Ντένις Τζόνσον, Δύο ποιήματα

♦♦♦

Δύο ποιήματα από τη συλλογή The Incognito Lounge and Other Poems (1982)

Μετάφραση-επίλογος: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

♦♦♦

ΝΥΧΤΑ

Ατενίζω από ψηλά
την προβλήτα το δείλι
και τα πίνω με μια πενηνταεννιά
-χρονη τραγουδίστρια κοκτέιλ μπαρ
τίγκα στο ρουζ· αυτή την ολότελα ξένη.
Κοιτάζουμε τα θλιβερά μικρά
φέρι μποτ που μετεωρίζονται ανάμεσα στον κόσμο αυτόν
και τον άλλον που φλέγεται απ’ τον ήλιο που δύει
και λέμε μ’ αδάμαστη
συγκίνηση για τον καιρό.
Ουρανός και πελώρια κύματα πορφυρίζουν
κι είναι οι τσέπες μου άδειες και το αλκοόλ μάς τελειώνει.
Χωριζόμαστε με μια θλίψη που κόβει
σαν γραμμή που χωρίζει το νερό απ’ τον αιθέρα.
Κατεβαίνω τα σκαλιά και πηγαίνω προς τα
έξω. Είναι λες και βαδίζω στον απόηχο
μιας αδιάκριτης φράσης, της πόλης η ανόητη
φλυαρία τρέχει να σκεπάσει
την ταραγμένη γαλήνη. Το φεγγάρι
κουνάει τα χείλη
κι εγώ σκύβω ν’ ακούσω
μια τελευταία φρικτή
σιωπή όταν αρχίζει,
μ’ έναν τόνο θλιμμένου
αλητάκου που επιστρέφει στο σπίτι
και δεν τον γνωρίζουν, ν’ απαριθμεί
όλα αυτά που δεν έκανα
ενώ θα μπορούσα
για να μη ζήσει την άθλια
ζωή του. Είμαι απελπισμένος.
Τι μου συμβαίνει.

~.~

NIGHT

I am looking out over
the bay at sundown and getting
lushed with a fifty-nine-
year-old heavily rouged cocktail
lounge singer; this total stranger.
We watch the pitiful little
ferry boats that ply between this world
and that other one touched
to flame by the sunset,
talking with unmanageable
excitement about the weather.
The sky and huge waters turn
vermilion as the cheap-drink hour ends.
We part with a grief as cutting
as that line between water and air.
I go downstairs and I go
outside.  It is like stepping into the wake
of a tactless remark, the city’s stupid
chatter hurrying to cover up
the shocked lull.  The moon’s
mouth is moving, and I am just
leaning forward to listen
for the eventual terrible
silence when he begins,
in the tones of a saddened
delinquent son returned
unrecognizable, naming
these things it now seems
I might have done
to have prevented his miserable
life. I am desolate.
What is happening to me.

♦♦♦

♦♦♦

ΤΩΡΑ

Απ’ όπου κι αν βγαίνουν αυτές οι φωνές
ηχούν τρομερά, τρομερά
οι κόρνες ομίχλης
και πλάι στο παράθυρο που βλέπει στη θάλασσα
όμως είναι τυφλό
απ’ τον ύπνο
ξυπνάω.
Μες στη νύχτα κοιτώ
τα φωτάκια απ’ τις βάρκες
πώς πλησιάζουν
σ’ εμάς πριν χαθούν
στην ομίχλη, λικνιστούν στα νερά:
είναι λες και στην απουσία αυτή
ένα φως μόνο νεύει
και σβήνει καθώς νόημα
που βγαίνει απ’ τα λόγια, χορεύει
ανέμελα σαν σημάνουν οι κόρνες ομίχλης
σαν τη νότα αυτή που χαρίζουν
σε τόσες φωνές.
Κάπως έτσι τρεμοπαίζει η ζωή μου
και σαν απ’ το παράθυρο αποστρέψω το βλέμμα
κι απ’ του πελάγους τη θλίψη,
το δωμάτιο γεμίζει σκοτάδι
φύλλα πυκνά
απ’ τα οποία κανένας ποτέ δεν γλιτώνει
κι όσα νιώθω
δεν πρέπει ποτέ να τ’ αρθρώσω.
Σκότος, με λένε Ντένις Τζόνσον
και νομίζω μπορώ πια ν’ αποδεχτώ
πως δεν είναι κάποια φρικτή
παρανόηση που με έφερε
εδώ, η αγκαλιά μου γεμάτη λουλούδια-
φαντάσματα, να ’χω πέσει στα πόδια σου·
και νομίζω μπορώ πια να δω
πώς σε κάθε μου γύρισμα διάλεξα
τον δρόμο αυτό, τον τόπο αυτό και το χείλος αυτό
του ωκεανού επί γης με τις κόρνες να λένε
πως θ’ αντέξω μονάχα αν βρεθώ
όπου δεν θα μπορώ ν’ ανασάνω. Ένδυμά μου είναι
η λέπρα και το στιλέτο μου
ψέμα· άραγε πρέπει
να τ’ αφήσω να πέσουν; Πρέπει να δώσω
στη ζωή μου ένα τέλος
ν’ αρχίσει; Μουσική, είσαι φως.
Οδύνη, είσαι μόνον ό,τι με ρίχνει
από στιγμή σε στιγμή, από λάμψη
σε λάμψη κι από λέξη σε λέξη,
κι εγώ στέκω στο πέλαγο εδώ
γιατί στον χώρο αυτό στο ανάμεσο χώρων
που μιλάει το τίποτα
είμαι εγώ αυτό που λέει.

~.~

NOW

Whatever the foghorns are
the voices of feels terrible
tonight, just terrible, and here
by the window that looks out
on the waters but is blind, I
have been sleeping,
but I am awake now.
In the night I watch
how the little lights
of boats come out
to us and are lost again
in the fog wallowing on the sea:
it is as if in that absence not many
but a single light gestures
and diminishes like meaning
through speech, negligently
adance to the calling
of the foghorns like the one
note they lend from voice
to voice. And so does my life tremble,
and when I turn from the window
and from the sea’s grief, the room
fills with a dark
lushness and foliage nobody
will ever be plucked from,
and the feelings I have
must never be given speech.
Darkness, my name is Denis Johnson,
and I am almost ready to
confess it is not some awful
misunderstanding that has carried
me here, my arms full of the ghosts
of flowers, to kneel at your feet;
almost ready to see
how at each turning I chose
this way, this place and this verging
of ocean on earth with the horns claiming
I can keep on if only I step
Where I cannot breathe. My coat
is leprosy and my dagger
is a lie; must I
shed them? Do I have
to end my life in order
to begin? Music, you are light.
Agony, you are only what tips
me from moment to moment, light
to light and word to word,
and I am here at the waters
because in this space between spaces
where nothing speaks,
I am what it says.


Ο Ντένις Τζόνσον [Denis Johnson] γεννήθηκε το 1949 στο Μόναχο και πέθανε στην Καλιφόρνια το 2017 από καρκίνο του ήπατος. Ποιητής, πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας ή, με τα δικά του λόγια, απλώς «συγγραφέας προτάσεων». Η δύναμη αυτή των προτάσεών του και η αφοπλιστική αλήθεια των βιωμάτων του χαρακτηρίζουν τα αγωνιώδη γραπτά του σε όλα τα είδη με τα οποία καταπιάστηκε βρίσκοντας –πράγμα σπάνιο– απήχηση ταυτοχρόνως σε αναγνώστες, κριτικούς και άλλους συγγραφείς. Η πρώτη ποιητική συλλογή του κυκλοφόρησε το 1969 (The Man Among the Seals) και η τέταρτη και τελευταία το 1985 (The Veil). Μεσολάβησαν τα Inner Weather (1976) και The Incognito Lounge and Other Poems (1982). Από το 1985 και έπειτα στράφηκε, κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν, στον πεζό λόγο· ξεχωρίζει η συλλογή διηγημάτων του 1992 με τίτλο JesusSon. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και του έχουν απονεμηθεί πολλές και σπουδαίες διακρίσεις και βραβεία με πιο πρόσφατο το βραβείο της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου, που του απονεμήθηκε μετά τον θάνατό του το 2017 για τη συνολική προσφορά του στην αμερικανική λογοτεχνία.