰ μεσημέρια στὰ στέκια νὰ μπλέκω
νὰ βγαίνω μὲ δηλητηριασμένους τὰ βράδια
Τόση παρὰ φύσιν κοινωνικότητα
ποιός τὴν ἀντέχει
Δὲν τὴν ἀντέχω
Καιρὸς τὸ ἀβάκιο
νὰ ἐ-πανά-
προ-γραμ-μα
-τί-σω
Καλὸ τὸ 69 δὲ λέω – ἀλλὰ ἦρθε ἡ ὥρα καὶ τοῦ 16/8
Ὀκτάωρο πιὰ νὰ τρώω γιὰ νὰ ζήσω
Καὶ δεκαέξι ὧρες ἑαυτὸς ἀδειοῦχος
συνταξιοῦχος
νὰ τρώει
τὰ σκουπίδια μου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

*

«Ἠγέρθη…»

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Τὸ τοπίο τῶν βράχων. Ὁ τάφος, ἀνοιχτὸς ἢ σφραγισμένος. Γύρω οἱ φρουροί, πεσμένοι χάμω, κρύβοντας τὸ πρόσωπο στὰ χέρια τους ἢ κοιτάζοντας περίτρομοι τ’ ἀπίστευτο θέαμα. Καὶ στὴ μέση ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου, σάρκινος κι ἄυλος μαζί, μὲ νωπὰ ἀκόμη τὰ σημάδια τῶν πληγῶν του στὰ χέρια, στὰ πόδια καὶ στὸ πλευρό. Ὀρθὸς πατεῖ στὴν πλάκα τοῦ κλειστοῦ «μνημείου» ἢ τινάζεται πρὸς τὰ πάνω μὲ μιὰ κίνηση θριαμβευτική, κυκλωμένος ἀπὸ ἕνα οὐράνιοφῶς.

Ἔτσι εἶδαν οἱ μεγάλοι ζωγράφοι μὲ τὰ μάτια τῆς πίστης καὶ τῆς φαντασίας τὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης κι ἔτσι τὴν ἀποτυπώσανε στὸ ξύλο, στὸν τοῖχο ἢ στὸ μουσαμᾶ. Μιὰ σκηνὴ συγκλονιστικὴ ποὺ γεμίζει δέος τὸ θεατή.

Τούτη ἡ σκηνὴ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ στὴ Γραφή. Σὲ κανένα ἀπὸ τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια δὲ βρίσκομε περιγραφὴ τοῦ γεγονότος τῆς «ἐκ νεκρῶν ἐγέρσεως»τοῦ Χριστοῦ. Τὴ δραματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης δὲν τὴν εἶδε κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους τοῦ Ἰησοῦ γιὰ νὰ «μαρτυρήσει περὶ αὐτῆς». Κανείς τους δὲ βρέθηκε τὴ νύχτα ἐκείνη κοντὰ στὸν τάφο τοῦ δασκάλου. Οἱ μόνοι ποὺ θὰ πρέπει ν’ ἀντικρύσανε τὸ θαυμαστὸ καὶ παράδοξο γεγονὸς τὴν ὥρα ποὺ ἔγινε, εἶν’ οἱ στρατιῶτες τῆς «κουστωδίας». Ὁ Ματθαῖος μᾶς λέει πὼς «ἐλθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλον τοῖς ἀρχιερεῦσιν ἅπαντα τὰ γενόμενα». Ποιά ἦταν ὅμως αὐτὰ τὰ «γενόμενα»; (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Ο ασπρούλης (πασχαλινό διήγημα)

 

*

Είχαμε κότες στην αυλή, άσπρες, μαύρες, κόκκινες και λαθουράτες. Τις κυνήγαγα να τις πιάσω, να φιλήσω το ράμφος τους το γυριστό, να χαϊδέψω τα κοραλλένια νυχοποδαράκια τους και να δαγκάσω το μεταξένιο τους λειρί, που έμοιαζε σαν κρεατένια φράουλα, μα έτρεχαν δεξά-ζερβά και ξέφευγαν με κωμικούς αλλά επιδέξιους ελιγμούς, εκτός από μία. Αυτηνής της φώναζα «κάτσ’-κάτσ’» –«κάτσε- κάτσε» δηλαδή– κι αμέσως ανέκοπτε την τρεχάλα της και κάθονταν να την πιάσω. Γι’ αυτό την έβγαλα «Κάτση-κάτση». Δεν έκατσε, όμως, πολύ σ’ αυτόν τον κόσμο. Αρρώστησε. Και πριν πεθάνει, την έσφαξε ο μπάρμπας μου και την έφαγαν οι άλλοι. Εγώ πήρα τα κοκαλάκια της και τα ’θαψα κάτω απ’ την τριανταφυλλιά να μην τα βρουν οι γάτες.

Είχαμε και γαϊδουράκι, αγαθό και ράθυμο, με αυτιά χωνιά βελούδινα, που τα κουνούσε σαν κεραίες πρόσληψης ενός άγνωστου σήματος και ξάφνου αφήνιαζε και κλωτσοπατούσε στον αέρα, λες και πολέμαγε εχθρό αόρατο, που ήταν απλώς μια αλογόμυγα ή εγώ που ήθελα καλά και σώνει να σμίξουμε τις μουσούδες μας για να νιώσω το ζεστό του ρουθούνισμα στο πρόσωπό μου.

Είχαμε και γίδες, μια κερατούσα και μια σούτα, με γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι και κρεατάκια, που εμείς τα λέμε σκουλαρίκια.

Τι πλάσμα η γίδα! Πώς τρώει, πώς μηρυκάζει, πώς βαδίζει, πώς στέκεται, πώς οσφραίνεται τον αέρα, πώς σκάφτει με το ποδάρι της το χώμα, πώς ξαπλώνει να πλαγιάσει, πώς σηκώνεται! Και τι νύχια τα νύχια της! Όταν μεγαλώνουν πολύ την λέμε τσουραπάτη. Κι όταν πέφτουν για να βγούνε άλλα, μοιάζουν με κερατένιες κουπίτσες – σκουτελίτσες τις λέμε στο χωριό – μες στα χορταράκια! Τις μάζευα και τις είχα για ποτηράκια μου στο ψευτονοικοκυριό μου, στην γωνιά του αχουριού που πλάγιαζα κι εγώ πάνω στ’ άχερα σιμά τους, ώσπου να με βρει η μάνα μου, να φάω κάνα τριομφίδι ή να με κατακεφαλίσει για την αποκοτιά μου να κάμω τ’ αχούρι σπίτι μου.

Κάποτε η γίδα γέννησε δύο κατσικάκια, ένα άσπρο κι ένα μπερδελό. Το άσπρο το έβγαλα Ασπρούλη –τι πρωτότυπο!– και το μπερδελό το υιοθέτησε ο αδερφός μου. (περισσότερα…)