ΝΠ | Ποίηση Ελληνική

Ειρήνη Γιαννάκη, Σχεδίασμα για ένα καλοκαίρι

11.JPG

Ειρἠνη Γιαννάκη
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Σε πλάκες δαγκεροτυπίας παλιάς
πάγωσα
το καλοκαίρι αυτό
με κόπο το βύθισα στο ιώδιο
θέλει βάρος για να κάτσει η ελαφρότητα, βλέπεις
θέλει μια κάποια μελαγχολία για να αποκτήσει υπόσταση
ό, τι υπερίπταται
μαύρα νερά
βράχοι που σου γελούν απ’ τις σχισμές
ηφαίστεια που λουλουδίζουν
προκυμαίες που κυματίζουν
τζιτζίκια που για θάνατο κρυφομιλούν
περιμένοντας τον ερχόμενο
το καλοκαίρι αυτό
παίζει στο ριπίτ εδώ κι αιώνες
κι ας κράτησε μόνο μία σαιζόν
το καλοκαίρι αυτό
έσκασε σαν καρπούζι στο πάτωμα
κι αφού χάθηκε πια η μαλακή του καρδιά
γλείφουμε με λαχτάρα σκύλου τα κουκούτσια
το καλοκαίρι αυτό
ξεβράστηκε
σαν το μαρμάρινο κεφάλι του Διόνυσου
που άξαφνα φύτρωσε στην κορυφή ενός σκιάχτρου
για να ξυπνήσει πρωτογονισμούς λαμπρούς
να λύσει χρόνιους αποκλεισμούς
για να δοξάσει όλους τους αφελείς
ν’ αποτελειώσει τους επιρρεπείς.

Στην κοιλάδα με τις πεταλούδες
ονειρευτήκαμε
πως χανόμαστε
στις φωτιές του Άι-Γιάννη
πως σβήνουμε
και το μόνο που θυμόμαστε
είναι κάτι τόσο δα
ανάερο
σαν κόκκος σκόνης τα μεσημέρια

~.~


ΣΑΡΚΩΔΕΣ

Αν δεν χτυπά ανελέητα,
δεν είναι θέρος.

Αν δεν εκλιπαρείς για έλεος,
δεν είναι φως.

Αν δεν βαστούν νύχια γαμψά την αθωότητα,
δεν είναι δώρο.

Αν δεν υψώνεσαι λευκός καπνός ο ίδιος,
δεν είναι επιστροφή.

Αν δεν ζηλεύεις τον καρπό
που γέρνει γλυκά απ’ το βάρος
στο κλαρί,
αν δεν ορέγεσαι του ώριμου φρούτου την υφή,

εξόριστος θα μείνεις
θα βλέπεις μια ζωή από μακριά
κι όλο θα φτάνεις.

~.~

ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΧΑ

Είμαι χταπόδι
με χτυπά ο ψαράς στον βράχο
αφήνω φλογισμένα σάλια
ξεραίνομαι

Είμαι λιθρίνι
με έχουν πετάξει με βία στο καλάθι
μα εγώ σπαρταρώ
ακόμα

Είμαι τζιτζίκι
και μονολογώ
μα μια κρυφή ηδονή με διαπερνά
όταν ένα ζευγάρι χέρια με τραβούν
και μια ανθρώπινη φωνή με νανουρίζει

Είμαι νυχτοπεταλούδα
όλο με τραβά το φως
όλο με μεθάει
μα το σκοτάδι
πιο δυνατό

Είμαι στρείδι
στον ίδιο βράχο για χρόνια
κάτι με αποκολλά
τελειώνω

Είμαι γατάκι
σε ηλιόλουστη αυλή
άγνωστο χέρι με χαϊδεύει
αφήνομαι

Είμαι πυγολαμπίδα
βλέπω τα φαναράκια που πλησιάζουν
κι ύστερα γίνομαι
κόκκινο σειρήτι για τα παιδιά

Είμαι σαύρα
εδώ κι ένα εκατομμύριο έτη
ονειρεύομαι
πως αφήνω το αποτύπωμά μου στην πέτρα
για πάντα

Είμαι καρπός
βαραίνω
λυγίζω
πέφτω

Είμαι μυρμήγκι
βαδίζω χιλιόμετρα για ένα σκοπό
με άλλους μαζί
αλλά και μόνο
τον πετυχαίνω

Είμαι κηφήνας
δεν έχω κεντρί
πεθαίνω
για τη βασίλισσά μου

Είμαι φοράδα
γέρνουν τα μαστάρια μου βαριά απ’ το γάλα
κοιτώ το πουλαράκι στα μάτια
το βυζαίνω
κοιμάται

Είμαι κατσικάκι
βελάζω
από μια σπηλιά
στο βάθος της μέρας

Είμαι φιδοπουκάμισο
ό, τι απέμεινα
αφού πέταξα
καινούριο δέρμα

θα ’θελα
πως θα ’θελα
μα δυστυχώς
εγώ σκέφτομαι.

~.~

ΑΡΓΟΛΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

Το τοπίο είναι ένα
ο χρόνος δεν υπάρχει
ο χρόνος μια καμπύλη
που τρώει την ουρά του
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
σ’ αγαπώ
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
από τότε που το είδος σου ενέσκηψε στη γη
με εκείνη την τρυφερότητα την αμυδρή στο καύκαλο
τη σιγουριά στα μέλη όταν λύνονται
εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια
σ’ αγαπώ
έπρεπε
ν’ αφανιστούνε ήπειροι
να ενωθούν στεριές
να εκραγούν ηφαίστεια
να ανοιχτούν σχισμές
για να σε ξαναβρώ.

Είμαστε δυο ημίθεοι διωγμένοι απ’ τους θεούς
γιατί αγάπησαν τη γη
πιότερο από νεφελώματα κι από καταγωγή.

Αν ξανοιχτείς για εκεί που σου μιλώ
θα δεις ένα νησί
και γύρω-γύρω μνήματα
θα δεις ένα νησί
και γύρω-γύρω πεύκα
στα στραφταλίσματα του ήλιου θα δεις
τι αγώνα ημιαντοχής το φως που δίνει
στην κατωφέρεια του αρχαίου ναού θα δεις
το δάσος που φουντώνει
μια θάλασσα στο βάθος το τοπίο να αυλακώνει.

Στη μέση του κάμπου του Αργολικού
θα δεις τη θάλασσα
στα ερείπια του ατελούς θα δεις
το τέλειο
σε πιο νωχελικές διαστάσεις.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |28. Βἀγια Κάλφα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Βάγια Κάλφα

148

(Ληθόστρωτο, Ἀθήνα, Ἐκάτη, 2013)

Φίλοι

Ἄλλους τοὺς κατάπιε
Μιὰ αἵρεση
Ἄλλους τοὺς πῆρε
Μιὰ δάφνη ποὺ ἔφερε
Ὁ ἀέρας στὸν ὦμο σου
Λοξὴ
Κι ἔμειναν
Κάποιοι ἀπροσδόκητοι

Δὲν ξέρεις
Τί νὰ τοὺς κάνεις

~.~

Ἡ οὐρὰ τῶν ἀνέργων

Δὲν ἔχουν διάθεση
Καμιὰ γιὰ φιλίες, χειραψίες
Κι ἄλλες κοινωνικότητες
Ἐγκλωβισμένοι
Στὰ λαμπρά τους προσόντα
Δὲν πιάνουν κουβέντα
Ἀπροσχημάτιστα κρατοῦν
Ἀποστάσεις
Βλέμμα πέρα ἢ μπροστά

Ἀπ’ ἀνάγκη
Νὰ διαχωρίσουν τὴ μοίρα τους


Ἡ Βάγια Κάλφα γεννήθηκε τὸ 1984 στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Σπούδασε Νέα ἑλληνικὴ φιλολογία στὴν Κομοτηνὴ καὶ στὸ Μπέρμιγχαμ. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Ἁπλὰ πράγματα (2012) καὶ Ληθόστρωτο (2013). Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ ἱστολόγια.

Νικολέτα Κούτη, Νεκροταφείο

68

Νεκροταφείο

Ξαπλωμένη στο μάρμαρο του πατέρα
Με ρουφάει ο ήλιος.
Με μισόκλειστα βλέφαρα
τον κάνω εικόνες μισοσβησμένες στα σύννεφα.
Πατέρα πού είσαι;
Εδώ στα κάτω χώματα, ή εκεί στον επάνω κόσμο;
Εσύ λες πως θα απαντήσουν τα κυκλάμινα.
Εγώ πάλι λέω τα γεράνια αντέχουν πιο πολύ
Και ίσως ξέρουν περισσότερα περί φθοράς.
Σου αφήνω ένα να συνομιλήσετε,
Με το λουλούδι του έλληνα ποιητή.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |27. Παναγιώτης Νικολαΐδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Παναγιώτης Νικολαΐδης
396543_465301093501245_230522515_n

(Παραλογή, Ἀθήνα, Gutenberg, 2015)

Παραλογή Α

Ι
Μὲς στὸν πόλεμον
ἡ μάνα μου ἐβάσταν με σφιχτὰ
μὲς στ’ ἀγκαλια της τζι ἐβούραν
Ὲν εἶσεν νερὸν
Ἂμαν τζι ἐγίνην τὸ κακὸν
τζι ὁ τόπος ἐμοιράστηκεν
ἐστράφηκεν μὲ τὸ καλὸν ὁ τζύρης μου
τζι ἐγύρεψεν νὰ μὲ πιάσει
Ὲν τὸν ἐκατάλαβα
Ἐθώρουν λαλεῖ ἡ μάνα μου
μὲς στὰ μμάθκια του
τὸν φονιὰν
τζι ἔκλαια

~.~

Παραλογὴ Β

Παιδὶ κυνηγοῦσα πουλιὰ
Τ’ ἄλλα παιδιὰ ἐπεριπαίζαν με
Ρὲ ἦρτεν ὁ ἀτζαμὴς
ἔτσι ἐλαλοῦσαν με τζι ἐχαχανίζασιν
Μιὰν μέραν ἐνευρίασα
Ἐτέντωσα τὸ λάστιχον
τζι ἔσυρα μιὰν στὸν οὐρανὸν
μὲ οὗλλον μου τὸ γαίμαν
Ἔππεσεν ἕναν ἄτυχον πουλλὶν
τζι ἐνόμισα πὼς ἄνοιξεν ἡ τύχη μου
Πρώτην φορὰν εἶδα σελιόνιν
νὰ μὲ θωρεῖ μὲς στὰ μμάθκια
ὁλογαίματον
Ἔπια το μὲς στὰ σέρκα μου
τζι ἐβούρησαν κλάμοντα ἔσσω

Ἴντα ‘σεις πουλλίν μου τζι κλαίεις
ρωτᾶ με ἡ μάνα μου

~.~

Τοῦ δέντρου

Ι
Ποιός εἶδε πεῦκο στὸ βουνὸ
τζαὶ τερατσιὰν στὸν κάμπο
ποιὸς εἶδε δέντρον ἔμορφον
στὸ μέσο τῆς αὐλῆς του
Ἐγὼ εἶδα κόρη εὔμορφη
γλυκειὰν Ἀμαδρυάδα
νὰ θλίβεται νὰ δέρνεται
νὰ κιτρινοφυλλιάζει
Μουσκολοῶ τζαὶ σαίρουνται
τοῦ φεγγαρκοῦ τὰ σέιλη
τζαι τὰ πουλλούθκια τσιμπουροῦν
ψιχούθκια μὲ τὸ μέλιν
Μὰ ‘ρτεν ὁ κόσμος πούκουπα
στὸ στῆθος μέγας λίθος
τζι εἶδα πηλὸν εἶδα φωθκιὰν
τζαὶ τὰ πουλιὰ νὰ φεύκουν
Ὡς τρέμει ἡ καρδούλα μου
ἂς τρέμει τὸ γεφύρι
ὡς πέφτουνε τὰ φύλλα μου
νὰ πέφτουν οἱ διαβάτες

~.~

379370_591198270895508_172190301_n

(Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη, Ἀθήνα, Σμίλη, 2019)

θ’

Βρεγμένοι βγήκαμε πάνω στὸ βουνὸ
ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ τὶς μηχανὲς
τῶν δέντρων.
Ἔτσι φτάσαμε γρήγορα στὴ μονή.
Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις
ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο
τραυματισμένων στρατιωτῶν.
Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο
(μὲ εἴσοδο παρακαλῶ)
καθὼς ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία
προκηρύξεις.
Ἐδῶ ἀγόρασε σπίτι
κι ὁ ποιητὴς τῶν Bitter lemons,
εἶπε μὲ ὕφος ὁ Ἀλέξανδρος.
Κι ὅμως, βλέποντας
ὅλο τοῦτο τὸ βαμβάκι τῆς ἀκτογραμμῆς
ἔμεινε μόνο στὸ κάδρο
τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων.
Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε.
Ἔτσι συμβαίνει.
Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά.
Ἕνα πουλὶ ὡστόσο
μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε
περίεργα.

~.~

ια΄

στὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας μου

Ἄνοιξε δρόμο
ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα.
Λευκὰ λεπτά.
Ἀόρατα νήματα.
Σιγή.
Κι ὕστερα λέξεις ξένες
αἰχμηρὲς
μαῦρο σπαθί,
κι ἡ πόρτα κλείνει ἀδιάφορη
καὶ παγωμένη.

Φεύγοντας τοῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά:
«Μὲν φύεις.
Μεῖνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη».

~.~

ιβ΄

Διάστικτοι ἀπὸ ξένη σήμανση
προχωρᾶμε ὅπως αἰσθάνεται κανεὶς
ὅταν πιαστεῖ σὲ ἱστὸ ἀράχνης.
Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο
μὲ ἀσπίδες ἠχηρές.
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κῶμα τοῦ Γιαλοῦ,
πέρκι φανεῖ ὁ δρόμος μας ξανὰ
κάτω ἀπ’ τὸν χρόνο.
Σὰν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικὰ στὸ Ριζοκάρπασο.
Ἐκεῖ μᾶς ὑποδέχτηκαν οἱ φίλοι μας
μὲ γέλια καὶ φωνὲς
ψουμὶν χωρκάτικον, χαλλούμιν τζαὶ ἐλιὲς
λαλλέδες καὶ κυκλάμινα
μὲς στὴν αὐλὴ τοῦ Γυμνασίου.
Κι ὅπως ὁ χρόνος τῶν παιδιῶν περνᾶ γρήγορα
ἔτσι κι ἐμεῖς ἀγαπηθήκαμε στὸ φῶς.
Σὲ κάθε θάνατο, μᾶς εἶπαν,
πεθαίνει ἕνας ἄπειρος ἀριθμὸς
πραγμάτων καὶ μορφῶν.
Κι ὅμως, ἐμεῖς ἐδῶ σηκώνουμε
τὶς πιὸ μεγάλες πέτρες
τῆς ἱστορίας.

~.~

ιστ΄

τῆς Ἀργυρῶς

Ἦτουν νὰ παντρευτῶ Κυριακήν.
Παρασκευὴν ἐφέραν μου τὸ νυφικόν.
Ἐφόρησά το μόνον μιὰν φοράν
(ἄμπα τζαι λερωθεῖ)
τζι ὕστερις
ἄννοια τὸ ἐρμάριν μου κρυφὰ
τζι ἐθώρουν του.
Σάββατον ξημερώματα ἐγίνην ἡ εἰσβολή.
Τὸ νυφικὸν ἔμεινεν πίσω
κρεμασμένον
στὴν Περιστερωνοπηγήν.
Ἐικοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη
Κυριακὴν
ἐσταμάτησαν οὕλλα τὰ πουλιὰ

στὸν ἀέραν.


Ὁ Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1974. Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Ἡ πρώτη του συλλογὴ Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009) τιμήθηκε μὲ τὸ κρατικὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ τῆς Κύπρου. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές του: Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (2009), Ξενιτεύομαι μ’ ἕνα φωνῆεν (2012), Οἰνοποίηση, 66 χαϊκοὺ γιὰ τὸ κρασὶν τζαὶ τὴν ποίησιν (2014), Παραλογή (2015) καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη (2019).

Θοδωρής Αρσένης, Οχτώ χαϊκού

του ΘΟΔΩΡΗ ΑΡΣΕΝΗ

Ι
Καθώς νυχτώνει
θα κοιμηθεί το βλέμμα
πάλι στο μαύρο.

ΙΙ
Η σιωπή αυτή,
τοίχος με συνθήματα
όλου του κόσμου.

III
Σκύλος που πεινά
τ’ αφεντικό του ψάχνει
μόνος και κλαίει.

IV
Επαίτες ζητούν
τη στέρηση που ’χουμε
για ξεπούλημα.

V
Άγνωστη μορφή,
βγες στο φως, μα της γνώσης
σβήσε την αρχή.

VI
Γυναίκα, άσε
τον πόνο και για λίγο
τη γέννησή μας.

VII
Όπου υπάρχεις
θα στέκεσαι σαν χρόνος
που σταμάτησε.

VIII
Τα ποιήματα,
σαν ημέρα Κυριακής,
είναι του ήλιου.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ

Ο Θοδωρής Αρσένης γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου και ζει. Σπουδάζει Ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασχολείται με την ποίηση και τη μουσική.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |26. Βαγγέλης Κούτσης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Βαγγέλης Κούτσης

(Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι, Ἀθήνα, Προμετωπίδα, 2013)

Ὁ πρέπων ἀποχαιρετισμός

Δὲ σὲ περιέλαβαν
τοῦ Πάμπλο τὰ πινέλα
δὲ βρέθηκε ἕνας σύντροφος
γιὰ σένα νὰ κραυγάσει
μόνο ὑβρισμένος ἔφυγες
χωρὶς αὐγὴ καὶ κλάμα.
Γιὰ σένα συμφωνήσανε
κι οἱ φίλοι κι οἱ ἐχθροί σου
ἔτσι νογᾶν οἱ Ἕλληνες
ποὺ σὲ συκοφαντοῦσαν
καθεὶς κι ὁ ἑαυτούλης του
καὶ τὰ συμφέροντά του.
Μὰ ἐσύ, Νικόλα, μίσεψες
μόνος καὶ πικραμένος
κρατώντας πάντοτε ψηλὰ
βλέμμα κι ἱδανικά σου.
Δάσκαλε ἡ θυσία σου
γιὰ τὶς καρδιές μας ὕδωρ
τροφὴ  στοῦ λιόντα τὸ μυαλὸ
κι ἂς ἀγνοοῦν οἱ ἀχρεῖοι
πὼς γιὰ τὸ φίλο ξόδεψες
τὰ λίγα αὐτὰ ὁπού ’χες
πὼς μὲς στῆς σμέρνας τὴ φωλιὰ
διαγούμισες τὸν πόθο
γιὰ ἀνιδιοτέλεια
καὶ γιὰ δικαιοσύνη.

Χαῖρε, Νίκο Πλουμπίδη!


Ὁ Βαγγέλης Κούτσης γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1983, μεγάλωσε στὴν περιοχὴ τῆς Ἀμφιλοχίας καὶ σπούδασε οἰκονομικὰ στὴν ΑΣΟΕΕ. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Κυκλοφορεῖ ἡ μοναδική του ἕως τώρα ποιητική του συλλογή: Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι (2013).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |25. Χρήστος Μαρτίνης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χρῆστος Μαρτίνης

Gustav Dore Charon

(Τὸ ξένο φῶς, Θεσσαλονίκη, Ὑποκείμενο, 2017)
 

στὸν φάνη

ἀποβραδὺς κατάχαμα μέσα στὴ μαύρη ἐλάτη ἐστρατοπέδεψε
στρατὸς τριάντα σπαθαρέοι ὅλοι χορεύουν τραγουδοῦν κι ἕνας
μιλιὰ δὲ βγάζει μονάχα τὸ τουφέκι του βαστᾶ καὶ συγυρίζει
πάνω στὸ γιαταγάνι του περνᾶ τὴν ἄσπρη πέτρα γιατί μωρὲ
πολεμιστὴ κουβέντα δὲν ξανοίγεις ἔχει μερόνυχτα πολλὰ ποὺ
βγήκαμε στὴ στράτα κι ὅσα χωριὰ κι ἂν κάψαμε σὺ καίγεις
ἄλλα τόσα κι ὅσα κεφάλια πήραμε δὲ βγαίνουν στὰ δικά
σου κι ἔδωκε τὴν ἀπόκριση χωρὶς νὰ τοὺς κοιτάζει μονάχα ἡ
σπάθα ν’ ἄστραφτε ἀπ’ τὶς πυρὲς μπροστά του «ἂφῆστε ‘μένα
νὰ κρατῶ τὴ λάμα τροχισμένη κι ἅμα θὰ βρίσκω χριστιανὸ
εὒτὺς νὰ τὸν θερίζω κι ἅμα θὰ μπαίνω σὲ αὐλὴ τὴ φλόγα νὰ
φυτεύω γιατὶ ὀχτροὶ περνούσανε κι ἀπ’ τὰ δικά μας μέρη ὅταν
τοὺς εἶδε τὸ χωριὸ μαντάλωσε τὶς πόρτες αὐτοὶ κινοῦσαν κι
ἔκαιγαν πετροχτισμένες στάνες μὲ τ’ ἄλογα ξεπάτωναν τὸν
φυτεμένο κάμπο ὕστερα στεῖλαν μπιστικὸ νὰ δώσει τὸ μαντάτο (περισσότερα…)

Έλενα Σταγκουράκη, Πέντε ποιήματα

22 (5).jpg

Σε κατάσταση «έκτακτου συναγερμού»!

Στην πόρτα μου ένας κομάντο,
αγέλαστος, με πολυβόλο.
Σιγά μη μου κάνει κουμάντο
το σιδερικό του όλο κι όλο!

Ο δρόμος μου αποκλεισμένος
και σκέφτομαι  «πάει!, αλί μου!,
κανένας θα είναι ζωσμένος
με βόμβες· γιατί βρε Αλή μου;»    

Κοιτάζω καλά και το πιάνω
πως σήμερα δεν είναι η μέρα
που εν τέλει κι εγώ θα πεθάνω·
φροντίζει η καλή Πλατυτέρα.

‘Επίσημο’ έχουμε, βγαίνει·
για πού το ‘χει βάλει δε λένε.
Μουστάκι αν έχει ή γένι
δεν ξέρω, τα μάτια δεν φταίνε.

Γιατί να μου φταίξουνε που ‘ναι
φιμέ της Μερσέντες το τζάμι
και μάλιστα αυτό το συνδράμει
αστυνομολόι; Θωρούνε!

Αρκεί που τη γλίτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα!

Βρυξέλλες, 10/2/2016 (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 24. Πέτρος Σκυθιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Πέτρος Σκυθιώτης

Medieval-Inventions-that-Changed-the-World

(Συνθήκη Ἰσορροπίας, Λάρισα, Θράκα, 2015)

6.

Ἐκεῖ ποὺ πᾶς καὶ πίνεις
καὶ βρίσκεις τὸν Γιῶργο
καὶ τὰ λέτε
σ’ ἔχω δεῖ πολλὲς φορὲς ποὺ ἔρχεσαι στὸ κέφι
καὶ φτιάχνεις μὲ τὰ χέρια σου
κάτι ὄνειρα θεόρατα πνιγμένα
ἀλλὰ καθόλου θολὰ μὲς στὸ μυαλό σου
μιὰ κι ἐσὺ ξέρεις καλύτερα ἀπ’ τὸν καθένα
ποῦ θὲς νὰ φτάσεις ὄχι ὅμως κι ὁ Γιῶργος
ποὺ πάντα ἐκείνη τὴ στιγμὴ
συμφωνεῖ
καὶ σὲ κοιτάει μὲ θαυμασμὸ κι ἀπορία
λέγοντας:
πὲς ὅτι ἔγινε καὶ μετὰ τί;

~.~

525993_384099778341403_2055190526_n.jpg
(Οἱ ἀκαδημαϊκὲς σημειώσεις τοῦ Ἴαν Μάρκεζιτς, Ἀθήνα, Θράκα, 2018)

Γι’ αὐτὸ ἦταν Ἀμερικανός

Ἤμασταν στὴν ἀνάλυση τῆς δεύτερης κούπας καφὲ τοῦ Ἀλ-
μπέρτο ὅταν τοῦ εἶπα πὼς πείνασα. Ἐπανέλαβε πὼς ἡ τροφὴ
εἶναι κοινωνικὴ κατασκευὴ τῶν ἄθεων, ἀλλὰ ἐγὼ ἐπέμεινα ν’
ἀνάψει τὴν κουζίνα.
Σηκώθηκε καὶ πάτησε τὸ κουμπὶ τῆς τηλεόρασης. Ἀμέσως
ἄνοιξε μιὰ ὑποδοχὴ κάτω ἀπ’ τὴν ὀθόνη γεμάτη ἀστρόσκονη.
Τὴ μάζεψε καὶ τὴν ἔριξε στὸν καφέ μου.
Τί μὲ κοιτᾶς, εἶπε, δὲν ὑπάρχει τίποτα θρεπτικότερο.
Γι’ αὐτὸ πάτησε ὁ ἄνθρωπος στὸ φεγγάρι.

Γιάννης Καρπούζης, Η ζωή του Όσβαλντ (και δύο φωτογραφίες)

karp.jpg

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΣΒΑΛΝΤ

και εκείνη τη μέρα θυμάσαι,
αρχιπέλαγος[1] στους -14

Η μηχανή δούλευε καίγοντας χρόνο˙
ώσπου ο χρόνος τέλειωσε.

Το ξέρει καλά ο Όσβαλντ,
είναι κενό αέρος το σπίτι
Και που να αρχειοθετείς
ονόματα ανθρώπων
πάλι απ’ την αρχή

ξάγρυπνος απόμεινε στη στεριά
να βλέπει τα χρώματα της αυγής,
την τηλεόραση να εκπέμπει πανικούς

ίσως να φταίει που καμιά φορά θυμάται

κυάνιο η θάλασσα κι απόψε, Όσβαλντ
μέσα στα χαρακώματα τούτη η ζωή

τότε

θυμάται

που φώναζε στην Ίνγκριντ
να γεμίσουν
τις τρύπες με αλατόνερο,
καθαρή τρικυμία χωρίς φύκια,
κι εκείνη ένα χαμόγελο του κάρφωνε στο τραπέζι
πόσο μικροί, μικροί ήτανε η Άννα και ο Γιόχαν
μέσα στην παλάμη του χωρούσαν
και στους ώμους του κατοικούσαν
δεν έκρυβε τότε παγάκια μέσα στο στόμα
ο καιρός ήταν καλός στο αρχιπέλαγος
ένας ήλιος φλεγόμενος έκαιγε
στη μέση της νύχτας.

μη ρωτάς που είναι ο ήλιος Όσβαλντ
για τον πάγο μόνο ρώτα που πιάσανε τα μαλλιά σου

(εδώ πέρα κάπου, πέρασαν τα χρόνια)

και η καλημέρα έγινε πηχτή στο στόμα
η Άννα και ο Γιόχαν σπάνια τηλεφωνούνε
στο σπίτι τα γνωστά
(κενό αέρος)

τόσο μόνος έμεινε ο Όσβαλντ
που μια μέρα φαντάστηκε
– εκεί έπεσε πολύ πλάκα από κάτι φίλους –
πως τα νησάκια κουνιούνται μέσα στο
αρχιπέλαγος,
στα μάτια τρίζουν οι φλέβες
στα χέρια κλειδώσανε
σμήνη οι κατακλυσμοί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΗΣ


[1] Ως «αρχιπέλαγος» εννοείται το αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης.

karp2.jpg

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 23. Έλενα Πολυγένη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Ἕλενα Πολυγένη

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o

(Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα, Ἀθήνα, (.poema..), 2012)

Ἡ γυναίκα γυαλί

Μπαμπά, μαμά, μὲ φτιάξατε
Ἀπὸ γυαλί.
Δὲ μεριμνήσατε γιὰ ἕνα
Πιὸ ἀνθεκτικὸ ὑλικό. Μ’ ἀφήσατε
Στὴν τύχη μου
Καὶ ὅλο τρέμετε γιὰ μένα
Μήπως σπάσω.

Καὶ πιὸ πολύ, γιατὶ στὸ βάθος
Ξέρετε
Πὼς τὰ κομμάτια μου θὰ κόψουν
Τὸ λαιμό σας.

~.~

21034372_1544173255621458_2988689582701559271_n

(Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2017)

Σονέττο παρατεταμένης ἀκινησίας

Ὅταν ἀφήνεται στὸ πάτωμα νὰ πέσει
ἡ ταραχή μου, μὲ μορφὴ ἀντικειμένου,
κοιτάζω πάντα μὲ τὰ μάτια τοῦ χαμένου
ποὺ χρόνια στέκεται ψυχρὸς στὴν ἴδια θέση.

Ὅταν ἡ πόρτα εἶναι κλειστή, δὲ μοῦ ἀρέσει
νὰ τὴν ἀνοίγω· βάρος ξένου
χεριοῦ, στὰ δάχτυλά μου φορεμένου
ὁριστικὰ μοῦ ‘χει τὴ θέληση ἀφαιρέσει.

Ὅταν ἡ μύγα μ’ ἐνοχλεῖ, δὲν τὴ σκοτώνω.
Ὅταν φωνὲς μὲ προσκαλοῦν – δὲ συμμετέχω.
Ὅταν τηλέφωνο χτυπᾶ, δὲν τὸ σηκώνω·

τὴν ἀπραξία στὶς ἐκφάνσεις της διατρέχω
καὶ μὲς στὴν πλήξη τῆς ἀδράνειας ποὺ κατέχω
μένει τὸ σῶμα μου μετέωρο καὶ μόνο.

~.~

Κάποιος ἔζησε ἐκεῖ

ΙΙ

Ὑπάρχει λόγος ποὺ ἀφήνω κλειστὰ
τὰ παράθυρα.
Κάθε φορὰ ποὺ τὰ ἀνοίγω, φέρνουν μπρός μου
τὴν ἀποσύνθεση.
Ἕνα πτῶμα σὲ κάθε σύνθεση, σὲ κάθε ὀπτικὴ
γωνία.
Διστάζω νὰ κατευθυνθῶ πρὸς τὰ κεῖ
– δὲ βρίσκω λόγο νὰ ἐπισπεύσω τὸ μέλλον.
Ὑπάρχει ἕνα πτῶμα εἴτε ὑφάσματος εἴτε
μύγας εἴτε δέντρου εἴτε γάτας εἴτε
λουλουδιοῦ.

Καὶ ζωὴ ὑπάρχει ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ
δὲν τὴ βλέπω.


Ἡ Ἕλενα Πολυγένη γεννήθηκε στὴν Πάτρα. Εἶναι ἠθοποιὸς καὶ μουσικός. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές: Γράμματα σὲ μαυροπίνακα (2009), Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα (2012), Ἡ χώρα τῶν παράδοξων πραγμάτων (2014) καὶ Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν (2017)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 22. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

Félicien_Rops,_Die_Sphinx_(1882)

(Οἱ πέντε ἐποχές, Ἀθήνα, Μελάνι, 2012)

Ἐγὼ ἤμουν ἡ Σφίγγα
ἀλλὰ μέσα ἀπ’ τοὺς αἰῶνες
παραποίησαν τὴν ἱστορία μου

Ἔρχονταν, λοιπόν, ὅλοι
κι ἐγὼ τοὺς ἔλεγα τὸ αἴνιγμα
τῆς ζωῆς μου

«Ποιό εἶναι τὸ ὄν
ποὺ ἀκατάπαυστα πονάει;
»

Αὐτοὶ δὲν ἤξεραν τὴν ἀπάντηση
κι ἐγὼ ἔκλαιγα γοερὰ κι ἀσταμάτητα

Ἔπειτα πνίγονταν
στὰ ποτάμια τῶν δακρύων μου.

~.~
Creation_of_Light

(Ὑπερκαινοφανής, Ἀθήνα, Μελάνι, 2017)

Ἰθαγενεῖς

Βρέθηκα ἐδῶ δύο μέρες μετὰ
κι ἄρχισα νὰ θάβω.
Κι ἂς ἔβρισκα μὲ τὸν Κρέοντα τὸν μπελά μου.

Νὰ φτιάξω τάφο ὀμαδικό;
Νὰ τοὺς θάψω ἕναν ἕναν;
(Μονάχα ἕνα ἄλογο βρῆκα ζωντανό.)

Ἔ, λοιπόν,
πέρασαν ἑκατὸν πενήντα χρόνια
κι ἐγὼ ἀκόμη θάβω.

Μέχρι κι ὁ Καθιστὸς Βούβαλος
ἄκουσα πὼς ἔχει συνθηκολογήσει.

Μὰ ἐγώ,
ἡ Ἀντιγόνη,
κόρη τοῦ Οἰδίποδα,
εἶμαι ἀκόμα ἐδῶ
καὶ θάβω.


Ὁ Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε τὸ 1981 στὴν Κύπρο. Τὸ 2008 βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἕνωση Λογοτεχνῶν Κύπρου μὲ τὸ Α΄ Βραβεῖο Ποίησης σὲ διαγωνισμό της γιὰ νέους λογοτέχνες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές του συλλογές: Οἱ πέντε ἐποχές (2012) καὶ Ὑπερκαινοφανής (2017).