ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |36. Ελένη Χαϊμάνη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἐλένη Χαϊμάνη

69331424_930072294014024_1019264815299821568_n

(Οἰστρογόνα, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2018)

Σαπφώ

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Ἀγκῶνες, χείλια κι ἀστραγάλους
θὰ διαλέγουν,
ἀπὸ σᾶς, τὴν ἄλλη καὶ τὴν ἄλλη
– Γαλάτεια, Εὐτέρπη καὶ Καλλιόπη!

Στὸ ὄνομα τοῦ Ἔρωτα,
πικρές μου ἀγαπημένες ἀδελφές,

δὲ θά ‘στε παρὰ ἕνα πρόπλασμα,
σ’ αὐτὴν ποὺ δὲν μποροῦν
νὰ πάρουν στὸ κατόπι.

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Αὐτοί, ποὺ ἔγραφαν τὶς συλλαβές,
ἔφυγαν ὅλοι νέοι.
Κι ἔγιναν τραγούδια μας,
παρέμειναν Ὡραῖοι!…

Ἀγαπημένες μου, τοῦ Ἔρωτα ἀδελφές,
σᾶς ξορκίζω μὴν ἀγαπᾶτε Ποιητές.

Ἐγὼ ποὺ σᾶς τὸ λέω, τὸ ξέρω,
τί εἶναι Ἀλκαῖο ν’ ἀγαπᾶς
καὶ νὰ ταΐζεις τὶς Πλειάδες λέξεις.

~.~

Ἀνοιχτὲς παπαροῦνες

Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
ξαπλωμένοι σ’ ἕνα παχὺ χαλὶ
τῶν χρυσανθέμων.
Θὰ ὑπάρχει μιὰ δυνατὴ φωτιὰ
ποὺ δὲ θὰ καίει τὰ ἄνθη.
Κι ἀνάσες μας ἀνάκατες,
κοφτές,
ἡδονικές,
καυτὲς
θὰ κάνουν τὸ χαλὶ αὐτὸ
κι ἄλλους σπόρους νὰ βγάζει.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
σ’ ἕναν οὐράνιο θόλο
ποὺ θά ‘χει τὸν ἥλιο, δίσκο
ἑνὸς πικὰπ μὲ ἁλμυρὲς σταγόνες.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
μά, τώρα δὲν εἶναι ὥρα,
μόλις ποὺ ἔριξα τὸ λίπασμα
νὰ βγοῦμε τὰ λουλούδια,
ἐνῶ ἐσὺ ἀκόμα
ψάχνεις τὶς ἐκτάσεις
μὲ τὴν ψυχὴ στὸ στόμα.
Κάποτε, θὰ μιλήσουμε
μά, εἶναι νωρὶς ἀκόμα.

~.~

Χαῖρε

Χαῖρε, ὕστερη ὥρα,
ὥρα κατοπινή, χαῖρε,
ἀρχὴ τοῦ τέλους, ὥρα.

Ὅταν θὰ πάψεις
τῶν κηδεμόνων
κι ἀπ’ τὰ σταλάγματα
τοῦ πράσινου σταχυοῦ,
ἡ περιδίνηση
στὴ φούχτα σου
θά ‘ναι καλειδοσκόπιο
ἄρτου ξανθοῦ, ζυμωτοῦ
τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν στιγμῶν.

Χαῖρε, ὕστερη ὥρα,
ὥρα κατοπινή, χαῖρε,
ἀρχὴ τοῦ τέλους, ὥρα.

Καὶ δὲ θὰ βρεθεῖ κανεὶς
γιὰ νὰ τὸ πάρει
τοῦτο τὸ μαριόλικο
πού ‘χει στὸ στόμα πέτρες.


Ἡ Ἑλένη Χαϊμάνη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1980, μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Φωκίδα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευθεῖ σ’ ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ περιοδικά. Ἐπίσης, ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές της: Ἡ ποίηση στὰ πλαϊνὰ τῶν στίχων (2015) καὶ Οἰστρογόνα (2018).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |35. Ελευθερία Θάνογλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἐλευθερία Θάνογλου

istockphoto-933288010-612x612

(Ἀναπαράσταση, Πάτρα, ἐκδ. Γιάννη Πικραμένου, 2019)

Πληγιασμένες ὑδρίες

Ι

Σιγὰ σιγὰ συννέφιαζαν ὅλα πάλι.
Ὁ κῆπος μὲ τὶς ὑδρίες
τὸ σπίτι μὲ τοὺς στενόμαυρους διαδρόμους
ὁ δρόμος μὲ τὰ ἥσυχα μεσημέρια.

Συννέφιαζε ἡ στιγμὴ τῆς πλήρους διαφάνειας
ἡ ἔλλειψη ἀπ’ τὰ γυμνά σου πόδια
ἡ ἀνάμνηση ἀπὸ ἕνα αἴθριο πρωινό.

Ἀκόμη καὶ ἡ θάλασσα ὑποχωροῦσε στὰ ἐνδότερά της
δὲν ἄντεχε νὰ γλείφει τὶς ἴδιες καὶ τὶς ἴδιες πληγές.

Δὲν ἔλεγαν νὰ κλείσουν.

~.~
 
Πεταλούδα στὰ χεῖλη

Τὸ τέλος ἀκόμη μακριά
ἀκινητοποιημένος ὁ χρόνος
μοίραζε ὧρες σὲ ἀποκόμματα ἐφημερίδων
ξέβραζε πτώματα μὲ λάμψεις ψαριῶν.

Τὰ χεῖλη μου τσιγάρα
ἔκαιγα ξάστερες λέξεις.
Τὰ τζὰμια τοῦ κήπου νοτισμένα
δὲν ἔδειχναν τίποτα ἀπ’ ἔξω.

Σταμάτησαν ὅλα.
Τὸ τέλος ἀκόμη μακριά
σκοτωμένα φύλλα στὰ χέρια μου
καὶ τὸ ρολόι νὰ δείχνει πάντα νύχτα.

Μαύρη πεταλούδα ἡ ψυχὴ
βγῆκε ἀπ’ τὸ κουκούλι της
ἔκατσε πάνω στὸ μολύβι μου.

~.~
 
Προοπτικές

Ι

Κοιτῶ τὶς ξεβαμμένες ἀπὸ εὐτυχία γυναῖκες
σὲ στάση νηστείας ἀπ’ τὴ ζωή.
Σκέφτομαι πὼς τίποτα
τίποτα
πιὰ δὲν περιμένουν.
Οὔτε δάση
οὔτε θάλασσες
οὔτε οὐράνιους θόλους
ζωγραφισμένους σὲ ἐπίγειες σπηλιές.

Τὸ λεωφορεῖο περιμένουν
νὰ τὶς πάει στὸ σπίτι τους.

Τσαλακωμένα λάβαρα τὰ φουστάνια τους
στὶς χαρακιὲς τῆς ζωῆς.


Ἡ Ἐλευθερία Θάνογλου γεννήθηκε τὸ 1978, κατάγεται ἀπὸ τὴν Ὀλυμπιάδα Χαλκιδικῆς καὶ διαμένει στὴ Θεσσαλονίκη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία Οἱ πέντε ἐποχὲς τοῦ κόκκινου (2017) καὶ Ἀναπαράσταση (2019).

 

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |34. Στέλλα Βοσκαρίδου-Οικονόμου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Στέλλα Βοσκαρίδου-Οἰκονόμου

Mainade_Staatliche_Antikensammlungen_2645

(Ἀναγέλαστα. Τῶν γυναικῶν τζαὶ τῶν σκαλαπουντάρων, Λεμεσός, Τεχνοδρόμιον, 2013)

[VI]

Ἡ Φάουσα

Τζι εἶπεν της, τζι εἶπεν του
τζι εἶπεν της, τζι εἶπεν του
τζι εἶπεν της, τζι εἶπεν του
ὥσπου ὁ φτωχὸς ἐπόκαμεν
τζαὶ πκιὸν ὲν εἶσεν νὰ τῆς πεῖ

Πασιὰ πατημαθκιὰ
πά ’στὸ περίτου πού ’παιξεν
πού ’τουν μιτσὴς
ττόζιν τζαὶ κίττος ποὺ φακκοῦν
ἀβάττα μιὰν λοττούαν
σιεμὲς ποὺ ἐσονώννετουν
τζαὶ μουσαμμᾶς ἐγίνην
τραούλλιν!
τραχανὰς πασὺς ποὺ τρεῖς φορὲς τριυαλλοκοπᾶ
τζαὶ τρεῖς τριυαλλοκοπκιέται!
φκαίνει ἡ ψυσή του τοῦ φτωχοῦ
σὰν νὰ κατάπκιεν λάλλαρον
καράολος ἐτυλίχτηκεν τζι ὲν ἐξιποτυλίχτην
τὸ μεσομέριν γύρου του
Κανεί! λαλεῖ της
τζι ἔχταρεν τὰ λαιμά του τὸ κανεὶ
σὰν νά ’τουν ποξιμάτιν

Πρώτην φορὰν ἐμπόρηεν
νὰ ποσσιεπάσει ὁ γέρημος
τζαὶ πίσω που τὴν ὥραν νὰ δεῖ τὴν μοίραν
τζι ἄδρωπος σωστὸς
τῆς φάουσας νὰ συντύσει μὲ θαρρετόν.
τζι ἐνύχτωσεν,
τζι ἀλάβρυνεν
τζι ἀνασσιελλα ἐτζοιμήθην
(πρώτην φοράν).

~.~

[VIII]

Ἡ Πολλοπάητη

[…]
φεγγάρκα
ἐθῶρες θκυὸ τζαὶ τρία
(κάτι κοτζιάκαρες στὴν Λεμεσόν, ποτζεῖ στὰ τούρτζικα
περίτου ποὺ ἑκατὸν χρονῶν
λαλοῦν πὼς εἶδαν τζαὶ πέντ’-ἕξι)

ἀντζελοσσιάστηκεν τοῦ Νιόβρη τὸ θερκόν
τρεῖς ἑφτομάες ἔπιννεν
–ἀντὶς νερόν–
τρία ποτήρκα τερατσόμελλον κάθε πουρνὸν
τζι ἔππεφτεν τζι ἐτζοιμάττουν μὲ τὲς κότες
τζι οὔτε ποὺ ’τόλμαν νὰ δικλίσει μὲ τζεῖ μὲ δὰ
γιατὶ
τὸ πούρρου πούρρου τὸ πολλὺν
ἔφαν του τὰ συκώθκια του
τὸ θαρρεόν του οὗλλον
ἐρούφησέν το
σὰν νά ’τουν ἀϊράνιν

τζαὶ μὲ τὸ κλώστου
τζαὶ μὲ τὸ σούστου
ἐξισκοπίστην ὁ οὐρανός
ἐξισκοπίστηκεν τζι ὁ Πλάστης
…………………………
[…]

~.~

σκαλαπούνταροι

[…]
Οἱ πρῶτοι ποὺ τ’ ἀκούσασιν ἐμεῖναν εἰς τὸν τόπον
ἐπαουρίζαν οἱ παπποῦες τῶν μωρῶν
ν’ ἀκκάσουσιν τὲς γλῶσσες τους οἱ φάουσες
τζαὶ τὰ μωρὰ ὀδύρουντον
μὰ
ὥστι νὰ φύουν θκυὸ φτομάες
τζι ἄλλες γεναῖτζες
ἐξαμολλιοῦντον μὲς τοὺς δρόμους τζι ἐφωνάζαν
ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας
πέρκιμον φύει ὁ σκαλαπούνταρος
βουρᾶτε χωρκανοὶ
ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας
νὰ τοῦ σύρουμεν τὰ κοπελλούθκια μας πά’ στὸ δῶμαν
πέρκιμον φύει
ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας
πέρκιμον φύει ὁ σκαλαπούνταρος
Ἐτάραξεν ὁ τόπος ποὺ τὸ σούσουρον
ἐβοῦραν ὁ μουχτάρης τζι ὲν ἐσύφταιννεν
τζι ἐποτυλίουντον οἱ παπάες μὲ τοὺς ἁγιασμοὺς τζαὶ τὰ
ἑξαπτέρυγα
τζι ἐκοινωνούσασιν τὸν κόσμον μὲς τὲς στράτες ἁμμὰ
ὣς ποὺ νὰ πεῖς τζαὶ νὰ δεῖς ἀρκέψασιν τζι οἱ σερνιτζοὶ
τζι ἐφκαίννασιν ἀξαμωμένοι τζι ἐσυνεχίζασιν τὸν ἴδιον χαβάν
Νὰ τοῦ σύρουμεν ὁλὰν τὰ τὰ κοπελλούθκια μας πά’ στὸ δῶμαν
πέρκιμον φύει ὁ σκαλαπούνταρος
Ἂς φάει τὰ κοπελλούθκια μας!

[…]

Τζι ἐφτάνναν ποὺ τὴν μιὰν μερκὰν τὰ Πάτερ ἡμῶν τζαὶ ποὺ τὴν
ἄλλην
κομμάτιν ξεροτήανον τὰ κοπελλούθκια μας
ποὺ τὴν μιὰν μερκὰν τὰ Κύρι’ ἐλέησον τζαὶ ποὺ τὴν ἄλλην
μασαίριν μαυρομάνικον τὰ κοπελλούθκια μας
ποὺ τὴν μιὰν τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον
τζαὶ ποὺ τὴν ἄλλην τιτσὶν
τιτσὶν
τὰ κοπελλούθκια μας.

[…]

Τζι ὕστερα ἐδιάταξεν νὰ τοῦ κατεβάσουν ποὺ πά’ στὰ ράφκια
οὕλλα τὰ ποίματα τοῦ Βασίλη Μιχαηλίδη
τζι ἐμετροφῦλλαν ὅπως τὸν πελλὸν
τζι ἐγυάλλισεν τὸ ’μμάτιν του τοῦ σκαλαπούνταρου
χαζίριν νὰ τὰ σσίσει οὕλλα
τζαὶ προπαντὸς
μόλις ἧβρεν τζεῖντο κομμάτιν ποὺ λαλεῖ ἡ Ρωμιοσύνη ἔν φυλὴ
συνότζαιρη τοῦ κόσμου κανένας δὲν ἑβρέθηκεν γιὰ νὰ τὴν ἰξηλείψη
ἐτραβολόαν τὰ γράμματα ἕναν ἕναν τζι ἐμάσαν τα,
ἐκτὸς ποὺ τὴν λέξην Ρωμιοσύνη ποὺ τὴν ἐξιμπάρρωσεν οὕλλην
μαζὶν τζι ἐκατάπκιεν τὴν ἀμάσητην
γιά ἐπειδὴ ὲν ἄντεχεν νὰ τὴν θωρεῖ ὀμπρός του
γιά ἐπειδὴ ὲν εἶδεν χαπάριν
τί ἐστὶ
Ρωμιοσύνη.

[…]

Νὰ παραιτήσουμεν ὁλὰν τὲς δουλειές μας
τζαὶ νὰ ταΐζουμεν τὸν σκαλαπούνταρον ὥσπου νὰ φύει
ξιθάψετε ὁλὰν τζαὶ τοὺς γονιούς σας ποὺ μὲς τοὺς τάφους τζαὶ
φέρτε τους
τζαὶ προπαντὸς τοὺς πκιὸ ἄξιους
ἂς γλείψει τζαὶ τὰ κόκκαλα τῶν γονιῶν σας πέρκιμον φύει ὁ
σκαλαπούνταρος

φέρτε του τζαὶ τὸν Αὐξεντίου
νὰ δοῦμεν ἴντα καρτζιλαμᾶς ὲν τοῦτος ποὺ χορεύκουμεν
φέρτε του τζαὶ τὴν ἀρφὴν τοῦ Αὐξεντίου, τὴν Χρυστάλλαν τζαὶ
οὕλλα τὰ μαντήλια ποὺ καταήσεψεν
γιὰ νὰ σκουπίζει τ’ ἀμμάτιν της
ποὺ πκιὸν ὲν ἤτουν ἀμμάτιν
ἤτουν ὁ καταρράχτης τοῦ Μηλλομέρη
φέρτε τζαὶ τὸ τραπέζιν ποὺ κάτσασιν νὰ φᾶν τὲς Σήκωσες τὸ
1957 τζαὶ
ὲν ἐντζίσαν πάνω
φέρτε του τὴν Χρυστάλλαν
ἂν μὲν ἀντρέπεστε
φέρτε του τὴν Χρυστάλλαν
πού ’σει τὸ ’μμάτιν της γεμάτον γαρίλλες
ποὺ ἀθθυμάτι οὕλλες τὲς Σήκωσες
ποὺ πκιὸν ὲν ἤτουν Σήκωσες ἤτουν Μεγάλες Παρασκευὲς
τζαὶ οἱ σαράντα μέρες τῆς Σαρακοστῆς
ἤτουν Μεγάλες Παρασκευὲς
μασαίριν μαυρομάνικον
τζαὶ οἱ Μεγάλες Παρασκευὲς
τζι ὲννα τὲς φάει
–συχχώρα με Πλάστη μου–
ὁ σκαλαπούνταρος

[…]


Ἡ Στέλλα Βοσκαρίδου γεννήθηκε στὴ Λεμεσὸ τὸ 1981. Σπούδασε Μουσικολογία τὴν Ἀθήνα καὶ τὸ Νιούκαστλ. Ἐργάζεται στὸν χῶρο τῆς μουσικῆς (διδασκαλία, ἔρευνα, σύνθεση κ.ἄ.) Ἔχει εκδώσει τὰ ποιητικὰ βιβλία: Ἀναγέλαστα. Τῶν γυναικῶν τζαὶ τῶν σκαλαπουντάρων (2013) καὶ ΦόΒ. Ὑπογλώσσιο Νυχτερινό (2015).

Τζένη La Revolución, Τρία Ποιήματα

x-default

Τζένη La Revolución

[Από την ενότητα: Αληθινές Ιστορίες με Βαθύ Νόημα]

Η μεζονέτα

Ήμουν μια απλή, σχεδόν αρχαία μεζονέτα
Έβλεπα Ακρόπολη, μοντέρνα οικοδομή
Υπήρξα εστία σ’ «οικογένειες-φιλέτα»
Μετά γραφεία και στο τέλος ερμπιενμπί

Όλο χαζόξανθα ζευγάρια κι Αμερκάνοι
Ύπνος, γαμήσι, φαγητό και άντε γεια
Έβαλε λάδι μια Ρωσίδα στο τηγάνι
Πήγε τουαλέτα (η δυσκοίλια), πυρκαγιά!

Είχα αντίστροφη πορεία απ’ τους ανθρώπους:
Πρώτα οικογένεια με παιδιά, μετά δουλειές
και τέλος έρωτες και νιάτα που διψάνε

Όμως, υπάρχει ένα κοινό, σ’ όλους τους τόπους
σ’ έμψυχα, σ’ άψυχα σ’ όλες τις εποχές
όλοι από πέσιμο ή χέσιμο θα πάνε. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |33. Νίκη Χαλκιαδάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Νίκη Χαλκιαδάκη

broken-doll-joana-kruse

(Ἀνάσκελη μὲ πυρετό, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2012)

Bi-bi-bo

Δὲν ζήλευα ποτὲ τὶς κοῦκλες μου
Τὰ μάτια τους, ἄλλωστε, δὲν ἔβγαιναν
]]]]]]]]]]]οὔτε μὲ πιρούνι, οὔτε μὲ προσευχές
Καὶ ἂν εἶχαν μασουλημένα χέρια
]]]]]]]]]]]ἦταν γιατὶ μὲ προκαλοῦσαν
Ἀρτιμελεῖς καὶ Χαμογελαστές
Πάντοτε ὅμως τὶς κούρευα
]]]]]]]]]]]σὲ στενὸ οἰκογενειακὸ κύκλο
Ἡ μνήμη μου ὅλη στὴν ἄκρη τῆς γλώσσας
Γιατὶ ἂν πῶ ὅτι ΔΕΝ ἔγλειφα τὸ κορμί τους

[κρυφά, κάτω ἀπ’ τὰ σκεπάσματα
μὲ τοὺς προσαγωγοὺς σφιγμένους
στὸν πολύτιμο παρθενικό μου ὑμένα]

θὰ εἶναι σίγουρα ἕνα Πλαστικὸ ψέμα


Ἡ Νίκη Χαλκιαδάκη γεννήθηκε τὸ 1980 στὰ Τρίκαλα Θεσσαλίας. Σπούδασε Φιλολογία στὸ ΑΠΘ κι ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴ Δημιουργικὴ Γραφή. Ἔχει ἐκδώσει τὰ ποιητικὰ βιβλία Ὁ ἔρωτας τοῦ Pied de Coq (2009) καὶ Ἀνάσκελη μὲ πυρετό (2012).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |32. Παναγιώτης Μηλιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Παναγιώτης Μηλιώτης

(Μιὰ ἀνάσα δρόμο, Ἀθήνα, Ars Nocturna, 2013)

mavres-trypes

Μήπως καὶ προλάβεις τὴν καταστροφή

Τί εἶναι πάλι αὐτὸ ποὺ ἀκουμπᾶ στὸ στῆθος,
ἔρχεται σὰν ὄγκος μὲς στὴ Νύχτα
μὲ ψίθυρους, λαχάνιασμα καὶ διάχυτη βουή,
τἰ εἶναι αὐτὸ ποὺ σὲ κύκλους ἁπλώνεται,
χτυπᾶ στοὺς τοίχους κι ὅταν γυρίζουν,
κλείνει καὶ πνίγει μέσα σου τ’ ἀνθρώπινο;

Ἔγειρες κι ἀκούμπησες τὸ μέτωπο
πάνω στὸν καθρέφτη, ἔτριζε τὸ μέσα σου,
τότε ποὺ σὲ ὑποσκάπτανε
καὶ σοῦ λέγανε: ἡσύχασε
μ’ ἕνα χτύπημα στὸν ὦμο
καὶ χιόνιζε παράσιτα στοῦ μέσα σου τὴ μουσικὴ
τότε ἀποφάσισες
κάτι νὰ κάνεις
μήπως καὶ προλάβεις τὴν καταστροφή.

~.~

Γραμμὲς μνήμης

Ὅ,τι μὲ κρατᾶ ἀνήλικο εἶναι σπαρμένοι σωροί, –
πέτρες, σίδερα καὶ βέργες,
ξέρω πὼς ὅταν μιλῶ δὲν ἐνισχύω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ στέκομαι ἁπλῶς νὰ κοιτῶ ἐρείπια
γιὰ νὰ τραφῶ μ’ ἔμπνευση καὶ ρομαντισμό.
Οἱ πέτρες, οἱ βέργες καὶ τὰ σίδερα
χωρίζονται μὲ κόπο,
στήνονται γραμμὲς πάνω σὲ γραμμές,
τὴν κάθε νύχτα τραβῶ καὶ μιὰ
κάθε γραμμὴ σὲ λαγούμι βρίσκει
στὸ κάθε λαγούμι μιὰ ἀγέλη σκούζει·
γιὰ νὰ βρῶ τὸ ἔξω νὰ χαράζει
συντηρῶ τὴ συνοχὴ μὲ λάδι.
Ὅ,τι μὲ κρατᾶ ἀνήλικο εἶναι γραμμὲς μνήμης,
τὶς σηκώνω μὲ τὰ μάτια ψηλὰ
τὶς σηκώνω ὣς τὸν πόθο
νὰ μάθουν τὰ χέρια νὰ σκαρφαλώνουν.

~.~

thehomeissue_elevators-1024x585

(Τὸ σκῖτσο στὴν ντουλάπα, Ἀθήνα, Θράκα, 2017)

Γιὰ νὰ βρεῖς τὸ μέσα σου στὸ παραπέρα

Ἤσουν στὸ τηλέφωνο· πῆρα τὸ ἀσανσὲρ
νὰ προσπεράσω τὰ φαντάσματα, ἔστηναν
τὸ καρτέρι τους στὶς σκάλες, μὲ ξεκούφαιναν,
ἀλλὰ ἐγὼ κάρφωνα τὸ βλέμμα στὸν καθρέφτη:
ξεψυχοῦσε ἡ χαρὰ κλινήρης, διασωληνωμένη
σωληνωμένη, κρατοῦσε τὰ μάτια ἀνοιχτά.

Ὣς τὸ ἀνέβασμα ἤμασταν μιὰ ἀγκαλιά
μοῦ φύτευες, σοῦ φύτευα φιλιὰ
καθὼς τὰ λόγια σου ξάπλωναν στὴν πόρτα
τὰ φαντάσματα σὰν ὑπάκουα σκυλιὰ
κορύφωναν τὴν ταχυπαλμία τῆς χαρᾶς·
καὶ πάλι σὰ νὰ ἤλπιζα σὲ κάτι, γιὰ μιὰ στιγμὴ
εἶδα πὼς φτάσαμε ταράτσα ἀγκαλιά.

Μὲ σήκωσε ἡ φωνή σου, ἦταν πρωὶ κι εἶδα
τὴ χαρά… καὶ πῶς νὰ σὲ μισήσω;

Γι’ αὐτὸ ἔφυγες, πιστεύω, τὴν κρίσιμη ἡμέρα
ἔφυγες γιὰ νὰ βρεῖς τὸ μέσα σου στὸ παραπέρα.

~.~
 
Νίκος Πλουμπίδης

Ὅταν σὲ στήσανε στὸν τοῖχο
σίγουρα θά ’δες χρόνια καὶ χρόνια γεμάτα τρύπες,
τὸν ἑαυτό σου στὸ τραπέζι νὰ τραβᾶ
μικροὺς σταυροὺς στὴ στάχτη
μὲ κέρασμα
καὶ νούμερο ποὺ κράτησε ἡ μοίρα σου μιὰ νύχτα.

Σίγουρα θά ’νιωσες νὰ περνᾶ τὸ αἷμα σου
μέσα ἀπ’ τοὺς πόρους τοῦ φρέσκου χώματος,
τὸ σῶμα σου νὰ τραβᾶ νὰ βρεῖ τὸ Σῶμα
ποὺ τόσο ὑπεράσπισες μπροστὰ στοὺς δήμιους.

Ἂν καὶ ἀσκεπὴς ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἤξερες:
τὸ Σῶμα εἶναι γέφυρα γιὰ νὰ πατᾶμε,
νὰ μετρᾶμε καὶ νὰ στοχεύουμε μ’ ὅλα μας τὰ ὅπλα,
πόσο βαθιὰ στὸν ὁρίζοντα θὰ πᾶμε.


Ὁ Παναγιώτης Μηλιώτης γεννήθηκε τὸ 1983 στὴν Ἀθήνα. Παρακολούθησε τὸ ποιητικὸ ἐργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος Τάκης Σινόπουλος. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογὲς Μιὰ ἀνάσα δρόμο (2013) καὶ Τὸ σκῖτσο στὴν ντουλάπα (2017).

Βαλκανική Εδέμ (επικο-λυρική μπαλάντα)

του ΠΑΝΟΥ ΣΤΑΘΟΓΙΑΝΝΗ

Ψηλά ο Θεός που τα τερτίπια καθενός ορά
–του πιο πληβείου και του Ναβουχοδονόσορα–,
μόνο εμένα δεν κοιτάει, το αποσπόρι του,
που ’μαι δεξιά του φορητού, ζερβά του αφόρητου.

Μην τον ακούτε ότι κρίνει πάντα αδέκαστα,
ρωτήστε εμένα να σας μάθω τα καθέκαστα –
δείχνει ό,τι θέλει τ’ αλλοπρόσαλλο το ζύγι του
κι είναι οι βουλές του επιτομή του ανεξήγητου.

Σ’ άλλους μιλάει καλιαρντά και σ’ άλλους ρώσικα
κάποιους τους έχει με λουρί και κάποιους μπόσικα,
κι αν του γυρέψεις κατιτίς, σε παίρνει αμπάριζα –
«Άμα το ζήταγες σωστά, θα σου του χάριζα».

Παθαίνει κρίση με τα διανοουμενίστικα –
«Άκουσα τόσες παπαριές, που διαολίστηκα!»
κι άμα του πείτε για το “είναι” και το “γίγνεσθαι” –
«Είμαι ο “Ων”, βρε αλητήριοι, και μου ρίχνεστε;»

Και παίρνει ανάποδες, κι αλλάζει όλα τα σύνορα,
σε παρασέρνουν άγρια σχήματα, οξύμωρα,
κι όταν ρωτάς – «Πού θα με βγάλεις, Γοργοπόταμε;»
– «Άμα τολμάς», σε φέρνει σβούρα, «ξαναρώτα με!»

(*)

Μόνο σε ένα δεν χαλάει τα χατίρια μας –
να ’χουμε όμορφες γυναίκες στα τσαντίρια μας
(εκ προοιμίου δεδομένες κι ενδεχόμενες,
μιας που ’ναι όλες εκ Θεού και θεογκόμενες).

Βγήκα κι εγώ σαν τον γαμπρό στις καφετέριες
έκοβα κι έραβα Βαλκάνιες αιθέριες,
– «Ποια να διαλέξω απ’ το λεφούσι, Μπροστοκρίαρε;»
– «Μη χολοσκάς, σου ’χω στο πιάτο μια Μαρία, ρε!»

– «Είναι καλή;», – «Κρατάει, σου λέω, απ’ ομορφόσογο,
το πρώτο όνομα στη Μπόσνα και στο Κόσσοβο,
έχει πατέρα ουτσεκά και μάνα γύφτισσα –
για να τους πείσω να στη δώσουνε ξενύχτησα».

Σε ζώνη εμπόλεμη σκαλίζω τα χωράφια μου,
ταΐζω αρκούδια και ποτίζω τα ελάφια μου,
ρακή μελώνουνε παπάδες και ιμάμηδες,
και στην αυλή χορεύουν τσάμικο οι Τσάμηδες.

Γλιστράει μονόπαντα ο ήλιος σαν τον κάβουρα,
πέφτει σκοτάδι, υποστέλλονται τα φλάμπουρα,
και με τη χάρη του Θεού του Νυχτοβάτη μας
γίνεται κόλαση τις νύχτες το κρεβάτι μας.

ΠΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |31. Γιάννης Δούκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Γιάννης Δούκας

christopher-vidal-an-original-oil-on-canvas-of-sunset-sky-bluethumb-a60d

(Στὰ μέσα σύνορα, Ἀθήνα, Πόλις, 2011)

Διαιρέτης μηδέν

Δίχως φόβο καὶ δίχως ἐλπίδα
Ἐναλλάσσοντας φίλους, πατρίδα
Παβαρότι, Πικάσο καὶ πίτσα
Ἀνοιχτοὶ μὲ καλοῦν οὐρανοί
Θὰ κρατῶ μιὰ ζωὴ τὴ βαλίτσα
Ποὺ θὰ μείνει γιὰ πάντα ἀδειανή

Σὲ μιὰ πόλη μὲ κίτρινα φῶτα
Στῶν ἀρχαίων ἐρώτων τὰ πρῶτα
Ποὺ κυλοῦν στὸ μεγάλο ποτάμι
Καὶ τὰ παίρνει μεμιᾶς ἡ βροχή
Σὰν ἱδρώτας κολλᾶ στὴν παλάμη
Τῶν νεκρῶν ποὺ ξεχνᾶμε ἡ ψυχή

Στῶν ὀνείρων τὴν ἄπραγη κόψη
Ἀκουμπώντας τοῦ χρόνου τὴν ὄψη
Λαβυρίνθους στὸ διάβα μου χτίζω
Καὶ μὲ τοίχους γεμάτους ρεφρὲν
Σὰν πηλίκο γυμνὸ συνοψίζω
Τί θὰ πεῖ διαιρέτης μηδέν

~.~ (περισσότερα…)

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

65515571_1444041142402066_3754095317021097984_n

Απολογισμός

Βαδίσαμε ωραία! Όπως αρμόζει
το βάδισμα σε συνετούς ανθρώπους
κάναμε πού και πού τον καραγκιόζη
όμως κρατήσαμε ένα ήθος, κάποιους τρόπους…

Ψηλά κρατώντας πάντα το κεφάλι
σκοντάφταμε σε λάσπες… σε γκρεμούς…
πέφταμε… σηκωνόμασταν… χαλάλι…
Φτάνει που υπέροχα βαδίσαμε, το ακούς;

Τι κι αν στον δρόμο χάθηκε η πορεία;
Τι κι αν μας πρόδωσε η πυξίδα κατά βάθος;
Τι κι αν πουλήσαμε κι εμείς στα εμπορεία;
Να λες βαδίσαμε υπέροχα… με πάθος…

Μονάχα που… στο τέλειωμα του δρόμου
κάτι έχει μείνει να πονά… να αγκυλώνει…
Και στο ‘χα πει δεν είναι αυτό το νούμερό μου
πάλι στενό πήγες και πήρες παντελόνι.

~.~ (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |30. Νίκος Βιολάρης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Νίκος Βιολάρης

386900_511254195568099_1548636291_n

(Πέρα ἀπ’ τὴ μέρα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2005)

Δὲν εἶναι μέρα
καρφὶ τριαντάφυλλο
ὁ πυρετὸς τῆς πέτρας
δὲν εἶναι μέρα οὔτε βροχἠ
ὄνειρό μου ἐσὺ βαθὺ
τρικυμισμένο
πληγὴ φωτὸς πηγὴ φωνῆς
καὶ λέξεις –χάδι ἢ θάλασσα–
δὲν εἶναι μέρα

~.~

Σκοπὸς τοῦ φωτὸς
δὲν εἶναι ἡ αὐγὴ
ἀλλ’ ἡ σφαγὴ
τῆς νυκτός
τὸ αἰφνίδιο ξημέρωμα
τῶν μοχθηρῶν πραγμάτων
ἡ πόντιση τῶν πάναγνων
νυχτερινῶν σωμάτων
σκοπὸς τοῦ φωτὸς
εἶναι ἡ στάχτη
ἄνθη καὶ δέντρα
ποὺ λιγοστεύουν
κίτρινα φύλλα, νεκρὰ
ποὺ χορεύουν.

~.~

στὸν Σωτήρη Σαράκη

Ὁ κακὸς ξυλοκόπος
ἔρχεται στὸν ὕπνο
κόβει ἀπ’ τ’ ὄνειρο
τὰ τρία δέντρα
κι ἔπειτα φεύγει
γι’ ἄλλο δάσος

Ὁ καλὸς ξυλοκόπος
ἔρχεται στὸν ὕπνο
κόβει ἀπ’ τ’ ὄνειρο
τὰ τρία δέντρα
κι ἔπειτα κλαίγοντας
φυτεύει
μέσα στὸ χῶμα
τὸ σῶμα του.

~.~

247691_538694146157437_2038345202_n

(Ἀχτίδες νυχτόβιες, Ἀθήνα, Γαβιρηλίδης, 2009)

Ἀτμόσφαιρα

Ὕπνου καράβι ἀργόσυρτο
αἴφνης μὲ ἀδράχνει, μὲ πάει.
Μακριά, ὑποθέτω, ἀπὸ οἰκεῖα νησιά.
Ὄνειρα ἀόρατα
τὴ μορφή μου καλοῦν.
Μακριά, μακριὰ ἀπὸ πάλλουσα θάλασσα.

Καὶ κάτω ἀπ’ τὸ ἰσχνὸ
μοῦ τραγουδοῦν φεγγάρι
ὡς ἀχτίδες νυχτόβιες
κάτι ἐλάχιστοι φάροι.

~.~

Ὑποβρύχια ἀρχαιολογία

Τώρα κατεβαίνουμε στὸν ὀμφαλὸ τῆς θάλασσας.
Τὰ τριαντάφυλλα φθονοῦν τὴν παρουσία μας.
Τὰ κοχύλια βοοῦν – ὅπως εἴθισται ἄλλωστε.
Κατεβαίνουμε τώρα
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]κατεβαίνουμε
μ’ ἕνα κοινότοπο κερὶ παράλογο
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]κυκλικὲς σκάλες
ψάχνοντας
πάλι ἕνα βουβὸ καθρέφτισμά μας.
Ὄχι πιὰ σὲ παρθένες, πληκτικὲς ἐπιφάνειες
~ἀγγελικοὶ φαντάζουμε ἐκεῖ–
μὰ στὶς καρδιὲς τῶν βίαιων, ἀρχαίων ναυαγίων.

~.~

Τὰ ἀγγεῖα

Τὰ ἀγγεῖα ἦταν φτιαγμένα ἀπὸ πάγο. Γιατί λοιπὸν ἐναπόθεσα ἐντός τους
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ἀχτίδες καὶ μορφὲς βροχῆς;

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]Καιρὸ πολὺ μετὰ
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]γιατί
τὰ ἀγγεῖα αὐτὰ δὲν ἔλειωσαν, δὲν ράγισαν γιὰ μιὰ στιγμή, δὲν μάτωσαν
παρότι μᾶς διαπέρασε
τὸ βίαιο καλοκαίρι;


Ὁ Νίκος Βιολάρης γεννήθηκε τὸ 1985 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ σπούδασε ἹστορίαΠοιήματά του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ  λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά του βιβλία: Πέρα ἀπ’ τὴ μέρα (2005) καὶ Ἀχτίδες νυχτόβιες (2009).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |29. Χαρά Ναούμ

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χαρὰ Ναούμ

its-at-bird-look-up-in-the-sky-its-its-7828878

(Ἄγρυπνες ἀντιλόπες, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013)

Παθητικὸ κάπνισμα

ΙΙΙ
Κι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ράμφη
Ὅταν τελικῶς ἀποδεχθεῖς τὸ ἀνεπανόρθωτο
λὲς ράμφη ἄνθρωποι καὶ δὲ δακρύζεις
Οἱ ἄνθρωποι ἂν ποτὲ ἦταν πουλιὰ
σίγουρα θά ‘ταν ἀεροπλάνα
Ποτὲ μικρὲς χαριτωμένες κίσσες
νὰ ὀρέγονται βελανιδιὲς βατόμουρα
νὰ τὶς ὀρέγονται ἁρπακτικά

ἀεροπλάνα θά ‘ταν


Ἡ Χαρὰ Ναοὺμ γεννήθηκε τὸ 1985 στὸ Μαρούσι. Σπούδασε Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία στὸ Πανεπιστήμιο Κρήτης καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὸ στὸ Paris 7-Denis Diderot. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Κρήτη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία: Ἄγρυπνες ἀντιλόπες (2013) καὶ Τὰ βράδια πίσω ἀπ’ τὰ πουλιά (2015).

Σοφία Πόταρη, Τρία ποιήματα

 

της ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ

H μιλιά της μηλιάς

Κορίτσι αποξεχάστηκε σ’ αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του,
το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου,
φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.

Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!

Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούιξε και στα βαθειά το πάει…

Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν…
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντά, ξαγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι,
μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…

Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα με ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…

Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι,
μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν,
πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.

Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…

Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει,
άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…

~ . ~

Αστρικό φιλί

Άστραψες αστρικό φιλί, γαλαξιακό ζαφείρι
κι ο χρόνος κοντοστάθηκε για να σ’ απαλονίψει
τα δαχτυλάκια των ποδιών, που σε βαθύ κροντήρι,
πατήσανε την μοναξιά και στύψανε την θλίψη.

Μ’ έχυσες γάλα απ’ την λευκή των ομματιών σου κούπα
κι έπλασες σύμπαν τρυφερό σε πόθου γαλαξία,
πρωτόγαλα τα στήθια σου με βύζαξαν, σαν σου ’πα
πως μ’ ουρανεί το σώμα σου σε ιεροπραξία.

Αχ και παλιός να γύριζα πλανήτης στην τροχιά σου,
να σ’ είχα ήλιο στην ματιά, σελήνη στην πνοή μου,
δορυφορώντας σαν αστρί τον θείο έρωτά σου,
ουρανοδρόμοι εσύ κι εγώ σ’ αστερισμό διδύμου.

~ . ~

Ροβόλαγα τον λόφο

Βοτάνια μάζεψα άγρια με πέταλα πλοκάμια,
με φύλλα δροσοστάλαχτα, με ήλιο ερωτευμένα,
με μάτια π’ αγκιστρώνανε, με στόματα θαλάμια,
στο σώμα σου το τρυφερό για να πλεχτούν ένα – ένα.

Το φως σου με περίχυσε και δεν μπορώ να σβήσω
κι αν σβήσω κι αν νεκροχαθώ, σ’ εσένα θα γυρίσω.

Έκοψα φτέρη μυστική και σκίνου βλασταράκια,
να μπουν στο μαξιλάρι σου για να σε νανουρίζουν,
δάσους γλυκόπνοη δροσιά και σπήλιου τα λογάκια,
κισσού ριζούλες έπιασα για να σε γαργαλίζουν.

Γιατί είσαι μέλι και κρασί κι ανθί γλυκοθρεμμένο
και στων χειλιών σου την σχισμή το θέλω να πεθαίνω.

Τα πότισα τραγάκανθου μυρόβλητο ρετσίνι,
τα φίλησα, τα μέρωσα, τους είπα τ’ όνομά σου,
τους είπα για το σώμα σου, κρύα του Βάκχου κρήνη,
που με δροσίζει και με καίει στο θείο ξόδεμά σου.

Αχ, χείλη μου, χειλάκια μου, κοκκινοστοματάκι,
αχ, πιείτε με, μασήστε με, σάρκα και κοκκαλάκι.

Μαράθηκαν και λειώσανε στου κάλλους σου το λάμπος
και χύθηκαν στα χέρια μου να πέσουν να πεθάνουν,
την φλέβα θέλαν του λαιμού και του ποδιού το θάμπος,
θέλανε και τα χείλη σου να πιούνε, να γλυκάνουν.

Κολλιέδες τά ’πλεξα άπληστους για του λαιμού το χιόνι,
στολίδια να γυαλίσουνε στ’ αστράγαλου τ’ αμόνι.

Κι έτσι όπως ξέφρενη, τρελλή ροβόλαγα τον λόφο
κι άνοιγα χέρια και καρδιά στο αίμα του κορμιού σου,
σ’ είδα μπροστά μου γελαστόν μ’ αηδόνια μες στον κόρφο
και η καρδιά μου βρόντηξε στο χάδι του φιλιού σου.

Πανέμορφος ο αγριανθός και πώς μοσχοβολάει!
Mα στης παλάμης σου το φως, το φως του λησμονάει.

Σβήσανε τ’ άνθη, μάδησαν, μαράθηκαν τα φύλλα,
αέρας την σγουρόφυλλη ξετίναξε την φτέρη,
τα πόδια μου κοπήκανε σε πόθου ανατριχίλα,
το χέρι μου σαν μπλέχτηκε μες στο δικό σου χέρι.

Και το ρετσίνι χύθηκε νεράκι φλογισμένο,
σαν έλειωσα στο στόμα σου, μούρο λαχταρισμένο.

ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ