Tommaso Di Dio, Το παραμύθι των ματιών

 

Μετάφραση-Σημειώσεις Μαρία Φραγκούλη

 

Inardescimus et imus
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

εν αρχή

Ήταν μια φορά ένας χρόνος. Μια φορά
Ήταν ο χρόνος και σε κείνον τον χρόνο υπήρχε
ο χρόνος αποκτούσε χώρο, ήταν
ένα λευκό αυγό.

Ο άνθρωπος προχωρά.
Παίρνει μια πέτρα. Σηκώνει το χέρι.
Αυτή τη φορά, με τη φωνή σταμάτα τον. Εσύ

μπορείς να τον σταματήσεις.

*

Αγελάδες, άλογα. Ελέφαντες χρυσός σκλάβοι.
Γυναίκες και αγροί. Σπίτια. [1]

Ό,τι ονόμασαν κάποτε, εδώ στη γη
μεγαλείο.

Έρως, όρεξις. Orego rego να κρατάς
να κυβερνάς, ν’ απλώνεις

και να φωλιάζεις, ν’ αναδιπλώνεσαι σαν μεμβράνη. Στη σπηλιά
και στον μυελό. Στην κυτταρική μείωση, στο μιτοχόνδριο, το ύστερον στο πρότερον

έρχεται να σε πάρει, σε αναζητά,
παίρνει το χέρι σου, το σφίγγει

μα εγώ έχασα την αγάπη μου [2]

έγραψε ένας ποιητής. Και λάμπει έτσι
η κόρη του ματιού και το νερό
όταν συναντά μες στα βότσαλα την καμπή

του μικρού ποταμού.

*

Τα χέρια της κοπέλας κινούνται.

Στο τρένο Πορντενόνε-Μέστρε
διαβάζει μια παρτιτούρα,
συνεπαρμένη από την αόρατη κίνηση που μέσα
της ακούει τα πάντα. Ταλαντεύεται
στο κάθισμα οι κόρες των ματιών
ανοιγοκλείνουν ανάλογα με το αν ο ήλιος
της εξοχής εμφανίζεται ή οπισθοχωρεί
πάνω στο πρόσωπό της, έντρομα.

Τα χέρια. Η μουσική.

Θα ’θελα να της πω: ακούω. Είμαστε. Είμαι.
Είμαστε όλοι
μέσα

σ’ αυτόν τον ήχο.

*

Να βλέπεις. Να έχεις δει. Τούτες οι απλές
αισθήσεις
στο ανώφελο δέρμα του κόσμου.

Που κινούνται. Κυλούν. Θάβονται στη γη.

Βλέπω αυτό το παράθυρο. Είδα αυτό το τζάμι.
Λέω: «αυτό το παράθυρο», «αυτό το τζάμι». Και νιώθω όλη
την άπειρη
βουβή διαφορά.

Είναι μεγάλος
αυτός ο χώρος
γυαλί του νου˙ σαν δάσος
όπου ο ήλιος διαπερνά τα κλαδιά του
οι ιδέες
είναι λαγοί: τρέχουν. Σε παρακαλώ όμως,

πάρε με μακριά˙ δώσ’ μου την πραγματικότητα
σηκώνεται, ο άνδρας
λουσμένος με βενζίνη αυτοπυρπολείται

είναι αλήθεια

γελά και περπατά.

*

Imago Antiqua [3]

Αν έρχονταν. Και αν
με τον ερχομό τους φανερώνονταν. Και αν έπειτα
είχαν
μια χειρονομία, την πιθανότητα
αν απεναντίας εμείς
τους τη δίναμε. Αν εμείς διαστέλλαμε
τη στιγμή, τον χώρο, την προσοχή˙ αν τώρα
μπορούσαν και αν δεν τους διώχναμε
αμέσως από τον νου, σαν τις πιο άχρηστες σκέψεις.
Φωτιά. Σμήνος. Στάχτη άνεμος.
Γιατί είναι σημάδι. Είναι έκρηξη.
Γιατί είναι παρόρμηση. Είναι διαστολή. Και αν έπρεπε
να υπάρχουν απλώς να υπάρχουν
χώροι ανάμεσα.

Πόρτα που ανοίγει. Χέρι που ανοίγει.
Γυαλί ουρανός τσιμέντο, νερό
πλαστικό, οργανικό. Βλέπεις τον εαυτό σου; Τώρα
με βλέπεις;

Οι κόρες των ματιών
της Παναγίας της Παρηγορήτριας είναι ασύμμετρες.
Η εικόνα φυλάσσεται
στην εκκλησία της Σάντα Φραντσέσκα Ρομάνα. Ζωγραφίστηκε
σε λινό ύφασμα, κολλημένο μετά σε σανίδα.
Κάηκε. Κόπηκε. Μεταφέρθηκε. Καλύφθηκε και συντηρήθηκε πολλές φορές
ξέρουμε ότι κάποτε το σώμα της μητέρας
και του υιού στην αγκαλιά της ήταν
καλυμμένο
με αργυρό ένδυμα.

*

εν αρχή

Θα υπάρχει κάποτε ένας χρόνος. Κάποτε
θα υπάρχει ο χρόνος και σε κείνον τον χρόνο θα υπάρχει
ο χρόνος θα αποκτήσει χώρο, θα είναι
ένας λευκός τοίχος.

Η γυναίκα προχωρά.
Παίρνει ένα αυγό. Σηκώνει το χέρι.
Αυτή τη φορά, με τη φωνή σταμάτα την. Εσύ

δεν μπορείς να τη σταματήσεις.

 

~.~
Η επιλογή των ποιημάτων έγινε από τη συλλογή: Tommaso Di Dio, La favola delle pupille, Edizioni Volatili, 2020 (σειρά Ι Cervi Volanti, εικονογράφηση της Giuditta Chiaraluce – απ’ όπου και οι εικόνες της παρούσας ανάρτησης).
Ο Τομμάζο Ντι Ντίο (1982) ζει και εργάζεται στο Μιλάνο. Γράφει ποίηση, δοκίμιο, συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έχει μεταφράσει Οράτιο, Κάτουλλο, Τζων Ντον, Ο. Μπ. Γέητς, Έζρα Πάουντ, Ντύλαν Τόμας και πρόσφατα μια συλλογή του Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά και καταλανικά. Μαζί με τον καθηγητή φιλοσοφίας και ακαδημαϊκό Κάρλο Σίνι, είναι μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Mechrì, εργαστηρίου φιλοσοφίας και κουλτούρας. Το 2018 συμμετέχει στην ίδρυση του περιοδικού ποίησης και τέχνης Ultima.
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Ουπανισάδες, VII, XXIV, 2.
[2] Από το ποίημα «Leggevo Pavese da ragazzo» του Gian Mario Villalta (Telepatia, LietoColle-Pordenonelegge, 2016).
[3] Με αυτό το όνομα ήταν γνωστή η αρχαιότερη εικόνα της Ρώμης, αναγόμενη στα τέλη του 6ου αιώνα. Κάποτε κοσμούσε την εκκλησία Σάντα Μαρία Αντίκουα στη Ρωμαϊκή Αγορά (10ος αι.). Αφού ο ναός καταστράφηκε και θάφτηκε, η εικόνα φυλάσσεται σήμερα στο σκευοφυλάκιο της Σάντα Φραντσέσκα Ρομάνα, γνωστής και ως Σάντα Μαρία Νόβα.