Πιερ Πάολο Παζολίνι, Το κλάμα του εκσκαφέα

 

μετάφραση Κοσμάς Κοψάρης

Ο τίτλος του ποιήματος «Το κλάμα του εκσκαφέα» (από την ποιητική συλλογή του Pier Paolo Pasolini Οι στάχτες του Γκράμσι) υποδηλώνει την κραυγή απόγνωσης της εργατικής τάξης στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Ο εκσκαφέας έχει άμεση σχέση με τη γη και την αγροτική κοινωνία, που πλέον έχει τεθεί στο περιθώριο της ιστορίας. Η Ρώμη για τον ποιητή είναι ταυτόχρονα μια θαυμάσια αλλά και μίζερη πόλη. Με βάση την αθλιότητα στις φτωχογειτονιές, ανακαλύπτει την αυθεντικότητα του απλού λαού σε αντίθεση με την αστική υποκρισία. Αυτό σηματοδοτεί ότι πλέον αποκτά τη συνείδηση ενός κοινωνικού ποιητή. Εφεξής θα γίνει ο ποιητής του κοινωνικού οράματος, γεγονός που τον ωθεί στο να επιχειρεί να ερμηνεύσει κάθε πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας. 

~.~ 

ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΕΚΣΚΑΦΕΑ

Ι

Μόνο η αγάπη, μόνο η γνώση
μετρά, όχι το να έχεις αγαπήσει,
όχι το να έχεις γνωρίσει. Δίνει αγωνία

το να ζεις έναν φθαρμένο
έρωτα. Η ψυχή δεν μεγαλώνει πια.
Να στη μαγεμένη ζέστη

της νύχτας που γεμάτη εδώ κάτω
ανάμεσα στις στροφές του ποταμού και τα εξασθενημένα
οράματα της πόλης γεμάτης φώτα,

ηχεί ακόμη από χίλιες ζωές,
αδιαφορία, μυστήριο, και μιζέρια
των αισθήσεων, μού κάνουν εχθρικές

τις μορφές του κόσμου, που μέχρι χτες
ήταν δικός μου λόγος ύπαρξης.
Βαριεστημένος, κουρασμένος, επιστρέφω, από μαύρες

αλάνες λαϊκών αγορών, θλιμμένοι
δρόμοι γύρω από το ποταμίσιο λιμάνι,
ανάμεσα στις παράγκες και στα μαγαζιά ανακατεμένα

με τα τελευταία λιβάδια. Εκεί νεκρική
είναι η σιγή: μα κάτω, στη λεωφόρο Marconi,
στο σταθμό του Trastevere, εμφανίζεται

ακόμη γλυκιά η βραδιά. Στις συνοικίες τους,
στις περιφέρειές τους, επιστρέφουν πάνω σε ανάλαφρες
μηχανές‒με φόρμα ή με παντελόνια

δουλειάς, μα σπρωγμένοι από μια γιορτινή ζέση‒
οι νέοι, με τους συντρόφους τους πάνω στις σέλες,
γελαστοί, βρώμικοι. Οι τελευταίοι θαμώνες

κουβεντιάζουν όρθιοι φωναχτά
μέσα στη νύχτα, εδώ και εκεί, στα τραπεζάκια
των τραπεζιών ακόμη φωτεινών και μισοάδειων

Θαυμάσια και μίζερη πόλη,
που με δίδαξες αυτό που χαρούμενοι και άγριοι
οι άνθρωποι μαθαίνουνε από παιδιά,

τα μικρά πράγματα στα οποία το μεγαλείο
της ζωής σε ειρήνη ανακαλύπτεται, σαν
να πας σκληρός και έτοιμος μέσα στο πλήθος

των δρόμων, να απευθύνεσαι σε έναν άλλον άνθρωπο
χωρίς να τρέμεις, να μην ντρέπεσαι
να κοιτάς το μετρημένο χρήμα

με τεμπέλικα δάχτυλα από τον εισπράκτορα
που ιδρώνει στις προσόψεις στη διαδρομή
σε ένα αιώνιο χρώμα καλοκαιριού.

να υπερασπίζομαι, να προσβάλλω, να έχω
τον κόσμο μπροστά στα μάτια και όχι
μόνο στην καρδιά, να καταλάβω

ότι λίγοι μόνο γνωρίζουν τα πάθη
στα οποία εγώ έζησα:
που δεν είναι αδερφικοί, ωστόσο είναι

αδέλφια ιδίως στο να έχουν
πάθη ανθρώπων
που χαρούμενοι, αδαείς, ακέραιοι

ζούνε από εμπειρίες
άγνωστες σε μένα. Θαυμάσια και μίζερη
πόλη που με έχεις κάνει να κάνω

εμπειρία εκείνης της άγνωστης
ζωής: μέχρι να με κάνεις να αποκαλύπτω
αυτό που, στον καθένα, ήταν ο κόσμος.

Μία σελήνη πεθαίνοντας στη σιωπή,
που από αυτή ζει, λευκαίνει ανάμεσα σε βίαιες
ζέσεις, που μίζερα στη γη

βουβή από ζωή, με τις ωραίες λεωφόρους, τα παλιά
δρομάκια, χωρίς να δίνουν φως τυφλώνουν
και, σε όλο τον κόσμο, τις αντανακλά

εκεί πάνω, λίγο από ζεστά σύννεφα.
Είναι η πιο όμορφη νύχτα του καλοκαιριού.
Το Trasvestere, σε μια μυρωδιά από στάχυ

παλιών στάβλων, από άδειες
ταβέρνες, δεν κοιμάται ακόμα.
Οι σκοτεινές γωνιές, οι γαλήνιοι τοίχοι

αντηχούν από σαγηνευτικούς θορύβους.
Άντρες και παιδιά γυρνάνε σπίτι
‒κάτω από σειρές από φώτα τελικά μόνα‒

προς τα σοκάκια τους, που φράζουν
σκοτάδι και σκουπίδια, με εκείνο το αδιάφορο βήμα
από το οποίο περισσότερο η ψυχή κυριευόταν

όταν αγαπούσα πραγματικά, όταν
πραγματικά ήθελα να καταλάβω.
Και, όπως τότε, εξαφανίζονται τραγουδώντας.

ΙΙ

Φτωχός, όπως ένας γάτος του Κολοσσαίου,
ζούσα σε μια φτωχογειτονιά όλη ασβέστη
και σκόνη, μακριά από την πόλη

και από την εξοχή, στριμωγμένος κάθε μέρα
σε ένα λεωφορείο που αγκομαχά:
και κάθε πήγαινε, κάθε έλα

ήταν ένας Γολγοθάς από ιδρώτα και από άγχη.
Μεγάλες βόλτες σε μια ζεστή σκόνη,
μεγάλα σούρουπα μπροστά στα συσσωρευμένα

χαρτιά πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε δρόμους από λάσπη,
τοιχάκια, σπιτάκια βρεγμένα από ασβέστη
και δίχως παντζούρια, με τέντες στις πόρτες…

Περνούσαν τον ελαιώνα, ο παλιατζής,
περνώντας από κάποια άλλη φτωχογειτονιά,
με το σκονισμένο εμπόρευμα που φαινόταν

καρπός κλοπής, και ένα σκληρό πρόσωπο
γερασμένων νέων ανάμεσα στις κακές συνήθειες
όποιου έχει μια σκληρή και πεινασμένη μητέρα.

Ανανεωμένος από έναν καινούριο κόσμο,
ελεύθερος‒μια φλόγα, μια ανάσα
που δεν ξέρω να πω, στην πραγματικότητα

που ταπεινή και βρώμικη, μπερδεμένη και απέραντη,
πλημμύριζε στη νότια περιφέρεια,
έδινε μια αίσθηση γαλήνιου οίκτου.

Μια ψυχή μέσα μου, που δεν ήταν μόνο δική μου,
μια μικρή ψυχή σε εκείνο τον απέραντο κόσμο,
μεγάλωνε, θρεμμένη από τη χαρά

όποιου αγαπούσε, ακόμη και μη αγαπημένος ξανά.
Και τα πάντα φωτίζονταν, σε αυτό τον έρωτα.
Ίσως ακόμη παιδιού, ηρωικά,

και όμως ωριμασμένου από την εμπειρία
που γεννιόταν στο κατώφλι της ιστορίας.
Ήμουν στο κέντρο του κόσμου, σε εκείνο τον κόσμο

των θλιμμένων φτωχογειτονιών, βεδουίνων,
των κίτρινων λιβαδιών αγγιγμένων
από έναν άνεμο πάντα δίχως ειρήνη,

είτε ερχόταν από τη ζεστή θάλασσα του Fiuminico,
είτε από τον αγρό, όπου χανόταν
η πόλη ανάμεσα στις τρώγλες. σε εκείνον τον κόσμο

που μπορούσε μονάχα να κυριεύει,
τετράγωνη κιτρινωπή φιγούρα
μέσα στην κιτρινωπή πάχνη,

τρυπημένη από χίλιες ίδιες σειρές
σφραγισμένων παραθύρων, η φυλακή
ανάμεσα στα παλιά χωράφια και στα ήρεμα αγροτόσπιτα.

Τα παλιόχαρτα και η σκόνη που τυφλή
το αεράκι έσερνε εδώ και εκεί,
οι φτωχές φωνές δίχως ηχώ

από γυναικούλες ερχόμενες από τα όρη
Sabini, από την Αδριατική, και εκεί
κατασκηνωμένες, τελικά με ορδές

από εξασθενημένα και σκληρά παιδάκια
τσιρίζοντας μέσα στα κομματιασμένα φανελάκια,
μέσα στα γκρίζα, καμένα παντελονάκια,

οι αφρικάνικοι ήλιοι, οι ταραγμένες βροχές
που καθιστούσαν χειμάρρους από λάσπη
τους δρόμους, τα λεωφορεία στις αφετηρίες

βυθισμένα στη γωνία τους
ανάμεσα σε μια τελευταία λωρίδα από λευκή χλόη
και κάποιο οξύ, καυτό σκουπιδότοπο…

ήταν το κέντρο του κόσμου, όπως ήταν
στο κέντρο της ιστορίας, η αγάπη μου
για αυτό: και σε αυτήν

την ωριμότητα που για να είναι γεννημένη
ήταν ακόμη αγάπη, όλα ήταν
για να γίνουν ολοφάνερα‒ήταν,

ολοφάνερο! Εκείνο το χωριό γυμνό στον άνεμο,
όχι ρωμαϊκό, όχι νότιο,
όχι εργατικό, ήταν η ζωή

μέσα στο πιο επίκαιρό της φως:
ζωή, και φως της ζωής, γεμάτη
μέσα στο όχι ακόμη προλετάριο χάος,

όπως τη θέλει η τραχιά εφημερίδα
του κυττάρου, το τελευταίο
ανέμισμα του περιοδικού: κόκκαλο

της καθημερινής, αγνής
ύπαρξης, για να είναι υπερβολικά
κοντινή, απόλυτη για να είναι

υπερβολικά μίζερα ανθρώπινη.

III

Και τώρα επιστρέφω, πλούσιος από εκείνα τα χρόνια
τόσο καινούρια που δεν θα είχα σκεφτεί
που δεν θα είχα σκεφτεί ποτέ

να τα ξέρω παλιά σε μια ψυχή
σε αυτά μακρινή, όπως σε κάθε παρελθόν.
Ανεβαίνω τις λεωφόρους του Gianicolo, σταματημένος

από ένα σταυροδρόμι liberty, σε μια αλάνα με δέντρα,
σε ένα κορμό από τείχη‒τελικά στο τέλος
της πόλης πάνω στην κυματιστή πεδιάδα

που απλώνεται πάνω στη θάλασσα. Και μου ξαναφυτρώνει
μέσα στην ψυχή‒αδρανής και σκούρα
όπως η εγκαταλελειμμένη στο άρωμα νύχτα‒

μια σπορά τελικά υπερβολικά ώριμη
για να δίνει ακόμα καρπό, μέσα στη συσσώρευση
μιας ζωής που επέστρεψε κουρασμένη και άγουρη…

Να τη η Villa Pamphili, και μέσα στο φως
που ήρεμο αντανακλά
πάνω στα νέα τείχη, το δρόμο όπου κατοικώ.

Στο σπίτι μου, πάνω σε μια χλόη
που κατάντησε μια σκοτεινή αγριάδα,
ένα ίχνος στις μόλις σκαμμένες
τρύπες, μέσα στον τόφφο‒πεσμένη κάθε οργή

καταστροφής‒ράμπα σε αραιά κτήρια
και κομμάτια ουρανού, άψυχη,
ένας εκσκαφέας…

Τι οίκτος με κυριεύει, μπροστά σε αυτά τα εργαλεία
ανάσκελα, σκόρπια εδώ και εκεί στη λάσπη,
μπροστά σε αυτόν τον κόκκινο καμβά

που κρέμεται από ένα καβαλέτο, στη γωνία
όπου η νύχτα μοιάζει πιο θλιμμένη;
Γιατί, σε αυτό το σβησμένο χρώμα αίματος,

η συνείδησή μου έτσι τυφλά αντιστέκεται,
κρύβεται, σχεδόν για μια επίμονη
τύψη που όλη, στο βάθος, τη λυπάται;

Γιατί μέσα μου είναι η ίδια αίσθηση
ημερών για πάντα ανεκπλήρωτων
που είναι στο νεκρό στερέωμα

στο οποίο λευκαίνει αυτός ο εκσκαφέας;
Ξεντύνομαι σε ένα από τα χίλια δωμάτια
όπου στην οδό Fonteiana κοιμάται κανείς.

Πάνω σε όλα μπορείς να σκάψεις, χρόνος: ελπίδες
πάθη. Μα όχι σε αυτές τις αγνές
μορφές της ζωής…Μειώνεται

σε αυτές ο άνθρωπος, όταν γεμάτες
να είναι εμπειρία και εμπιστοσύνη
στον κόσμο… Αχ, μέρες της Rebibbia,

που εγώ θεωρούσα χαμένες σε ένα φως
αναγκαιότητας, και που τώρα ξέρω τόσο ελεύθερες!
Μαζί με την καρδιά, τότε, για τις δύσκολες

περιπτώσεις που από αυτές είχα σκορπίσει
την πορεία προς ένα ανθρώπινο πεπρωμένο,
κερδίζοντας σε ζέση την αρνούμενη

καθαρότητα, και σε αθωότητα
την αρνούμενη ισορροπία‒στην καθαρότητα
στην ισορροπία έφτανε επίσης,

σε εκείνες τις μέρες, ο νους. Και η τυφλή
μετάνοια, ίχνος κάθε μάχης μου
με τον κόσμο, απωθούσαν, να,

ενήλικες μολονότι άπειρες ιδεολογίες…
Γινόταν, ο κόσμος, υποκείμενο
όχι πια μυστηρίου μα ιστορίας.

Πολλαπλασιαζόταν σε χίλια η χαρά
του να τη γνωρίσεις‒όπως
κάθε άνθρωπος, ταπεινά, γνωρίζει.

Ο Marx ή ο Gobetti, ο Gramsci ή ο Croce,
υπήρξαν ζωντανοί μέσα σε ζωντανές εμπειρίες.
Άλλαξε η ύλη μιας δεκαετίας με σκοτεινή

κλίση, αν ξοδεύτηκα να κάνω φανερό αυτό
που περισσότερο φαινόταν να είναι ιδανική φιγούρα
σε μια ιδανική γενιά.

σε κάθε σελίδα, σε κάθε γραμμή
που έγραφα, μέσα στην εξορία της Rebibbia,
υπήρξε εκείνη η ζέση, εκείνη η υπεροψία,

εκείνη η ευγνωμοσύνη. Καινούργια
μέσα στην καινούργια μου κατάσταση
παλιάς δουλειάς και παλιάς μιζέριας,

οι λίγοι φίλοι που έρχονταν
σε μένα, στα πρωινά ή στα ξεχασμένα
βράδια πάνω στη φυλακή,

με είδαν μέσα σε ένα ζωντανό φως.
ήπιο, βίαιο, επαναστατικό
στην καρδιά και στη γλώσσα. Ένας άνθρωπος άνθιζε.

IV

Με σφίγγει στο παλιό του δέρμα,
που μυρίζει από δάσος, και μου βάζει
τη μουσούδα με τα δόντια χοίρου

ή περιπλανώμενης αρκούδας με την ανάσα τριαντάφυλλου,
πάνω στο στόμα: και γύρω μου το δωμάτιο
είναι ένα ξέφωτο, το στρώμα διαβρωμένο

από τους τελευταίους νεανικούς ιδρώτες, χορεύει
όπως ένα πέπλο από γύρη… Και πράγματι
περπατώ σε ένα δρόμο που προχωρά

ανάμεσα στα πρώτα ανοιξιάτικα λιβάδια, αλλοιωμένα
σε ένα φως παραδείσου…
Μεταφερμένος από το κύμα των βημάτων,

αυτή που αφήνω στην πλάτη, ελαφρύς και μίζερος,
δεν είναι η περιφέρεια της Ρώμης: «Ζήτω
το Μεξικό!» είναι υπογεγραμμένο ή χαραγμένο

πάνω στα ερείπια των ναών, πάνω στα τοιχάκια στις διασταυρώσεις
ερειπωμένα, ελαφρά, σαν οστό, στις άκρες
ενός καυτού ουρανού δίχως ένα ρίγος.

Να, στην κορυφή ενός λόφου
ανάμεσα στους κυματισμούς, ανακατεμένους με τα σύννεφα,
μιας παλιάς Aπέννινης οροσειράς,

η πόλη, μισοάδεια, μολονότι είναι η ώρα
του πρωινού, όταν πάνε οι γυναίκες
για ψώνια‒ή του σούρουπου που ωραιοποιεί

τα μικρά που τρέχουν με τις μαμάδες
έξω από τις αυλές του σχολείου.
Οι δρόμοι κυριεύονταν από μια μεγάλη σιωπή:

χάνονται τα ανώμαλα καλντερίμια,
παλιά όπως ο χρόνος, γκρίζα όπως ο χρόνος,
που δύο μακριές πέτρινες πλάκες

τρέχουν κατά μήκος των δρόμων, γυαλιστερές και σβησμένες.
Κάποιος, σε εκείνη την ησυχία, κινείται:
κάποια γριά, κάποιο αγοράκι

χαμένο μέσα στα παιχνίδια του, όπου
οι πόρτες ενός γλυκού Cinquecento
ανοίγονται γαλήνιες, ή ένα φρεάτιο

με χαραγμένα ζωάκια πάνω στις άκρες
τοποθετημένες πάνω από τη φτωχή χλόη,
σε κάποια διασταύρωση ή ξεχασμένο τραγούδι.

Ανοίγεται πάνω στην κορυφή του λόφου η έρημη
πλατεία του δήμου, και ανάμεσα σε σπίτι
και σπίτι, πέρα από ένα τοιχάκι, και το πράσινο

μιας μεγάλης καστανιάς, φαίνεται
ο χώρος της κοιλάδας: αλλά όχι η κοιλάδα.
Ένας χώρος που τρέμει ο ουράνιος

ή μόλις κέρινος… Μα η Λεωφόρος συνεχίζει,
πέρα από εκείνη την οικεία πλατειούλα
κρεμασμένη στον Aπέννινο ουρανό:

εισχωρεί ανάμεσα σε πιο στενά σπίτια, κατεβαίνει
λίγο σε μισή ακτή: και πιο κάτω
‒όταν τα μπαρόκ σπιτάκια αραιώνουν‒

να που εμφανίζεται η κοιλάδα‒και η έρημος.
Ακόμη μόνο κάποιο βήμα
προς τη στροφή, όπου ο δρόμος

είναι ήδη ανάμεσα στα γυμνά λιβαδάκια υψωμένα
και σγουρά. Από την άλλη, στις πλαγιές,
σχεδόν σαν να είχε καταρρεύσει η Εκκλησία,

ανυψώνεται γεμάτη γαλάζιες, κόκκινες
τοιχογραφίες, μια αψίδα, γεμάτη σπείρες
κατά μήκος των σβησμένων ουλών

της κατάρρευσης‒από την οποία μόνο αυτή,
το απέραντο κοχύλι, να έχει μείνει
να ανοιχτεί διάπλατα στον ουρανό.

Είναι εκεί, από πέρα από την κοιλάδα, από την έρημο,
που ξεκινά να φυσά ένας ελαφρύς, απελπισμένος αέρας
που καίει το δέρμα με γλυκύτητα…

Είναι όπως εκείνες οι μυρωδιές που, από τους κάμπους
βρεγμένες με δροσιά, ή από τις όχθες ενός ποταμού,
φυσάνε πάνω στην πόλη στις

πρώτες μέρες καλού καιρού: και εσύ
δεν τις αναγνωρίζεις, αλλά τρελαμένος
σχεδόν από κλάμα, προσπαθείς να καταλάβεις

αν είναι μιας αναμμένης φωτιάς πάνω στην πάχνη,
ή από σταφύλια ή μέσπουλα χαμένα
σε κάποιο σιτοβολώνα ζεσταμένο

από τον ήλιο του θαυμάσιου πρωινού.
Εγώ φωνάζω από χαρά, τόσο τραυματισμένος
στο βάθος των πνευμόνων από εκείνον τον αέρα

που όπως μια ζέστη ή ένα φως
αναπνέω κοιτώντας την κοιλάδα

V

Λίγο ειρήνη αρκεί να αποκαλύψει
την αγωνία μέσα στην καρδιά,
καθαρή, σαν το βάθος της θάλασσας

σε μια ηλιόλουστη μέρα. Αναγνωρίζεις σ’ αυτή,
χωρίς να το νιώσεις, το κακό
εκεί, μέσα στο κρεβάτι σου, στήθος, μηροί

και εγκαταλελειμμένα πόδια, όπως
ένας σταυρωμένος‒ή όπως ο μεθυσμένος
Νώε, που ονειρεύεται, αθώα ανυποψίαστος

για τη χαρά των παιδιών, που
πάνω σε αυτόν, τα δυνατά, τα καθαρά διασκεδάζουν…
η μέρα είναι τελικά πάνω σου,

μέσα στο δωμάτιο όπως ένα κοιμισμένο λιοντάρι.

Σε ποιους δρόμους η καρδιά
Βρίσκεται γεμάτη, τέλεια ακόμη σε αυτή
την ανάμειξη ευτυχίας και πόνου;

Λίγο ειρήνη… Και μέσα σου αφυπνισμένος
είναι ο πόλεμος, είναι ο Θεός. Χαλαρώνουν
μόλις τα πάθη, επουλώνεται η μόλις

νωπή πληγή, που ήδη εσύ ξοδεύεις
την ψυχή, που έμοιαζε όλη ξοδεμένη
, σε πράξεις ονείρου που δεν αποδίδουν

τίποτα…Να, αν αναμμένο
στην ελπίδα‒που, γέρικο λιοντάρι
που βρωμά βότκα, από την προσβεβλημένη

Ρωσία του ορκίζεται ο Krusciov στον κόσμο‒
να που εσύ αντιλαμβάνεσαι ότι ονειρεύεσαι.
Φαίνεται να καίγεται μέσα στον ευτυχισμένο Αύγουστο

ειρήνης, κάθε πάθος σου, κάθε
εσωτερικό σου βασανιστήριο,
κάθε αθώα ντροπή σου

να μην είσαι‒μέσα στο συναίσθημα‒
στο σημείο στο οποίο ο κόσμος ανανεώνεται.
Αντίθετα, εκείνη η καινούρια πνοή ανέμου

σε ξαναδιώχνει πίσω, όπου
κάθε άνεμος πέφτει: και εκεί, όγκος
που ξαναδημιουργείται, ξαναβρίσκει

την παλιά μείξη αγάπης,
την αίσθηση, τον τρόμο, τη χαρά.
Και σε εκείνη την υπνηλία

είναι το φως…σε εκείνη την παιδική
ασυνειδησία, ζώου ή αθώου ακόλαστου
είναι η αγνότητα… τα πιο ηρωικά

μένη σε εκείνη τη φυγή, το πιο θεϊκό
συναίσθημα σε εκείνη την χαμηλή ανθρώπινη πράξη
αναλωμένη μέσα στον πρωινό ύπνο.

VI

Μέσα στην εγκαταλελειμμένη φλόγα
του πρωινού ήλιου‒που ξανακαίει,
τελικά, αγγίζοντας τα εργοτάξια, στα ζεσταμένα

έξω παράθυρα‒απελπισμένες
δονήσεις ραγίζουν τη σιωπή
που παράφορά έχει γεύση από παλιό γάλα,

από άδειες πλατειούλες, από αθωότητα.
Ήδη τουλάχιστον από τις επτά, εκείνη η δόνηση
μεγαλώνει με τον ήλιο. Φτωχή παρουσία

μιας ντουζίνας ηλικιωμένων εργατών,
με τα κουρέλια και τις φανέλες καμένες
από τον ιδρώτα, των οποίων οι σπάνιες φωνές,

των οποίων οι σπάνιες μάχες ενάντια στα σκόρπια
κομμάτια λάσπης, το ρίξιμο χωμάτων,
μοιάζουν σε εκείνο το τρεμούλιασμα να διαλύονται,

Μα μεταξύ των επίμονων εκρήξεων της
λαβής, που μοιάζει τυφλή, τυφλή
διαλύει, τυφλή αρπάζει,

σχεδόν σαν να είχε στόχο,
ένα ξαφνικό, ανθρώπινο ουρλιαχτό
γεννιέται, και ανά διαστήματα επαναλαμβάνεται,

τόσο τρελό από πόνο, που, ανθρώπινο,
αμέσως δεν φαίνεται πια, και ξαναγίνεται
νεκρό τρίξιμο. Έπειτα, σιγά,

ξαναγεννιέται, μέσα στο βίαιο φως,
στις τυφλωμένες πολυκατοικίες, καινούριος, ίδιος,
ουρλιαχτό που μόνο όποιος πεθαίνει,

στην τελευταία στιγμή, μπορεί να αφήσει
σε αυτόν τον ήλιο που σκληρός ακόμα λάμπει
ήδη γλυκερός από λίγο αέρα θάλασσας…

Να φωνάζει είναι, καταρρακωμένη
από μήνες και χρόνια πρωινών
ιδρώτων‒συνοδευόμενη

από το βουβό πλήθος των δικών του λιθοξόων,
ο παλιός εκσκαφέας: μα, μαζί, ο φρέσκος
ταραγμένος σκαφέας, ή, στο σύντομο σύνορο

του ορίζοντα του εικοστού αιώνα,
όλο το τετράγωνο… Είναι η πόλη,
βυθισμένη σε μια γιορτινή λάμψη,

‒είναι ο κόσμος. Κλαίει αυτό που έχει
τέλος και ξαναρχίζει. Αυτό που ήταν
χλοώδης περιοχή, ανοιχτή αλάνα, και γίνεται

αυλή, λευκή σαν κερί,
κλεισμένη σαν ένα ντεκόρ που είναι μίσος.
αυτό που ήταν σχεδόν μια παλιά γιορτή

από φρέσκους σοβάδες λοξούς στον ήλιο,
και γίνεται καινούριο τετράγωνο, πλημμυρίζοντας
σε μια τάξη που είναι σβησμένος πόνος.

Κλαίει αυτό που αλλάζει, και
για να γίνεται καλύτερο. Το φως
του μέλλοντος δεν παύει μια μόνο στιγμή

να μάς πονάει: είναι εδώ, που καίει
σε κάθε καθημερινή μας πράξη,
αγωνία και στην εμπιστοσύνη

που μάς δίνει ζωή, μέσα στο gobettiano πάθος
προς αυτούς τους εργάτες, που βουβοί υψώνουν,
στη συνοικία του άλλου ανθρώπινου μετώπου,

το δικό τους κόκκινο κουρέλι ελπίδας.

1956

 

Ο Κοσμάς Κοψάρης είναι Δρ Φιλολογίας Π.Ι, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Φιλολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ, Υπ. Δρ. Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΕΚΠΑ, Μεταπτυχιακή ειδίκευση στη σημειωτική του γαλλόφωνου και ισπανόφωνου σινεμά, κριτικός λογοτεχνίας-θεάτρου-κινηματογράφου.