ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Έμιλυ Ντίκινσον, «Ένιωσα μια κηδεία στο μυαλό μου…» και άλλα ποιήματα

 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Ένιωσα μια κηδεία στο μυαλό μου
και πίσω πλήθος, κοσμοσυρροή,
κι όλο περνούσε και περνούσε κι ήταν
τη σκέψη μου σαν να ποδοπατεί.

Κι όταν καθίσαν όλοι, η ακολουθία
σαν τύμπανο ήχησε εκκωφαντικό
κι όλο κροτούσε και κροτούσε κι ήταν
σαν να μου νάρκωνε το λογικό.

Τότε άκουσα ένα φέρετρο να υψώνουν
και όλα εκείνα τ’ άρβυλα, ξανά,
να τρίζουν σαν μολύβι στην ψυχή μου.
Τότε ο χώρος πήρε να βροντά,

σαν να ’ταν μια καμπάνα όλα τα ουράνια,
και ένα μονάχα αφτί ό,τι Υπαρκτό,
κι εγώ, και η σιωπή, μι’ άγνωστη ράτσα,
χάλασμα κι έρημο συντρίμι, εδώ.

Tότε έσπασε στον νου μου ένα σανίδι,
κι άρχισα κι έπεφτα, έπεφτα βαριά,
σε κάθε γλίστρημα και σ’ άλλον κόσμο,
ώσπου έπαψε και – τότε – ήξερα πια.

~.~ (περισσότερα…)

Ἄντονυ Χίρστ, Πλατεία Κλαυθμῶνος καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Μετάφραση ΕΙΡΗΝΗ ΛΟΥΛΑΚΑΚΗ-ΜΟΥΡ

Γιὰ τὸν ἐκδότη, ἑλληνιστὴ καὶ ποιητὴ Anthony Hirst βλ. τὸ εἰσαγωγικὸ κείμενο τῆς μεταφράστριας.

~.~

Πλατεία Κλαυθμῶνος, Ἀθήνα

25η Μαρτίου 2001

Βρίσκομαι ἐδῶ γιὰ νὰ φωτογραφίσω τὴν προτομὴ τοῦ Βλάση Γαβριηλίδη,
τοῦ δημοσιογράφου «ποὺ ἔγραφε μὲ σεβασμὸ πρὸς τὸν ἀναγνώστη»,
ἀλλὰ ποὺ τώρα ὑποφέρει ἀπὸ τὴν ἀσέβεια ἐκείνων
ποὺ εἶναι σχεδὸν βέβαιο ὅτι ποτέ δὲν τὸν διάβασαν
καὶ ποὺ πιθανὸν δὲν ἔχουν ἰδέα τοῦ ποιὸς ἦταν.
Τὸ μάρμαρό του καλυμμένο μὲ γκράφιτι σὲ δύο γλῶσσες.
Παιδιά προσπάθησαν νὰ προσθέσουν χρῶμα στὰ μαρμάρινα χαρακτηριστικά του.
Τὸ μουστάκι καὶ τὰ φρύδια του εἶναι τώρα καφέ-πορτοκαλί.
Σκοῦρο μπλὲ ἔχει καλύψει τὰ μάτια του γύρω καὶ μέσα.

Σήμερα εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Ἑορτή, ἡ ἐπέτειος
τῆς ἔναρξης τοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγώνα. Ἡ ἡμερομηνία
πειράχτηκε λιγάκι γιὰ νὰ συμπέσει μὲ τὸν Εὐαγγελισμό…
Ἡ γέννηση τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ –
ἕνας ἰσχυρὸς μέχρι σήμερα συσχετισμός.
(Ποιὰ ἡ πιθανότητα εἰρήνης ὅταν ο Θεὸς
ἔχει τόσους ἐκλεκτοὺς λαούς;)

Εἶναι ἡ μέρα γιὰ στρατιωτικὲς παρελάσεις,
ὁ φτερωτὸς Ἀρχάγγελος ἔχοντας δώσει τὴ θέση του στὰ πολεμικὰ ἀεροσκάφη
και νἄμαστε ἐδῶ στὴν τροχιὰ πτήσης. Ὁμάδες τῶν τεσσάρων,
σὲ σχηματισμούς, ξυρίζουν τὶς ταράτσες τῶν ψηλότερων κτιρίων,
ὠχρὲς κοιλιὲς σὰν στῆθος περιστεριοῦ, νύχια μαζεμένα,
καὶ ὅπλα θηλυκωμένα κάτω ἀπ᾽ τὰ φτερά τους. Κάθε φορὰ ποὺ ἔρχονται
τὰ περιστέρια τῆς πλατείας στὰ δέντρα καὶ στὶς ἄκρες
ἀπ᾽ τὶς στέγες πετάγονται στὸν ἀέρα κατὰ ἑκατοντάδες. Μόλις ποὺ
προλαβαίνουν νὰ κάνουν τὸν κύκλο καὶ νὰ ξανακάτσουν στὶς κορυφὲς
πρὶν ἔρθουν τὰ ἐπόμενα τέσσερα, κι ὁ πανικὸς ξαναρχίζει.

Ὁ Γαβριηλίδης δὲν διέδωσε ἀκριβῶς τὸν Εὐαγγελισμὸ
καθότι ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς τὸ ἔκανε αὐτό, ἀλλὰ ἡ Ἀκρόπολις,
ἡ ἐφημερίδα του, τόλμησε νὰ δημοσιεύσει τὸν Ματθαῖο
στὴ δημοτική, τὴν σύγχρονη «Γλῶσσα τοῦ Λαοῦ»,
γεννώντας τὰ Εὐαγγελικὰ (ἕναν αἰώνα πρὶν σὰν σήμερα)
καί, τὴν μέρα τῆς Σύναξης τῶν Ταξιαρχῶν, Μιχαήλ
καὶ Γαβριὴλ ( Ἄγγελου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ),
ὅταν ἀστυνομία, στρατός καὶ ἄτομα ἀγνώστων στοιχείων
στὰ ἐπάνω παράθυρα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἄνοιξαν πῦρ,
ἄφησαν ὀχτώ ἄνδρες νεκρούς, κι ἄλλους ἑξήντα τραυματίες.
Παρ᾽ ὅλ᾽αὐτὰ εἶναι ὁ Ματθαῖος ἐκεῖνος ποὺ μιλάει
γιὰ τὴν Σφαγὴ τῶν Ἀθώων,
ἀλλὰ πού, ἄν κάποιος ἦταν ἀθῶος ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ Νοέμβρη
δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο ζήτημα ν᾽ ἀποφανθεῖ κανείς. (περισσότερα…)

Ντένις Τζόνσον, Δύο ποιήματα

♦♦♦

Δύο ποιήματα από τη συλλογή The Incognito Lounge and Other Poems (1982)

Μετάφραση-επίλογος: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

♦♦♦

ΝΥΧΤΑ

Ατενίζω από ψηλά
την προβλήτα το δείλι
και τα πίνω με μια πενηνταεννιά
-χρονη τραγουδίστρια κοκτέιλ μπαρ
τίγκα στο ρουζ· αυτή την ολότελα ξένη.
Κοιτάζουμε τα θλιβερά μικρά
φέρι μποτ που μετεωρίζονται ανάμεσα στον κόσμο αυτόν
και τον άλλον που φλέγεται απ’ τον ήλιο που δύει
και λέμε μ’ αδάμαστη
συγκίνηση για τον καιρό.
Ουρανός και πελώρια κύματα πορφυρίζουν
κι είναι οι τσέπες μου άδειες και το αλκοόλ μάς τελειώνει. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ο Πύργος (μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

 

William B. Yeats

Ο ΠΥΡΓΟΣ

Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Ι

Βασανισμένη μου καρδιά, και τι να κάνω
μ’ αυτόν τον παραλογισμό, των γηρατειών
τον κωμικό τον μορφασμό που επάνω
στο πρόσωπό μου ήρθε και κόλλησε καθώς
στον σκύλο η ουρά του;
ποτέ μου φαντασία εγώ
δεν είχα πιο παράφορη, πιο επινοητική,
μάτι κι αυτί που να ποθούν τόσο το αδύνατο –
ούτε παιδί τα καλοκαίρια που σκαρφάλωνα
στη ράχη του Μπεν Μπώλμπεν να ψαρέψω,
τη μέρα την ισόβια να ξοδέψω.
Καιρός η Μούσα μου θαρρώ να τα μαζεύει,
φίλο τον Πλάτωνα ή τον Πλωτίνο αυτή να πιάσει
ωσότου φαντασία, αυτί και μάτι
μ’ επιχειρήματα να τά ’βρουν κι άλλα σχήματα
κομψά· ή ώσπου μια χύτρα σκωπτικά
στα πόδια να τους σκάσει.

 

(περισσότερα…)

Ντόναλντ Τζάστις – Ρόμπερτ Μπλάυ: Ἕνα παντούμ, ἕνα γκαζάλ

 

Μετάφραση καί σχολιασμός ἀπό τήν ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΖΑΣΤΙΣ

Παντούμ της Μεγάλης Ύφεσης 

Οἱ ζωές μας ἀπέφυγαν τό τραγικό.
Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας,
Δίχως σκοπό, καί δίχως νόημα φανερό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, μικρές καταστροφές.

Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας
Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά τό ἡρωϊκό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, κάποιες καταστροφές.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς μικρολεπτομέρειες.

Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά ἡρωϊσμό.
Συνηθισμένες οἱ γιορτές, συνηθισμένος πόνος.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς λεπτομέρειες.
Πέρ’ ἀπ’ τόν φράχτη, οἱ γείτονες ἦσαν δικός μας χορός. (περισσότερα…)

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Το κλάμα του εκσκαφέα

 

μετάφραση Κοσμάς Κοψάρης

Ο τίτλος του ποιήματος «Το κλάμα του εκσκαφέα» (από την ποιητική συλλογή του Pier Paolo Pasolini Οι στάχτες του Γκράμσι) υποδηλώνει την κραυγή απόγνωσης της εργατικής τάξης στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Ο εκσκαφέας έχει άμεση σχέση με τη γη και την αγροτική κοινωνία, που πλέον έχει τεθεί στο περιθώριο της ιστορίας. Η Ρώμη για τον ποιητή είναι ταυτόχρονα μια θαυμάσια αλλά και μίζερη πόλη. Με βάση την αθλιότητα στις φτωχογειτονιές, ανακαλύπτει την αυθεντικότητα του απλού λαού σε αντίθεση με την αστική υποκρισία. Αυτό σηματοδοτεί ότι πλέον αποκτά τη συνείδηση ενός κοινωνικού ποιητή. Εφεξής θα γίνει ο ποιητής του κοινωνικού οράματος, γεγονός που τον ωθεί στο να επιχειρεί να ερμηνεύσει κάθε πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας. 

~.~ 

ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΕΚΣΚΑΦΕΑ

Ι

Μόνο η αγάπη, μόνο η γνώση
μετρά, όχι το να έχεις αγαπήσει,
όχι το να έχεις γνωρίσει. Δίνει αγωνία

το να ζεις έναν φθαρμένο
έρωτα. Η ψυχή δεν μεγαλώνει πια.
Να στη μαγεμένη ζέστη

της νύχτας που γεμάτη εδώ κάτω
ανάμεσα στις στροφές του ποταμού και τα εξασθενημένα
οράματα της πόλης γεμάτης φώτα,

ηχεί ακόμη από χίλιες ζωές,
αδιαφορία, μυστήριο, και μιζέρια
των αισθήσεων, μού κάνουν εχθρικές

τις μορφές του κόσμου, που μέχρι χτες
ήταν δικός μου λόγος ύπαρξης.
Βαριεστημένος, κουρασμένος, επιστρέφω, από μαύρες

αλάνες λαϊκών αγορών, θλιμμένοι
δρόμοι γύρω από το ποταμίσιο λιμάνι,
ανάμεσα στις παράγκες και στα μαγαζιά ανακατεμένα

με τα τελευταία λιβάδια. Εκεί νεκρική
είναι η σιγή: μα κάτω, στη λεωφόρο Marconi,
στο σταθμό του Trastevere, εμφανίζεται

ακόμη γλυκιά η βραδιά. Στις συνοικίες τους,
στις περιφέρειές τους, επιστρέφουν πάνω σε ανάλαφρες
μηχανές‒με φόρμα ή με παντελόνια

δουλειάς, μα σπρωγμένοι από μια γιορτινή ζέση‒
οι νέοι, με τους συντρόφους τους πάνω στις σέλες,
γελαστοί, βρώμικοι. Οι τελευταίοι θαμώνες

κουβεντιάζουν όρθιοι φωναχτά
μέσα στη νύχτα, εδώ και εκεί, στα τραπεζάκια
των τραπεζιών ακόμη φωτεινών και μισοάδειων

Θαυμάσια και μίζερη πόλη,
που με δίδαξες αυτό που χαρούμενοι και άγριοι
οι άνθρωποι μαθαίνουνε από παιδιά,

τα μικρά πράγματα στα οποία το μεγαλείο
της ζωής σε ειρήνη ανακαλύπτεται, σαν
να πας σκληρός και έτοιμος μέσα στο πλήθος

των δρόμων, να απευθύνεσαι σε έναν άλλον άνθρωπο
χωρίς να τρέμεις, να μην ντρέπεσαι
να κοιτάς το μετρημένο χρήμα

με τεμπέλικα δάχτυλα από τον εισπράκτορα
που ιδρώνει στις προσόψεις στη διαδρομή
σε ένα αιώνιο χρώμα καλοκαιριού. (περισσότερα…)

Φίλιπ Λάρκιν, Tό Χορτοκοπτικό

 

 

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σαράντα μέρες ἀπό τήν τελευτή τοῦ Ποιητῆ Νίκου Φωκᾶ
Στήν ἀγαπημένη μνήμη του.

Τό χορτοκοπτικό σταμάτησε, δυό φορές· γονατίζοντας βρῆκα
Ἕνα σκατζόχοιρο καταπληγωμένο ἀνάμεσα στίς λεπίδες,
Σκοτωμένος. Ζοῦσε στό ψηλό γρασίδι.

Τόν εἶχα ξαναδεῖ, καί μάλιστα μιά φορά τόν τάϊσα.

Τώρα τόν ταπεινό του κόσμο εἶχα πλήξει
Ἀνεπανόρθωτα. Καμιά γιατρειά μέ τήν ταφή:

Τό ἄλλο πρωί ἐγώ σηκώθηκα, κι ἐκεῖνος ὄχι.
Ἡ πρώτη μέρα μετά ἀπό ἕνα θάνατο, ἡ νέα ἀπουσία
Πάντοτε ἴδια· καλύτερα νά εἴμαστε προσεχτικοί

Ὅσο ἀκόμα εἶναι καιρός
Ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον σπλαχνικοί.

~.~

Σημείωση της μεταφράστριας

Πρόκειται γιά ἕνα ἀπό τά λίγα ποιήματα τοῦ Larkin πού γράφτηκαν ἀνάμεσα στήν ἔκδοση τῆς συλλογῆς High Windows τό 1974 καί τόν θάνατό του τό 1985. Σ’ ἕνα γράμμα τῆς 20ης Μαϊου 1979 στή φίλη του Judy Egerton, ἔγραψε: » Τό Πάσχα βρῆκα ἕνα σκατζόχοιρο νά βολτάρει στόν κῆπο μου, ὁλοφάνερο πώς εἶχε μόλις ξυπνήσει ἀπό τή νάρκη του: δέχτηκε γάλα, ἀλλά γύρισε στόν ὕπνο του ὑποθέτω, καί ἔκτοτε δέν τόν ξανάδα». Στίς 10 Ἰουνίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς ἔγραψε στήν Egerton: » Αὐτή ἡ μέρα ἦταν μᾶλλον καταθλιπτική: σκότωσα ἕνα σκατζόχοιρο καθώς ἔκοβα τό γρασίδι, φυσικά κατά τύχη. Ἔχω ἀναστατωθεῖ.» Τό Χορτοκοπτικό γράφτηκε στίς 12 Ἰουνίου.
Ἡ Betty Mackereth, πού ἐργαζόταν μαζί μέ τόν Larkin στήν Βιβλιοθήκη Brynmor Jones University of Hull, ἔγραψε γιά τό ποίημα: «Θυμᾶμαι πολύ καλά τόν Φίλιπ νά μοῦ λέει γιά τόν θάνατο τοῦ σκατζόχοιρου, στό γραφεῖο του τό ἑπόμενο πρωί, μέ δάκρυα νά κυλοῦν στό πρόσωπό του.» ( Τhe Philip Larkin Society Website, May 2002). Ἡ ἐκτίμηση τοῦ μακαριστοῦ Νίκου Φωκᾶ στό πρόσωπο καί τήν ποίηση τοῦ φίλου του Philip Larkin εἶναι γνωστή.
Τά ἔργα ποὺ κοσμοῦν τήν ἀνάρτηση εἶναι τοῦ Γεώργιου Προκοπίου («Ἀθάνατα»).

 

 

 

W. H. Auden, Εις μνήμην W. B. Yeats (μετάφραση Αντώνης Μπαλασόπουλος)

wby2

W. H. AUDEN

Εις μνήμην W. B. Yeats

I
Χάθηκε μες στο καταχείμωνο:
Παγωμένα τα ρυάκια, τ’ αεροδρόμια σχεδόν έρημα,
Το χιόνι παραμόρφωνε τα δημόσια αγάλματα·
Ο υδράργυρος βυθιζόταν στο στόμα της θνήσκουσας μέρας.
Τα όργανα που διαθέτουμε συμφωνούν
Η μέρα του θανάτου του ήταν μια σκοτεινή, κρύα μέρα.

Μακριά απ’ την ασθένειά του,
Οι λύκοι έτρεχαν στα αειφόρα δάση,
Ο χωριάτης ποταμός δεν έμπαινε στον πειρασμό απ’ τις μοντέρνες προκυμαίες·
Απ’ τις θρηνητικές γλώσσες
Ο θάνατος του ποιητή κρατήθηκε μακριά απ’ τα ποιήματά του.

Αλλά γι’ αυτόν ήταν το τελευταίο του απόγευμα ως ο εαυτός του,
Ένα απόγευμα από νοσοκόμες και φήμες·
Οι επαρχίες του σώματός του εξεγέρθηκαν,
Οι πλατείες του νου του ήταν άδειες,
Η σιωπή εισέβαλε στα προάστια,
Το ρεύμα της συναίσθησής του έπεσε· έγινε οι θαυμαστές του.

Τώρα είναι σκόρπιος ανάμεσα σε εκατό πόλεις
Εντελώς παραδομένος σε άγνωστες τρυφερότητες,
Για να βρει την ευτυχία του σ’ ένα άλλο είδος δάσους
Και να τιμωρηθεί από ξένο κώδικα συνείδησης.
Οι λέξεις του νεκρού
Μετατρέπονται στα σπλάχνα των ζώντων.

Αλλά στη σημασία και τον θόρυβο του αύριο
Όταν οι μεσίτες βρυχώνται σαν θηρία στο Χρηματιστήριο
Και οι φτωχοί έχουν τα μαρτύρια στα οποία έχουν μάλλον συνηθίσει
Και στο κελί του εαυτού του ο καθένας έχει σχεδόν πειστεί για την ελευθερία του
Κάποιες χιλιάδες θα σκέφτονται τούτη τη μέρα
Όπως σκέφτεται κανείς μια μέρα όπου έκανε κάτι ελαφρώς ασυνήθιστο.

Τα όργανα που διαθέτουμε συμφωνούν
Η μέρα του θανάτου του ήταν μια σκοτεινή, κρύα μέρα.

II
Σαν εμάς ήσουν άμυαλος· το χάρισμά σου επιβίωσε από όλα:
Απ’ την ενορία των ευκατάστατων γυναικών, από τη φυσική φθορά,
Από σένα. Η τρελή Ιρλανδία σε πλήγωσε ως την ποίηση.
Τώρα, η Ιρλανδία έχει ακόμα την τρέλα της και τον καιρό της,
Γιατί η ποίηση δεν κάνει κάτι να συμβαίνει: επιβιώνει
Στην κοιλάδα που η ίδια φτιάχνει, όπου τα διευθυντικά στελέχη
Δεν θα ’θελαν ποτέ ανάμιξη, ρέει προς τον Νότο
Από αγροκτήματα απομόνωσης, από πολυάσχολες θλίψεις,
Πόλεις ωμές στις οποίες πιστεύουμε και στις οποίες πεθαίνουμε• επιβιώνει,
Ένας τρόπος του γίγνεσθαι, ένα στόμα.

III
Γη, δέξου έναν επισκέπτη με τιμή:
Ο Γουίλιαμ Γέιτς ήρθε ν’ αναπαυθεί.
Το Ιρλανδικό σταμνί να κείτεται ας αφεθεί
Άδειο απ’ τη δική του ποίηση.

Στου σκοταδιού τον εφιάλτη
Γαυγίζουν όλοι οι σκύλοι στην Ευρώπη
Κι αναμένουν τα έθνη που ’ναι ζωντανά,
Όλα τους μες στο μίσος τους κλεισμένα·

Της διανόησης η ατίμωση
Από κάθε πρόσωπο κοιτάζει
Και του οίκτου οι θάλασσες
Σ’ όλα τα μάτια παγωμένες και κλειστές.

Ακολούθα, ποιητή, ακολούθα
Ως της νύχτας τον πυθμένα,
Με τη φωνή σου, που λύνει τα δεσμά
Κάνε μας να εκφράσουμε χαρά·

Καλλιεργώντας μία ρίμα
Κάνε την κατάρα κλήμα,
Για την ανθρώπινη τραγούδα αποτυχία,
Μ’ εκστατική απελπισία·

Μέσα στης καρδιάς την ερημιά
Άσε να τρέξουν τα ιαματικά νερά,
Μες στων ημερών του τη φυλακή
Δίδαξε τον λεύτερο να υμνολογεί.

Μετάφραση Αντώνης Μπαλασόπουλος

william-butler-yeats

Friederike Mayröcker (1924-2021)

 

Η Φρειδερίκη Μαϋραίκερ, Grande Dame της αυστριακής λογοτεχνίας του καιρού μας, γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1924 στη Βιέννη όπου και έζησε. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Δημοσίευσε πάνω από εκατό βιβλία με ποίηση, πρόζα, κείμενα για παιδιά και τη θεατρική σκηνή. Στάθηκε η ισόβια σύντροφος του διάσημου ποιητή Ερνστ Γιαντλ. Τιμήθηκε επανειλημμένα, το 2001 και με το Βραβείο Μπύχνερ, το κορυφαίο λογοτεχνικό έπαθλο του γερμανόφωνου κόσμου. Πέθανε στη γενέθλια πόλη της τούτο το καλοκαίρι, στις 4 Ιουνίου. (ΚΚ)

 

τι ’ν’ αυτό που χρειάζεσαι

τι ’ν’ αυτό που χρειάζεσαι; ένα δέντρο ένα σπίτι
να μετρήσεις επάνω του τι μεγάλη τι μικρή του ανθρώπου η ζωή
τι μεγάλη τι μικρή όταν στρέφεις το βλέμμα ψηλά
όταν χάνεσαι μες στον πλούτο της χλωρής ομορφιάς
τι μεγάλη τι μικρή συλλογίζεσαι και τι σύντομη που ’ναι
η ζωή σου αν σ’ εκείνη των δέντρων δίπλα δίπλα τη βάλεις
ένα δέντρο χρειάζεσαι ένα σπίτι χρειάζεσαι
τίποτ’ άλλο μονάχα μια γωνιά και μια στέγη
για να ζεις να ονειρεύεσαι να κοιμάσαι να σκέφτεσαι
να σωπαίνεις να γράφεις να βλέπεις τους φίλους
τα λουλούδια τη χλόη το στερέωμα τ’ αστέρια

 

 

 

 

 

 

 

Λουίζ Λαμπέ, Πέντε Σονέτα

ΛΟΥΪΖ ΛΑΜΠΕ

ΣΟΝΕΤΑ

(Μτφρ. Ξάνθος Μαϊντάς)

VIΙ
Καλά το ξέρεις, ό,τι έμψυχο πεθαίνει
όταν από το σώμα η ψυχή χωρίσει.
Το σώμα είμαι, είσαι η ψυχή κι όλη η ζήση,
λοιπόν που βρίσκεσαι ζωή μου λατρεμένη; (περισσότερα…)

Γκαίτε, Τέσσερα αποσπάσματα

 

* * *

Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει ορθή οδός·
μάταιο αν είσαι άξιος και μάταιο συνετός,
θέλει να ’σαι πειθήνιος, να ’σαι μηδαμινός !

* * *

Μέρος του μέρους είμαι, που εν αρχή ην το παν,
μέρος των ζόφων είμαι που το φως γεννάν.

* * *

Τι να σου δώσει πια η ζωή σου;
Στερήσου! πάντοτε στερήσου!
Τέτοιος ο αιώνιος σκοπός
που ηχεί στ’ αφτιά του καθενός…

* * *

Είναι οι άνθρωποι οι φτωχοί ένα θαύμα,
μέσα στα θαύματα παραπατούν,
ποιο σκοτεινό, ποιο αθέατο κατώφλι
τα βήματά τους τα χαμένα δρασκελούν;
Κάτω απ’ το φως και τ’ ουρανού το χάδι,
νιώθω την Κόλαση κοντά, τον Άδη.

Απόδοση: ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Tommaso Di Dio, Το παραμύθι των ματιών

 

Μετάφραση-Σημειώσεις Μαρία Φραγκούλη

 

Inardescimus et imus
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

εν αρχή

Ήταν μια φορά ένας χρόνος. Μια φορά
Ήταν ο χρόνος και σε κείνον τον χρόνο υπήρχε
ο χρόνος αποκτούσε χώρο, ήταν
ένα λευκό αυγό.

Ο άνθρωπος προχωρά.
Παίρνει μια πέτρα. Σηκώνει το χέρι.
Αυτή τη φορά, με τη φωνή σταμάτα τον. Εσύ

μπορείς να τον σταματήσεις. (περισσότερα…)