ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Μπέντζαμιν Ζεφανάια, Γαλοπούλες σταράτες

*

Μετάφραση Δήμητρα Φιλιπποπούλου

~.~

Γαλοπούλες σταράτες

Φερθείτε όμορφα στις γαλοπούλες σας τα Χριστούγεννα που ’ρχονται.
Απλά θέλουν κι αυτές να περάσουν καλά.
Οι γαλοπούλες είναι τέλειες, είναι απίθανες οι γαλοπούλες
και κάθε γαλοπούλα έχει μια Μαμά.
Φερθείτε όμορφα στις γαλοπούλες σας τα Χριστούγεννα που ’ρχονται.
Μην τις φάτε, κρατήστε τες στην ζωή,
Θα μπορούσες να είσαι συ, φίλε, άδειο το πιάτο σου στείλε,
πες «Γιο!», Γαλοπούλα, είμαι για σένα εκεί.
Είναι φίλοι πολλοί, γαλοπούλες κι αυτοί
και όλοι τους φοβούνται τα Χριστούγεννα.
Θέλουν να τα απολαύσουν, λένε, γιατί οι άνθρωποι να τα χαλάσουν;
Και οι άνθρωποι τα μυαλά τους έχουν χάσει.
Ναι, είναι φίλοι πολλοί, γαλοπούλες κι αυτοί,
όλοι έχουν δικαίωμα να έχουνε ζωή,
όχι μετάλλαξη γενετική, για πάντα σε κλουβί,
από έναν αγρότη και την κυρά μαζί. (περισσότερα…)

Ματσούο Μπάσο, Χάικου (Μετάφραση Ηλίας Κεφάλας)

*

Η καλή μετάφραση, και δη η ποιητική, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο κατ’ εξοχήν ορισμός της απιστίας. Ξεκινάω έτσι το σχόλιό μου, έχοντας μπροστά μου κάποια από τα χάικου του Ματσούο Μπάσο(1644-1694), για να καταδείξω τη ματαιότητα της όσο το δυνατόν πιο πιστής μετάφρασης και μάλιστα μέσω μιας άλλης γλώσσας. Κι αυτό συμβαίνει επειδή πολλές λέξεις και πολλές χειρονομίες δεν ταιριάζουν νοηματικά ή ηχοχρωματικά από τη μία γλώσσα στην άλλη. Όσον αφορά στη διάσωση των υπαινιγμών και την έκταση των συλλαβών τους, θα χρειαστεί πολλές φορές είτε να αφαιρεθεί κάτι ή να προστεθεί, ώστε το ποίημα να διαφυλάξει την ορατή και αόρατη αρτιμέλειά του και να έχει, εν τέλει, κάτι να πει στη νέα γλωσσική του εκδοχή. Θέλω να πω ότι δεν μεταφέρονται μόνο οι λέξεις από τη μία γλώσσα στην άλλη, αλλά και οι αισθήσεις του ποιήματος, η εν γένει ατμόσφαιρα, η οποία θα πρέπει να προσαρμοσθεί στην αντίληψη και την ευαισθησία του μεταφραστή. Επί πλέον στη μεταφορά του ποιήματος στη νέα γλώσσα θα πρέπει να διασωθεί πρωτίστως η πηγή του, δηλαδή η έμπνευση του ποιητή, το βαθύ ποιητικό κύτταρο, και, αν θελήσουμε να διατηρήσουμε το απαραίτητο ειδολογικό χαρακτηριστικό των πέντε-επτά-πέντε συλλαβών, τότε θα μας επιτραπεί να θυσιάσουμε πολυλογίες και άλλα σχήματα που δεν χωρούν στο θεσπισμένο καλούπι, για να προστατεύσουμε έτσι την αρχική ποιητική στιγμή. Γι’ αυτό μιλώ για μεταμόρφωση του αρχικού ποιήματος σε μια νέα θεώρηση και προβολή με λίγες ή πολλές απιστίες στην εκφορά των καταβολών του. Η τιμή, όμως, ανήκει πάντα στον αρχικό ποιητή, στον μεταφραζόμενο, και η δοκιμασία στον μεταφραστή, ο οποίος παραδίδει ένα νέο κείμενο, που τίθεται κι αυτό μέσα στα λογοτεχνικά κεκτημένα του. Γνωρίζω πως πολλά από αυτά τα χάικου έχουν μεταφραστεί θαυμάσια στη γλώσσα μας από έγκυρους μεταφραστές, αλλά εδώ ας μου επιτραπεί να παραθέσω τη δική μου εκδοχή.
Η μεταφορά και μετα-μόρφωση των ως άνω ποιημάτων έγινε από την αγγλική έκδοση του μεταφραστή Hart Larrabee, Haiku illustrated, Amber books, London 2020.  — ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

(περισσότερα…)

Χάρλεμ και Γάζα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ γεννήθηκε στην Τζαμάικα το 1890 και αναδείχθηκε στις ΗΠΑ ως ποιητής και πεζογράφος. Συνδέθηκε με το Χάρλεμ της Νέας Υόρκης και συνέβαλε στο καλλιτεχνικό πνεύμα των Αφροαμερικανών της συνοικίας, το οποίο έγινε γνωστό αργότερα ως η «Αναγέννηση του Χάρλεμ». Ο ΜακΚαίυ δημοσίευσε το σονέτο «If we must die» το 1919 στο αριστερό περιοδικό The Liberator. Ήταν την επαύριο του Μεγάλου Πολέμου κι ο ποιητής έβλεπε τους μαύρους κληρωτούς να γυρίζουν τότε στις ΗΠΑ μόνο και μόνο για να βρεθούν αντιμέτωποι με ρατσιστικές διακρίσεις και φονικά πογκρόμ. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, το «If we must die» έγινε από τα δημοφιλέστερα σημεία αναφοράς του αφροαμερικάνικου κινήματος.

Ο Ρεφάτ Αλαρίρ γεννήθηκε στη Γάζα το 1979, όπου και δίδαξε φιλολογία και δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο. Συνέγραψε λογοτεχνικά έργα και άρθρα σχετικά με το παλαιστινιακό. Τον Νοέμβριο του 2023 ανάρτησε στο Τουίτερ το ελευθερόστιχο ποίημα του «If I must die», εν μέσω της σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων.

Ο Κλωντ ΜακΚαίυ πέθανε το 1940 έχοντας αναγνωριστεί ως σημαντικός λογοτέχνης. Ο Ρεφάτ Αλαρίρ σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 από βομβαρδισμό του ισραηλινού στρατού.

(περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Τέσσερα σονέτα

*

Απόδοση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

127

Το μαύρο στους παλιότερους δεν άρεσε πολύ,
κι αν άρεσε της ομορφιάς τ’ όνομα δεν του δίναν·
μα τώρα έχει του θρόνου της την πλήρη κατοχή,
οι νέοι σκηπτούχοι τ’ όμορφο το νόθευσαν, το αισχύναν.

Στο άσχημο η Τέχνη δάνεισε πρόσωπο νέο, πλαστό,
της Φύσης σφετερίστηκε τη νόμιμη εξουσία
και πια δεν έχει η ομορφιά όνομα ή ιερό
και μέσα στην ασέβεια ζει ή και στην ατιμία.

Έχει η κυρά μου ίσως γι’ αυτό σαν πένθιμα πουλιά
μάτια και φρύδια ολόμαυρα: για να πενθεί κι εκείνη
όσους αλαζονεύονται με κάλλη τεχνητά
και δυσφημούν την πλάση αυτή με την ψευδή τους φήμη.

Μα τόσο τούτο το βαρύ το πένθος τής ταιριάζει
που όλα τα χείλη έχουν να πουν: η ομορφιά έτσι μοιάζει. (περισσότερα…)

Louise Glück (1943-2023), Περσεφόνη ἡ Περιπλανώμενη

*

Στήν πρώτη ἐκδοχή, ἁρπάζουν
τήν Περσεφόνη ἀπό τή μητέρα της
καί ἡ θεά τῆς γῆς
τιμωρεῖ τή γῆ – κάτι
συνεπές πρός ὅσα γνωρίζουμε γιά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά,
πώς οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις παίρνουν βαθιά ἱκανοποίηση
προκαλώντας κακό, ἰδιαιτέρως
ἀσυναίσθητο κακό:

θά μπορούσαμε νά τό ἀποκαλέσουμε
ἀρνητική δημιουργία.

Ἡ ἀρχική διαμονή τῆς Περσεφόνης
στήν κόλαση συνεχίζει νά διασύρεται
ἀπό τούς μελετητές πού διαφωνοῦν γιά
τίς αἰσθήσεις τῆς παρθένας:

συνέβαλε στόν βιασμό της,
ἤ σύρθηκε, παρά τή θέλησή της,
ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει τώρα στά μοντέρνα κορίτσια.

Ὅπως εἶναι πασίγνωστο, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀγαπημένου
δέν ἐπανορθώνει
τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου: ἡ Περσεφόνη (περισσότερα…)

Ναόμι Σιχάμπ Νάυ, Ποιήματα της Μέσης Ανατολής

*

Πρόλογος-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Η Ναόμι Σιχάμπ Νάυ γεννήθηκε το 1952 στο Μιζούρι των ΗΠΑ από πατέρα Παλαιστίνιο πρόσφυγα κι από μητέρα Αμερικανίδα γερμανοελβετικής καταγωγής. Η πρώτη της ολοκληρωμένη ποιητική συλλογή, Διάφοροι τρόποι προσευχής, εκδόθηκε το 1980 κι έκτοτε το έργο της απέσπασε διάφορες διακρίσεις. Ακολουθούν δέκα επιλογές από τη συλλογή 19 Είδη Γαζέλας: Ποιήματα της Μέσης Ανατολής του 2002. Το βιβλίο εκδόθηκε στη σκιά της επίθεσης στους Δίδυμους Πύργους κι αποσκοπούσε να φέρει στο προσκήνιο ένα βίωμα ειδικώς αραβικό. Τα ποιήματα είναι απλά και γειωμένα. Συχνά από τη σκοπιά της επισκέπτριας εξ Αμερικής, σκιαγραφούν την καθημερινότητα στην πατρογονική γη της Παλαιστίνης, τα χωράφια, τους καρπούς, το φαγητό, την παιδική ηλικία· όλα ποτισμένα στον πόλεμο.

~.~

Στην πηγή
Όταν βραδιάζει οι γυναίκες
πηγαίνουν στην πηγή,
οι ξαδερφάδες μου βαστούν τεράστιους κουβάδες
πάνω στα κεφάλια τους.
Όλες έχουν ακούσει ιστορίες για νερά
που βγαίνουν από σωληνώσεις:
οι αδερφοί τους ορύττουν τρύπες,
βάζουνε πλακάκια.
Στη σκεπή ένα ντεπόζιτο ασημόχρωμο
θα δώσει βράση στο νερό μες στον ήλιο.
Γνωρίζουν πως υπάρχουν χώρες
όπου άντρες και γυναίκες φιλιούνται στον δρόμο,
όπου το χέρι του άντρα στο γόνατο της γυναίκας
δεν σημαίνει σεισμό.

Κι όμως παίρνουν τους κουβάδες τους,
το πανί το χοντροδιπλωμένο επάνω
στο κεφάλι τους, και πηγαίνουν στην πηγή,
φάλαγγες γυναικών κατά δυάδες και τριάδες,
χαιρετιούνται σιγανά και μουρμουρώντας,
με νεύμα τόσο αδιόρατο που ο κουβάς ίσα που σαλεύει.

Γυρίζουν οι σελίδες, αιώνες ανέμου.
Τούτα τα πόδια γράφουν ιστορία πάνω στον χωματόδρομο
και κανείς δεν τη διαβάζει, εκτός κι αν βρεθείς εδώ
και τη διαβάσεις, εκτός κι αν διψάσεις
και βουτήξεις τις φούχτες
κει που θα σου πουν οι γυναίκες,
με το κεφάλι σου πίσω γυρτό
στον αέρα που όλο θα φυσήξει γλυκός.

Γνωρίζουν πως εγώ τον κουβά δεν μπορώ να τον κουβαλήσω.
Κι όμως μου τον προσφέρουν, μειδιώντας.
Τρώνε ροδάκινα ξινά και γελάνε
έτσι που κοιτάζω γύρω μου,
λες και υπάρχει κάτι που περιμένει
να το δεις. (περισσότερα…)

Loren Eiseley, Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

*

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

Θάμνος ἀνώνυμος στό κηπάριο τῆς πρόσοψης εὐωδιάζει·
Κάποιος ἀπό κείνους τούς μερακλῆδες κηπουρούς, τώρα πεθαμένος,
γνώστης παράξενων φυτῶν ὅπου φυλάγονται μυστικά φυτώρια σάν τόν κόσμο
τόν ἀγόρασε καί τόν φύτεψε κεῖ.
Ἴσως εἶναι ἀπό τίς Ἄνδεις, τό Θιβέτ ἤ κάποιον ἄλλο τόπο λιγότερο ἀξιοσημείωτο.
Μοναδικό ἄρωμα σκορπίζει στόν ἀέρα κίτρινο λουλουδάκι, ἀφανές.
Ὅμως ὁ ἴδιος κάθε ἄνοιξη τόν λατρεύω καί τόν παρατηρῶ περισσότερο γιά τήν Papilio mahaon τήν ὄμορφη πεταλούδα πού ἔρχεται ἀπό πολύ μακριά τό νέκταρ στά μπουμπούκια νά ρουφήξει.
Χρειάζεται νά κατανοήσετε πώς τώρα σ’ αὐτή τήν πόλη σπανίζουν, τοῦτα τά πλάσματα
μιᾶς μόνον ἐποχῆς πού τήν σκέπτομαι πάντοτε ἐξαιτίας τῆς μοναδικῆς πεταλούδας πάνω στόν μοναχικό μου θάμνο ὡς μιά ἀθάνατη,
πού ἐμφανίζεται ἐξαφανίζεται μέ τίς χρυσές ἐποχές,
ἀλλ’ οὐσιαστικά ἀθάνατη
Εἰσχωρώντας στό χειμωνιάτικο σκοτάδι
ἐπιστρέφει, πάντα ἐπιστρέφει στό ἕνα καί μόνο καλοκαιρινό φυτό τοῦ κόσμου.
Ὁ κόσμος ἕνας συγκλίνων κῶνος ἀπό τήν παιδική ἡλικία, ὅπου τοῦτα τά πλάσματα ἦσαν ὁλόγυρά μου, ὅπου γνώριζα τήν σκοτεινιά προνύμφη τῆς σφήγγας τῶν σκώρων κάτω ἀπό τίς πατατιές τόν Ὀκτώβριο ἤ τίς κρεμάμενες χρυσαφιές χρυσαλίδες,
κρυμμένες στίς χειμωνιάτικες καταιγίδες,
τήν ἀνάσταση μέ τήν ἄνοιξη, τήν ἄσκοπη φευγαλέα περιπλάνηση
ἀσύλληπτη ψηλά πέρα ἀπό τίς πίσω αὐλές, χορεύοντας
σέ λιβάδια μαῦρα, χρυσά, κίτρινα,
ἡ οὐσία τοῦ καλοκαιριοῦ καί τό αἰώνιο ἡλιόφως.
Τήν κρατῶ στήν προχωρημένη ἡλικία τώρα, ἀπό τήν τελευταία
χελιδονοουρά – Papiliο mahaon. Kάθε καλοκαίρι μόνο μιά,
σιγανά κινώντας τά λεπτεπίλεπατα φτερά της, καθώς ρουφᾶ τόν χρυσαφένιο θάμνο.
Δοκιμάζω τό ἴδιο ἁπαλά νά ἀγγίξω τό φτερό της – δέ θά μοῦ τό ἐπιτρέψει,
Πάντα ψηλά φευγάτη σέ μιάν ἄνοιξη πολύ μακρινή γιά νά τή φτάσω.

Ἀπό τήν συλλογή: Notes of an Alchemist, 1972

(περισσότερα…)

Ωδή στο ψωμί

*

Ταξιδεύοντας στην Σαρδηνία, στις απαρχές κάποιου χειμώνα, τη βρήκα τυλιγμένη μες σε υγρές συννεφιές και τη σιωπή της, αποκλεισμένη στην ερημιά της και στραμμένη στον εαυτό της. Κι έτσι την χάρηκα, τριγυρνώντας στην αγροτική καρδιά του νησιού, μακριά από τις πολύβουες και ματαιόδοξες παραλίες του καλοκαιριού που κατά ριπές τις μαστίζουν τα στίφη τ’ αδιάκοπα των Ευρωπαίων λουομένων· τώρα τις έδερναν, λες καθαρτικά, μοναχά τα κύματα κι οι νεροποντές.

Ύστερα από αρκετούς γύρους και περιπλανήσεις, κατέληξα και στην πρωτεύουσά της, το Κάλιαρι. Περπάτησα στην παλιά καστρόπολη που βίγλιζε στον λόφο, θεμελιωμένη γερά στα φαρδιά τείχη που την έζωναν. Διασχίζοντας το πέρασμα από ένα πύργο ορθωμένο ακόμη πανύψηλο και σχεδόν άθικτο, βγήκα προς τη θάλασσα, περνώντας κάτω από τη βαριά ξύλινη καστρόπορτα. Σωφυλλιασμένη με λωρίδες σίδερο, κρεμόταν ψηλά και μ’ αλυσένιες τροχαλίες καρφωνόταν κάποτε στο διάβα του πύργου, σφραγίζοντας το πέρασμα στο κάστρο. Σήμερα απλά σκούριαζε η σιδερένια επένδυσή της, μετέωρη στον αέρα.

Λίγο πιο κάτω, σ’ ένα παλιότερο κτήριο, πήραν τα μάτια μου μια έκθεση για την παραδοσιακή τέχνη του ψωμιού, που πλάθουν περίτεχνα για τις γιορτές και τα πανηγύρια του νησιού οι ντόπιοι, τόσο τα θρησκευτικά όσο κι αυτά του κύκλου της χαράς της ανθρώπινης ζωής. Περίεργη κι απρόσμενη έκθεση με όμορφα δείγματα, χαρακτηριστικά της τέχνης της αρτογλυπτικής των Σάρδων: ανθρωπάκια κουκλίστικα, εφταπόδαρες κυράδες για να μετράνε τη Σαρακοστή, κότες, πουλιά, σκαντζοχοιράκια, στεφάνια και λουλούδια, άνθινα σχέδια διακοσμητικά. Κι από δίπλα σε κάθε αρτογλυπτό ένα σημείωμα «non toccare». Εξύψωση σε τέχνη του πιο στοιχειακού, του πιο απλού υλικού της μεσογειακής διαβίωσης, του ψωμιού. Μια θαυμαστή αποθέωση της καθημερινής μετάληψης του άρτου του επιούσιου σε αρτο-ποίημα. Πλάι σ’ ένα από αυτά τα εκθέματα υπήρχε μεταφρασμένη στα ιταλικά η ωδή του Πάμπλο Νερούδα στο ψωμί. Έψαξα να τη βρω γυρισμένη στη γλώσσα μας και κάποτε ευτύχησα να πέσω στη –σχεδόν άγνωστη– μετάφραση του Άρη Δικταίου. Σήμερα, 16 Οκτωβρίου, που είναι παγκόσμια μέρα του ψωμιού, θεώρησα ιδανική και πρέπουσα τη συγκυρία για να τη μοιραστώ, μαζί με κάποιες φωτογραφίες από εκείνη την τέχνη, τη σάρδικη, της αρτογλυπτικής.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

[Εδώ μπορεί να βρει κανείς περισσότερες εικόνες και πληροφορίες για τη σάρδικη αρτογλυπτική.]

*

* (περισσότερα…)

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, «Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής»

*

Συνέντευξη και αναγνώσεις στην ελβετική τηλεόραση το 1983

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

~.~

Μια βαρκούλα στο ταξίδι της αρχαιολογίας

Ζεστή καταιγίδα μ’ αστραπές και βροντές
απόψε στο Τόκιο, νερό πολύ κι ομπρέλες
γύρω στις 10 μ.μ.
Μια μικρή λεπτομέρεια της στιγμής
ίσως όμως πολύ σημαντική
σ’ ένα εκατομμύριο χρόνια από τώρα που οι αρχαιολόγοι
θα κοσκινίζουν τα ερείπιά μας, προσπαθώντας μ’ εμάς να βγάλουν
άκρη.

Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976

~.~

– Σε τι ωφελεί η ποίηση;

ΡΜ: Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής· να ρίξει φως, να δείξουμε περισσότερη συμπόνια, να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάστασή μας· την ανθρώπινη κατάσταση.

– Στα βιβλία σας υπάρχουν πάντοτε δύο πόλοι: η πραγματικότητα κι ένας αντεστραμμένος κόσμος, ένας, κατά μία έννοια, φανταστικός κόσμος. Ποια είναι η αντίστιξη αυτών των δύο κόσμων; Πώς σχετίζονται και ενδεχομένως διορθώνουν ο ένας τον άλλο;

ΡΜ: Εναλλάσσονται. Ο ένας είναι ο καθρέφτης κι ο άλλος το είδωλο κι ύστερα ο πρώτος είναι το είδωλο κι ο άλλος ο καθρέφτης. Θεωρώ την ενόραση μια απ’ τις απίστευτες αρετές των ανθρώπων κι αν έχουμε τη δυνατότητα με οποιονδήποτε τρόπο να διευρύνουμε, να καθορίσουμε, να επανακαθορίσουμε ή να εξερευνήσουμε την ενόραση στο μέλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα για να το κάνουμε.

– Κύριε Μπρότιγκαν, η δουλειά σας έχει μια ποιητική τρυφερότητα και την ίδια στιγμή ενυπάρχει μια κάποια σκληρότητα. Πώς πετυχαίνετε την ισορροπία; Χρειάζεται μια τέτοια ισορροπία;

ΡΜ: Είμαι προϊόν του 20ού αιώνα. Η δουλειά μου αντικατοπτρίζει τον 20ό αιώνα και αποκρίνεται σ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Σπάιρς, Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο.
JOHN DONNE

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα φθινόπωρο. Τά φύλλα  εἶναι πάντοτε ἑτοιμόρροπα ἐκεῖ ἀλλά ποτέ δέν πέφτουν, καί ζευγάρια ψυχῶν περπατοῦν ἔξω στά μονοπάτια τοῦ παραδείσου δίχως νά νιώθουν πιά τό βάρος τῶν χρόνων πάνω τους.

Ἀσφαλῆ στή νηνεμία τοῦ παραδείσου, κρατοῦν ὁ ἕνας τό μπράτσο τοῦ ἄλλου, λάμποντας τό φῶς τούς διαπερνᾶ, παρελθόντα ὅλα χαρά καί τρόμος.

Ἀλλά ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε πολύ μακριά ἀπ’ τόν παράδεισο, σ’ ἕναν κῆπο ρημαγμένο καί παραμελημένο ὅπως θά ἦταν ἡ Ἐδέμ μέ τούς τοίχους  γκρεμισμένους, τά μονοπάτια σκεπασμένα μέ ἀσάρωτα φύλλα πολλῶν χρόνων, λαμπερά θυμητάρια γιά παιδιά τοῦ Φθινοπώρου. Τό φῶς χρυσό, καθώς ὁ ἥλιος ἀφαιρεῖ ἀπό κάθε πράγμα τή μακριά σκιά τῆς ψυχῆς, φανερώνοντας μιά κατάληξη.

Τά τελευταῖα ρόδα τῆς χρονιᾶς ταλαντεύουν τά εὔθριπτα κεφάλια τους, σάν ἀκροατές πού ἀφουγκράζονται ὅ,τι λέγεται, γιά νά ρωτήσουν:

Τί μᾶς ἔφερε ἐδῶ; Ποιός σπόρος; Ποιά βροχή; Ποιό φῶς;

Τί μᾶς ἔσπρωξε ψηλά μέσα ἀπό τήν σκοτεινή γῆ; Τί μᾶς ἔκανε ν’ ἀνθίσουμε;

Ποιός ἄνεμος γρήγορα θά μᾶς πάρει; Σαρώνοντας τόν κῆπο ὥς τή γύμνια;

Οἱ ἄφωνες φωνές τους κρέμονται ἐδῶ, ὅπως ἴσως κι οἱ δικές μας, ἄν ἤμασταν κι ἐμεῖς ρόδα. Τά παρτέρια καλυμμένα μέ φύλλα, φροντισμένα ἀπό ἕναν ἀπόντα κηπουρό πού ζεῖ κάπου ἀλλοῦ.

Εἶναι ἡ τελευταία ἀπό πολλές τελευταῖες μέρες. Ἀρκεῖ;

Νά ξεκουραστοῦμε αὐτή τή στιγμή; Νά στρέψουμε τά πρόσωπά μας στόν ἥλιο;

Νά παρατηρήσουμε τίς γάζες ἑνός παρερχόμενου κόσμου;

Νά νιώσουμε τό μέταλλο μαύρης σιδερένιας καρέκλας, κρύο καί αἰώνιο, καθώς πιέζει τό δέρμα μας; Νά κατανοήσουμε ἕνα παιδί σάν σύννεφα πού περνοῦν ψηλά, μετατρέποντάς μας σέ τρέμουσα σκίαση καί ἥσκιο;

Καί μετά νά γυρίσουμε ἀποκαταστημένοι, μικρό θαῦμα, ὁ ἥλιος νά φωτίζει λαμπερά ὅπως πρίν; Συνεχίζουμε, ἐσύ ὁδηγεῖς, μιά φιγούρα γερμένη σέ ραβδί πού ἀφήνει τό ἴχνος του στή γῆ.

Φίλε μου, μέ ἔχεις ὁδηγήσει πιό πέρα ἀπό ὅπου ἔφτασα ποτέ ἄλλοτε.

Σ’ ἕναν κῆπο τό φθινόπωρο. Σ’ ἕναν παράδεισο προσωρινότητας ὅπου ἡ τελική πτώση εἶναι ἀργή, ἕνα ἀργό καί ἀκτινοβόλο συμβάν.

Τό φῶς εἶναι χρυσό. Κι ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, θαρρῶ πώς αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ παράδεισος.

ELIZABETH SPIRES

Γραμμένο το 2012. Περιλαμβάνεται στήν ποιητική συλλογή Now the Green Blade Rises, Kindle Edition, 2015

 ~.~

Ἡ Elizabeth Spires γεννήθηκε τό 1952 στό Lancaster, Ohio. Εἶναι διακεκριμένη ποιήτρια καί συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων. Ζεῖ στήν Βαλτιμόρη, Maryland, καί διδάσκει στό Goucher College. Στίς συλλογές της περιλαμβάνονται: A Memory of the Future (2018), The Wave-Maker (2008), Now the Green Blade Rises (2004), Swan’s Island (1997), and Worldling (1995).

*

Heiner Müller, Ο Μύλλερ σε ξενοδοχείο πολυτελείας

*

Ο ΜΥΛΛΕΡ ΣΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Στο ρεστωράν η αθωότης των πλουσίων
Βλέμματα ανέμελα στη σιτοδεία του κόσμου
Κι εγώ εκεί μέσα διχασμένος Τ’ όνειρό μου
Στον ζαρωμένο τον λαιμό της χήρας πλάι
Να μπήξω το μαχαίρι που μ’ αυτό της κόβει
Το αρνάκι ο σερβιτόρος πριν της το προσφέρει
Δεν θα το κάνω ωστόσο όσο και να ζήσω
Δεν είμαι Ιησούς εγώ ο ξίφος φέρων
Εγώ ονειρεύομαι τα ξίφη Και γνωρίζω
Ότι η ξένη πείνα που με τρέφει θα διαρκέσει
Τόσο μα τόσο παραπάνω απ’ τη ζωή μου
Και οι ποιητές το ξέρω είναι άθλιοι ψεύτες
Μόνο ο Βιγιόν τα έσουρνε στους αφεντάδες
Και το κεφάλι του δεν είχε πού να γείρει
Ο Μπρεχτ έστειλε την Μπερλάου στη Βαλένθια
Κι έγραψε ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΚΑΡΡΑΡ στο Σβέντμποργκ
Στη Μόσχα ο Γκόρκι μ’ άμαξα κυκλοφορούσε
Αλλά τη φτώχια τη μισούσε ΔΙΟΤΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΕΙ
Και όχι μόνο τους φτωχούς Ο Μαγιακόφσκι
Με το ρεβόλβερ του είχε σωπάσει κιόλας
Τα ψέματα των ποιητών τα ξόδεψε όλα
Του αιώνα η φρίκη Στα γκισέ της Παγκοσμίου
Τραπέζης το αίμα που έχει ξεραθεί μυρίζει
Σαν κρύο κραγιόν Το ανατριχιαστικό στη βία
Είναι η τύφλα της Ο άστεγος που κοιμάται
Έξω απ’ το ESSO SNACK & SHOP διαγράφει πλήρως
Την Ποίηση της Επανάστασης Τον είδα
Απ’ το ταξί Εμένα η τσέπη μου τ’ αντέχει
Ο Μπενν θα είχε εδώ τόσα να πει Ούτε φράγκο
Δεν έβγαζε με τα ποιήματά του Θα ’χε
Χωρίς τη σύφιλη και τη βλεννόρροια κρεπάρει
Τη νύχτα στο ξενοδοχείο πια απομένω
Δίχως σκηνή δίχως ιάμβους δίχως ρίμα
Μου βγαίνει αυτό που γράφω Μ’ απαρνιέται η γλώσσα
Βλέπω τις μάσκες μου κομμάτια στον καθρέφτη
Κανείς δεν θέλει να το παίξει Εδώ το δράμα
Είμαι εγώ ΜΥΛΛΕΡ ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΔΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑ
ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΖΑ
Το έχει ανάγκη όμως το ποίημα η ντροπή μου

Φρανκφούρτη, 3.10.1992
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Τσέζαρε Παβέζε, Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου [2/2]

*

Μετάφραση-Πλαισίωση ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~.~

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

[ Δεύτερο Μέρος ]

Ὁ θάνατος θά ’ρθει καὶ θά ’χει τὰ μάτια σου

 

ΣΤΗN C. ΑΠΟ ΤΟΝ C.

Ἐσύ,
χαμόγελο στικτὸ
στὸ παγωμένο χιόνι —
μαρτιάτικος μπάλος
τοῦ ἀγέρα στὰ κλαδιὰ
ποὺ ξεπροβάλλουνε στὸ χιόνι,
ϐογκώντας καὶ ϕεγγοβολώντας
τὰ μικρά σου ἄαα! —
λευκοπόδαρο ἐλάφι
σεπτό, ϑά ’θελα
ἂν ϑὰ μποροῦσε ἄλλος
νὰ μάθει
τὴν ἀσύλληπτη χάρη
τῶν ἡμερῶν σου
τὸ πάλλευκο κουβάρι
τῶν ἔργων τῶν δικῶν σου —
τὸ αὔριο στέκει παγωμένο
πέρα στὸν κάμπο· ἐσὺ
χαμόγελο κατάστικτο
γέλιο ϕωτεινό.

*

ΤΟ ΠΡΩΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΓΥΡΙΖΕΙΣ

Ἡ λάμψη τῆς αὐγῆς
ἀνασαίνει μὲ τὸ στόμα σου,
στὸ ϐάθος τῶν ἔρημων δρόμων.
Γκρίζο ϕῶς τὰ μάτια σου
γλυκὲς στάλες τῆς αὐγῆς
σὲ λόφους σκοτεινούς.
Τὸ ϐῆμα σου, ἡ ἀνάσα σου
—ἄνεμος τῆς αὐγῆς—
πλημυρίζουνε τὰ σπίτια.
Ἡ πόλις ἀναρριγεῖ
μοσχοβολοῦν οἱ πέτρες·
εἶσαι τὸ ξύπνημα, ἡ ζωή.

Ἀστέρι χαμένο
στὸ ϕῶς τῆς αὐγῆς,
συριγμὸς τοῦ ἀέρα
ϑαλπωρὴ καὶ ἀνάσα —
ἡ νύχτα ἔχει τελειώσει.

Εἶσαι τὸ ϕῶς καὶ τὸ πρωί.

*

Ἔχεις αἷμα, μιὰν ἀνάσα.
Ἀπὸ σάρκα πλασμένη
κι ἐσὺ ἀπὸ μαλλιὰ
καὶ ϐλέμματα. Ἡ γῆ, τὰ ϕυτὰ
ὁ μαρτιάτικος οὐρανὸς καὶ τὸ ϕῶς
πάλλονται καὶ σοῦ μοιάζουν —
τὸ γέλιο σου, τὸ περπάτημά σου
σὰν νερὸ ποὺ ξεχύνεται
ψηλὰ ἡ ρυτίδα σου στὰ μάτια
σύννεφα μαζεμένα·
τὸ ἁπαλό σου τὸ κορμὶ
σβῶλος στὸν ἥλιο. (περισσότερα…)