W. B. Yeats, Ο Πύργος (μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

 

William B. Yeats

Ο ΠΥΡΓΟΣ

Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Ι

Βασανισμένη μου καρδιά, και τι να κάνω
μ’ αυτόν τον παραλογισμό, των γηρατειών
τον κωμικό τον μορφασμό που επάνω
στο πρόσωπό μου ήρθε και κόλλησε καθώς
στον σκύλο η ουρά του;
ποτέ μου φαντασία εγώ
δεν είχα πιο παράφορη, πιο επινοητική,
μάτι κι αυτί που να ποθούν τόσο το αδύνατο –
ούτε παιδί τα καλοκαίρια που σκαρφάλωνα
στη ράχη του Μπεν Μπώλμπεν να ψαρέψω,
τη μέρα την ισόβια να ξοδέψω.
Καιρός η Μούσα μου θαρρώ να τα μαζεύει,
φίλο τον Πλάτωνα ή τον Πλωτίνο αυτή να πιάσει
ωσότου φαντασία, αυτί και μάτι
μ’ επιχειρήματα να τά ’βρουν κι άλλα σχήματα
κομψά· ή ώσπου μια χύτρα σκωπτικά
στα πόδια να τους σκάσει.

 

II

Επάνω στις επάλξεις βηματίζω και κοιτώ
ενός σπιτιού τα θέμελα ή προς το δέντρο εκεί
που ξεπετάγεται σαν δάχτυλο καπνού απ’ τη γη·
κι αμολυτή τη φαντασία ο νους μου αφήνει
στο φως της μέρας που όλο φθίνει,
κι από ερείπια ή δέντρα αρχαία ανακαλώ
μνήμες κι εικόνες τώρα,
γιατί απ’ όλα τους μια απάντηση ζητώ.

Πέρα από κείνες τις κορφές ζούσε η κ. Φρεντς,
και μια βραδιά που καντηλέρια και πυρσοί
στη σάλα φώτιζαν τραπέζι και κρασί,
ένας της υποτακτικός, που ’ξερε να τιμά
ό,τι τον πρόσταζε η ερίτιμος κυρά,
έσπευσε κι έκοψε μ’ ένα του κλαδευτήρι
ενός αυθάδους παεζάνου της τ’ αυτιά
και σκεπαστά τής τα ’φερε σ’ ένα κροντήρι.

Και δυο-τρεις γέροντες σαν ήμουν νεαρός
είχαν να λένε για μια ωριά χωριατοπούλα
που ζούσε στα κατσάβραχα εκεί
και για του λόγου της τραγούδι είχε φτιαχτεί,
κι ακόμη μ’ έξαψη μεγάλη την παινούσαν
όταν θυμόντουσαν στο πανηγύρι
το ανθρωπομάνι που συνέρρεε να τη δει,
έφερνε τότε τέτοια δόξα ένα τραγούδι.

Και μερικοί ξεσηκωμένοι απ’ τον σκοπό
ή απ’ τις προπόσεις όσες κάναν στ’ όνομά της
ορθοί σηκώνονταν και κήρυτταν σωστό
να δοκιμάσουν τον καημό τους στη ματιά της·
μα παρεξήγησαν τ’ αστραφτερό φεγγάρι
και το μπερδέψαν με τον ήλιο τον πεζό –
τα λογικά η μουσική τούς είχε πάρει –
κι ένας τους πνίγηκε στον βούρκο εκεί του Κλουν.

Είναι παράξενο, αυτός έχουν να πουν
που έφτιαξε το τραγούδι ήταν τυφλός·
μα τώρα που το σκέφτομαι δεν βρίσκω
παράξενο κανένα· η τραγωδία
από τυφλό ξεκίνησε, πόσες καρδιές
δεν έκαψε του Ομήρου η Ελένη. Ω σε φως
άφευκτο ο ήλιος κι η σελήνη να ενωθούν,
τότε θριαμβεύω, οι αρσενικοί σαν τρελαθούν.

Κι εγώ ο ίδιος έπλασα έναν Χάνραχαν
και τον σεργιάνιζα πιωμένο ή στεγνό
στα κοντινά υποστατικά το δειλινό.
Γερά στα δίχτυα ενός γερο-κολπατζή
ζούσε, γλιστρούσε, σκουντουφλούσε δώ κι εκεί
και μόνο γόνατα σπασμένα είχε μισθό
και το φριχτό το μεγαλείο της λαχτάρας·
απ’ το μυαλό μου αυτά, είκοσι πάνε χρόνια:

σ’ άντρο χαρτόπαιζαν κάτι άνθρωποι αγαθοί·
κι όταν του γηραιού κανάγια ήρθ’ η σειρά
βάσκανε με τα μάγια του τόσο την τράπουλα
που όλα τα φύλλα γίναν σκύλοι πλην ενός,
κι ο ίδιος έγινε λαγός.
Φρένιασε ο Χάνραχαν με την πλεκτάνη
και τα στοιχειά που αλύχταγαν
βγήκ’ έξω και τα πήρε στο κυνήγι προς—

ξέχασα πλέον προς τα πού… Όμως φτάνει!
Καιρός να θυμηθώ έναν άντρα π’ ούτε
από αγάπες γνώριζε ούτ’ από μουσική
ή αυτιά κομμένα, που ’χε αισχρά κατατρεχθεί
μα έμεινε πρόσχαρος· κι έγινε τέτοιος θρύλος
π’ ούτ’ ένας γείτονας δεν έμεινε να πει
την ύστερή του πότε ν’ άφησε πνοή:
τον παλαιό, που ξέπεσε, κύρη του οίκου αυτού.

Πριν απ’ το φαλιμέντο του για αιώνες
άντρες σκληροί, κατάφρακτοι πολεμιστές
στις σκάλες τούτες βηματίζαν τις στενές
και μερικοί απ’ αυτούς, που ώς τώρα
ζει το ίνδαλμά τους στη Μεγάλη Μνήμη,
λαχανιασμένοι κάποτε μ’ άγριες κραυγές
φτάνουν τις νύχτες και τον ύπνο μου ενοχλούν,
ακούω τα ζάρια τους στις τάβλες να βροντούν.

Να τους ρωτήσω όλους θα ’θελα, και νά τοι:
ο αναγκεμένος που του βάτεψαν την πλάτη·
πλάι του ο βάρδος ο τυφλός της καλλονής·
ο ρουσσομάλλης που ένας παπατζής
τον έβγαλ’ έξω να βοσκάει την ερημιά·
η κερασμένη μ’ ένα φίνο αυτί κυρία·
ο άντρας που έγινε ενός έλους λεία
και των Μουσών περίγελο για μιαν ομορφονιά.

Eίτε το δείξαν είτε μη, κείνοι οι παλιοί,
γέροι ή νέοι, θηλυκά ή αρσενικοί,
τάχα λυσσάξαν σαν απόμειναν συντρίμι
όπως λυσσάω εγώ εμπρός στα γηρατειά;
Μα απάντησή μου τις ματιές τους πήρα
κι αδημονούνε να πηγαίνουν πια·
άμετε το λοιπόν· τον Χάνραχαν μόν’ άστε
γιατί χρειάζομαι τη ρωμαλέα του μνήμη.

Παλιέ ερωτύλε που ’θρεφες καύκες παντού,
όλα όσα μες στον λάκκο βρήκες
βγάλ’ τα επιτέλους απ’ τ’ αυλάκια του μυαλού,
γιατί ’ναι βέβαιο, την ένιωσες, την είδες,
σαγηνεμένος από μι’ απαλή ματιά,
από ένα νεύμα, έν’ άγγιγμά της,
κείνη την άδηλη, απρόσμενη βουτιά
της μίας ύπαρξης μες στον λαβύρινθο της άλλης·

με ποιαν παλεύει η φαντασία πιο πολύ,
μ’ εκείνη που ’χεις κατακτήσει ή που ’χεις χάσει;
Κι αν με τη δεύτερη, δέξου το πια, στον πιο βαθύ
λαβύρινθο να μπεις ο εγωισμός
δεν σ’ άφησε, ή η δειλία, ή οι «αρχές»,
ή κάτι ιδέες φουσκωτές με σκέτο αέρα·
και δέξου πια, αν γινόταν να θυμάσαι
ο ήλιος θα μαύριζε, θα ’σβηνε η μέρα.

 

III

Να γράψω τη διαθήκη μου καιρός·
τους τίμιους και τους θαρρετούς διαλέγω
αυτούς που λάμνουν αναπόταμα ώς
να φτάσουν στην πηγή, και την αυγή
ανέμελα τα ζάρια τους πετούν
στον γλιστερό τον βράχο· και δηλώνω:
την περηφάνια μου κληρονομούν,
την περηφάνια εκείνων που ποτέ
δεν στέρξαν τα Συμφέροντα ή τα Κράτη,
ούτε των αφεντάδων το στανιό
ούτε των δούλων τη δαρμένη πλάτη,
του Μπερκ, του Γκράτταν τους πιστούς διαλέγω
που αν και μπορούσαν ν’ αρνηθούν,
μας δώσαν της αυγής την περηφάνια
τότε που ακέφαλο το φως γελάει παντού,
ή αυτήν του Κέρατος που ο θρύλος το ’χει πλάσει
ή της αιφνίδιας της νεροποντής
όταν οι κρήνες κι οι συρμές έχουν διψάσει,
ή την εξαίσια περηφάνια της στιγμής
όταν στυλώνει ο κύκνος τη ματιά του
πάνω σε μιαν αναλαμπή που πάει να σβήσει
κι ήδη τη συνεπαίρνουν τα νερά,
της ποταμιάς την έσχατη αστραψιά
προτού το έσχατό του άσμα τραγουδήσει.
Ιδού λοιπόν τι εγώ πιστεύω:
όσα ο Πλωτίνος λέει τα χλευάζω,
φωνές ώς και του Πλάτωνα τού βάζω,
ζωή και θάνατος; μα δεν υπήρχαν
πριν κάποιος τους επινοήσει!
Βόλια, μπουντρούμια και καρφιά
μια πικραμένη τά ’φτιαξε καρδιά,
όπως και τ’ άστρα, και τον ήλιο, το φεγγάρι,
κι έπειτα πρόσθεσε σ’ αυτά
μέσ’ απ’ τ’ ονείρου την αιθέρια χάρη
πως οι νεκροί θ’ αναστηθούν,
σε μια υπερούσια Εδέμ.

Μα εγώ έχω τη γαλήνη βρει
στα έργα τα σοφά απ’ την Ιταλία
στ’ αγέρωχα τα ελληνικά γλυπτά,
στων ποιητών τη φαντασία
και μες σε θύμησες παλιές
αγαπημένων γυναικών,
μ’ αυτά κανείς καί φτιάχνει,
όραμα αντικατοπτρικό,
καί αδράχνει το Υπεράνθρωπο.

Όπως στην τάπια εκεί ψηλά
που οι κάργιες σκούζουν και πηδούν
κλαδάκια στρώνοντας σειρά.
Και μόνο αν τ’ αποσώσουν
η μάνα θα καθήσει
πάνω στην κούφια της φωλιά
τ’ αυγά της να κλωσσήσει.

Την πίστη μου, την περηφάνια
στα νιάτα τώρα παρατώ
που σκαρφαλώνουν στις πλαγιές
κάτω απ’ τον ήλιο τον καυτό
για ν’ αμολύσουν πετονιές·
κι εγώ από τέτοιο ήμουν φτιαγμένος
μέταλλο, μα η δουλειά στο τέλος
με τσάκισε η καθιστική.

Καιρός πια τώρα στο θρανίο
να ρθει η ψυχή μου να καθήσει
πριν το ισχνό μου το σαρκίο
οριστικά να ναυαγήσει,
χάλασμα αυτό της παρακμής,
σ’ έναν παροξυσμό οργής,
στου αίματος τον εκφυλισμό
ή, πράγμα ακόμη πιο αισχρό,
σ’ ενός οικείου τον χαμό
ή καθενός λαμπρού ματιού
που και στην ύστερη πνοή
θα ’ξερε να διαβάζει
τα νέφη τ’ άσωτου ουρανού·
ή μια κραυγή υπναλέα πουλιού
που στις σκιές κουρνιάζει.

The Tower, 1926