Έμιλυ Ντίκινσον, «Ένιωσα μια κηδεία στο μυαλό μου…» και άλλα ποιήματα

 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Ένιωσα μια κηδεία στο μυαλό μου
και πίσω πλήθος, κοσμοσυρροή,
κι όλο περνούσε και περνούσε κι ήταν
τη σκέψη μου σαν να ποδοπατεί.

Κι όταν καθίσαν όλοι, η ακολουθία
σαν τύμπανο ήχησε εκκωφαντικό
κι όλο κροτούσε και κροτούσε κι ήταν
σαν να μου νάρκωνε το λογικό.

Τότε άκουσα ένα φέρετρο να υψώνουν
και όλα εκείνα τ’ άρβυλα, ξανά,
να τρίζουν σαν μολύβι στην ψυχή μου.
Τότε ο χώρος πήρε να βροντά,

σαν να ’ταν μια καμπάνα όλα τα ουράνια,
και ένα μονάχα αφτί ό,τι Υπαρκτό,
κι εγώ, και η σιωπή, μι’ άγνωστη ράτσα,
χάλασμα κι έρημο συντρίμι, εδώ.

Tότε έσπασε στον νου μου ένα σανίδι,
κι άρχισα κι έπεφτα, έπεφτα βαριά,
σε κάθε γλίστρημα και σ’ άλλον κόσμο,
ώσπου έπαψε και – τότε – ήξερα πια.

~.~

Παλιά είν’ η Aλήθεια όσο ο Θεός,
η άλλη ταυτότητά Tου,
και θα διαρκέσει όσο Αυτός
παντοτινά κοντά Του,
κι άμμος θα γίνει και σποδός
όταν κι Αυτόν ξεπλύνει
του κόσμου ο κατακλυσμός
κι άζωος απομείνει.

~.~

Πίνω έν’ ανήκουστο ποτό
σε κούπα από σεντέφι,
δεν βγάζει η Έσση σαν αυτό
μούρα όσα κι αν έχει!

Μεθώ με τον αέρα εγώ,
με τη δροσιά αλητεύω,
στ’ άσωτο θέρος σκουντουφλώ,
μια γαλανή έχω στέγη.

Σαν θα πετάει ο κάπελας
έξω αργά ένα βράδυ
τη μεθυσμένη μέλισσα
στης πίκρας το λιβάδι

και το γυαλί θα παρατούν
οι πεταλούδες κάτω,
εγώ το ποτηράκι μου
θ’ αδειάσω άσπρο πάτο!

Ώσπου τα Σεραφείμ να ’ρθούν
τινάζοντας το χιόνι
απ’ το καπέλο τους μεμιάς
για νά βγουν στο μπαλκόνι,

για νά βγουν κι οι άγιοι μαζί
ψηλά απ’ το Θείο Βασίλειο
να δούνε τον μικρό μπεκρή
να πιάνεται απ’ τον Ήλιο!

~.~

Α νύχτες άγριες – άγριες !
Αν ήμασταν οι δυο μαζί
οι άγριες νύχτες θα ’τανε
για μας χλιδή !

Πώς – μες στο φυσομάνημα –
να βρει η καρδιά λιμάνι ;
Κομμάτια η πυξίδα μας
πλάι στον σκισμένο χάρτη !

Με το κουπί – αχ – στης Εδέμ
τα βάθη τ’ αφρισμένα !
Απόψε θα ’ριχνα άγκυρα –
σε σένα !

~.~

Αφού για κείνον δεν γινόταν να σταθώ,
έκανε ο Θάνατος για χάρη μου μια στάση –
μόνο για μας είχε τ’ αμάξι του ετοιμάσει
και την Αθανασία.

Αργά πηγαίναμε – χωρίς βιάση καμμία.
Κι εγώ στην τόση του αβρότητα μπροστά
άφησα κατά μέρος κάθε ανεμελιά
και κάθε μου εργασία.

Περάσαμ’ άλση, αγρούς, λειβάδια έξω στη φύση
– τον ουρανό τα στάχυα αγέρωχα αγναντεύαν –
σχολειά περάσαμε – τ’ αγόρια πώς παλεύαν –
του ήλιου τη νέα τη δύση

– ή μάλλον μας προσπέρασε εκείνη.
Τρέμιζε η πάχνη η παγερή στο δειλινό,
τούλι με τύλιγε, μ’ έναν ιστό απαλό
μι’ αραχνη μ’ είχε ντύσει.

Φτάσαμε τέλος σ’ ένα δώμα χαμηλό
που δεν ξεχώριζε σχεδόν από τη γη –
γυμνό ένα πρόστεγο, μια ταπεινή σκεπή
τον λάκκο εκεί σκεπάζουν.

Μυριάδες χρόνια πέρασαν – μα λίγα μοιάζουν
εμπρός σ’ εκείνη την Ημέρα που νοερά
προς την Αιωνιότητα είδα – πρώτη μου φορά –
τ’ Άλογα να καλπάζουν.

~.~

Η επιτυχία είν’ πιο γλυκιά
για εκείνους που αποτύχαν.
Το νέκταρ εκτιμούν σωστά
φαρμάκι όσοι γευτήκαν.

Ο πορθητής που τον υμνούν
κραυγές ουρανομήκεις
δεν νιώθει τόσο καθαρά
τη σημασία της νίκης

όσο ο πεσμένος πρόμαχος
που ενώπιον του θανάτου
ακούει τις άγριες ιαχές
των θριαμβευτών στ’ αυτιά του !

~.~

Πέθανα – κι άκουσα μιας μύγας τη βουή.
Του δωματίου η σιγή έλεγες μοιάζει
όπως του ανέμου η σιγή
όταν η θύελλα – προς στιγμήν – κοπάζει.

Τα μάτια γύρω – είχαν στεγνώσει πια –
οι ανάσες ξαναβρίσκαν τον ρυθμό τους
γι’ αυτήν την έσχατη Εισβολή – του Βασιλιά
τα Επιφάνεια, εκεί μες στους ανθρώπους.

Ό,τι δικό μου ήταν να μοιραστεί
– τα υπάρχοντά μου αυτά τα λίγα –
είχα ορίσει σε ποιον να δοθεί.
Και τότε μπήκε στο δωμάτιο μια μύγα.

Μ’ έναν γαλάζιο βόμβο, αβέβαιο, δειλό,
στάθηκε ανάμεσα στο φως κι εμένα.
Και τότε χάθηκε κάθε παράθυρο
και τότε φως να δω δεν έμεινε κανένα.

~.~

Πέθανα για την Ομορφιά.
Στη γη δεν είχα καλομπεί
όταν σε μνήμα πλαϊνό
φέρανε κι άλλο έναν νεκρό –
υπέρ της Αληθείας πεσόντα.

«Γιατί έπεσες;» είπε απαλά.
Του λέω: «Για την Ομορφιά».
«Για την Αλήθεια», μου ’πε, «εγώ
– που ’ναι το ίδιο και το αυτό –
αδελφικά είμαστ’ όντα».

Έτσι τα λέγαμε εκειδά
όπως τα λένε μια βραδιά
δυο επιστήθιοι φίλοι –
ώσπου τα βρύα τα χλωρἀ
σβήσαν τα ονόματά μας πια,
μας έφραξαν τα χείλη.

~.~

Θα ’χα από μένα απαλλαγεί
αν ήξερα καλά
πώς πολεμίστρα απόρθητη
γίνεται η καρδιά

Μα αφού το Εγώ με πολιορκεί
γαλήνη πώς να βρω
αν τη συνείδησή μου πριν
δεν υποτάξω εγώ;

Κι αφού κι οι δυο συνάρχουμε
να κάνω τι μπορώ
παρά του Εγώ το διάδημα
να αποποιηθώ;

~.~

Η διαφορά αναμεταξύ
απελπισίας και τρόμου
μοιάζει όπως στο καράβι:
αλλιώς είναι σαν ναυαγεί
κι αλλιώς κάτω στον πάτο.

Ο νους παγώνει, ακινητεί
αυτάρεσκα σαν μάτι
στο μέτωπο μια προτομής
που – ξέρει – είναι αδύνατο
να διακρίνει κάτι.

~.~

Φασίνα στο νοικοκυριό
οικείος του αν πεθάνει,
στη γη ειναι το πιο σοβαρό
που έχει κανείς να κάνει.

Σαρώνει η σκούπα απ’ την καρδιά
στοργή κι αγάπη πέρα –
δεν θα μας χρειαστούν ξανά
ώς την Εσχάτη Ημέρα.

~.~

Τον μέγα πόνο ακολουθούν
πόνοι πιο ιπποτικοί –
σαν σ’ επικήδεια ατονούν
τα νεύρα τελετή.

Ρωτά η παράλυτη καρδιά
«έτσι ’ταν στον Σταυρό;»
κι «έγιναν όλα χθες αυτά,
ή τον αρχαίο καιρό;»

Τα πόδια εδώ κι εκεί γυρνούν
μηχανικά ολημέρα,
το ξύλο είναι που πατούν,
το χώμα, τον αέρα;

Αδιάφορο… Νους και κορμί
δεν δίνουν σημασία,
τους φτάνει μι’ ανακούφιση
πέτρας ή χαλαζία.

Η μολυβένια είναι αυτή,
η πιο βαριά στιγμή –
μένει στη μνήμη μοναχά
εκείνου που επιζεί

όπως θυμάται τον χιονιά
όπου είχε ξεπαγιάσει:
κρύο στην αρχή, νάρκη μετά –
μα θα περάσει.

EMILY DICKINSON

~.~