*
Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
~.~
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _
*
Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
~.~
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _
*
I
Το άσμα της κοσμογονίας
ίσως είναι ένα τέλειο διάγραμμα
με συμπαγή και σταθερή όψη
παρόλα αυτά
πάντα υπερισχύει το Χάος.
II
Η αθωότητα επιβλήθηκε
ενώ νομίζαμε πως μείναμε ανέγγιχτοι από το μεγαλείο της
λες κι η επίκληση στην Ερατώ αρκούσε
για να συντρίψει τη γενιά της.
III
Η πρόθεση να αφεθούμε
απερίσκεπτα στην Ελπίδα
–σαν μετανάστες
που διασχίζουν τη θάλασσα με βάρκα
δίχως να ξέρουν ότι την καθοδηγεί ο Χάρος–
οδηγεί την Ελπίδα
προς τα σκουπίδια μέσα στο δώρο
που έλαβε ο Επιμηθέας.
Καθώς ξεσκεπάζουμε τον φόβο
έχοντας επίγνωση πως είμαστε ευάλωτοι,
συνεχίζεται η μάταιη αποστολή
για να λυτρώσει την ύλη
κλεισμένη στο βάθος του πίθου
που έφερε η Πανδώρα.
Το χειρότερο απ’ όλα τα δεινά
ευχαριστιέται,
προσφέρει την απαραίτητη ανάσα
που αφήνει τον λαιμό
στο έλεος της λάμας. (περισσότερα…)
Για την Έμιλυ Ντίκινσον λίγα πράγματα γνωρίζουμε με ακράδαντη βεβαιότητα. Είπαν γι’ αυτήν ότι έζησε αποτραβηγμένη, ότι ντυνόταν στα λευκά, ότι οι άνθρωποι την περνούσαν για «εκκεντρική». Μία και μόνη φωτογραφία της έφτασε ώς εμάς. Τα 1800 και παραπάνω ποιήματα που έγραψε, όσο ζούσε τα άφησε όλα σχεδόν αδημοσίευτα. Μια πρώτη επιλογή τους τυπώθηκε μόλις το 1890 – και έγινε μονομιάς ανάρπαστη. Έκτοτε η φήμη της εντός και εκτός των αμερικανικών συνόρων δεν έπαψε να μεγαλώνει.
Μια βραδιά αφιερωμένη στη σπουδαία Αμερικανίδα ποιήτρια, με αφορμή την πρόσφατη έκδοση Έμιλυ Ντίκινσον, Ποιήματα, Εκλογή-Προλεγόμενα-Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης, Κίχλη 2023. Για την Ντίκινσον θα μιλήσει ο μεταφραστής. Ποιήματα και κείμενά της θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.
~.~
~.~
Ἀπό μιά παραμελημένη ἐπαρχία
Πλάσματα νά μή μπορεῖς ν’ ἀγαπήσεις δέν ὑπάρχουν.
Ἕνας βάτραχος κοάζοντας καλεῖ τόν Θεό
Ἀπό τ’ ὁλόγιομο σεληνόφωτο χαντάκι
Καθώς στέκεις στόν ἀγροτικό δρόμο νύχτα Ἰουνίου.
Ὁ ἦχος ἀρκεῖ γιά νά φέρει στ’ ἄστρα λυγμούς
Εὐτυχίας.
Τό πρωί χλοερό τό τοπίο
Ἀνυψώνεται ἀπό τό χῶμα μέ τήν εὐωδιά τοῦ γρασιδιοῦ.
Περατάρηδες τῆς μέρας πάνω στίς ὧρες της
Δίχως καμιά προσπάθεια τ’ ἀστραφτερά ἔντομα
Ζοῦν τίς μυστικές τους ζωές.
Ἡ ἔκταση ἀνάμεσα στούς ὁρίζοντες τῶν λιμώνων
Μᾶς πονάει μέ τήν ὀμορφιά της.
Φύλλα ἀπό τό δάσος τῆς λεύκας ἠχοῦν σέ μιάν ἀρχαία γλώσσα
Ὥς τό πιό μακρινό παγωμένο σκοτάδι τοῦ σύμπαντος.
Τό δάσος μέ τίς λεῦκες μιλάει καί σέ σένα
Γιά μελτεμάκι καί ἡλιόφωτες κηλίδες.
Εἶσαι στήν πατρίδα σου σ’ αὐτές
τίς μεγαλόπρεπες ἄδειες ἁπλωσιές
μαζί μέ κοκκινόφτερα μαυροπούλια καί βαλτοτόπια.
Νιώθεις ἀναπαυμένος σέ τοῦτο τόν τόπο
πλήρη σέ χάρη καί ὕπαρξη τόσο
πού στραφταλίζει ὅπως πετράδια
σκορπισμένα πάνω στά νερά. (περισσότερα…)
*
Μη θες να μάθεις ποιο είν’ το τέλος που σου ορίστηκε
και πάψε πια με τα ωροσκόπια να παίζεις.
Ένα είν’ το ζήτημα —
κανείς ν’ αντέχει όσα του τύχουν.
Κι είτε πολλούς χειμώνες έχεις να σε περιμένουν
είτε ο ύστερός σου είναι αυτός
που όμοιος με κύμα
πάνω στα βράχια τώρα πια ξεσπάει και λειώνει,
σκέψου σωστά,
στράγγιξε και την τελευταία γουλιά,
είναι μικρή αυτή η ζωή,
τα όνειρα τα μεγάλα αψήφησέ τα —
πριν καν τελειώσεις την κουβέντα σου,
αδειάζει η άμμος στην κλεψύδρα.
Δρέψε το σήμερα λοιπόν.
Από το μέλλον τ’ άδηλο,
τίποτε μην προσμένεις.
*
*
~.~
Φασόλια τρων κυρίως, τα δυο γερόντια με την όψη την ωχρή.
Το δείπνο, υπόθεση απλή.
Φθηνά πιατάκια σε τραπέζι ξύλινο, άστρωτο, που τρίζει,
τσίγκινα κουταλάκια.
Δυο άνθρωποι Κυρίως Καλοί.
Δυο άνθρωποι που οδεύουν προς τη δύση,
Μα συνεχίζουν να φορούν τα ρούχα τους καθημερνά
να μην πετάνε μικροπράγματα που έχουν κρατήσει.
Και να θυμούνται…
Να θυμούνται, μ’ αναλαμπές χαράς και δάκρυα,
σκύβοντας πάνω απ’ τα φασόλια, στο νοικιασμένο δώμα τους που βλέπει στον ακάλυπτο
και που είν’ γιομάτο μπιμπελό και κούκλες κι αποδείξεις και ριχτάρια, τρίμματα καπνού,
βάζα και σεμεδάκια.
*
Γκάλγουεϋ Κίννελ
Για πρωινό τρώω χυλό βρώμης.
Τον ζεσταίνω στο γκαζάκι με αποβουτυρωμένο γάλα.
Τον τρώω μόνος.
Το ξέρω πως δεν είναι ωραίο να τρως χυλό βρώμης μόνος.
Είναι τέτοια η υφή του που θα ’ταν καλύτερο για την ψυχική σου υγεία
να τον τρως παρέα με κάποιον. (περισσότερα…)
~.~
Πέρα ἀπό τή ζώνη τοῦ χιονιοῦ
Ἐκφωνητές ἀπό τοπικούς σταθμούς, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, ἀπαριθμοῦν καταστροφές σάν ἀπαγγελίες σκοτεινῶν ποιημάτων
Ὅπως συμβαίνει πάντα στά δόντια τοῦ χειμώνα.
Ἀλλά γιά ἄλλη μιά φορά ἡ θύελλα μᾶς προσπερνᾶ:
Συνηθισμένα μέτριο κι ὄμορφο, τό χιόνι στρώνεται
Ἐνῶ παιδιά μέ ξεφωνητά ἐπιστρέφουν στό παιχνίδι,
Καί γελαστοί πολίτες κουκουλωμένοι ἀκόμη μιά φορά
Καθαρίζουν τά ἄνετα τους μονοπάτια τῆς καύχησης καί τῆς φιλικῆς ὑποδοχῆς.
Καί τί ἄλλο θά μπορούσαμε νά κάνουμε; Ἄς εἴμαστε εἰλικρινεῖς.
Δυό πολιτεῖες βόρεια, ἡ θύελλα πῆρε ζωές.
Δυό πολιτεῖες βόρεια, γιά μᾶς, εἶναι πάρα πολύ μακριά, –
Μιά χώρα δέντρων, μιά περιοχή πάνω σέ χάρτη,
Ἕνας ἄγριος τόπος, οὔτε πῆγε κανείς ἐκεῖ ποτέ, – ἔτσι κι ἐμεῖς
Εὔκολα λησμονᾶμε κάθε μακρινό θανατικό.
Εἰρηνικά ἀπό τίς παγωμένες μας αὐλές παρακολουθοῦμε
Τά παιδιά μας νά τρέχουν στούς ἥπιους λευκούς λόφους.
Αὐτό εἶναι τό τοπίο πού κατανοοῦμε, –
Κι ὅσο ἡ ἀρχή τῶν πραγμάτων παραμένει ριζωμένη,
Πῶς τά παραδείγματα νά μᾶς βγάλουν ἀπό τήν ἡρεμία μας;
Δέν λέω πώς δέν εἶναι σφάλμα.
Λέω μόνον πώς, παρεκτός κι ἄν ἔχουμε ἀγαπήσει,
Ὅλα τά νέα καταφθάνουν σάν ἀπό μιά πολύ μακρινή χώρα.
*
*
~.~
Σπάστε τ’ ακουστικά, φιμώστε τα ρολόγια,
χώστε τα πιάνα και τα τύμπανα στα υπόγεια,
το ζώο μπουκώστε, τα γαυγίσματα να πάψουν,
φέρτε το φέρετρο να ρθούν για να τον κλάψουν.
Άστε από πάνω να βογγάνε τ’ αεροπλάνα
το «Είναι νεκρός» φιδοχαράζοντας στα ουράνια,
πένθιμα ας βάλουν παπιγιόν τα περιστέρια
κι οι τροχονόμοι γάντια ολόμαυρα στα χέρια.
Βοριά τον είχα και Νοτιά, Δύση κι Αυγή μου,
τον είχα καθημερινή, σχόλη, γιορτή μου,
ήταν οι ώρες μου όλες, ο καημός, το πάθος.
Έλεγα δεν πεθαίνει η αγάπη. Έκανα λάθος.
Για τ’ άστρα τώρα αδιαφορώ· κάντε τα πέρα,
φράξτε το φως του φεγγαριού, θάψτε τη μέρα·
χύστε τις θάλασσες, ξηλώστε κάθε δάσος·
δεν έχω τίποτε να ελπίσω πια ή να χάσω.
*
~.~
ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΟΥΡΕΒΙΤΣ ΛΕΡΜΟΝΤΟΦ
Βγήκα μόνος στου γκρεμού τα μονοπάτια,
μες στην πάχνη της νυχτιάς φέγγουν θολά…
Στο Θεό γυρίζει η έρημος τα μάτια,
άστρο μ’ άστρο κουβεντιάζει εκεί ψηλά.
Ουρανός θριαμβικός και μαγεμένος!
Στο γαλάζιο το βαθύ κοιμάται η γη…
Γιατί νιώθω τάχα τόσο πικραμένος;
Τι μου πήραν, τι προσμένω απ’ τη ζωή;
Δε ζητάω πια τίποτ’ από κείνη,
για το χτες δεν έχω λύπη και καημό.
Λευτεριά θέλω μονάχα και γαλήνη,
ύπνο μόνο λησμονιάς κι αναπαμό.
Όχι αυτόν μέσα σε τάφο παγωμένο…
Θα ’θελα ν’ αναπαυθώ παντοτινά,
όμως στη ζωή κοντά να μένω
με το στήθος ν’ ανασαίνει ζωντανά.
Για ν’ ακούω στο βαθύ μου καταφύγι
της αγάπης τη φωνή να τραγουδά,
κι από πάνω μου ολοπράσινη να σκύβει
μια βαθύσκια θαλερή βελανιδιά.
~•~
ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
Χτύπησε τέσσερις.
Βαριές σαν βαριά.
«Του Θεού στο Θεό – τα Καίσαρος τω Καίσαρι».
Όμως ένας όπως εγώ
Σε ποια ν’ απαγκειάσει μεριά
μια κρυψώνα βρίσκοντας εύκαιρη;
Αν ήμουν μικρός
όσο κι ο Μεγάλος Ωκεανός,
στις μύτες θα στεκόμουν των κυμάτων,
θ’ άλλαζα χάδια στην παλίρροια με τη σελήνη.
Πού να βρω μια γυναίκα
στα μέτρα μου εδώ κάτω;
Δυστυχώς
στον ουρανό μας το μικρό δε θα χωρούσε εκείνη. (περισσότερα…)
~.~
ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Ὅταν τελειώσει ὁ πόλεμος
Φυσικά θά εἴμαστε περήφανοι ὁ ἀέρας θά εἶναι
Καλός νά τόν ἀναπνέεις ἐπιτέλους
Τό νερό θά ἔχει βελτιωθεῖ ὁ σολωμός
Καί ἡ σιωπή τοῦ παραδείσου θά μεταναστεύουν πιό τέλεια
Οἱ νεκροί θά σκέφτονται πώς οἱ ζωντανοί τό ἀξίζουν ἐμεῖς θά ξέρουμε
Ποιοί εἴμαστε
Καί θά καταταγοῦμε πάλι
*
~.~
Τί ’ναι η ζωή μας; μια παράσταση παθών·
Τί ’ναι η χαρά μας; μια αρμονία διχασμών·
Ήδη στης μάνας μας τη μήτρα ηθοποιοί,
Ρούχα προβάρουμε για μια βραχεία σκηνή.
Ο Ουρανός είναι ο αδέκαστος θεατής
Που απαριθμεί τα λάθη μας, βουβός κριτής.
Το μνήμα που απ’ το φως το εταστικό μάς κρύβει
Μοιάζει αυλαία ενός δράματος που λήγει.
Κι έτσι ώς το τέλος, παίζοντας, τραβάμε εμπρός –
Ο θάνατός μας είναι μόνο αληθινός.
~ . ~
Ω σήκω, σήκω, φίλε! Τα βιβλία παράτα,
διπλός θα γίνεις όπως πας.
Σήκω λοιπόν! Διώξ’ τον καπνό απ’ τα μάτια,
προς τι ο κόπος σου όλος κι ο μπελάς…
Βιβλία! Τι κολοκύθι ανιαρό, τι τιποτένιο,
έλα ν’ ακούσεις το γαρδέλι στο κλαδί.
Πόσο γλυκιά λαλιά την έχει! Όρκο παίρνω,
σοφία τόση δεν θα βρεις παρά εκεί…
Απ’ τ’ ανοιξιάτικα τα δάση ένα αεράκι
για των ανθρώπων πιο πολλά έχει να σου πει
την καλοσύνη ή το κακό φαρμάκι
απ’ τους σοφούς όλους που ζουν πάνω στη γη. (περισσότερα…)
*
Στὴν ἐποχή μου δὲν ἦταν καλύτερα.
Ἴσως λιγότερο στρὲς ἀλλὰ περισσότερος πόνος ―
τουλάχιστον γι’ αὐτὰ ποὺ ἐγὼ ϑυμᾶμαι.
Νὰ μιλήσω γιὰ τὶς θυσίες, τὴ σκληρὴ δουλειά;
Κάθε κονσέρτο ἔχει cadenza μὰ τελικὰ
διευθύνει ὁ μαέστρος.
Μετὰ τὸ adagio ἀκολουθεῖ τὸ allegro.
Ἄφησα τὴ σκηνὴ νωρίς· ϐάρυνε τὸ δοξάρι
καὶ ἔγινα δασκάλα. Τὸ κόλπο
εἶναι ν’ ἀγαπᾶς τὴ μελωδία ποὺ παίζεις.
Τώρα ποὺ τὰ δάχτυλα βρῆκαν τὴ φόρμα τους
στὴν Ἐδὲμ ἀκούγονται αἰθέρια vibrato ―
ἑνὸς Σούμαν, ἑνὸς Ἔλγκαρ.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
~ . ~
*