ΝΠ | Ιστορία

«Ἄργειε νά ’λθῃ…»

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

///

«Ἡ Ἑλλάδα πέθανε!» Εἶναι μιὰ φράση ποὺ ἀκούγεται συχνὰ στὴν Εὐρώπη ἀπὸ στόματα πολιτικῶν ἢ πνευματικῶν ἀνθρώπων τὸν καιρὸ τῆς Τουρκοκρατίας.  «Ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει πιά!».

Κι ἄξαφνα γίνεται τὸ θαῦμα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ζωντανὴ καὶ μάχεται καὶ καταπλήσσει. Γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἐπλήξεων, τὸ πράγμα καταντᾶ σχεδὸν ἀπίστευτο.

Τί ἦταν, ἀλήθεια, ἐκεῖνοι ποὺ κάμανε τὴν ἐπανάσταση τοῦ ’21; Ἄνθρωποι πού ’χανε περάσει ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τους στὴ σκλαβιά. Κι ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι μὰ κι οἱ πατεράδες τους κι οἱ παπποῦδες τους καὶ μιὰ μακρότατη σειρὰ προγόνων ποὺ ἡ ἀρχή τους ἔφτανε ὣς τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰώνα. Σκλάβοι, γιοὶ σκλάβων.

Τετρακόσια χρόνια εἶναι πολὺ μεγάλο διάστημα. Οἱ ξένοι εἴχανε πιστέψει πὼς ὁ λαὸς τούτης τῆς χώρας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει τοὺς τέσσερεις αἰῶνες τῆς τυραννίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ σκοταδιοῦ. Θὰ λύγιζε. Θὰ συμβιβαζότανε. Θὰ παραδέχουνταν πὼς ἔτσι ἤτανε καμωμένος ὁ κόσμος, πὼς οἱ ἄνθρωποι εἶναι πλασμένοι ἄλλοι γι’ ἀφέντες κι ἄλλοι γιὰ δοῦλοι καὶ πὼς ἡ δική τους μοῖρα τὸν εἶχε προορίσει γιὰ τὴν πικρὴ ζωὴ τῆς ὑποταγῆς. Θὰ ξεχνοῦσε ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε, τί ἤτανε κάποτε καὶ πῶς βρέθηκε νὰ σκύβει τὴν πλάτη κάτω ἀπ’ τὸ μαστίγιο τοῦ Ἀσιάτη.

Ἡ πραγματικότητα ἀποδείχτηκε διαφορετική. Ὁ λαός μας ἔδειξε μιὰ σπάνια ἀντοχὴ καὶ μιὰ πεισματικὴ προσήλωση στὶς ρίζες του. Χωρὶς πολιτικὴ ἡγεσία καὶ χωρὶς πνευματικοὺς ὁδηγούς, τὸν πρῶτο καιρὸ ὕστερ’ ἀπὸ τὴ διάλυση τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἄλλοτε Μεγάλης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας,  συσπειρώνεται γύρω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τὴ μόνη δύναμη ποὺ ἄφησε ἀπείραχτη ὁ σκληρὸς ἀφέντης του. Ἀπ’ αὐτὴ ζητᾶ προστασία καὶ καθοδήγηση. Ἀργότερα θὰ προχωρήσει στὴν κοινοτικὴ ὀργάνωση καὶ στὴν προσπάθεια τοῦ φωτισμοῦ μὲ τὰ γράμματα. Καὶ σὰν ἀπὸ ἔνστιχτο κοιτάζει νὰ φυλάξει ὅ,τι κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς πατεράδες του κι ὅ,τι τὸν ξεχώριζε ἀπὸ τὸν δυνάστη του.

Ἡ γλώσσα ποὺ μιλοῦσε, ὅσο κι ἂν δέχτηκε μερικὲς λέξεις ἀπὸ τὴ γλώσσα τοῦ καταχτητῆ, ἔμεινε πάντα ἡ ἴδια παλιὰ γλώσσα, αὐτὴ ποὺ κάποτε εἶχε δώσει τ’ ἀριστουργήματα τῆς λογοτεχνίας, τῆς φιλοσορίας καὶ τώρα γινόταν ἡ γλώσσα τοῦ πόνου, τοῦ καημοῦ καὶ τῆς ἐλπίδας του, ἡ γλώσσα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν του. (περισσότερα…)

Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

(περισσότερα…)

Ἐπιστολή πρός τούς κριτάς

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 1

Ἐπιστολή πρός τούς κριτάς

Τό 1891 ἔλαβε μέρος στόν Φιλαδέλφειο Ποιητικό Διαγωνισμό ὁ εἰκοσιπεντάχρονος (;) Μιχαήλ Μητσάκης – ποιητής ἑλληνιστί καί κυρίως γαλλιστί, δημοσιογράφος, πεζογράφος, ταξιδιώτης, μετέπειτα τρόφιμος, κι αὐτός, τοῦ Δρομοκαΐτειου Πνευματικοῦ Ἱδρύματος, ἰδιόρρυθμος, ἀντιφατικός καί πλάνης – μέ τήν ὑπ’ ἀριθμόν 23, φέρουσα δέ τίτλο: Στίχοι Ἐλεύθεροι, ποιητική του συλλογή. Τό δέ πρῶτο, τιθέμενο ἐπικεφαλῆς, ποίημα τῆς ἐν λόγω συλλογῆς ἐπιγράφεται: Ἐπιστολή πρός τούς κριτάς (!) Τί ἀκριβῶς ἀπέστειλε, ὁ ἀθεόφοβος, πρός κρίσιν στήν ἐπιτροπή; Ἀπό τήν ἄλλη, ὁ βαρύτιμος καί λόγιος Ἄγγ. Βλάχος, ἐξέχουσα φυσιογνωμία τοῦ ἀθηναϊκοῦ ἑλληνίζειν τήν ἐποχή ἐκείνη, εἰσηγητής ἐν τῷ Ζαππείῳ Μεγάρῳ τῆς Ἔκθεσης τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἀγωνοδικῶν, ἀποφαίνεται πώς «ὀλίγοι μόνον [ἀπό τούς ἀποδυθέντες εἰς τόν συγκεκριμένο ἀγῶνα ποιητάς] δύνανται νά καταστῶσι λεπτομεροῦς λόγου ὑποκείμενον»[1]. Στούς ὀλίγους δέν συμπεριλαμβάνεται βεβαίως ὁ Μιχαήλ Μητσάκης. Δέν συγκαταριθμείται ὡστόσο σιωπηρῶς οὔτε καί σέ ἐκείνους, τούς πολλούς, πού τά προϊόντα τῆς ἐμμέτρου ποιήσεώς των κρίθηκαν, διά τό λόγον ἴσως ὅτι ἦταν κατάφορτα μέ κοινούς τόπους καί ἀνιαρές πεζολογίες, ἀνάξια νά λάβουν ἔγκριση βραβείου ἤ νά ἀνταμειφθοῦν ἔστω μέ ἔπαινο. Τουναντίον, ἡ ἔκθεση τῆς ἐπιτροπῆς, καί προσωπικά εἰκοτολογῶ τοῦ Ἄγγ. Βλάχου, ἐπιδαψίλευσε μέ ξεχωριστή μνεία στόν Μιχαήλ Μητσάκη τό βραβεῖο τοῦ χειρίστου συμμετέχοντος. Ἔλασσον βεβαίως λογοτεχνικό ζήτημα, χωρίς «ἐνδόξους θανάτους στρατηγῶν στό πεδίο τῆς μάχης»[2] ἀποτελεῖ, στά τέλη τῆς ΙΘ΄ ἑκατονταετηρίδος, ἡ ἀπόρριψη ἀπό τόν ἐρίτιμο Ἄγγ. Βλάχο τοῦ σχετικώς νεαροῦ ποιητή Μιχαήλ Μητσάκη. Δέν ἔχω ὡστόσο ὑπ’ ὄψιν μου, ἐδῶ, ἐπί τοῦ παρόντος, στά γραφεῖα τῆς πολυεθνικῆς ἐπί τῆς Μιχαλακοπούλου ὅπου ἐργάζομαι, κάποιο ἄλλο θέμα πού θά προσπόριζε περισσότερη δόξα. Προσβλέπουμε ἄλλωστε μόνο σέ ἀφορμές ὥστε νά παρεισάγουμε ἐντός κειμένου φράσεις ἀπό τή θεματική μονοτονία τοῦ δικοῦ μας χαρακτήρα.

Μέ τά ἀκόλουθα, ἅπαξ διά παντός λόγια, ἀφαιρεῖ ὁ ἑλλανοδίκης Ἄγγ. Βλάχος τά θριαμβικά διάσημα ἀπό τόν θώρακα τοῦ εὐσταλοῦς Μητσάκη: «Ὁ αναγιγνώσκων τούς στίχους του ἀμφιβάλλει πολλάκις ἄν ἔχει ἐνώπιόν του προϊόντα ἐντελῶς ὑγιοῦς καί νηφούσης διανοίας· τοσοῦτον εἶνε παραπαῖον μέν τό νόημα, χυδαία δέ πολλαχοῦ καί ἀσχήμων ἡ φράσις. Τήν γλῶσσαν τῶν Ἐλευθέρων Στίχων αποτελοῦσιν οἰκτρά σπαράγματα τῆς καθαρευούσης, ἀνάμικτα μετά λέξεων καί φράσεων οὐ μόνον τῆς δημοτικῆς ἀλλά καί αὐτῆς τῆς χυδαίας, ἐν πάσῃ δυνατῇ ἀκολασίᾳ μᾶλλον ἤ ἐλευθερίᾳ»[3]. «Εἰς ἀπόδειξιν τῶν εἰρημένων ἔστω τό ἑξῆς μικρόν ἀπόσπασμα ἐκ τῆς Πρός τούς Κριτάς Ἐπιστολῆς τοῦ ποιητοῦ, ἐν ᾧ ἐξηγεῖ οὗτος πρός αὐτούς τί θα ἦσαν ἀν δέν εἶχον ἐκλεχθῆ κριταί:

…ἀλληῶς –λέγει–
…δέν θά κρατούσατε στά χέρια αὐτή τήν ὥρα
τοῦ Πνεύματος τῆς γῆς αὐτῆς τή δοξασμένη τύχη,
μά θά δουλεύατε σιγά, κρυμμένοι σέ μιάν ἄκρη,
δίχως ἐάν ὑπάρχετε κανένας νά τό ξέρῃ,
δίχως σέ ὅ,τι κάνετε βλέμμα νά μή γυρίζῃ,
[…]
γιά ποιό [τέλος πάντων] σκοπό νομίσατε πώς ἤρθατε ’ς τόν κόσμο;
[ἀφοῦ ὅλοι γνωρίζουν…] δέν σᾶς εἵλκυσε ποτέ, οὐδέ θά σᾶς ἑλκύσῃ,
τοῦ Δρόμου ἡ φήμη ἡ πορνική καί τῆς στιγμῆς ἡ δόξα,
[…]”».[4] (περισσότερα…)

«Εμπρός, μη χάνεις πια καιρό, μάθε πώς να πεθάνεις»

*

Ο Κωστής Παλαμάς και η κόμισσα ντε Νοάιγ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
( το Πρώτο Μέρος εδώ )

«Θα έπρεπε να γίνεις πάρα πολύ σκληρός για να μην περιπέσεις στη μαγεία αυτής της εξαιρετικής ποιήτριας με το φωτεινό μυαλό και το κρύο αίμα», έγραφε ο Αντρέ Ζιντ (Journal, 20 Ιανουαρίου 1910), κι όσο σκεπτικιστής κι αν είναι κάποιος, ο λόγος του Κωστή Παλαμά πως η ντε Νοάιγ είναι «ο μέγιστος των ζώντων ποιητών της Γαλλίας» (Εμπρός, 13 Απριλίου 1921), αρκεί για να προσέξουμε αυτή την ποιήτρια, όχι τόσο για τις τιμές που έλαβε (Μεγάλο Βραβείο Γαλλικής Ακαδημίας το 1921) ή για τον θαυμασμό που της απένειμαν μεγάλες μορφές του καιρού της (μιλήσαμε ήδη για τον Προυστ), όσο για τους λόγους που ο παθιασμένος λυρισμός, το αίσθημα της ευφορίας μέσα στη φύση και η κατασταλαγμένη ομορφιά που δοξάζει τη ζωή ακόμα και υπό τη σκιά του θανάτου, μπορούσε να συγκινεί ενώ ο μοντερνισμός γινόταν κυρίαρχος.

«Ο ελληνικός λυρισμός προώρισται να κρατεί εν Γαλλία τα σκήπτρα», διαβάζουμε πάλι στο Εμπρός (8 Φεβρουαρίου 1921), στο κείμενο υπό τον τίτλο «Μια μεγάλη Γαλλοελληνίς ποιήτρια». Η φράση ακούγεται πομπώδης αλλά δεν είναι αστήρικτη αν συναφθεί με την παράδοση του Αντρέ Σενιέ (με μητέρα από την Κωνσταντινούπολη κι αυτός) και του Ζαν Μωρεάς, που επιτρέπουν στον συνεργάτη της εφημερίδας υπό το όνομα «Εμπροσθοφύλαξ» να χαρακτηρίζει την ντε Νοάιγ «ζωντανή ενσάρκωση τής ελληνογαλλικής πνευματικής ενώσεως», πριν απευθυνθεί στον Παλαμά (επίσης συνεργάτη της εφημερίδας) για να του ζητήσει να μεταφράσει, ως ο ενδεδειγμένος, την ποίηση της Νοάιγ,

«καθ’ όσον το πνεύμα του και το πνεύμα της κομήσσης ντε Νοάιγ συγγενεύουν πολυτρόπως και όχι μόνον κατά την εθνικήν των προέλευσιν. Διότι και η Νοάιγ, καθώς ο Παλαμάς, δεν ήντλησαν από την αρχαία Ελλάδα μόνον την αρμονία και την θαυματουργό εκείνη δύναμιν της συναδελφώσεως της τέχνης με την Ζωήν· εποτίσθησαν αμφότεροι από την φιλοσοφίαν της αρχαίας ποιήσεως ήτις έκαμε και τους δύο κορυφαίους πανθεϊστάς. Και οι δύο κατόρθωσαν να συνταυτίσουν το ποιητικό των Εγώ με τον Μέγα Πάνα, μέσα εις τα θελκτικά κύματα του οποίου διαλύονται με σφριγηλή ηδονή, χωρίς όμως, σύμφωνα πάντα με την αρχαίαν αντίληψιν, να χάνουν ούτε την ατομικότητα των ούτε και την προς την ζωήν  ορμήν».

Πράγματι. Η Νοάιγ μπορούσε να προσκυνά τη βομβαρδισμένη από τούς Γερμανούς μητρόπολη της Ρεμς («Σε είδα, ω ομορφιά που τίποτα δεν μπόρεσε να σε ατιμάσει, σε είδα πιο βασανισμένη και πιο σοφή… Ζωντανή και λεπτή και με τη σάρκα, όμοια τον έρωτα να εμπνέεις και τα δάκρυα… Ω κουρασμένο και ήσυχο πρόσωπο, μεγάλε μάρτυρα των σκέψεων, των μαστίγων και των πολιτισμών, ο κόσμος όλος σε υμνούσε μα η καρδιά σ’ αγαπούσε λιγότερο όταν δεν είχες τη τωρινή σου μορφή», μεταφράζει ο «Εμπροσθοφύλακας» από την έκδοση των «Αιώνιων Δυνάμεων» που πριν από λίγους μήνες είχε κυκλοφορήσει στη Γαλλία), και την ίδια στιγμή να στέκεται στο Βερντέν, μπροστά στους τάφους των νεκρών, χωρίς καμία παρατονία, καμιά κομπορρημοσύνη ή ιερόσυλες πομφόλυγες: «Διαβάτη, να είσαι φιλάργυρος εδώ σε φράσεις ή χειρονομίες. Στοχάσου, λάτρευε, προσκύνα και κρύβε ό,τι νιώθεις». (περισσότερα…)

Νικόλαος Καλλικλής, Οι δώδεκα μήνες

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ημερολογιακό ποίημα που προσγράφεται, όχι με απόλυτη βεβαιότητα, στον ποιητή και ιατρό της αυλής του Αλεξίου Κομνηνού (1081-1118) και του Ιωάννη Κομνηνού (1118-1142), Νικόλαο Καλλικλή. Αρχίζει από τον μήνα Μάρτιο, ακολουθώντας την παράδοση του πρώιμου ρωμαϊκού ημερολογίου, ωστόσο μέσα στο στιχούργημα τόσο ο Σεπτέμβριος (μήνας της βυζαντινής Πρωτοχρονιάς), όσο και ο Ιανουάριος (μήνας της Πρωτοχρονιάς στο νεότερο ρωμαϊκό ημερολόγιο) παρουσιάζονται ως εναρκτήρια ορόσημα του έτους.

Στη μέση και ύστερη βυζαντινή λογοτεχνία ανήκουν και άλλα ημερολογιακά ποιήματα, όπως του Χριστόφορου Μυτιληναίου (11ος αι.) και του Μανουήλ Φιλή (13ος-14ος αι.). Σε άλλες περιπτώσεις, ενσωματώνονται μέσα σε ευρύτερες αφηγήσεις, όπως συμβαίνει στις μυθιστορίες Υσμίνη και Υσμινίας (12ος αι.) του Ευμαθίου Μακρεμβολίτη και Λίβιστρος και Ροδάμνη (13ος-14ος αι.). Η ιδαιτερότητα του ποιήματος που μεταφράζεται εδώ είναι η ιατρική και διατροφολογική στόχευσή του: Στους πρώτους στίχους κάθε μήνα δίνεται το στίγμα της εποχής και στους επιλογικούς προτείνονται οι τροφές που καλό είναι να καταναλώνονται εκείνη την περίοδο – ή απαγορεύονται οι βλαπτικές τροφές και συνήθειες που οδηγούν στην εκδήλωση νόσων.

Σημειώνεται ότι ο αναγνώστης μπορεί να βρει μεταφρασμένα στο εμπόριο τα ημερολογιακά ποιήματα του Μυτιληναίου και του Φιλή, σε απόδοση Δήμητρας Μονιού (Χριστόφορου Μυτιληναίου, Στίχοι διάφοροι, Αθήνα 2017, σ. 82) και Παναγιώτη Αγαπητού / Martin Hinterberger αντίστοιχα (Εικών και λόγος, Αθήνα 2006, σ. 108-110).

///

ΜΑΡΤΙΟΣ

Φορώ στους στρατηγούς τις πανοπλίες
και φρέσκα ξίφη δίνω για τη μάχη·
την ξένη γη ο φαντάρος λέει πατρίδα.

Είναι η δουλειά μου να σας συμβουλεύω
κι ορίζω σ’ όλους πάντα να λαμβάνουν
καλή τροφή, γλυκό κρασί να πίνουν.

///

ΑΠΡΙΛΙΟΣ

Παχιά τα αρνιά για τα συμπόσιά σας·
σας φέρνω το πασχαλινό τραπέζι
με της Ανάστασης τη χαρμοσύνη.

Κανείς σας να μην τρώει τα ραπανάκια,
γιατί επιδρούν στη μέλαινα χολή σας
και γρήγορα το σώμα καταστρέφουν. (περισσότερα…)

H πύλη της κυράς Άννης

Η επιγραφή της κυράς Άννης, όπως σώζεται σήμερα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #12
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

H πύλη της κυράς Άννης

Ψηλά στα Κάστρα της Θεσσαλονίκης, στο σημείο όπου τα ανατολικά τείχη της πόλης συναντούν εκείνα της ακρόπολης, ανοίγονται δύο πύλες, μία προς το εσωτερικό της δεύτερης και μία προς την —άλλοτε— ύπαιθρο. Και οι δύο εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα από τους πεζούς, οι οποίοι διαβαίνοντάς τες προσθέτουν νέα βήματα επάνω στα χιλιάδες που έχουν προηγηθεί, εδώ και αιώνες, και τις κρατούν έτσι ζωντανές και οικείες, μακριά από την αποστείρωση που αναπόφευκτα τυλίγει κάθε απρόσιτο αρχαιολογικό μνημείο.

Στη δεξιά πύλη —για αυτόν που έρχεται μέσα από την πόλη— υπάρχει μία επιγραφή χαραγμένη στην παραστάδα της, η οποία μνημονεύει τα πρόσωπα που τη διάνοιξαν. Όπως και η η πύλη, το κείμενο διατηρεί ακόμα την αρχικό του σκοπό: βρίσκεται στη θέση του, έτοιμο να «μιλήσει» σε όποιον σταθεί να το διαβάσει. Τα γράμματα είναι κεφαλαία, στο ωραίο σχήμα της γραφής του ύστερου Βυζαντίου, και σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση, πλην των τελευταίων σειρών, όπου μερικά έχουν σβηστεί εξαιτίας μιας βαθιάς ρωγμής και κάποιων ανθρώπινων χεριών. (περισσότερα…)

«Ό,τι ρίχνει ο καιρός, το χέρι μου έρχεται να το ξανασηκώση»

*

Ο Κωστής Παλαμάς και η κόμισσα ντε Νοάιγ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Έχει υποστηριχθεί βάσιμα ότι η ποιητική συνείδηση του Παλαμά διχάζεται ανάμεσα στη γυναίκα της αίσθησης και τη γυναίκα της ιδέας, στη γυναίκα της γης και τη γυναίκα τ’ ουρανού, στη γυναίκα της προσευχής και τη γυναίκα της λαγνείας. Ό,τι και όπως αν αγαπάει όμως ο Παλαμάς, το καρδιοχτύπι του έχει μιαν ένταση που τον κάνει να λυγίζει και θαμπωμένος υπακούει κι υποτάσσεται νικημένος, είτε από τη λάμψη της αγιοσύνης είτε από τη φλόγα του κορμιού. Το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσάτσου υπό τον τίτλο Νεράιδες (Κ. Τσάτσος, Παλαμάς, σ. 36) είναι διαφωτιστικό για τον τρόπο που εντάσσονται σε αυτή την προσέγγιση τρεις γυναικείες μορφές, η Τρισεύγενη, η Μελένια και η Θεοφανώ. Υπάρχει ωστόσο μια μορφή, πραγματική και όχι πλαστική, που συνθέτει τις δύο εκδοχές σε μία τρίτη, ενιαία κι ίσως υψηλότερη. Μια γυναίκα που δεν είναι κάποια από τις περίφημες νεράιδες ή τις μούσες του και ούτε «καταλύτρα είναι αξήγητη κι αταίριαστη και ξένη, [που] ο λογισμός της αίνιγμα και τάφος η ομορφάδα της όσο κι αν αστράφτει» – πόσο μάλλον «προδότρα» για να θυμηθούμε το ποίημα Η Αφροδίτη στον Πυγμαλίωνα (Πολιτεία και Μοναξιά, Άπαντα, Ε΄, σ. 413).

Αναφέρομαι στην Άννα Ελιζαμπέτ Μπασαράμπα (Μπιμπέσκο-Μπρανκοβάν), πιο γνωστή ως κόμισσα ντε Νοάιγ (Noailles), μία από τις επιφανέστερες μορφές της γαλλικής λογοτεχνίας το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα που αγαπήθηκε πολύ και στην Ελλάδα του ’20, κυρίως χάρη στον Παλαμά. Η Άννα ντε Νοάιγ (1876-1933) υπήρξε η μόνη γυναίκα ποιήτρια που απέσπασε στη Γαλλία της εποχής της τις υψηλότερες δημόσιες τιμές. Παρά τη μερική λήθη, η οποία επήλθε μετά τον θάνατό της, κρίσεις σύγχρονες επιβεβαιώνουν ότι εκείνη η αναγνώριση υπήρξε επάξια. Με πολύπλευρο έργο, ύστατη λάμψη ρομαντισμού τον καιρό που επελαύνει πλέον ο μοντερνισμός, παρά το χάσμα περιεχομένου και μορφής που χαρακτηρίζει την ποίησή της –καθώς δυναμικές έννοιες και εικόνες προσπαθούν να διαλύσουν μια δομή που παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλασική– η Άννα ντε Νοάιγ, σε διάλογο με ολόκληρη τη γαλλική λογοτεχνική παράδοση και με παράλληλη πηγή έμπνευσης τον ελληνικό πανθεϊσμό και τη νιτσεϊκή σκέψη, κατάφερε να οικοδομήσει ένα πρωτότυπο ποιητικό όραμα. Το ποιητικό της σώμα, που θα μπορούσε να περιγραφεί με διονυσιακούς όρους, ερωτικό, εκστατικό, αισθησιακό, παιγνιώδες και μερικές φορές βίαιο, ήταν πάντα σφραγισμένο από ένα τραγικό υπόγειο ρεύμα που έγινε πιο εμφανές προς το τέλος της ζωής της.

Γεννημένη στο Παρίσι (15 Νοεμβρίου 1876), στην Boulevard de La Tour-Maubourg 22, η Άννα ντε Νοάιγ ήταν κόρη του Ελληνορουμάνου πρίγκιπα Γριγκόρι Μπιμπέσκο Μπρανκοβάν (1827-1886) και της Ελληνίδας Ραλλούς Μουσούρου (1848-1923). Ο Γριγκόρι Μπιμπέσκο ήταν γιος του πρίγκιπα της Βλαχίας Γκεόργκε Μπιμπέσκο (από οικογένεια βογιάρων της Κραϊόβα) και της Φαναριώτισσας Ζωής Μαυροκορδάτου. Η επίσης Φαναριώτισσα μητέρα της Άννας, η Ραλλού Μουσούρου (αξιόλογη πιανίστρια στην οποία ο Παντερέφσκι αφιέρωσε αρκετές από τις συνθέσεις του), ήταν κόρη του αξιωματούχου της οθωμανικής αυτοκρατορίας Κωστάκη Μουσούρου και της Άννας Βογορίδη. Ο Κ. Μουσούρος, πρέσβης στην Αθήνα και αργότερα στο Λονδίνο, είναι κυρίως γνωστός από το επεισόδιο με τον βασιλέα Όθωνα που παρ’ ολίγον να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1847. Απώτερη καταγωγή των Μουσούρων ήταν η Κρήτη. Εκεί γεννήθηκε ο επιφανής λόγιος της Αναγέννησης Μάρκος Μουσούρος, καθηγητής στην Πάδοβα στις αρχές του 16ου αιώνα κι από τους πρώτους εκδότες στην Ιταλία αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Η Άννα δήλωνε περήφανη γιατί καταγόταν από την Κρήτη, εκφράζοντας τη λύπη της που λόγοι υγείας εμπόδιζαν το ταξίδι της εκεί (Άπαντα Κ.Π., ΙΓ΄, 323). (περισσότερα…)

Ένα τρίγωνο ακουμπισμένο ανάμεσα στις Κυκλάδες

Το Πιπέρι, το απόγευμα της 1ης Ιουλίου 2024.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Ταξιδεύοντας κανείς στην καρδιά των Κυκλάδων, συναντά ανάμεσα στην Κύθνο και τη Σέριφο ένα παράξενο θέαμα. Στο βάθος του ορίζοντα, ανάμεσα στα δύο νησιά, κοιτάζοντας προς τα νοτιοδυτικά, διαγράφεται ένα σχεδόν τέλειο τρίγωνο, ακουμπισμένο λες επάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Eίναι το Πιπέρι, μια από τις πολλές μικρονησίδες του κυκλαδικού συμπλέγματος, και σίγουρα μια από τις πιο ιδιαίτερες. Η μορφή του θυμίζει σκαληνό τρίγωνο, με τη μεγάλη πλευρά απλωμένη στο νερό, την επάνω να κλίνει έντονα προς τα δεξιά, και την πλάγια να υψώνεται σχεδόν κάθετη, σχηματίζοντας έναν πανύψηλο γκρεμό —το μόνο στοιχείο του νησιού το οποίο προκάλεσε την προσοχή των λιγοστών περιηγητών που το μνημονεύουν, συνήθως με μια-δυο μόλις γραμμές.

Ιδού πώς περιγράφει το Πιπέρι ο Αντώνιος Βαλληνδάς στα Κυθνιακά, το 1882, κάπως πιο αναλυτικά:

«Ἐν δὲ τῷ μέσῳ τοῦ μεταξὺ Κύθνου καὶ Σερίφου πορθμοῦ κεῖται νησὶς δύο περίπου μιλίων περιφέρειαν ἔχουσα, ὑψηλὴ καὶ ἀπόκρημνος, ὑπὸ μὲν τῶν Κυθνίων καὶ Σεριφίων διὰ τὴν ἐκ τῶν νήσων ἄποψιν αὐτῆς Πιπέρι καλουμένην, ὑπὸ δὲ τῶν ναυτίλων Καλαπόδι, ἅτε ἀπὸ τοῦ πελάγους παρεμφερὴς οὖσα καλαποδίῳ. Ἔρημος δὲ διατελοῦσα εἶναι ἐνδιαίτημα αἰγῶν ἀγρίων, καθ’ ἃ λέγουσιν οἱ τούτων θηρευταί.»

Το νησί είναι απρόσιτο από τις περισσότερες πλευρές του και το υψηλότερο σημείο του φτάνει τα 135 μ. Λόγω της θέσης του στο στενό Κύθνου-Σερίφου, δέχεται σφοδρές ριπές ανέμων.

Το Πιπέρι κατοικείται σήμερα μόνο από γλάρους και άλλα άγρια πουλιά, ωστόσο πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη, δείχνει ότι δεν ήταν πάντοτε έρημο ανθρώπων. (περισσότερα…)

Ἔγρα/Μαντα’ίν Σάλιχ: Μια προϊσλαμική πόλη στην Αραβία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Το Μαντα’ίν Σάλιχ βρίσκεται 110 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Τάυμα, στην βορειοδυτική Σαουδική Αραβία, και ήταν γνωστό κατά την αρχαιότητα ως Hegra (Ἔγρα στην Γεωγραφία του Πτολεμαίου, Al-Hijr, στα αραβικά). Το όνομά της, «οι πόλεις του Σάλιχ», προέρχεται από την πρώιμη ισλαμική παράδοση, η οποία αναφέρεται σε έναν από τους τρεις Άραβες προφήτες που αναφέρονται στο Κοράνι, δηλαδή τον Σάλιχ. Σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, ο Σάλιχ στάλθηκε ως προφήτης στους κατοίκους της Θαμούντ, οι οποίοι απέρριψαν το μήνυμά του για μετάνοια με αποτέλεσμα να τους πλήξει σεισμός, ο οποίος τους σκότωσε μέσα στα σπίτια τους.[1] (Και στον λαό του Θαμούντ στείλαμε τον αδελφό τους Σάλιχ. Είπε: Λατρέψτε τον Θεό λαέ μου! Δεν έχετε άλλο θεό εκτός από Αυτόν […] Και τότε απροσδόκητος σεισμός τους έπιασε και το πρωί βρέθηκαν στα σπίτια τους νεκροί). Οι άνθρωποι της Θαμούντ αναφέρονται συχνά στο Κοράνι ως άθεοι και άπιστοι και, μετά την καταστροφή τους, η περιοχή τους θεωρήθηκε ως «επικατάρατο σημείο και τόπος δυσοίωνος».[2] Η κορανική σούρα Al-Hijr φαίνεται να απηχεί μνήμες αυτών των ανθρώπων και του πολιτισμού τους.

Ο πρώτος πιθανότατα Ευρωπαίος που επισκέφθηκε την περιοχή Μαντα’ίν Σάλιχ (το 1876-1877) στη σύγχρονη εποχή ήταν ο ατρόμητος Βρετανός περιηγητής Charles Doughty, ο οποίος μας έδωσε και την πρώτη λεπτομερή περιγραφή των Ναβαταϊκών ερειπίων που βρέθηκαν εκεί, μαζί με σχέδια των μνημείων που υπήρχαν εκεί .[3]

Η περιοχή του Μαντα’ίν Σάλιχ «βρίσκεται σε μια αμμώδη πεδιάδα που περιβάλλεται από βουνά»[4] και χωρίζεται σε τρία μέρη: τους τάφους, το Jabal Ithlib και την περιοχή του κατοικιών, η οποία είναι το λιγότερο γνωστό μέρος ολόκληρης της περιοχής. Υπάρχουν περίπου ογδόντα μνημειακοί τάφοι ναβαταϊκής προέλευσης, οι οποίοι «βρίσκονται συνομαδωμένοι σε εξάρσεις βράχων από ψαμμίτη»[5] και είναι σχεδόν παρόμοιοι με εκείνους της Πέτρας. Όλοι αυτοί οι τάφοι είναι λαξευμένοι στον βράχο και οι τεχνίτες ξεκίνησαν τη λάξευση από την κορυφή, ενώ τα σημάδια της σμίλης είναι εμφανή σε κάθε τάφο.

Συνήθως η είσοδος πλαισιώνεται από δύο σκαλιστούς ημικίονες με ημικυκλικά κιονόκρανα σε μορφή ήλιου ή άνθους· ένα αέτωμα ―συχνά διακοσμημένο με ανθοδοχεία― επιστέφει το κατώφλι της εισόδου. Το σύνολο σχέδιο καταδεικνύει σαφή ελληνιστική επιρροή, που μαρτυρείται επίσης και στα μνημεία της Πέτρας. Αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό είναι η απουσία αναπαράστασης ανθρώπινων μορφών, ενώ υπάρχει πληθώρα αναπαραστάσεων ζώων (είτε μυθολογικών είτε πραγματικών), καθώς και ηλιακοί δίσκοι και ρόδακες με λουλούδια. Οι πλέον συνήθεις μορφές είναι γρύπες, σφίγγες, φίδια, δαιμονικά πρόσωπα και αετοί. Πρέπει να σημειωθεί πως η άφθονη ύπαρξη αετών (όλοι τους με κατεστραμμένα πρόσωπα, πιθανότατα λόγω μεταγενέστερης ευσεβούς μουσουλμανικής επέμβασης) πάνω από τις εισόδους θα πρέπει να συνδέεται με μια θεϊκή παρουσία ή προστασία· αν και έχουν κατατεθεί διάφορες προτάσεις για τη συμβολική τους σημασία, π. χ. αναπαριστούν τον ήλιο ή τον θεό Dushara (τον κυρίαρχο θεό του ναβαταϊκού πάνθεου), το ζήτημα παραμένει ακόμη υπό συζήτηση.[6] Επάνω από τα αετώματα υπάρχουν κλιμακωτά μοτίβα και κρηπιδώματα που δείχνουν μεσοποταμιακές-ασσυριακές επιρροές. «Οι προσόψεις μπορεί να ήταν εν μέρει ζωγραφισμένες, επιχρισμένες ή με άλλο τρόπο διακοσμημένες»,[7] ενώ το εσωτερικό των τάφων μπορεί να είναι πολύπλοκο και όχι τόσο κομψό όσο το εξωτερικό. Τέλος, στο Τζαμπάλ Ιθλίμπ υπάρχει το μοναδικό τρικλίνιον που βρέθηκε στο Μαντα’ίν Σάλιχ και πολλές λατρευτικές κόγχες, οι οποίες συχνά περιέχουν μικρούς λίθους που αναπαριστούν τον θεό Δουσάρα. (περισσότερα…)

 Έρημος Χώρος: Το γκρίζο και το πράσινο

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Οι κοινοί αστικοί χώροι που κατοικούμε πλέον, ιδίως μετά την εμφάνιση του Covid-19 το 2020 και της εγκατάλειψης του δημόσιου χώρου, βρίσκονται σε συνεχή κάμψη. Η υποχώρηση της ζωής μπροστά στη συνεχόμενη και αυξανόμενη τυποποίηση του αστικού τοπίου σηματοδοτεί ταυτόχρονα και μια αποχώρηση από τον αστικό τρόπο συμμετοχής στον κοινό χώρο. Αυτές οι μεταλλάξεις γίνονται εμφανείς μέσα από μια διπλή κίνηση αποικιοποίησης.

Η πρώτη αποικιοποίηση του χώρου συντελείται από τα εργαλεία της τεχνοεπιστήμης και τις εκφάνσεις της όπως τα “έξυπνα” τηλέφωνα, καθώς και από την τουριστικοποίηση και μουσειοποίηση των κοινών χώρων. Μοιραία, η παραμέληση του παρόντος χρόνου και χώρου για το αλλογενές “εκεί” του ψηφιακού κόσμου και η παράδοση των γειτονιών στην ατομικοποιημένη εμπορική συνείδηση συναντούν στο δρόμο τους τον αισθητικό και αξιακό οδοστρωτήρα του μπετόν. Η δεύτερη αποικιοποίηση του χώρου προέρχεται από την άνοδο της νεοφιλελεύθερης πόλης. Η πτώση του Ανατολικού Μπλοκ διευκόλυνε και επιτάχυνε την μετατροπή του νεοφιλελευθερισμού, διαδικασία που είχε ξεκινήσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, σε κοινωνικό σχέδιο. Ο πλανητικός σχεδιασμός του νεοφιλελευθερισμού προσηλώνεται όλο και περισσότερο σε μια συγκεκριμενοποίησή του στον αστικό χώρο μέσω της οικοδόμησης. Κατά τον Harvey ο νεοφιλελευθερισμός αστικοποιείται – γίνεται αστικός χώρος. Αυτή η πραγματοποίηση και η μορφοποίηση του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου δεν αφορά μόνο στο σπεκουλάρισμα της αγοράς των ακινήτων στο χρηματιστήριο με τις γνωστές συνέπειες, αλλά και σε ένα νέο είδος πόλης που προβάλλει μέσα από τα συντρίμμια του φιλελευθέρου αστικού μοντέλου του 20ού αιώνα.

Πέρα από έναν “εξευγενισμό” των ιστορικών κέντρων τους, οι πλανητικές μητροπόλεις φαντάζουν ως συσσώρευση σκουπιδιών, αντικειμένων και ανθρώπων που στηρίζονται κυριολεκτικά πάνω στην κυβιστική γεωμετρία του μπετόν και του μπετόν αρμέ που με την σειρά τους ενώνονται μέσω τσιμεντένιων διαδρόμων. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική στροφή στον δυτικοκεντρικό –κυρίως– τρόπο σκέψης που μέχρι πρόσφατα ταύτιζε την πόλη με την ευτυχία και την υλική ευημερία. Όσο περισσότερο γιγαντώνονται οι σύγχρονες μητροπόλεις, τόσο ο ανθρώπινος πολιτισμός βυθίζεται σε μια υλική δυστυχία και σε μια οντολογική σύγχυση του είναι. Η υπόσχεση της ευημερίας δίνει τη θέση της στον ιλιγγιώδη συνωστισμό. Η άνοδος του φαινομένου Ντουμπάι –που ξεπετάγεται από τη μήτρα του αμερικάνικου πολεοδομικού μοντέλου και που μέσα σε αυτόν βρίσκει τον εαυτό του ως μια συνέχειά του– και η επιβολή του ως σύγχρονου μοντέλου μητροπολιτικού πολιτισμού καταλύει την έννοια του δημόσιου κοινού χώρου μετατρέποντάς τον σε χώρο κατανάλωσης. Η ντουμπαϊοποίηση της φύσης είναι το ακραίο σημείο του κεφαλαίου ως αναπαράσταση του φυσικού κόσμου. Η τάση της “επιστροφής στη φύση” παράγεται από την αντιφύση της πόλης. Είτε με την μορφή ενός συγκρητισμού new age με βάση τη φύση είτε με την μορφή “απόδρασης” προς τη φύση είτε σε μια πιο ακραία μορφή με την ιδέα του νεοπρωτογονισμού, το σύγχρονο βλέμμα κοιτάζει έξω από τα τείχη της πόλης προς κάτι που στο φαντασιακό προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του αγνού και αθώου “εκεί” που αντιδιαστέλλεται στο παροντικό εδώ. (περισσότερα…)

Ο Καρούζος μεταφραστής των Ευαγγελίων: Τρία αθησαύριστα αποσπάσματα

*

Εισαγωγή-Επιμέλεια κειμένων:
Παναγιώτης Χαχής

Σε συνέχεια παλαιότερων δημοσιεύσεων του Νέου Πλανόδιου, στη σειρά «Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη», θα άξιζε νομίζω να προστεθεί, ανασυρμένη από την κειμενική λήθη, μια ανεντόπιστη από τις δύο ―απ’ όσο ξέρω― ως τώρα μεταφραστικές αποδόσεις ευαγγελικών κειμένων στη νέα ελληνική από τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Τον εντοπισμό της τον οφείλω στον φίλο και συνεργάτη σε μια πολύχρονη έρευνα γύρω από τον Καρούζο, Χρήστο Νάτση, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.

Έχει προηγηθεί την άνοιξη του 1965 η απόδοση στα νέα ελληνικά του έβδομου λόγου του Συμεών του νέου Θεολόγου στο τεύχος 33 του πρωτοποριακού για τα θεολογικά γράμματα της εποχής περιοδικού Σύνορο. Σε προηγούμενο τεύχος της Εποπτείας (τ. 15), η απόδοση ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού. Εκεί, όπως σημείωσε εύστοχα ο Ηλίας Μαλεβίτης σε προηγούμενη δημοσίευση των ανωτέρω στο Νέο Πλανόδιον, περιλαμβάνονται «Αποσπάσματα του δημοσιευόμενου μεταφράσματος, και άλλων μεγαλοβδομαδιάτικων ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού, διαβάστηκαν απ’ τον ηθοποιό Πέτρο Φυσσούν στις 9 Απριλίου τούτης της χρονιάς, Μεγάλο Σάββατο, σε σχετική με τον υμνογράφο γιορταστική εκπομπή της ΕΡΤ».

Ακολουθεί στο τεύχος 20 (Μάρτιος 1978) της Εποπτείας ένα απάνθισμα μεταφρασμάτων από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, τα κατά Λουκάν, Ματθαίον, Ιωάννην ευαγγέλια και τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας[1], με τίτλο «Fragmenta για τη Μάνα του Χριστού».

Στο τεύχος 29 (Δεκέμβριος 1978) της Εποπτείας ο Καρούζος επιστρέφει στο θέμα του θείου πάθους, στις μεταφράσεις που παραθέτουμε εδώ. Για την απόδοσή τους, (σε ένα «ελεύθερο σχεδίασμα» όπως περιέγραφε ο ίδιος την εργασία του το 1965 στο Σύνορο), επιλέγει μια λαϊκή, δημώδη γλώσσα, διανθισμένη με στοιχεία προφορικότητας. Όπως ίσως θα περιέγραφαν τα γεγονότα της σταύρωσης απλοί άνθρωποι του λαού στην καθημερινή τους γλώσσα ― όπως ακριβώς και οι πρώτοι μαθητές του Ιησού. Πιθανόν επίσης να είχε κατά νου κάποια παλαιότερη λαϊκή φυλλάδα με κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου. Μια γλώσσα έρρυθμη ―που δεν την συναντούμε αλλού στο έργο του― με βαθύ αποτύπωμα ωστόσο της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή. Η αρχική δημοσίευση είχε γίνει στο πολυτονικό σύστημα, εδώ όμως, σεβόμενοι τις μετέπειτα επιλογές στις εκδόσεις των έργων του, χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό. (περισσότερα…)

Ποίηση και Πόλη: 100 χρόνια Νέα Ιωνία

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Αν οι Αθηναίοι πολίτες δεν είχαν δημιουργήσει την Πόλη δεν θα είχε γραφτεί η Πολιτεία, οι Νόμοι και η Αθηναίων Πολιτεία, ή ακριβέστερα όπως το καταθέτει με τη μορφή ερωτήματος ο Κορνήλιος Καστοριάδης, “Τι θα μπορούσαν να σκεφτούν για την πολιτική ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης;”[1] Αν ο Αισχύλος δεν είχε δείξει “αλκήν ευδόκιμον” στο “Μαραθώνιον άλσος” όπου συστρατευμένος “μες στων στρατιωτών τες τάξεις τον σωρό” πολέμησε τον Δάτι και τον Αρταφέρνη, δεν θα είχε χαρίσει στην ανθρωπότητα τους Πέρσες. Και είναι σ’ αυτό το έργο που δίνεται με αξιοθαύμαστη ακρίβεια για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το βαθύ νόημα της Δημοκρατίας: “Δεν είναι δούλοι ανθρώπου, ούτε έχουνε αφέντη” μας λέει ο μεγάλος τραγικός για τους πολίτες οπλίτες της Πολιτείας των Αθηναίων.

Αυτές οι στιγμές του στοχασμού έχουν την γνήσια προέλευσή τους στην άσκηση λογοδοσίας, τον “λόγο διδόναι” στην αγορά, και εκκινούν με το ερώτημα των πολιτών: Τι λέγεις, τι σημαίνει αυτό που λέγεις; Ποιο είναι το νόημα των όσων λέγεις; “Έτσι ορθώθηκε στην ιστορία μας η βλέψη της αλήθειας, όπως και οι βλέψεις της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης. Αδιαχώριστες. Είμαστε κυριευμένοι ανεπανόρθωτα απ’ αυτές, τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς. Κι ενώ δεν μπορούμε να “θεμελιώσουμε” τις βλέψεις μας αυτές δεν απορρίπτουμε τον σκεπτικισμό, τον σαρκασμό, την χλεύη (Αριστοφάνης). Απορρίπτουμε την πολιτική ασυναρτησία, δεν απορρίπτουμε απλώς το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ, τα πολεμάμε. Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από το νου – κι ας γνωρίζουμε την ανεπάρκεια και τα όριά του. Τα εξερευνούμε αυτά όντας επίσης μέσα στο νου, χωρίς όμως να μπορούμε να δώσουμε λόγο και λογαριασμό για τον ίδιο τον νου”. [2]

Κάτι εντελώς αντίστοιχο συνέβη όταν ο Θαλής ο Μιλήσιος μέτρησε το ύψος των αιγυπτιακών πυραμίδων χρησιμοποιώντας την ομοιότητα των τριγώνων. Γνωστή σήμερα από την θητεία μας στα γυμνασιακά θρανία. Όμως τότε, δηλαδή το 600 π.Χ. περίπου, η μέθοδός του σίγουρα θα υποκινούσε το εύλογο ερώτημα των πολιτών της προσωκρατικής Μιλήτου. Και αυτό στάθηκε αιτία αναζήτησης από τον σοφό μαθηματικό μιας πρότασης ή καλύτερα μιας σειράς προτάσεων που να γίνονται απόλυτα κατανοητές για την αλήθεια τους στους λάτρεις της ερώτησης που μόνο έτσι βίωναν την αγωνία για το νέο που έφερνε στην Πόλη ο Θαλής. Μέσα από αυτή την λαμπρή σχέση με την αγορά, δημιουργήθηκε το πρώτο Θεώρημα και εξ αυτού η Ευκλείδεια Γεωμετρία, το πρώτο αυστηρό μαθηματικό οικοδόμημα, αξεπέραστο μέχρι σήμερα. Η πρώτη επιστήμη ή όπως συνηθέστερα καλείται η Ελληνική Επιστήμη! (περισσότερα…)