ΝΠ | Δοκίμια

Στον στίβο του συμβολικού


*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν ακόμα εφικτό για έναν επαγγελματία αθλητή να βγει δημοσίως και να διακηρύξει μεγαλοφώνως και με παρρησία, ως ένα σύγχρονο «έρκος Αχαιών», ότι «δεν είμαι το πρότυπο κανενός». Τέτοιες μεγαληγορίες μπορεί βέβαια να εκφέρονταν στα πλαίσια κάποιας διαφημιστικής καμπάνιας, αμβλύνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό τις όποιες αιχμές περιείχαν για την αδηφάγα βιομηχανία του θεάματος που δεν γνωρίζει φραγμούς. Έστω κι έτσι όμως, παρά τις απόπειρες απονεύρωσης και δημιουργικής ενσωμάτωσης τους σε πιο αποδεκτά πλαίσια, υποδείκνυαν κάτι βαρύνουσας σημασίας: τη δυνατότητα ύπαρξης της ετεροδοξίας και την ανάγκη αναμέτρησης με αυτή, ακόμα κι αν αυτή η αναμέτρηση γινόταν υπό τους όρους της ενσωμάτωσης.

Η εποχή που επέτρεπε τέτοιου είδους διανοητικές λεπτότητες και που είχε την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παρέχει χώρο σε αποκλίνουσες αντιλήψεις και ρητορικές λοξοδρομίες φαίνεται να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Αρκεί πλέον μια απειροστή υπόνοια ότι ένας αθλητής τόλμησε να αγνοήσει τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι διαδικτυακές και μιντιακές ορδές των σύγχρονων Καθαρών και Βογομίλων (ακόμα και από την άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί η υπεύθυνη λίγκα να τους έχει πετάξει μερικά ψίχουλα στο παρελθόν), απαιτώντας τον κοινωνικό εξοστρακισμό του, τη συμβολική θυσία του πάνω σε μια πυρά που τρίζει από τα κλικ των like και των share. Μέχρι και ο εργοδότης του πεπτωκότος αθλητή εγκαλείται αν τυχόν δεν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα προς «συμμόρφωση» του εργαζομένου του. Στη βάση ποιας λογικής όμως έχει φτάσει να θεωρείται αυτονόητο ότι ένας εργοδότης (και μάλιστα ιδιώτης) έχει το δικαίωμα να εγείρει αξιώσεις και απαιτήσεις περί του ορθώς εκφράζεσθαι των εργαζομένων του εκτός των ορίων του εργασιακού χώρου; Ο εύκολος ερμηνευτικός δρόμος για την εξήγηση αυτής της αλλαγής παραδείγματος των εργασιακών ηθών είναι αυτός που εκκινεί από μια υποτιθέμενη αυξημένη ευαισθησία των δυτικών κοινωνιών απέναντι σε φαινόμενα κακοποίησης και προσβλητικών συμπεριφορών για να καταλήξει λίγο – πολύ αβρόχοις ποσί σε ψευδαισθήσεις μεγαλείου περί κάποιας ηθικής προόδου των φιλελεύθερων «δημοκρατικών» καθεστώτων. Το ιστορικό βλέμμα, ωστόσο, έχει μάθει να είναι καχύποπτο απέναντι στις εύκολες ηθικολογικές ρητορείες που συχνά δεν είναι τίποτα άλλο παρά εφήμερος αφρός που ξεβράζουν στην επιφάνεια τα βαθιά ρεύματα μακράς διάρκειας της κοινωνικής αλλαγής. (περισσότερα…)

Σκέφτονται άρα υπάρχεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Το ζώο έχει πρόσωπο – ο άνθρωπος έχει μάσκα. Το ζώο το κοιτάζεις και βλέπεις την ψυχή του ζώου. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις την αλήθεια του. Τον άνθρωπο τον κοιτάζεις και βλέπεις τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να κρύψει την ψυχή του. Αν ξέρεις να βλέπεις, βλέπεις το ψέμα του.

Δύστυχο ζώο ο άνθρωπος. Δεν διάλεξε το ψέμα του. Του το έδωσαν για αλήθεια οι μάσκες που ψεύδονταν την ύπαρξή του. Παλεύει – παλεύει μια ζωή με την μάσκα του. Αν την αγαπήσει, τότε είναι που θ’ αρχίσει να ουρλιάζει μέσα του ό,τι δεν μπορεί να νιώσει πως η μάσκα του ανήκει. Αν την μισήσει, θ’ αρχίσει να δαγκώνει μέσα του ό,τι νιώθει πως απειλείται από την απόρριψη της μάσκας.

Έτσι κι αλλιώς χαμένος ο άνθρωπος πίσω από την μάσκα του. Έτσι κι αλλιώς μια προκατάληψη: σκέπτομαι άρα υπάρχω. Ώσπου ν’ ανακαλύψει πως το «σωστό» είναι: σκέπτονται άρα υπάρχω.

Και τότε η μάσκα γίνεται μάσκα της μάσκας. Την μάσκα δεν την επιλέγεις, δεν μπορείς να την φτιάξεις. Την μάσκα της μάσκας την επιλέγεις, μπορείς να την κατασκευάσεις. Μπορείς με μια κίνηση τερατώδους ψεύδους να υποκριθείς την αλήθεια.

Αυτός είναι ο «μηχανισμός» της πολιτικής επικοινωνίας: λέω τερατώδη ψέματα, για να σκεφτείς πως δεν μπορεί να είμαι τόσο ψεύτης. Άρα; Πίσω από την τερατώδη μάσκα βρίσκεται το πρόσωπο. Το πρόσωπο που τόσο θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου ή το πρόσωπο που δεν θα ήθελες να βρίσκεται κάτω από την μάσκα σου.

Τα πάντα εκτός από την αμφιβολία. Η αμφιβολία είναι κουραστική, θέτει τόσα ερωτήματα. Και το χειρότερο: ζητάει απαντήσεις, με μόνο δεδομένο το χάος.

Κοιτάξτε τα πρόσωπά τους. Είναι οι μάσκες των μασκών που κρύβουν το χάος, το μηδέν, το τίποτα, αυτό που υπάρχει μόνο επειδή σκέπτεσαι.

Μια σκέψη θα μπορούσε να τους αφανίσει. Κι όμως αυτή η σκέψη δεν μπορεί να γίνει. Τι την κρατάει; Ο φόβος πως θα σταματήσουν να σκέπτονται και θα πάψεις να υπάρχεις!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

Η αλογόμυγα του Σωκράτη

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ένας από τους γοητευτικότερους χαρακτήρες των πλατωνικών διαλόγων βρίσκεται στον Γοργία. Πρόκειται φυσικά για τον προκλητικό και αιρετικό Καλλικλή. Η πιο επιφανειακή ανάγνωση του Καλλικλή θα του απέδιδε απλώς μια πρόθεση απολογητικής της εκάστοτε εξουσιαστικής αρχής. Μια δεύτερη, προσεκτικότερη ανάγνωση θα έθετε γρήγορα εν αμφιβόλω την θεώρηση του Καλλικλή ως ενός απλού φερεφώνου της εξουσίας. Από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέχεται ότι όσοι κρατούν τα ηνία μιας πολιτικής οντότητας ενδέχεται κάλλιστα να πάσχουν από μια φυσική κατωτερότητα, τότε αυτόματα ανοίγεται ο δρόμος για τη διάσταση μεταξύ (ανθρώπινου) νόμου και φύσης. Κι αν ο νόμος είναι αυτός που κυριαρχεί στην κοινωνική ζωή, αυτό σημαίνει ότι η φύση δρα κατά κανόνα από το παρασκήνιο, αναζητώντας την ευκαιρία να διεκδικήσει ό,τι της ανήκει. Έτσι εδώ ανακύπτει μια πιο νιτσεϊκή εκδοχή του Καλλικλή: οι κατέχοντες την εξουσία διακατέχονται από δουλικά ένστικτα και για αυτόν ακριβώς τον λόγο φροντίζουν να διασφαλίζουν την πλεονεκτική τους θέση με το να οχυρώνονται πίσω από τον νόμο και τις τετριμμένες ηθικές συμβάσεις.

Η διάκριση ανάμεσα σε νόμο και φύση δεν είναι όμως τόσο σαφής όσο θα απαιτούσε μια συνεπής νιτσεϊκή ερμηνεία. Όπως ο ίδιος ο Καλλικλής αναφέρει, μια έννοια (φυσικού) δικαίου μπορεί να ανευρεθεί ακόμα και στα ζώα. Αν όμως το (όποιο) δίκαιο βρίσκει εφαρμογή τόσο επί των ανθρώπων όσο και επί των ζωικών πλασμάτων, τότε ποιο ακριβώς είναι το όριο που διαχωρίζει τον νόμο από τη φύση; Μια δυνατή απάντηση θα ήταν να ταυτιστεί ο νόμος με το άδικο. Κάθε δίκαιο άξιο του ονόματός του (οφείλει να) πηγάζει από μια φυσική μήτρα, ενώ κάθε θετικό δίκαιο δεν μπορεί παρά να μολύνει και να παραμορφώνει το φυσικό δίκαιο. Η ιδανική πολιτεία θα ήταν αυτή που θα επέτρεπε στις δυνάμεις της φύσης να ακολουθούν το δρόμο τους, απαλλαγμένες από τα βαρίδια και τα χαλινάρια των συμβατικών νόμων. Στην ακραία της εκδοχή, αυτή η λύση δεν επιλύει βέβαια και πολλά, αναδιατυπώνοντας απλώς το πρόβλημα. Αν μια «επιστροφή στη φύση» είναι το ζητούμενο για μια πολιτεία, τότε σε τι ακριβώς διαφέρει μια πολιτική οντότητα από μια ζωική ορδή; Το κάλεσμα επιστροφής στη φύση οδηγεί αναγκαστικά στην αυτοαναίρεση κάθε έννοιας του πολιτικού, χειρονομία που είναι ωστόσο αδιανόητη για τον Καλλικλή, εφόσον για τον ίδιο η ικανότητα διαχείρισης των πολιτικών πραγμάτων συνιστά τον κατεξοχήν ορισμό της ευφυΐας. (περισσότερα…)

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ιστορητής και βάρδος

*

Προδημοσίευση από τον τόμο Ιστορητής και βάρδος. Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1979), Εισαγωγή-Ανθολόγηση Κώστας Κουτσουρέλης, που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος στη σειρά «Δύο Αιώνες Ελληνικής Ποίησης».

«Ο Βαλαωρίτης δεν είναι λυρικός», προειδοποιεί τον αναγνώστη ο Κωστής Παλαμάς – ίσως για να τον προφυλάξει από την διαδεδομένη ήδη στον καιρό του παρεξήγηση ότι η ποίηση ταυτίζεται με το λυρικό της γένος. Ωστόσο δεν έχει εντελώς δίκιο. Το μέγιστο μέρος του έργου του Βαλαωρίτη το αποτελούν ασφαλώς τα αφηγηματικά του ποιήματα. Όμως ο Βαλαωρίτης είναι κάτι παραπάνω από ιστορητής, από εικονογράφος των μακραίωνων εθνικών παθών, για να θυμίσω μια από τις σημασίες της λέξης. Είναι βάρδος με το πλατύ περιεχόμενο που προσέδιδε στον όρο ο 19ος αιώνας, ποιητής δηλαδή που συνδέει οργανικά και αναπόσπαστα τον επικό με τον λυρικό και τον ελεγειακό τόνο. Παρότι ποιοτικά σημαντική, ποσοτικά αυτή του η πλευρά είναι αφανέστερη. Οι λυρικές στιγμές του συχνά είναι κρυμμένες σε εκτενέστερα έργα του, λειτουργούν ως πρελούδια ή ιντερμέδια τα οποία παρενείρονται στην αφήγηση και ρυθμίζουν τη ροή της. Στην Κυρά Φροσύνη, για παράδειγμα, βλέπουμε τον ποιητή να περιγράφει λυρικότατα την Λίμνη των Ιωαννίνων.

Κρυφά το γλυκοχάραμα προβαίνει από τον Πίνδο
ραντίζοντας με τη δροσιά το κάθε πάτημά του.
Κοιμάται η λίμνη ατάραχη, και στου γιαλού την άκρη
ακούεται γλυκά γλυκά λίγος αφρός να παίζει,
σαν ήσυχος ανασασμός μικρού παιδιού στον ύπνο.

Κύριο γνώρισμά του βαλαωριτικού λυρισμού είναι η βαθιά τρυφερότητα:

Στον κόσμο σ’ είδα μιαν αυγή, στον ουρανό μου αστέρι,
στον έρημό μου το γιαλό μονάκριβη αρμυρήθρα,
βυζασταρούδι γαλανό, δροσάτο σαν τη φτέρη,
ξανθό σαν την κερήθρα.

(περισσότερα…)

Αντιδοκίμιο

*

του Αλέξανδρου Σάντο Τιχομίρ

Αν μεταχειριζόμαστε το πρώτο πληθυντικό στα δοκίμιά μας, αυτήν την επίφαση αντικειμενικότητας, είναι γιατί θέλουμε να υπονομεύσουμε την αντικειμενικότητα, όπως εννοείται στις μέρες μας, να τη σαμποτάρουμε για να αποδείξουμε ότι το εγώ μπορεί να πει αλήθειες· ότι στην πραγματικότητα το εμείς δεν είναι παρά η προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους, ή καλύτερα να πειστούμε: να μετατρέψουμε σε γνώση αυτό που απλώς πιστεύουμε, όταν παρά το γεγονός ότι στέκεται μπροστά στα μάτια μας, θέλουμε να το αγγίξουμε για να βεβαιωθούμε, σάμπως η αφή (εδώ μεταφορικά η γνώση) να μην είναι άλλη μία αίσθηση που μπορεί να μας απατήσει. Όμως αυτό σημαίνει πληθυντικός: δύο αισθήσεις (όραση και αφή), συνεπώς βεβαιότητα. Ύστερα υπάρχει ανάγκη για τρεις: η αμφιβολία, βλέπετε… Αλλά ο «γνωστικός άνθρωπος» δεν σταματάει εκεί: ακόμη και όταν θα αγκαλιάσει ολόκληρη την αλήθεια, θα αμφιβάλλει για την ύπαρξή της: ένας Ιβάν Καραμάζωφ, ένας άνθρωπος καταραμένος να απομακρύνεται από την αλήθεια, καθώς προσπαθεί εναγωνίως να την πλησιάσει με τη λογική, που όχι μόνο μοιράζεται με τις αισθήσεις την περατότητα, αλλά και την ίδια δομή, εκείνη του στροβίλου που σε αρπάζει και σε τσακίζει μέσα στην τροχιά των δυνάμεών του. (περισσότερα…)

Σκέψεις για τη σωτηρία της νεότητας

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

Ι. Ο ώριμος άνθρωπος οφείλει –πριν πεθάνει– να ξοδέψει όλα τα αποθέματα που διαθέτει. Και σωματικά και ψυχικά. Αν είναι δυνατόν, να μην αφήσει στον Χάρο τίποτε άλλο παρά μόνο ένα πέτσινο σακί γεμάτο με θρυμματισμένα κόκκαλα. Οι δεξαμενές αυτών των αποθεμάτων όμως πλάθονται και γεμίζουν όταν μέσα τους καταλήγουν τα πλουσιοπάροχα νερά της νεότητας. Άρα είναι ένα μέγεθος που καθορίζεται νωρίς στη ζωή του ανθρώπου. Τα ύδατα αυτά, αν και έχουν τη δυνατότητα να είναι χειμαρρώδη και γεμάτα με εύφορη ύλη, δεν σημαίνει ότι θα είναι και τέτοια. Ούτε σημαίνει ότι όλοι μας θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό το επίπεδο πλησμονής. Χρειάζεται μέριμνα από νωρίς.

ΙΙ. Εκπαιδεύεται μια γενιά χωρίς πραγματικές εμπειρίες. Μια γενιά ανθρώπων που δεν έχουν επαφή με την αληθινή ζωή. Μια ολόκληρη στρατιά ανθρώπων που τους βιάζουν καθημερινώς στο να καλουπωθούν μέσα σε μια αλλοπρόσαλλη πνευματική αναπηρία, να εισέλθουν σ’ ένα αχυρένιο και παντελώς μέτριο πνευματικό προλεταριάτο, ενώ ταυτόχρονα τους παραμυθιάζουν για ελευθερίες, δικαιώματα και ευκαιρίες. Ο βιασμός εδώ έχει τη διττή σημασία της λέξης: είναι και βίαιος και βιαστικός (γρήγορος). Και στην τελική φάση του σχεδίου του πάντα άγαρμπος και με προφάσεις εν αμαρτίαις που θα ζήλευε ακόμα κι ο Προκρούστης. Έτσι, τα φρεάτια της σημερινής νεότητας κατασκευάζονται ρηχά διατρέχοντας τον άμεσο κίνδυνο να στερεύουν γρήγορα και να παραμένουν κατά την ενηλικίωση μόνο με τις κροκάλες του πάτου τους. Ή, έστω, μισογεμίζουν με ένα νερό γλυφό και παράξενο. Με νερό που αντί να σε ξεδιψά και να σε ξεκουράζει, περισσότερο σε συγχύζει, αφήνοντας σου ταυτόχρονα μια αίσθηση πίσσας στον ουρανίσκο, λες και έκανες πορείες μέσα στην έρημο κραδαίνοντας ένα άδειο παγούρι. (περισσότερα…)

Στο περιθώριο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Θα το έχετε ασφαλώς καταλάβει ότι δεν είμαι φιλόδοξος και ότι δεν περιμένω από το κοινό να κατανοήσει την μουσική μου με την πρώτη κιόλας ακρόαση. Θα ήμουν ευχαριστημένος αν με την δέκατη πέμπτη ακρόαση έπαυε απλώς να την απεχθάνεται». Γραμμένη στα 1937 σε ιδιωτική του επιστολή, η φράση αυτή του συνθέτη Άρνολντ Σαίνμπεργκ, εμπνευστή και σημαιοφόρου του μουσικού μοντερνισμού, δεν ομολογεί παρά κάτι γνωστό. Το τεράστιο χάσμα που χωρίζει τις προτιμήσεις της μεγάλης πλειοψηφίας των ακροατών της λόγιας μουσικής από το τεχνοτροπικό ιδίωμα που εκείνος εγκαινίασε.

Ήδη στα 1924, ο ιδιοφυέστερος μαθητής του Σαίνμπεργκ, Άλμπαν Μπεργκ, είχε δοκιμάσει να ερμηνεύσει το φαινόμενο. Στο κλασικό δοκίμιό του «Γιατί η μουσική του Σαίνμπεργκ είναι τόσο δυσνόητη;» εντόπιζε το πρόσκομμα σε ένα στοιχείο ενδιάθετο στο έργο του δασκάλου του: στην δομική ασυμμετρία των φράσεων και των περιόδων που το διέπουν. Η αυτοπεριγραφή του ίδιου του Σαίνμπεργκ είναι και εδώ διαφωτιστική:

«Τα θέματά μου ποικίλλουν διαρκώς, δεν καταφεύγω σχεδόν ποτέ σε απαράλλακτες επαναλήψεις, κάνω αιφνίδια άλματα στα πλέον απομακρυσμένα εξελικτικά στάδια της σύνθεσης και προσδοκώ από τον πεπαιδευμένο ακροατή να είναι σε θέση να βρει από μόνος του τις ενδιάμεσες μεταβάσεις.» (περισσότερα…)

Μοντέρνοι καπιταλιστές

*

του ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

Μοντέρνοι καπιταλιστές

Ενώ ο ιστορικός καπιταλισμός προέκυψε από τον, ομολογουμένως σκαμπρόζικο, συνδυασμό του τυχοδιωκτικού πνεύματος των corsairs-capitalists και της προτεσταντικής ηθικής, οι κατιόντες επίγονοί του έφτιαξαν ένα καινούργιο κοκτέιλ με τα πιο απεχθή συστατικά του προηγούμενου. Από τους κουρσάρους κράτησαν τη ληστρική ροπή αλλά όχι την παράτολμη διάθεση και από τους προτεστάντες τη φιλαργυρία αλλά όχι και την προθυμία επανεπένδυσης ιδίων κεφαλαίων.

Οι σημερινοί πολυεκατομμυριούχοι λοιπόν, δεν είναι τίποτε αετονύχηδες αλλά κοράκια που κόβουν κύκλους πάνω από την κάθε εθνική οικονομία, προτιμώντας να παίζουν με ξένα λεφτά και ελάχιστο ρίσκο. Ιδρύουν επενδυτικές εταιρείες σπεκουλάροντας πάνω στην πλάτη όσων τους εμπιστεύονται και εξασφαλίζουν με δωροδοκίες σκανδαλωδώς ευνοϊκούς όρους σε κρατικές παραγγελίες. Όταν οι μπίζνες πάνε καλά τσεπώνουν τα κέρδη φοροδιαφεύγοντας ανενόχλητοι κι αν το πράγμα στραβώσει καταφεύγουν στο δημόσιο για να τους ξελασπώσει με το υστέρημα των φορολογούμενων.

Οι πιο θρασείς ανάμεσά τους, τύποι σαν τον Μπερλουσκόνι, τον Τράμπ και εσχάτως τον Ρίσι Σούνακ, σκέφτονται μάλιστα ότι αφού ο δημόσιος κορβανάς έχει μετατραπεί λαθραία σε παράπλευρο ιδιωτικό τους ταμείο, ήρθε ο καιρός να επισημοποιήσουν την μετατροπή αναλαμβάνοντας οι ίδιοι τη διαχείρισή του. Μ’ αυτή τη φιλοδοξία βγαίνουν στην αγορά, ηγούνται παλαιών παρατάξεων ή φτιάχνουν νέα κόμματα και κατεβαίνουν στις εκλογές. Αντί δηλαδή, όπως συνέβαινε άλλοτε, ν’ αφήνουν το υπηρετικό πολιτικό τους προσωπικό να κάνει διακριτικά τη βρώμικη δουλειά, ανακατεύονται οι ίδιοι με τα πίτουρα — και το πιο θλιβερό: οι πολίτες των δυτικών δημοκρατιών είναι πλέον τόσο μεταλλαγμένες κότες που όχι μόνο δεν τους τρώνε αλλά τους ψηφίζουν! (περισσότερα…)

Ομφαλοσκοπώντας και άλλα μικροδοκίμια

*

της ΙΡΕΝΕ ΒΑΛΙΕΧΟ

μετάφραση Βάσω Χρηστάκου

Ομφαλοσκοπώντας

Τα ανθρώπινα όντα έχουμε την αδυναμία να θεωρούμε τον εαυτό μας ομφαλό του κόσμου. Πρόκειται για μια οφθαλμαπάτη που επικρατεί στα άτομα και στους λαούς, για μια περίεργη πεποίθηση των κατοίκων αυτού του σφαιρικού πλανήτη. Οι αρχαίοι Έλληνες διηγούνταν ότι ο θεός Ζευς, αποφασισμένος να μάθει πού είναι το κέντρο της γης, αμόλησε δύο μεγαλόπρεπους αετούς που πέταξαν με την ίδια ταχύτητα από τα δύο άκρα του κόσμου. Περιττό να πούμε ότι τα πουλιά συναντήθηκαν σε ένα μέρος της Ελλάδας, τους Δελφούς, σημαδεμένο στο μέλλον με μια ωοειδή πέτρα, την οποία ονόμασαν «ομφαλό». Ο θρύλος θα έκανε τους αρχαίους Κινέζους να χαμογελάσουν με ικανοποίηση, αφού αποκαλούσαν τη χώρα τους Ζονγκουό, που σημαίνει «κεντρική γη», και πίστευαν κι εκείνοι ότι ήταν ο παγκόσμιος ομφαλός. (περισσότερα…)

Ο μύθος της αθωότητας

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Επιλογή και επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση

*

Ἔδωσα σ’ ἕναν πατέρα νὰ διαβάσει κάποιο διήγημα. Τὸ διήγημα εἶχε τὸν τίτλο «Ἡ παιδικὴ ἡλικία ἑνὸς ἀρχηγοῦ» κι ἤτανε γραμμένο ἀπὸ τὸν Ζὰν Πὼλ Σάρτρ.[1] Μοῦ τὸ γύρισε πίσω, ἀφοῦ τὸ διάβασε, ἀγαναχτισμένος. «Τί διεστραμμένα πράματα εἶν’ αὐτὰ ποὺ γράφει; Ντροπή!». Τήνε περίμενα μιὰ τέτοια ἀντίδραση. Οἱ σελίδες πού ’χε διαβάσει γκρεμίζανε μὲ σκληρὸ τρόπο ἕνα μύθο. Τὸ μύθο τῆς παιδικῆς ἀθωότητας.

Ὁ γνωστός μου πατέρας ἀρνούντανε νὰ παραδεχτεῖ πὼς εἶναι δυνατὸ κι ὁ γιός του νὰ σκέφτεται καὶ νὰ πράττει σὰν τὸ μικρὸ Λυσιὲν τοῦ διηγήματος. Ὄχι. Ὁ γιός του εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγνότητα κι ἡ ἀθωότητα. Τοῦ ζήτησα νὰ θυμηθεῖ τὴ δική του παιδικὴ ζωή. Ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑπερασπίζεται τὸ ἴδιο ἐπίμονα τὴν ἀθωότητα τῆς τρυφερῆς ἡλικίας στὸ δικό του παρελθόν, ὅσο καὶ στὸ παρὸν τοῦ παιδιοῦ του. Κατάλαβα πὼς δὲν μποροῦσα νὰ τόνε μεταπείσω. Τὰ δικά του παιδικὰ χρόνια ἤτανε γι’ αὐτὸν τώρα ἕνα καταφύγιο. Εἶχαν ἀποχτήσει μιὰ ἀξία, ποὺ δὲν ἀνεχότανε μὲ κανένα τρόπο νὰ τήνε δεῖ νὰ ξεπέφτει. (περισσότερα…)

Το μέλημα της μορφής: Ο Ρ. Μ. Ρίλκε και η ελεγειακή παράδοση

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον Ρίλκε, για τη γερμανική ποίηση, για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία εν γένει, το 1922 υπήρξε έτος σημαδιακό, ένα απ’ αυτά που εκ των υστέρων τα ονομάζουμε σταθμούς. Είναι η χρονιά που ο Πραγινός ολοκληρώνει τις Ελεγείες του Ντουίνο, κύκλο δέκα εκτενών ποιημάτων των οποίων τη σύνθεση είχε πρωτοξεκινήσει μια δεκαετία νωρίτερα στο ομώνυμο επίνειο της Τεργέστης, φιλοξενούμενος στα πυργοδώματα της πριγκίπισσας Μαρίας φον Τουρμ ουντ Τάξις. Η τελική εκδοχή θα δει το φως της δημοσιότητας μερικούς μήνες μετά, στις αρχές του 1923.

Το 1922, μας θυμίζουν συχνά οι γραμματολογίες, είναι επίσης η χρονιά της Έρημης χώρας του Έλιοτ, κι ακόμη του τζοϋσιανού Οδυσσέα. Οι Ελεγείες, για κάποιους, συμπληρώνουν από κοινού με τα δύο αυτά έργα μια άτυπη τριάδα αριστουργημάτων, τη λαμπρή κορύφωση του πρώιμου μοντερνισμού.

Δεν είμαι βέβαιος αν η συμπαράθεση είναι διαφωτιστική. Το ποίημα του Έλιοτ, το μυθιστόρημα του Τζόυς εξέφρασαν όσο κανένα άλλο έργο της εποχής τους το πολλαπλό αδιέξοδο που διαδέχτηκε τον Μεγάλο Πόλεμο. Ήταν η περίοδος όπου ο ραγδαίος μετασχηματισμός των σύγχρονων κοινωνιών, προχωρώντας πια σε στάδιο αναντίστρεπτο, κλόνιζε βίαια τα βάθρα της παλαιάς αστικής βιοτροπίας. Μαζί με τα πολιτικά θέσμια, ο άνεμος της νέας εποχής, ο άνεμος του εκσυγχρονισμού και της λατρείας της προόδου, ήταν επόμενο να συμπαρασύρει και την πνευματική τάξη. Ο αριστοκρατικός ουμανισμός των προηγούμενων αιώνων, απώτερη κληρονομιά της Αρχαιότητας, θ’ απαρχαιωθεί τάχιστα. Η χριστιανική συνιστώσα του, ομοίως. Τη θέση τους θα πάρει σταδιακά ένας νέος λειτουργισμός που στις μορφές και τις ιδέες, οντότητες θεωρούμενες ώς τότε πάγιες και διαρκείς, θα δει μόνο σχήματα ρευστά και χρηστικά, χωρίς άλλο, βαθύτερο νόημα. (περισσότερα…)

Βία: H θεότητα με τα πολλά ψευδώνυμα

*

του Αλέξανδρου Σάντο Τιχομίρ

Υπάρχει μία έννοια στην οποία αποδίδονται πολλά και διαφορετικά ψευδώνυμα: άλλα ως ευλογίες και άλλα ως κατάρες. Το όνομά της είναι Βία και μόνο σε αυτό ακούει. Το πρώτο ερώτημα λοιπόν που σχηματίζουν τα χείλη μας είναι γιατί ντύσαμε αυτήν την έννοια με τόσα διαφορετικά λεκτικά ενδύματα, γιατί τη βαφτίζουμε ξανά και ξανά, κάθε φορά σε διαφορετική κολυμπήθρα, όταν το όνομά της είναι γνωστό σε όλους. Μία πρώτη εικασία είναι ότι αιτία των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι η Βία καθίσταται μέσο για διαφορετικό κάθε φορά σκοπό, η ετερότητα του οποίου της αποδίδει και την ανάλογη πλαστότητα. Μία δεύτερη υπόθεση είναι ότι δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι σημαίνει Βία, σαν να πρόκειται για ένα φαινόμενο του οποίου δεν υπήρξαμε μάρτυρες, αλλά μάθαμε για τη φύση του μέσα από φήμες ή μαρτυρίες άλλων: μία παρανόηση, μία διαστρέβλωση και μία εξορία της Βίας στον χώρο του μυθικού και κατ’ επέκταση του φόβου. Επιθυμία μας είναι γράφοντας αυτό το δοκίμιο να χαρτογραφήσουμε όσο μπορούμε τα μονοπάτια που διένυσε η Βία, προτού καταλήξει «η θεότητα με τα πολλά ψευδώνυμα». (περισσότερα…)