ΝΠ | Ιστορία

«Τη λευτεριά μου ορίζω με το θάνατό μου»: Κώστας Θρακιώτης (1909-1994)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Με τα λουλούδια
και με τους βατράχους;
 
Τι έρχεστε εσείς με τις ανόητες Γραφές
Και τα χρεόγραφα του Σίτυ
Να δώσετε μια καινούργια ενέργεια στους πεθαμένους;
 
Στ’ ολογάλαζο κενό
Μια καινούργια στολή και πανοπλία
Όταν,
 
Η ντροπή κυλάει στις φλέβες σας
Κι ο αγέρας μας
Είναι μολεμένος και βαρύς
Απ’ την αναπνοή σας μονάχα
Όπου σκοτώνει τα λεύτερα πουλιά;

Ο Κώστας Θρακιώτης –ψευδώνυμο του Θαλή Προδρόμου–, ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός, λαογράφος και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1909 και έζησε για λίγο στην Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας, αφού ο πατέρας του Θεοδόσιος ήταν διευθυντής στην Λεονταρίδειο Σχολή, και η μητέρα του επίσης δασκάλα, ενώ τις γυμνασιακές του σπουδές τις περάτωσε στο Σουφλί, όπου μαζί με συμμαθητές του, εξέδιδε το μαθητικό περιοδικό Έβρος.

Ω, φέρτε μου τις παιδικές φωλιές των τζιτζικιών
Κι ένα γαρούφαλλο ματωμένο
απ’ το ματόκλαδο της αυγής
Φορτωμένο είναι τ’ όνομά σου από πέτρα κι όνειρα
Και το ποτήρι σου ξέχειλο απ’ το Θρακιώτικο κρασί…

Αφότου πέθανε ο πατέρας του, στα δέκα του χρόνια, το 1919, αποβιβάστηκε στον Πειραιά με τη μητέρα του και αργότερα τελείωσε τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διετέλεσε καθηγητής στην Μέση Εκπαίδευση καθώς και σε Δραματικές Σχολές. (περισσότερα…)

Τα προικοσύμφωνα

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Συ, ποῦ ἔχεις κάλλη γιὰ προικιὰ καὶ χάρες γι’ ἀντιπροίκια
γιὰ νὰ πατῇς νἀνθίζουνε καὶ τἄδροσα χαλίκια,
μὰ ποῦ γιὰ μὲ μονάχα
ἥσκιο βαρὺν ἐσκόρπισε θανάτου ἡ ἐμορφιά σου,
ἄκουσε κάτι ποῦ θὰ πῶ γερτὸς στὰ γόνατά σου
σὰν παραμύθι τάχα.
Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ

Γύρω στα 1900, το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ αναθέτει στον Βρετανό συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποττ (1874-1947) ερευνητική αποστολή στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία με στόχο τη συλλογή εθνογραφικού υλικού. Ο ίδιος είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Εμμάνουελ Κόλλετζ. Ο Άμποττ μετά από ένα διάστημα παραμονής σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες και Δράμα, πριν πάρει τον δρόμο για το Άγιον Όρος, διέμεινε για λίγο και στην Καβάλα. Στο βιβλίο του The tale of a tour in Macedonia –είχαν προηγηθεί άλλοι δύο τόμοι λαογραφικού περιεχομένου: το Songs of Modern Greece (1900) και το Μacedonian Folk-Lore (1903)–, ανάμεσα στις λοιπές πληροφορίες αναφέρεται και η νοσταλγία των Θασίων καπνεργατών της Καβάλας για τον τόπο τους, μιας και ο Άμποττ επισκέπτεται την πόλη την εποχή που οι Θάσιοι καπνεργάτες επιστρέφουν στο νησί.

Όσο ετοιμάζονται για το δεκάωρο ταξίδι του γυρισμού με τα καΐκια –ο χρόνος σήμερα είναι περίπου μιάμιση ώρα με το πλοίο της γραμμής–, γράφει ο συγγραφέας, το λιμάνι αντηχεί από τα τραγούδια τους. Αυτοί οι ταπεινοί εργάτες γιορτάζουν την ημέρα της επιστροφής τους στις εστίες τους. Μερικές από τις συνθέσεις αυτές είναι εξαιρετικά παθητικές όσον αφορά το ύφος τους και είναι γεμάτες από παράδοξα ευφυολογήματα. Οι τελευταίες περιγράφουν τα δεινά του ξενιτεμού, την αφιλόξενη ξενιτιά και την αδιαφορία των ξένων για τον ξενιτεμένο που νοσταλγεί την πατρίδα του, κι οι Θασιώτες νιώθουν την κοινή φρίκη που εκφράζεται εμφατικά στο λαϊκό δίστιχο  που λέει ότι η τύχη του ζητιάνου κι η κακή του μοίρα δεν είναι τόσο πικρές όσο η ξενιτιά. (περισσότερα…)

Τὸ γρήγορον φῶς

Η κτητορική επιγραφή του Αγίου Γρηγορίου Θηβών, όπως αναπτύσσεται στους δύο λίθους του επιστυλίου.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #14
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Τὸ γρήγορον φῶς

Κατά τους μέσους βυζαντινούς χρόνους, η Θήβα ήταν μια από τις πιο σπουδαίες και ανθηρές πόλεις της νότιας Ελλάδας — πολύ πιο σημαντική από τη γειτονική της Αθήνα. Η εμφάνιση του σημερινού οικισμού δεν υποψιάζει τον επισκέπτη ότι την εποχή των Μακεδόνων και των Κομνηνών εδώ υπήρχαν οχυρώσεις, υδραγωγείο, εργαστήρια, αγορά, πλήθος από ναούς και μοναστήρια, από τα οποία εντοπίζονται πια λιγοστά λείψανα. Οι ανασκαφές που γίνονται λόγω της σύγχρονης οικοδομικής δραστηριότητας, έχουν αποκαλύψει σπάνια ευρήματα που μαρτυρούν τον ξεχωριστό πλούτο της βυζαντινής Θήβας, όπως ένα αργυρό πινάκιο με σφραγίδα της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας.

Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις εκκλησίες της πόλης φαίνεται ότι είχε ο ναός του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ένα μέρος του οποίου ανέσκαψε το 1921-1922 ο Γεώργιος Σωτηρίου, στη συμβολή των σημερινών οδών Δίρκης και Πελοπίδα. Επρόκειτο για ένα μεγάλο κτήριο, πιθανώς στον τύπο της βασιλικής με τρούλο, πλούσια διακοσμημένο με μαρμάρινα ανάγλυφα. Τα τελευταία, όπως και ο αρχιτεκτονικός τύπος του Αγίου Γρηγορίου, έχουν πολλά κοινά με τη σωζόμενη μεγάλη εκκλησία της Παναγίας Σκριπούς στον Ορχομενό, η οποία μας δίνει μία ιδέα για τη μορφή που θα είχε ο πρώτος. Τους δύο ναούς χωρίζει εξάλλου χρονολογικά μόλις ένα έτος — είναι ουσιαστικά συνομήλικοι. (περισσότερα…)

Ποιητική ἀτμοσφαίρα

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 3

Ποιητική ἀτμοσφαίρα

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος ἀποκαλεῖ τόν Ροΐδη, στή διαμάχη πού εἶχε μαζί του, νέο κριτικό, νεοφώτιστο, νεοσκευή, νεότευχο καί ὄψιμο. Τίνι τρόπω εἶναι παλαιός ὁ Ἄγγελος Βλάχος; Τό μῆλον τῆς ἔριδος εἶναι ὡς γνωστόν ἡ ἀκόλουθη, ἀπό τήν περιώνυμη εἰσήγηση τῆς 19/3/1877 στήν αἴθουσα τοῦ Παρνασσοῦ, γνωμοδότηση:

«Ἀδύνατον φαίνεται ἡμῖν ποιητής νά γεννηθῇ καί νά ὑπάρξῃ ἐκτός μιᾶς οἱασδήποτε [«περιρρεούσης αὐτόν»] ποιητικῆς ἀτμοσφαίρας∙ τοιαύτην δέ σήμερον δέν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ τά μέν πάτρια ἤθη ἀπηρνήθημεν, τοῦ δέ διανοητικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν τῆς Δύσεως δέν μετέχομεν εἰσέτι, οὐδέ τήν ἐμπνέουσαν τούς ἑσπερίους ποιητάς νόσον τοῦ αἰῶνος νοσοῦμεν».[1]

Ὁλοστρόγγυλος φράσις! Δέν ἀφήνει τίποτα ἀπ’ ἔξω∙ συνάγονται, χωρίς νά συμφύρονται, ἅπαντες. Πολύτιμη καί ἀσυναγώνιστη φράση, ἀπό τίς κεφαλαιωδέστερες πού διατυπώθηκαν στόν αἰῶνα καί ἔχουσα τέλεια ἐφαρμογή μέ τή φορά τῶν περιστάσεων στή σύγχρονη Ἑλλάδα.[2] Πρός ὄφελος τῆς ταχύτερης ἀντίληψης τῶν πραγμάτων ἀξίζει νά συμπληρωθεῖ μέ ὀλίγες σειρές ἀπό τό μεταγενέστερο, καί ὁπωσδήποτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς διαμάχης, μελέτημα τοῦ Ροΐδη Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως. Διακρίνει δύο εἰδῶν ποιήσεως, τήν ἀντικειμενικήν, τήν πρός τά ἔξω στραφεῖσα, καί τήν ὑποκειμενικήν, «τήν ἐξετάζουσα τά μύχια αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς».[3]

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος δηλώνει πώς δέν κατανοεῖ τή διάκριση∙ στήν πραγματικότητα ὅμως δέν κατανοεῖ τίποτα, γιά λόγους δικῆς του ψυχικῆς οἰκονομίας, ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Ροΐδη. Δέν δουλεύει, ἔστω, μέ ἔννοιες, δηλαδή ἀπό ἀνάγκη πνεύματος, ἀλλά μέ πολυτέλειες, τίς συνιστώμενες ἀπό τά νεοελληνικά ἰδανικά. Πρησκομάγουλος, διαρκῶς, μέ τά ρήματα μιᾶς ἀβαθοῦς ἑλληνοπρέπειας, ὑποδύεται κι αὐτός, μέ παντοίους ἐθνωφελεῖς ἀκκισμούς, τό γνήσιο τέκνο τῆς Ἑλλάδος. Δέν ἀποκηρύττει ὁ Ροΐδης τόσο εὔκολα, ὅσο ὁ Ἄγγελος Βλάχος, τή «νόσον τοῦ αἰῶνος» καί ἀναφέρεται ἐν συνεχεία στούς παράγοντες πού προάγουν τήν ποίηση στήν Ἑσπερία καί παρατηρεῖ ἐξ ἀποστάσεως καί μέ κάποιο θαυμασμό τή διαμόρφωση στήν ἀλλοδαπή ἑνός ἐνδιαφερόμενου κοινοῦ προικισμένου μέ τό κατάλληλο γιά τήν ποίηση αἴσθημα. Ἀντιλαμβάνεται ἐν συμπεράσματι τή νεωτέρα Ἑλλάδα «ὡς μή φιλοσοφήσασα», ὥστε καί «οὐδέ φιλοσοφικούς μώλωπας  [ἐνν. τούς μηδενιστάς] ἠδύνατο νά πάθῃ».[4] «Ἄξιον δέ ἐξετάσεως ἤθελεν εἶναι μόνο τοῦτο, ἄν πρός ἀποφυγήν μηδενιστῶν συμφέρῃ τῷ ὄντι νά μένῃ ὅλως ξένη τοῦ διανοητικοῦ βίου τῶν ἄλλων ἐθνῶν».[5] Πορίζεται, ἐν τέλει, τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἕλλην ἀπέχει τοῦ ὁποιουδήποτε πνεύματος: «Δέν λέγει τίποτα [!]».[6] (περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)

Περιήγηση στη Μαδουρή της οικογένειας Βαλαωρίτη

*

Το νησί, το αρχοντικό, το παρεκκλήσι
του Ευαγγελιστή Ιωάννη και ο τάφος της Όλγας Βαλαωρίτη

γράφει η
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΠΟΛΙΤΗ

///

Το νησί

Το όνομά της η Μαδουρή λέγεται ότι το πήρε από κάποιο μαντρί που βρισκόταν στο νησάκι,  και με τα χρόνια η λέξη παρεφθάρη: μαντρί, μαδρί, Μαδουρή. Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από τη λαϊκή λέξη μαδερή, που σημαίνει γυμνή. Πράγματι η Μαδουρή υπήρξε ένα ξερό, πετρώδες, άγονο νησάκι με άγριους θάμνους -ερυμνός και ακατέργαστος βράχος γράφει ο Σάθας- και είχε ελαιόδεντρα μόνο στη βορειοδυτική πλευρά του. Η έκταση του υπολογίζεται πάνω από 127 στρέμματα (0,127 τ.χλμ.). Ανήκει στο σύμπλεγμα των Εχινάδων το οποίο μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1950 από τον Αντώνη Τζεβελέκη καθ’ ομοίωσιν του νησιωτικού συμπλέγματος των Πριγκιπονήσων της Κωνσταντινούπολης. Τα Πριγκιπόνησα της Λευκάδας αποτελούν τα νησάκια Σκορπιός, Σκορπίδι, Σπάρτη, Τσόκαρι, Μαδουρή, Χελώνη που με τη σειρά τους αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου συμπλέγματος, αυτού των Τηλεβοΐδων Νήσων: Κάλαμος, Καστός, Μεγανήσι, Θηλιά, Κυθρός, Άτοκος, Αρκούδι, Φορμίκουλα, Πρασονήσι, Προβάτι, Αλαφονήσι, Πεταλού. Το όνομα τους συμπλέγματος έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τοπικό λαό των Τηλεβόων ή Ταφίων. Οι Τηλεβόες ή Ταφίοι είχαν σαν βασική τους δραστηριότητα την πειρατεία και ως βάση τους το Μεγανήσι, που το όνομά του ήταν και Τάφος ή Ταφιάς.

Σύμφωνα με πηγές, το μικρό αυτό αρχιπέλαγος κατά τον Μεσαίωνα υπήρξε ορμητήριο Καταλανών και Τούρκων πειρατών καθώς οι ορμίσκοι των νησίδων λειτουργούσαν ως τέλεια κρησφύγετά τους. Γενικά δεν υπάρχουν στοιχεία για τα νησάκια αυτά πριν από το έτος 1684. Ο ιστορικός Πάνος Ροντογιάννης αναφέρει ότι μέχρι την εποχή αυτή το Μεγανήσι και τα πέριξ αυτού μικρότερα νησιά ήταν ακατοίκητα. Με την έλευση των Βενετών φαίνεται ότι οι γαίες τους παραχωρήθηκαν σε διάφορους ιδιώτες. Από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Λευκάδας αντλούμε πληροφορίες για παραχωρήσεις γαιών σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε ορισμένο χρόνο. Η Μαδουρή πέρασε από πολλά χέρια. Γύρω στα 1740 το όριζε ένας Γάλλος, ο Κάρλ Λεμπόν. Μετά το θάνατό του πέρασε στα χέρια της οικογένειας Βρεττού και στη συνέχεια στη βενετσιάνικη οικογένεια Σεττίνι. Ο Ροντογιάννης αναφέρει ότι το νησάκι είχε περιπέτειες κωμικές, γιατί οι κατοπινοί ιδιοκτήτες, μετά τον Λεμπόν, είχαν δικαστικές φασαρίες με τους καθολικούς ιερείς της Λευκάδας που αξίωναν 50 χρόνων «σαββατιάτικα» αναδρομικά που είχαν κάνει στον Λεμπόν και δεν τα είχαν πληρωθεί. Μάλιστα τα αξίωναν με τόκους. Και είχαν βγάλει τόσο μεγάλο το ποσό της οφειλής που έντρομοι οι ιδιοκτήτες εγκατέλειπαν το νησί. Μετά την πτώση των Βενετών φαίνεται να έχει περάσει στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βαλαωρίτη. Συγκεκριμένα στα 1860 ήταν κτήμα των δύο αδελφών, του Ευστάθιου και του Ιωάννη Βαλαωρίτη. Την ίδια χρονιά, οι δυο οικογένειες μοίρασαν την περιουσία τους με συμβόλαιο διανομής. Η διανομή έγινε ανάμεσα στα τέσσερα ξαδέρφια: τον Σπυρίδωνα, τον Δημοσθένη, τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα. Μετά από κλήρο, το νησί κληρονόμησαν ο Αριστοτέλης και ο Ξενοφώντας.

Στο νησάκι προϋπήρχε ένας οικίσκος και το παρεκκλήσι του Ευαγγελιστή Ιωάννη που ανακαινίστηκε από τον ποιητή μαζί με το χτίσιμο της έπαυλής του και την γενικότερη αναμόρφωση του νησιού. Βοηθός του ήταν ο έμπιστος επιστάτης του Στυλιανός Βερύκιος από την Εξάνθεια ο οποίος μαζί με τα αδέλφια του και άλλους εργάτες από την Εξάνθεια και τον Δρυμώνα κουβάλησαν καινούριο χώμα από τον κάμπο του Νυδριού, έφτιαξαν ξερολιθιές που στήριζαν αναβαθμίδες στις οποίες φύτεψαν αμπέλια, ελιές, αμυγδαλιές και κέντρωσαν τις αγριλίδες που ήδη υπήρχαν. Επίσης βοήθησαν στις εργασίες για την οικοδόμηση της έπαυλης που ολοκληρώθηκε το 1864, μετά από τέσσερα χρόνια αφότου είχαν μπει τα θεμέλια. Τα σημερινά μεγάλα πεύκα που βλέπουμε φυτεύτηκαν αργότερα από τον γιο του ποιητή. Κατά καιρούς υπήρξαν συκιές, ευκάλυπτοι, κυπαρίσσια, ροδοδάφνες. Στο πίσω μέρος του νησιού ύστερα από παραγγελιά του ποιητή φύτεψαν Βαυκερίτες αμπέλια ποικιλίας «βαρτζαμί» που είχαν φέρει από το χωριό τους. (περισσότερα…)

Ένα σχόλιο του Κ. Π. Καβάφη περί της οικίας του

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Με την πρόσφατη ολοκλήρωση της αποκατάστασης και της αμφιλεγόμενης αναδιαμόρφωσης (εδώ) της οικίας του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, κυκλοφόρησε σχετικό δελτίο τύπου από το Ίδρυμα Ωνάση (εδώ & εδώ) και από το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, που πανομοιότυπα αναπαράχθηκε από το μεγαλύτερο τμήμα του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου. Μέσα εκεί διαβάζουμε τα εξής αξιοπρόσεκτα σχετικά με την καβαφική κατοικία στην Αλεξάνδρεια:

Ο δρόμος όπου βρίσκεται η Οικία Καβάφη ονομαζόταν Lepsius κατά την εποχή του Καβάφη, ωστόσο αργότερα μετονομάστηκε σε C. P. Cavafy, προς τιμήν του Έλληνα ποιητή. Το κτίριο περιβαλλόταν από το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο, το Ελληνικό Νοσοκομείο και τους οίκους ανοχής της πόλης, τα οποία ο Καβάφης αποκαλούσε ο «Ναός της Ψυχής», ο «Ναός του Σώματος» και ο «Ναός της Σάρκας», αντίστοιχα.

Αυτό το ―φερόμενο ως καβαφικό― σχόλιο έχει κυκλοφορήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω την ακριβή χρονολογία και τον πρώτο συντάκτη του (ήδη συναντάται στον ιστότοπο του ΙΕΠ (εδώ), και σε διπλωματική εργασία στο ΕΑΠ, από το 2020 (εδώ).

Το αστείο είναι ότι παρά την εκτενή αναπαραγωγή του κειμένου δεν πέρασε από κανενός τον νου να αναρωτηθεί ποια η διαφορά της σάρκας από το σώμα στην καβαφική ποίηση, ώστε να δικαιολογείται διαφορετική χρήση από τον Καβάφη στην ―υποτιθέμενη― ρήση του περί της γειτονιάς του. Μια πρόχειρη ματιά στο καβαφικό corpus επιβεβαιώνει ότι ο ποιητής χρησιμοποιούσε αδιαφοροποίητα και τις δύο λέξεις (σώμα-σάρκα) με ταυτόσημη σημασία (με καταφανώς λιγότερες τις εμφανίσεις της λέξης ‘σάρκα’). Βέβαια, όχι μόνο δεν συνοδεύεται από καμία παραπομπή, αλλά πουθενά και κανείς δεν καταγράφει ούτε διασώζει ένα τέτοιο καβαφικό σχόλιο κι είναι απορίας άξιο, τουλάχιστον για το Ίδρυμα Ωνάση (που κατέχει και το Αρχείο Καβάφη), πώς υιοθέτησε και διατηρεί μέχρι σήμερα αυτή την ψευδώνυμη ρήση, ώστε να την αναπαράγει στον ιστότοπό του με κάθε σοβαρότητα. (περισσότερα…)

Λογοτεχνία και Ιστορικότητα: Για τη νέα έκδοση των Απάντων του Κώστα Κρυστάλλη

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Κώστας Κρυστάλλης – Ένας πρόωρα επαναστατημένος, Άπαντα,
Εισαγωγή – Βιβλιογραφία – Επιμέλεια Ευάγγελος Αυδίκος,
Πρόλογος Ν. Ε. Καραπιδάκης, Εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη,
Θεσσαλονίκη, 2024

«Μες στου νεκρού το μάτι / κοιμούνται δέντρα και πουλιά». Οι στίχοι αυτοί του Χρήστου Μπράβου είναι, νομίζω, ταιριαστοί και για τον Κώστα Κρυστάλλη, καθώς και για την πρόσληψη του έργου και της διαδρομής του από τον θάνατό του μέχρι και σήμερα. Στην έκδοση των νέων Απάντων του ποιητή και πεζογράφου από τον Ευάγγελο Αυδίκο η ιστορικότητα γίνεται κομβικό στοιχείο οργάνωσης του υλικού, αναδεικνύοντας την έννοια του αρχείου με όρους αισθητικούς, ποιητικούς αλλά και πολιτικούς. Η διάρθρωση του υλικού από τον Αυδίκο δεν επικαιροποιεί μόνο την εξέλιξη και τις συνδέσεις ανάμεσα στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Κρυστάλλη. Επιτυγχάνει επίσης να αναδείξει ποικιλοτρόπως χωρίς εξιδανικεύσεις και δογματισμούς τις διαφορετικές προσλήψεις του Κρυστάλλη στους κριτικούς λόγους, επιτονίζοντας τις διαφορετικές ιδεολογικές μονομέρειες και διλήμματα που χαρακτήριζαν το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο ως προς τις θέσεις για την ποίηση και τις αξιολογικές τοποθετήσεις και αντιστίξεις της κριτικογραφίας ως προς το ποιοι ποιητές προκρίνονται ως σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί.

Ο Αυδίκος προσφέροντας συνθετικά την ήδη γνωστή ποιητική και πεζογραφική εργογραφία του Κρυστάλλη, μια λεπτομερή κριτική εισαγωγή, ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, επιστολές, ομιλίες, άγνωστα αθησαύριστα κείμενα και μια εντυπωσιακή παράθεση πηγών, αναφορών και βιβλιογραφίας τεκμηριώνει με εντυπωσιακό και ριζοσπαστικό τρόπο τη μακρόχρονη εμπειρία του και τριβή του με τον Κρυστάλλη ενώ παράλληλα αποδεικνύει τη σημασία που έχει η διάταξη του αρχειακού υλικού στην επικαιροποίηση κάθε συγγραφικού έργου και στην ανάδειξη της ιστορικότητας στις συμπλοκές του ίδιου του έργου αλλά και των ποικίλων κριτικών διαδρομών διαχρονικά. Στον τόμο ο Κρυστάλλης δεν εξιδανικεύεται ούτε και μυθοποιείται απλουστευτικά με όρους γενεαλογικούς ή τοπικιστικούς ως σύμβολο του Συρράκου ή της βλάχικης κουλτούρας. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια απόπειρα ηρωοοποιημένης μνημείωσης. Ούτε προτάσσεται ένας κοινότοπος βιογραφισμός σε λυρικούς τόνους που επιτονίζει τον θάνατο του Κρυστάλλη σε τόσο νεαρή ηλικία.

Η διάταξη του αρχείου επιτυγχάνει να αναδείξει κριτικά τον Κρυστάλλη στο «εδώ και τώρα» με νέους τρόπους, «φωτίζοντας» όχι μόνο την αγάπη του για τα βουνά, το Συρράκο και τους ανθρώπους του τόπου του μα επιπλέον την τρυφεράδα του, τους σταθμούς της λογοτεχνικής του εξέλιξης, την τρυφεράδα και το ερωτικό στοιχείο της γραφής του, την βαθιά επιθυμία του για μάθηση. Ο Κρυστάλλης ενσωματώνεται στην ιστορική συνέχεια των αγωνιστικών διαδρομών της Ηπείρου μέχρι την απελευθέρωση και τους πνευματικούς αγώνες του τόπου. Τεκμηριώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου πως ο Κώστας Κρυστάλλης ήταν «ένας πρόωρα επαναστατημένος» άνθρωπος ο οποίος σε όλη του τη ζωή και σε όλους του τους αγώνες να επιβιώσει στις σκληρές συνθήκες που του έτυχαν προσδοκούσε και έλπιζε μέχρι το τέλος την απελευθέρωση του τόπου του και την απόκτηση της ελληνικής υπηκοότητας. Ο επιμελητής του τόμου συνθέτει ένα κολάζ διαφορετικών χρονικών στιγμών, συμβάντων και φωνών, καταγράφοντας λεπτομερώς κάθε στοιχείο που αναφέρεται στον Κρυστάλλη μέχρι σήμερα, καθώς και την προσπάθεια των διαφορετικών φωνών να τον οικειοποιηθούν και να τον κατηγοριοποιήσουν με διαφορετικά κριτικά, ιδεολογικά, αισθητικά και προσωπικά κριτήρια. Η σύζευξη της έννοιας του αρχείου με την ιστορικότητα κατευθύνει στην ίδια την έννοια της κριτικής. Τα λογοτεχνικά έργα «φέρουν τα ίχνη της αξιολόγησής τους στο παρελθόν και μια νέα ιστορία της λογοτεχνίας θα ήταν η ιστορία των διαδοχικών τους προσλήψεων», σημειώνει ο Τζιόβας[1]. Μέλημα του επιμελητή στην πράξη φαίνεται να είναι η κριτικοί προβληματισμοί των αναγνωστών και αναγνωστριών ως προς το πώς και με ποιες ιδεολογικές και λογοτεχνικές συνέπειες ορισμένοι ποιητές και το έργο τους υπερτιμήθηκαν, υποτιμήθηκαν ή και τα δύο. (περισσότερα…)

Πάντα φροῦδα πλὴν ἀρετῆς

Η επιγραφή από το κάλυμμα της σαρκοφάγου του Ιωάννη Κομνηνού Καμύτζη, μέσα του 13ου αιώνα (Βυζαντινό Μουσείο Βέροιας).

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #13
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Πάντα φροῦδα πλὴν ἀρετῆς

Με την πρώτη Άλωση του 1204, πολλά μέλη επιφανών οικογενειών της Κωνσταντινούπολης σκορπίστηκαν ως πρόσφυγες στις περιοχές που παρέμειναν υπό βυζαντινό έλεγχο — τη βορειοδυτική Μικρά Ασία, με κέντρο τη Νίκαια, τον Πόντο και την Ήπειρο. Εκεί, μεγάλα γένη με βασιλικό παρελθόν, όπως των Κομνηνών και των Αγγέλων, ανέστησαν τη βυζαντινή αυλή και απέκτησαν νέους ηγετικούς ρόλους, με το βλέμμα στραμμένο πάντοτε στη μέρα που θα επέστρεφαν στην υποδουλωμένη στους Φράγκους βασιλεύουσα. Παράλληλα ήρθαν στο προσκήνιο οικογένειες μικρότερης περιοπής οι οποίες διασταυρώθηκαν με τις παλαιές, σε μια αναδιάταξη των ανώτερων στρωμάτων της βυζαντινής κοινωνίας, η οποία εισερχόταν στην τελευταία φάση του ιστορικού της βίου.

Μέσα σε αυτές τις ιστορικές συνθήκες εμφανίστηκε το πρόσωπο που θα μας απασχολήσει, ο Ιωάννης Κομνηνός Καμύτζης. Το διπλό του επώνυμο μαρτυρεί συγγένεια με τον αυτοκρατορικό οίκο των Κομνηνών, και πράγματι, οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι ένας στρατιωτικός αξιωματούχος με το όνομα Κωνσταντίνος Καμύτζης είχε παντρευτεί τη Μαρία Κομνηνή, εγγονή του Αλεξίου του Α΄. Απόγονος αυτού του Κωνσταντίνου φαίνεται ότι ήταν ο Ιωάννης Καμύτζης, που κατέλαβε υψηλά στρατιωτικά αξιώματα στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, επί βασιλείας του Ιωάννη Γ΄ Βατάτζη (1222-1254). Από τη δράση του είναι γνωστά λίγα μόνον επεισόδια, που υποδεικνύουν ότι ήταν αρκετά πλούσια. Όταν το 1246 ο Βατάτζης πέτυχε να επεκτείνει την κυριαρχία του στη Μακεδονία, ο Ιωάννης Καμύτζης πρέπει να εγκαταστάθηκε εκεί, αναλαμβάνοντας στρατιωτικά ή διοικητικά καθήκοντα. Στην πόλη της Βέροιας τον βρήκε ο θάνατος, γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα. (περισσότερα…)

Ο θρήνος της Μαρίας

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η δημοτικότητα του Θρήνου της Μαρίας (Planctus Mariae) μαρτυρείται από μια εξαιρετικά πλούσια χειρόγραφη, εκδοτική και μεταφραστική παράδοση. Πέρα από τα εκατοντάδες χειρόγραφα του έργου τα οποία διασώζονται σε ευρωπαϊκές βιβλιοθήκες, το κείμενο γνώρισε τουλάχιστον 29 εκδόσεις από το 1467 έως το 1568. Ταυτόχρονα, κατά τον 14ο και 15ο αιώνα εμφανίζονται πολλές μεταφράσεις του, και μάλιστα σε πολλές γλώσσες: τα Αγγλικά, τα Αγγλονορμανδικά, τα Γαλλικά, τα Ολλανδικά, τα Ιταλικά και τα Οξιτανικά. Επιπροσθέτως, εκτενή τμήματα του έργου παραφράστηκαν ή μεταφέρθηκαν αυτούσια σε πολυάριθμα κείμενα της ευρύτερης «γραμματείας του Πάθους», όχι μόνον στα λατινικά, μα και στην καθομιλουμένη. Με άλλα λόγια, ο Θρήνος στάθηκε ένα από τα δημοφιλέστερα κείμενα του ύστερου Μεσαίωνα, κι η δημοτικότητά του συνεχίστηκε αμείωτη κατά την Αναγέννηση.

Ο τίτλος του έργου παραδίδεται σε διάφορες παραλλαγές ενώ, κατά μια σύμβαση συνήθη στη χριστιανική γραμματεία, η σύνταξή του αποδόθηκε ψευδώς σε συγγραφείς μεγαλύτερου κύρους. Ως δημιουργός του φερόταν κατεξοχήν ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ, μα το κείμενο αποδόθηκε επίσης στον Άνσελμο, ακόμα και στον Αυγουστίνο. Περί τα μέσα του 20ου αιώνα ταυτοποιήθηκε με βεβαιότητα ο πραγματικός συντάκτης. Πρόκειται για τον Ογέριο (†1214), αββά της κιστερκιανής μονής του Λοκέντιο, το ίδιο το όνομα του οποίου επίσης παραδίδεται σε διάφορες παραλλαγές: Ogerius, Oglerius, Oglerus και Occlesius. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα των Ομιλιών προς Έπαινο της Αγίας Θεοτόκου.

Για τον μεσαιωνικό μοναστικό νου, ιδίως της ώριμης και ύστερης περιόδου, η αφήγηση του Πάθους στα ευαγγέλια φάνταζε κοντολογιογραμμένη. Αναπτύχθηκε μια ευρύτατη λατρευτική γραμματεία αφηγηματικής, θεατρικής ή ποιητικής ανάπτυξης και παρατεταμένου στοχασμού επί των επεισοδίων του Πάθους η οποία, με όχημα τον ευσεβή συναισθηματισμό, επέτρεπε την πληρέστερη δυνατή ταύτιση και ένωση με τον Πάσχοντα. Προς το τέλος του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και μια διακριτή λογοτεχνική παράδοση που εστιάζει στη συμ–πάσχουσα Μαρία. Ο Θρήνος του Ογέριου δίνει αποφασιστική ώθηση στην παράδοση αυτή.

Στο κείμενο αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος διάλογος μεταξύ του στοχαζόμενου και της ίδιας της Μαρίας, με την τελευταία να καλείται να περιγράψει τον πόνο και τον θρήνο που την κυρίευσαν στο διάστημα από την σταύρωση του Ιησού έως και την ταφή του (το διαλογικό σχήμα δεν τηρείται έως τέλους, και το κείμενο καταλήγει σε τριτοπρόσωπη αφήγηση). Ο Θρήνος εντυπωσιάζει με την παραστατικότητα και τη δραματική του υπερβολή. Αντί για μια Μαρία εχέθυμη, ο Ογέριος περιγράφει μια μητέρα της οποίας ο θρήνος εξωθείται στα άκρα, λαμβάνει δε ξεκάθαρα ερωτικά χαρακτηριστικά – σε ένα σημείο, μάλιστα, ο συγγραφέας διερωτάται για (και υπερασπίζεται, ασφαλώς, την) ευσέβεια του θρήνου της. Εξυφαίνεται η εικόνα μιας Μαρίας σχεδόν υστερικής, που θέλει να οδηγηθεί στον θάνατο μαζί με τον αγαπημένο της, γίνεται κατακόκκινη καθώς φιλά το χώμα που ποτίζεται με το αίμα του, ακριβοποθεί και διεκδικεί μέχρις εσχάτων το σώμα του. Η μητέρα πενθεί με τρόπο που οδηγεί τον περίγυρό της να λυπάται περισσότερο για εκείνη, παρά για τον θάνατο του Χριστού.

(περισσότερα…)

Νικαίας εγκώμιον

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Τη χρονιά αυτή συμπληρώνονται 1700 χρόνια από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο η οποία συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Οι θεολογικές εκδηλώσεις, προφανώς, θα είναι αρκετές. Στο σημείωμα αυτό ας θυμηθούμε την κάποτε λαμπρή ελληνική πόλη της Βιθυνίας, που γνώρισε κι αυτή τις συνέπειες της κατάκτησης και του εξανδραποδισμού, μέσα από το εγκώμιο που έγραψε ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, τον καιρό που η πόλη ήταν έδρα του εξόριστου βυζαντινού κράτους (μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης, την 13η Απριλίου 1204) και το οποίο σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση παραθέσαμε στο βιβλίο Το στέμμα των αυγών (Καστανιώτης, 2020). Το 1331, μετά από τριετή πολιορκία, η Νίκαια έπεσε οριστικά στα χέρια των Οθωμανών. Έκτοτε παρήκμασε και το 1920, πριν εισέλθει σε αυτήν ο ελληνικός στρατός, για μια τελευταία ελπίδα ελευθερίας, γνώρισε τη δήωση από τους τσέτες του Κεμάλ, τη σφαγή των κατοίκων της και την καταστροφή του ιστορικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (φωτογραφία). Ο άλλος ιστορικός της ναός, η Αγία Σοφία, που μετατράπηκε σε μουσείο, σήμερα λειτουργεί και πάλι ως τζαμί. Το κείμενο που ακολουθεί, ενός λαμπρού διανοούμενου βασιλέα που πέθανε δυστυχώς νεότατος, αφήνοντας όμως έργο στιβαρό, φιλοσοφικό, θεολογικό αλλά και υμνογραφικό (δικός του ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας), ας είναι ένα πενιχρό μνημόσυνο των χιλιάδων αφανών μαρτύρων της Νικαίας, θυμάτων της φρίκης που οι άνθρωποι ονομάζουν Ιστορία.

~.~

Νικαίας εγκώμιον

«Νου θεϊκό θα πω αυτή την πόλη και τους πολίτες της αγαθούς διότι πράξη και θεωρία ευγενικά ενώνουν, τα σκαλοπάτια ανεβαίνοντας του λόγου με βήμα σταθερό, και από τη δύναμη της λογικής κοσμούμενοι, τον οικείο τους νου περιτειχίζουν· την πολιτεία τους, για να την κάνουν πιο περίβλεπτη κι από τον μηδικό τον πλούτο κι απ’ τη χρυσή ομηρική αλυσίδα που κρέμεται απ’ τον ουρανό. Έτσι έγινε αυτή η βασιλική πόλη ανώτερη κάθε άλλης, τους κατοίκους της περιβάλλοντας με τον πιο ωραίο ήχο, το πλέον εξέχον άκουσμα. Και σεμνυνομένη σεμνύνεται και στηριζομένη στηρίζει κι αν υπάρχει ακόμη κάποια ενάντια πολιτεία, αυτή με την ευστάθειά της είναι λιμάνι που από κείνη τους κατοίκους της προστατεύει. Διότι το σώμα τότε δεν παρεκκλίνει μόνον, όταν υπάρχει ευρυθμία ανάμεσα στα μέλη, τα μέρη και τα όργανά του…».

Μέρα λαμπρή, σε ώρα μελιχρότατη ο λαός της Νικαίας άκουγε το εγκώμιό του και ήταν χυμένο ολόγυρα κάτι πιο χαϊδευτικό κι από το αεράκι της Προποντίδας, πιο δροσερό από το βάλσαμο των ολοπράσινων πευκώνων του Ολύμπου που ντύνανε τη γιορτή της επιστροφής του βασιλέα, μουσική υπόκρουση στα λόγια του διαδόχου για την πόλη που είναι κέντρο των γραμμάτων του καιρού μας, Αθήνα του αιώνα μας. Μα ο ρήτορας ήξερε και πώς μια πόλη στην παρακμή ξεπέφτει – δεν εγκωμίαζε μόνο: (περισσότερα…)

Σεβαστή ὁμήγυρις!

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 2

Σεβαστή ὁμήγυρις!

Ἄς θυμηθοῦμε πώς «στήν πολιτεία τοῦ 1850 κεντρικό πρόσωπο εἶναι ὄντως ὁ ποιητής»[1] καί ἄς ἐπανέλθουμε στούς κριτές καί στούς κρινόμενους, στούς διαγωνισμούς καί στούς ἀγωνοθέτες. Τόν θεμέλιον λίθον ἔθεσαν οἱ πανεπιστημιακοί ἀθηναϊκοί διαγωνισμοί. Μέ αὐτούς ἔγινε ἡ πρωταρχή. Ὅλοι σχεδόν οἱ κριτές ὑπῆρξαν καί κρινόμενοι. Κουμανούδης, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβῆς, Ὀρφανίδης, Βερναρδάκης κ.ἄ. «Ἕνας ἔμπορος τῆς Τεργέστης, ὁ Ἀμβρόσιος Ράλλης, ἀναθέτει στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν τή διεξαγωγή ποιητικῶν διαγωνισμῶν».[2] Τό ἀριστεῖο τοῦ διαγωνισμοῦ θά συνοδεύεται ἀπό χρηματικό ἔπαθλο 1.000 δραχμῶν. Ὑπό τήν προϋπόθεση, βεβαίως, πώς ὁ συντάξας «ἄξιον τί λόγου ποίημα» θά ἐπωμίζεται ὑπόθεση «μή ἀπαδούσης πρός τήν θρησκείαν καί ἐν γένει πρός τήν ἠθικήν».[3] Καί ὅσον ἀφορᾶ τή γλῶσσα, αὐτή πρέπει νά εἶναι «πάντοτε κοσμία καί εὐφραδής».[4] Τουτέστιν, ὁ ποιητής θά μεταχειρίζεται γιά τήν ὑπόθεσίν του ἀποκλειστικά τήν καθαρεύουσα γλῶσσα. Ἡ τελετή τοῦ διαγωνισμοῦ θά λαμβάνει χώρα «τήν 25ην Μαρτίου μηνός, ἡμέραν τῆς Ἑλληνικῆς ἀναστάσεως».[5]

Αὐτοί εἶναι οἱ σημαντικότεροι ἀπό τούς ἑπτά ὄρους πού ὑπαγόρευσε ὁ Ράλλης. Τοιουτοτρόπως, ἡ ποίηση «καθιερώνεται μέ τούς διαγωνισμούς ὡς ἐπίσημος καί ἐθνωφελής θεσμός».[6] Ἐντός τοῦ θεσμοῦ καταλαμβάνουν θέση οἱ πανεπιστημιακοί, δηλαδή οἱ κριτές καί οἱ εἰσηγητές, ὑποστηρίζοντας συνήθως τήν ἀρχαΐζουσα γλῶσσα καί διορθώνοντας τά ὑποβαλλόμενα ποιήματα «ὅπως διορθώνουν τά ἀνορθόγραφα γραπτά τῶν φοιτητῶν τους».[7] Εἰς κάποιαν ἀπόστασιν διατρίβουν οἱ δεκάδες νεαροί ὑποψήφιοι ποιητές ἀνεμίζοντες «προκλητικά τή σημαία τοῦ βυρωνισμού».[8] Ἡ προβαλλόμενη ἀρχικά ἀντίρρηση τοῦ Σπ. Πήλληκα στίς ἀρχαϊστικές γλωσσικές πεποιθήσεις τοῦ ἀγωνοθέτη γρήγορα παίρνει τέλος, ὁ ἴδιος συμβιβάζεται, καί στόν πρυτανικό του λόγο στίς 28/2/1852 ἀνακοινώνει τήν ἐπιστολή τοῦ Ράλλη:

«Ἡ καθαρεύουσα [ἀποκρίνεται ὁ Ράλλης στόν Πήλληκα] δέν εἶναι αὐθαίρετον τί καί νεκρόν ἰδίωμα […] τοῦτο λαλοῦσιν ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν ἅπαντες οἱ ὁπωσοῦν παιδεύσεως μετέχοντες».[9]

Πολλές οἱ ἐξαρτήσεις τῶν πανεπιστημιακῶν μέ τούς ἀγωνοθέτες. Ἡ χρονική διάρκεια τοῦ Ράλλειου εἶναι: 1851-1860. Ὁ ἀγωνοθέτης Βουτσινάς, ἀπό τήν Ὀδησσό, ἦταν 27 χρονῶν ὅταν ἀντικατέστησε τόν Ράλλη στούς διαγωνισμούς. «Il avait le mècènat dans le sang».[10] Ἡ χρονική διάρκεια τοῦ Βουτσιναίου ἦταν: 1862-1877. Ἄν θυμᾶμαι καλά, ἀπό τό 1859 προστέθηκαν κι ἄλλοι τρεῖς διαγωνισμοί: τοῦ Τσόκανου, τοῦ Μελά καί τοῦ Ροδοκανάκη. (περισσότερα…)