William Gaddis, Οι Αναγνωρίσεις

*

Προλεγόμενα-Mετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

♦♦♦

Λίγες σελίδες από τις Αναγνωρίσεις  (The Recognitions, 1955), οι οποίες σκοπίμως δεν περιέχουν κάποια από τα εξαιρετικότερα σημεία του έργου, μα είναι απλώς οι πρώτες του βιβλίου. Πρόκειται για ανεπιμέλητο δείγμα από το πρώτο χέρι της μετάφρασης που ξεκίνησε πριν από πάρα πολλά χρόνια, το 1998, η οποία δεν ολοκληρώθηκε είτε επειδή οι εκδότες δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν περί τίνος πρόκειται είτε επειδή δεν ήταν σε θέση να αναλάβουν την έκδοσή του.

Ένας ελάχιστος δειγματισμός, για το πώς κρίνεται ο λογοτεχνικός μεταμοντερνισμός, για το γεγονός πως οι θεωρούμενοι σύγχρονοι κορυφαίοι αγγλόφωνοι πεζογράφοι δεν επιδίδονται παρά σε επαναπροσεγγίσεις της τέχνης του Ουίλλιαμ Γκάντις (ΗΠΑ, 1922-1998), για το πως αποδίδουν την αισθητική του δίχως να την εξελίσσουν. Για το πως ο Γκάντις ήταν όλα όσα συνέβησαν και λειτούργησαν μετά απ’ αυτόν στις κορυφές της μεταμοντέρνας αγγλόφωνης πεζογραφίας –με βάση τα όσα εκδόθηκαν μέχρι χθες το πρωί– και για το πώς η σύγχρονη αγγλόφωνη, και όχι μόνο, πεζογραφία στις καλύτερες στιγμές και επιδόσεις της αποτελεί πιστοποίηση μοναδικότητας των Αναγνωρίσεων.

♦♦♦

Ακόμη και η Καμίλλα είχε απολαύσει τα μασκαρέματα, εκείνα εκ του ασφαλούς όπου η μάσκα μπορούσε να πέσει την κρίσιμη στιγμή που εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα.

Όμως η πομπή ψηλά στον άγνωστο λόφο, που ήταν οριοθετημένος από κυπαρίσσια, παρωθημένη από τους μονότονους ψαλμούς του ιερέα και αργοπορημένη από τις παύσεις κατά τις δεκατέσσερις στάσεις της Οδού του Μαρτυρίου (για να μην αναφέρω τη νεκροφόρα άμαξα μέσα στην οποία βρισκόταν, ένα όχημα που έμοιαζε με πάγκο ενός μπαρόκ ζαχαροπλαστείου που το τραβούσε ένα λευκό άλογο), θα μπορούσε να διαταράξει τη συνεσταλμένη της όψη, εάν ήταν σε θέση να την βλέπει.

Ισπανική μάζωξη την αποκάλεσε ο αιδεσιμότατος Γκουίον – κατόπιν: όχι από αδιαφορία, μα μ’ έναν τόνο συγκρατημένης ανησυχίας. Ανέκαθεν του άρεσαν τα ταξίδια, όταν ήταν νεότερος, κι αυτή του η παρόρμηση να διευρύνει τον ορίζοντά του ήταν τελικά εκείνη που του είχε δώσει την απαιτούμενη ευκαιρία να την υλοποιήσει (στην εν λόγω περίπτωση, ένα καράβι με προορισμό την Ισπανία), και κόστισε τη ζωή της γυναίκας με την οποία υπήρξε παντρεμένος πριν από έξι χρόνια.

– Θαμμένη εκεί παρέα με κάμποσους νεκρούς καθολικούς, βρισκόταν η κατάρα της θείας Μέυ. Η θεία Μέυ ήταν η αδελφή του πατέρα του, μια στείρα ακλόνητη γυναίκα, κατά το καλβινιστικό ιδεώδες πιστή στον άντρα που υπήρξε αιδεσιμότατος Γκουίον πριν απ’ αυτόν. Επιτελούσε το καθήκον της με κάθε ευκαιρία που προσέφεραν οι αυθεντικές χριστιανικές προσβολές.

Διότι οι δύο οικογένειες είχαν κι άλλον λόγο να νιώθουν αποστροφή πέρα από τη φαινομενικά ιδιότροπη αποδοχή που έδειχνε ο χήρος για τον θάνατο της γυναίκας του. Αρνούνταν να του συγχωρέσουν πως δεν επέστρεψε το άψυχο κορμί της Καμίλλα στην πατρίδα της, για να το εναποθέσουν στο άσπιλο προτεσταντικό χώμα της Νέας Αγγλίας. Αυτό ήταν το δικό τους Μαρτύριο, το κουβαλούσαν πέρα σ’ εκείνον τον ζοφερό πολυτελή Γολγοθά με μια αξιοθαύμαστη έκφραση πουριτανικής αγανάκτησης.

Ιδού τι είχε συμβεί. Νωρίς το φθινόπωρο, το ζευγάρι είχε σαλπάρει για την Ισπανία. – Ένας θεός ξέρει τι πάνε να κάνουν εκεί πέρα, ανάμεσα σε όλους εκείνους τους… εκείνους τους ξένους, ειπώθηκε μεταξύ άλλων. – Μια ολόκληρη χώρα γεμάτη με δαύτους, επίσης.

– Και η Καθολική, γκρινιάρα θεία Μέυ, αρνιόταν ακόμη και να επαναλάβει το όνομα του πλοίου με το οποίο ταξίδευαν, λες και μπορούσε να διαισθανθεί την άμεση καταστροφή που προμήνυε και τον αλληλοσπαραγμό που θα κατάκλυζε ολούθε τη θάλασσα με νίκες ανώφελες, ο οποίος για είκοσι χρόνια αναμενόταν. Παρ’ όλα αυτά, επιβιβάστηκαν στο Purdue Victory και αναχώρησαν από το λιμάνι της Βοστώνης, όντας προετοιμασμένοι για όλων των ειδών τις αντιξοότητες εκτός από εκείνες που άφηναν πίσω τους κι εκείνες τις καταστροφές με την εμβέλεια και τη συγκυριακή τους αυθεντικότητα τις οποίες τα χριστιανικά δικαστήρια και οι ασφαλιστικές εταιρίες, με ταπεινότητα υποστήριζαν ad hominem, πως ήταν ενέργειες του Κυρίου. Την Ημέρα των Αγίων Πάντων, την έβδομη μέρα εν πλω και στο μέσον του ταξιδιού, ο Κύριος επιβιβάστηκε στο Purdue Victory και έδρασε: Η Καμίλλα αρρώστησε από οξεία σκωληκοειδίτιδα.

Ο χειρουργός του πλοίου ήταν ένας φακιδιάρης αξύριστος μικροκαμωμένος άντρας του οποίου τα ρούχα, γεμάτα μουτζούρες, λεκέδες και καψίματα από τσιγάρα, αγκάλιαζαν το κορμί του πιασμένα μ’ έναν μπερδεμένο σπάγκο. Τα κουμπιά του παντελονιού του που ήταν από καραβόπανο ήταν εξ αρχής φτιαγμένα, κατά τον τρόπο μιας δαιμόνιας εξαπάτησης για λόγους οικονομίας, από επενδυμένο χαρτόνι. Μετά από αμέτρητα πλυσίματα έμοιαζαν πλέον σαν μια σειρά από γκρίζα απομεινάρια κατά μήκος του ανοίγματος που έχασκε ανάμεσα στα πόδια του.

Μολονότι μια μπουτονιέρα διακρινόταν καμιά φορά μέσα από κάποιο άνοιγμα στο πανωφόρι του, το άνθος, επίσης, αποδείχθηκε πως ήταν από χαρτόνι, κι ο ίδιος έμοιαζε πως ήταν από εκείνους που διώχνουν τον αφρό από το ποτήρι της μπύρας με τη ράχη μιας βρομερής χτένας που βαστούν στην κωλότσεπη, και καθαρίζουν τα νύχια τους πάνω στο τραπέζι με τις άκρες του πιρουνιού για τη σαλάτα, πράγματα τα οποία, όντως έκανε.

Διέγνωσε τη δυσφορία της Καμίλλα ως δυσπεψία και κλειδώθηκε στην καμπίνα του. Αυτό συνέβη το πρωί. Το απόγευμα ο καπετάνιος πήγε να τον φέρει κι εκείνος τον αντιμετώπισε με μια τόσο τρομαχτική κραυγή που μολονότι ήταν ένας άνθρωπος θαρραλέος τού πάγωσε το αίμα. Αφήνοντας τον χειρουργό στην κατάστασή του η οποία ήταν εμφανώς μια κρίση επιληψίας, ο καπετάνιος αποφάσισε να αντιμετωπίσει ο ίδιος την περίπτωση της Καμίλλα, καθώς όμως περνούσε από το σαλόνι των καπνιστών με το ιατρικό βαλιτσάκι στη μασχάλη του, έριξε και πάλι μια κλεφτή ματιά στο φινιστρίνι του γιατρού. Τότε τον είδε να βαδίζει και να σηκώνει ήρεμος και με σταθερό χέρι ένα ποτήρι γεμάτο αλκοόλ. Αυτό ήταν. Το δειλινό της Ημέρας των Ψυχών απλώθηκε πάνω στη θάλασσα και ο χειρουργός εμφανίστηκε με τον καπετάνιο να τον φέρνει σπρώχνοντας στο ασταθές ημιφωτισμένο κατάστρωμα.

Φρεσκοξυρισμένος, φορώντας μια καθαρή ποδιά θαλαμηπόλου, στάθηκε πάνω από το ακίνητο κορμί της γυναίκας και άρχισε να σταυροκοπιέται με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους, στο στήθος του, στο στόμα, έκανε ξάφνου έναν σταυρό με τα ροζιασμένα του δάχτυλα, τον φίλησε και στρώθηκε στη δουλειά. Προτού οι ψαλμοί και οι ικεσίες προς τις ψυχές του Καθαρτηρίου προλάβουν να υψωθούν απ’ τις ηπείρους που εκείνη την ώρα απείχαν εξίσου από το λιμάνι της αναχώρησης και το λιμάνι του προορισμού, είχε καταφέρει να δώσει ένα τέλος στον πόνο της Καμίλλα και στη ζωή της.

Μέσω της ανάκρισης που διεξήχθη κατόπιν αποκαλύφθηκε πως αυτό το ρεμάλι (που πέρασε το υπόλοιπο του ταξιδιού δεμένος ολόγυρα μ’ ένα σκοινί διαβάζοντας μια το Βιβλίο του Ιώβ και μια τον Οδηγό των Εθνικών Σιδηροδρόμων του Σιάμ) δεν είχε ιδέα από εγχειρήσεις. Ο κύριος Σινιστέρα ήταν φυγάς, ταξίδευε με διαπιστευτήρια που, κατά την ώρα της επιβίβασής του, υπήρξαν τα πλέον πρόσφορα μες στην απελπισία του: πλαστά χαρτιά που είχε τυπώσει ο ίδιος. (Είχε κάνει τη δουλειά με την καλλιτεχνική φροντίδα στη λεπτομέρεια με την οποία είχε τυπώσει πλαστά χαρτονομίσματα, χρησιμοποιώντας ακόμη και την τεχνική του Ρέμπραντ για την επίστρωση με κερί του φύλλου χαλκού.) Ήταν τόσο αγχωμένος για ότι συνέβη όσο κι όλοι πάνω στο πλοίο. Η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, τον ξεγέλασε αφαιρώντας του τη δυνατότητα να αποσυρθεί διακριτικά όπως το είχε σχεδιάσει, από την πολυετή του ειδικότητα, στο ιστορικό άσυλο της Ιβηρικής.

— Το πρώτο γύρισμα της βίδας ήταν σωτήριο, είχε ψελλίσει (ενώ σταυροκοπιόταν) στην πρύμνη του Purdue Victory, όπου το κατάστρωμα κλυδωνίστηκε καθώς τα πτερύγια της προπέλας αναστάτωσαν τα ύδατα της Βοστώνης που βρίσκονταν από κάτω του∙ και το λιμάνι σαν να μην ήθελε να τους αφήσει, αντηχούσε ακόμη το σφύριγμα του πλοίου, μόνο για να το επαναλαμβάνει απρόθυμα σε ελάχιστες δόσεις ξοπίσω τους έως ότου ξεμακρύνουν μέσα στη σιωπή. Τότε πίστεψε πως είχε γλιτώσει από τη λήθη ξεφεύγοντας από τους πράκτορες εκείνης της χώρας που δεν ήταν τόσο χριστιανική ώστε να αποσυρθεί πεπεισμένη στην πίστη πως εκείνος θα πλήρωνε στην εντέλεια για τις αμαρτίες του στον άλλο κόσμο, (η καταγραφή του Δάντη ως αυτόπτης μάρτυρας των υδρωπικών μαρτυρίων που εξακολουθεί να βιώνει ακόμη και σήμερα στο Μαλεμπόλτζε εκείνος ο πρωτοπόρος ο Αντάμο ντα Μπρέσια, που παραχάραξε, παρόλα αυτά, το φλορίνι), επιμένοντας να τον δουν να πληρώνει γι’ αυτές στον κόσμο ετούτο.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο κύριος Σινιστέρα υπήρξε παραχαράκτης. Κατά την αστυνομική έρευνα, προσπάθησε εν ολίγοις να υποστηρίξει την ιατρική του ιδιότητα βασιζόμενος στο γεγονός ότι είχε κάποτε βοηθήσει έναν ζωοτόμο στην Τάμπα, της Φλόριδας, και όταν αυτό έπεσε στο κενό, συμβιβάστηκε με το να λοιδορεί μουρμουρίζοντας τους Εβραίους, να αναφέρεται στη ματαιότητα επί της γης, και παρέθεσε αποσπάσματα από τον Εκκλησιαστή, τον Αλφόνσο Λιγκουόρι και τον Πάπα Πίο Θ΄, ως απάντηση σε κάθε κατηγορητική ερώτηση. Εφόσον δεν ήταν αληθές πως είχε, όπως ανέφερε κάποτε μια σκανδαλοθηρική φυλλάδα, πέσει στην παγίδα κάποιων έξυπνων ομοσπονδιακών πρακτόρων που τον συνέλαβαν να αντικαθιστά τα αδρά χαρακτηριστικά του Νάτριου Τζάκσον πάνω στο αμερικάνικο εικοσιπενταδόλλαρο με τη δική του κεφαλή, ο κύριος Σινιστέρα δεν έδωσε και τόση σημασία σ’ αυτή την ανώφελη συκοφαντία.

Όμως, ως ευαίσθητος καλλιτέχνης που πιάστηκε στην παγίδα βδελυρών κριτικών, εξακολουθούσε να το φυσά και μην κρυώνει λόγω εκείνης της κριτικής που το έργο του είχε δεχθεί στην πρώτη σελίδα της Μηνιαίας Εθνικής Επιθεώρησης Παραχαράξεων («Η μύτη στην απεικόνιση του Τζάκσον εμφανίζεται εξογκωμένη λόγω μιας έντονης κατά μήκος γραμμής…») και μετά απ’ αυτό, το πάθος του για ανωνυμία τρεφόμενο από την έμφυτή του μετριοφροσύνη καταμεσής των τειχών της ανωφέρειας του Μαλεμπόλτζε, βάλθηκε να γίνει κατόπιν ένας τόσο άριστος τεχνίτης, που οι φθονεροί κριτικοί δεν θα τολμούσαν ποτέ ξανά να του κάνουν ανάλογη επίθεση. Η μεταμέλειά του για τον θάνατο που προξένησε ήταν γνήσια, και η μετάνοιά του ειλικρινής, εντούτοις, δεν συνέδεσε στο παραμικρό εκείνο το ατύχημα που επέτρεψε ο Θεός να συμβεί και την προσωπική του καριέρα. Πολύ σύντομα βρέθηκε να καταγίνεται με την χαρακτική επί χάλυβος, στο εργαστήριο της φυλακής όπου κατασκευάζονταν πινακίδες αυτοκινήτων.

Με εξαίρεση έναν και μόνο αστερισμό, η νύχτα θα ήταν εντελώς ανάστερη για το ανήσυχο βλέμμα ενός Έλληνα ναυτικού που θα αναζητούσε τις Πλειάδες, των οποίων η φθινοπωρινή εξαφάνιση σήμανε τη λήξη της περιόδου ναυσιπλοΐας. Οι Πλειάδες είχαν χαθεί ενώ το Purdue Victory έπλεε ακόμη στη θάλασσα, ουδείς όμως αναζητούσε πλέον εκείνον τον γαλαξία των ήλιων που βρισκόταν τόσο μακριά που ο δικός μας θα μπορούσε να ν’ ανέβει ψηλά στον ουρανό και να ξαναχαθεί δίχως ουδείς να τον διακρίνει σε τέτοια απόσταση: ένας αστερισμός του οποίου η χάση έχει εγκαινιάσει εορτασμούς για ‘κείνους που σε τάφους κείτονται από την Αμερική των Αζτέκων ως την Ιαπωνία, ενθαρρύνοντας τους Δρυΐδες να εφαρμόσουν το πιο ιερό τους μυστήριο, της αναδημιουργίας του κόσμου, φέρνοντας στην Περσία τον μήνα Mordad και τον άγγελο του θανάτου. Χαμηλά, στο επίπεδο της θάλασσας, σαν ένας αστερισμός του οποίου η αστρική διαμόρφωση αποτύγχανε παταγωδώς να περιγράψει το σχήμα που του είχε επιβληθεί από την τυραννία μιας πανάρχαιας φαντασίας, όπου η Αργώ στις νότιες θάλασσες διακρίνεται μόνο από το εσωτερικό μάτι της μνήμης κανενός, το καράβι κόντρα σε μια θάλασσα δίχως ορίζοντα μέσα στη νύχτα λοιπόν άφηνε να διακρίνονται οι γραμμές οι οποίες με σαφήνεια τόνιζαν στο ίδιο εκείνο μάτι την τελειότητά του, όπου το πλέον σαθρό και ταλαίπωρο σκαρί έμοιαζε κομψό και καλλίγραμμο πέραν της διάταξης των φώτων του. «Σε κάποια μέρη σκοτεινό και ανάστερο, από την πλώρη μέχρι / το μεσιανό κατάρτι, μα σ’ άλλα μέρη να λάμπει από φως», το Purdue Victory έπλεε λίγο πιο έξω από το Αλχεθίρας, κι όπως η Αργώ, ποιος μπορούσε να διακρίνει πού ήταν η πλώρη και πού η πρύμνη; Τα vela, τα ιστία; Η carina, η τρόπιδα; Εκεί όπου έχει ρίξει άγκυρα στον νότιο αστρικό πόλο, που είναι και το τέλος του ταξιδιού για το Χρυσόμαλλο Δέρας. Ο χήρος αποβιβάστηκε με μια μαούνα εκείνο το ξάστερο και παγερό βράδυ του Νοέμβρη, με μια μονάχα αποσκευή στο χέρι. Ο Γκουίον είχε αρνηθεί να γίνει η κηδεία στη θάλασσα. Αντιμετώπισε τρομερές δυσκολίες βγαίνοντας σ’ εκείνο το λιμάνι της Ισπανίας, διότι κατά κύριο λόγο είχε μαζί του κάτι το οποίο κατατασσόταν ως «Importación ilegal de carnes dañadas», δυσκολίες οι οποίες ξεπεράστηκαν μόνο πληρώνοντας ένα τεράστιο χρηματικό ποσό για να καλύψει το πρόστιμο, τους δασμούς, τους φόρους, την επιμνημόσυνη δέηση και την αρχιεπισκοπική άδεια, καθώς το πτώμα ήταν προφανές πως ανήκε σε κάποιον με αιρετικό θρήσκευμα. Το δυσμετακίνητο εκείνο πράγμα σφραγίστηκε τελικά μέσα σ’ ένα φέρετρο από μαόνι, το οποίο μετέφερε σε διάφορα μέρη της χώρας αναζητώντας το κατάλληλο μέρος για τον ενταφιασμό του. Τελικά, σ’ ένα ύψωμα πίσω από το χωριό Σαν Ζβίνγκλι με θέα τη βραχώδη κοιλάδα της Νέας Καστίλλης, η Καμίλλα Γκουίον αναπαύθηκε σ’ ένα περιτειχισμένο μέρος όπου αναπαύονταν και άλλοι ενοικιαστές, με μια επικήδειο ακολουθία η οποία θα αποτελούσε τέτοια προσβολή για τους προγόνους της που θα τους έκανε να χάσουν την καλβινιστική τους αυτοκυριαρχία και θα είχε αναστατώσει και την ίδια ως προτεστάντισσα, εάν θα της είχε μείνει έστω μια ανάσα για να μπορέσει να διαμαρτυρηθεί. Τίποτα τέτοιο όμως δεν συνέβη. Το φέρετρο γλίστρησε εκεί ψηλά μέσα σ’ εκείνη την εσοχή στην bóveda αδιατάραχτο από τέτοια ζητήματα που μπορεί να προβλημάτιζαν τους πιστούς που βρίσκονταν γύρω του, ενοχλημένοι από την εμφάνιση αυτού του αλλοδαπού αιρετικού σε μια χώρα όπου κι οι λεπροί ακόμη είτε αποτεφρώνονταν είτε σε διαφορετικά μέρη ενταφιάζονταν από φόβο μη μεταδώσουν την αρρώστια τους στους νεκρούς που μπορεί να βρίσκονταν γύρω τους. Όταν βράδιασε είχε γίνει πλέον ντόπια, ήταν ευπρόσδεκτη, ανάμεσα σε σαπισμένες ανθοδέσμες και στεφάνια φτιαγμένα από χάντρες ή από μέταλλο, ανάμεσα σε ταφικές προσόψεις με σπασμένα γυαλιά και ετοιμόρροπες εικόνες, ονόματα πιο αλλόκοτα απ’ το δικό της, φωτογραφίες κάτω από τζάμια, ανάμεσα σε πάμπολλα παιδιά και άδεια μνήματα που βρίσκονταν σε αναμονή, στα οποία έριχναν προς το παρόν μόνο σπασμένα βάζα ή καμιά διαλυμένη σκούπα. Πλάι στη φωτογραφία ενός αλλήθωρου κοριτσιού με ψηλές λευκές κάλτσες, η Καμίλλα αφέθηκε εκεί με την Καστίλλη να απλώνεται γύρω απ’ τα πόδια της, με την κακοτράχαλη επιφάνεια εκείνης της κοιλάδας τόσο αδιάφορη προς τη θύμηση όσων είχαν διαδραματιστεί όσο η θάλασσα. Ο αιδεσιμότατος Γκουίον ήταν σαράντα τεσσάρων χρόνων. Ήταν λίγο ψηλότερος από τον μέσο όρο με αραιά και γκρίζα μαλλιά, μ’ ένα πρόσωπο καθαρό και αναψοκοκκινισμένο. Τα ρούχα του, μολονότι ήταν σκούρα και κατάλληλα για την περίσταση, ήταν κάπως λεκιασμένα γεγονός το οποίο είχε ενοχλήσει εξαρχής τους ανώτερους απ’ αυτόν παρευρισκόμενους κληρικούς. Η ανάσα του, όσο γερνούσε, γινόταν όλο και πιο δροσερή από το κύμινο, του οποίου τους σπόρους συνήθιζε να χρησιμοποιεί για να αρωματίζει τα αλκοολούχα ποτά και τα μάτια του τη μια στιγμή έλαμπαν από ενδιαφέρον για το θέμα που μπορεί να συζητούσε και την άλλη ατένιζαν σαν χαμένα πέρα απ’ τον ορίζοντα της παροδικότητας. Είχε αποκτήσει πια, την όψη ενός ανθρώπου που περίμενε κάτι το οποίο είχε πριν από πολλά χρόνια συμβεί. Όντας νέος σ’ ένα πανεπιστήμιο στη Νέα Αγγλία είχε σπουδάσει λατινογενείς γλώσσες, μαθηματικά και είχε ειδικευτεί στην κλασική ποίηση και την ανθρωπολογία, κατευθύνσεις σπουδών τις οποίες η οικογένειά του θεωρούσε βεβαίως υποδεέστερες καθώς οι γλώσσες αποτελούσαν το πραγματικό του στοιχείο και τίποτα δεν μπορούσε να προσφέρει μια πιο ζωώδη απεικόνιση του κόσμου από την αναλυτική γεωμετρία. Στην οικογένειά του πίστευαν πως η ανθρωπολογία δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την εξέταση αρχαίων οστών και τη μέτρηση πρωτόγονων κρανίων και όσο αφορά την κλασσική ποίηση, ελάχιστοι αντιλαμβάνονταν το ελεύθερο πνεύμα του Μένανδρου («αρωματισμένος και φορώντας αέρινο ράσο, με βήμα αργό και σερνάμενο…»). Τα βράδια ο Γκουίον τα περνούσε διαβάζοντας Θωμά Ακινάτη στα κρυφά, ή σχεδιάζοντας, με τον Ρότζερ Μπέηκον, αξιοθαύμαστες γεωμετρικές αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού. Πέρασαν μήνες και χρόνια, στη Θεολογική Σχολή και στο Ιεροδιδασκαλείο. Κατόπιν ταξίδεψε σε φυλές πρωτόγονες στην Αμερική. Έγινε ιεραπόστολος.

WILLIAM GADDIS

*

 

Advertisement