Συντάκτης: L'apprendista

Θεόδωρος πρίν, Θεοδόσιος αὖθις

Το επιτύμβιο επίγραμμα του Θεοδοσίου, όπως εκτίθεται
στη Συλλογή Γλυπτών της Μονής του Οσίου Λουκά.

 

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #5
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Θεόδωρος πρίν, Θεοδόσιος αὖθις

Η μονή του Οσίου Λουκά κοντά στο Στείρι της Βοιωτίας, η οποία απειλήθηκε από τις μεγάλες πυρκαγιές του περασμένου καλοκαιριού, συνιστά έναν αληθινό θησαυρό για την ιστορία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και τέχνης. Εδώ μπορεί κανείς να αντιληφθεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, τον αισθητικό και συμβολικό κόσμο των εκκλησιών του μεσαιωνικού Βυζαντίου. Οι δύο ναοί –η Παναγία των μέσων του 10ου αιώνα και το καθολικό των αρχών του 11ου– οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες της Κωνσταντινούπολης. Τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και ανάγλυφα της Παναγίας συνομιλούν με την κλασική αρχαιότητα αλλά μεταφέρουν και αραβικές επιδράσεις, σε μία ανεπανάληπτη για την εποχή ποιότητα. Το μεγάλο, πάμφωτο καθολικό είναι επενδεδυμένο με πολύχρωμες μαρμάρινες συνθέσεις στα δάπεδα και τους τοίχους, και διασώζει μερικές από τις σημαντικότερες ψηφιδωτές παραστάσεις της βυζαντινής τέχνης, σε ένα λιτό, γραμμικό ύφος, όπου ξεχωρίζουν τα γεμάτα εκφραστική δύναμη πορτρέτα μιας χορείας αγίων μοναχών. (περισσότερα…)

Tο ξήλωμα της γλώσσας

*

της ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Νίκη Χαλκιαδάκη,
μικρές κανίβαλες
Μανδραγόρας, 2022

Στην Ανάσκελη με πυρετό (Μανδραγόρας, 2012), η Νίκη Χαλκιαδάκη αρχίζει την ποιητική της αφήγηση παρουσιάζοντας την κόρη να καθαρίζει το κρανίο του πατέρα της χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις. Η σκοτεινή αυτή τελετή αποτελούσε την εναρκτήρια παράσταση μιας επιμνημόσυνης ποιητικής γραφής, που δεν επιτελούσε την πατροκτονία αλλά την αναδιήγηση της σχέσης κόρης και πατέρα, με τη συνδρομή της παιδικής κατανόησης και φαντασίας.

Στις μικρές κανίβαλες (Μανδραγόρας, 2022), ποιητική συλλογή η οποία εκδίδεται δέκα χρόνια μετά την Ανάσκελη με πυρετό, πρωταγωνιστεί ίσως το ίδιο εκείνο κορίτσι σε διαφορετικές ηλικίες, ή περισσότερα κορίτσια με κοινές εμπειρίες, που συγκροτούν μια συλλογική έμφυλη φωνή. Κοινή εμπειρία φαίνεται να είναι εκείνη της μονογονεϊκής οικογένειας, αποτελούμενης μόνο από γυναίκες/θηλυκότητες. Σύμφωνα με τα λεγόμενα στο εναρκτήριο ποίημα, η μητέρα «φοβάται μην έρθει [ο πατέρας] πίσω γεμάτος σκουλήκια». Στις μικρές κανίβαλες βλέπουμε τα αποτελέσματα μιας υποχρεωτικής ή μη, φυσικής ή και συμβολικής, απουσίας του άνδρα μέσα στον οίκο, με στόχο, υποθετικά πάντα, την επιβίωση. (περισσότερα…)

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Η επιγραφή στο γείσο της εισόδου της Παναγίας των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #4
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Ένα μεγάλο μέρος των μεσαιωνικών βυζαντινών επιγραφών αναφέρεται στην ίδρυση ή την ανακαίνιση ναών από κληρικούς, αξιωματούχους του στρατού και της κρατικής διοίκησης, αλλά και απλούς ιδιώτες. Πρόκειται για τις λεγόμενες κτιτορικές επιγραφές, οι οποίες τοποθετούνταν σε εξέχοντα σημεία των εκκλησιών, με συνηθέστερη θέση το ανώφλι της κύριας εισόδου, εξωτερικά ή εσωτερικά ‒ στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονταν στον ζωγραφικό διάκοσμο. Ορισμένες φορές εμφανίζονταν και επάνω στο τέμπλο, το οποίο ήταν τότε μαρμάρινο. Η γλώσσα τους ποικίλει, από λακωνικές διατυπώσεις με δημώδεις εκφράσεις και πλήθος ορθογραφικών λαθών, ως περίτεχνα επιγράμματα με υψηλές λογοτεχνικές προθέσεις.

Οι κτιτορικές επιγραφές δεν είχαν απλά σκοπό να απαθανατίσουν την πράξη της δωρεάς. Απεναντίας, αποτελούσαν ένα άριστο μέσον, σε προβεβλημένη και μόνιμη θέση, για να προβάλει ο δωρητής την ευσέβειά του αλλά και την κοινωνική του περιωπή, παραθέτοντας αφενός τα κίνητρα της πρωτοβουλίας του και αφετέρου τίτλους, αξιώματα και άλλες ιδιότητες που προσδιόριζαν το προσωπικό του κύρος. Οι επιγραφές δεν απευθύνονταν βέβαια μόνο στους πιστούς που εισέρχονταν στον ναό· παραλήπτης τους ήταν πρωτίστως το ίδιο το θείον, με την προσδοκία —ή σχεδόν την απαίτηση, ορισμένες φορές— να ανταποδώσει την προσφορά. Στο πλαίσιο αυτό, πολλά κείμενα τόνιζαν σκόπιμα και με έμφαση την αντίθεση ανάμεσα στο προσφερόμενο νέο έργο και την προηγούμενη από αυτό κατάσταση, ώστε να αναδειχθούν το μέγεθος και η σημασία της δωρεάς. (περισσότερα…)

Ενώπιον του γήρατος

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Γιώργου Καλοζώη
Η άφιξη των θηρίων
Ενύπνιον 2023

Αποτελεί κοινή παραδοχή το γεγονός ότι η γραμμή ανάμεσα στη μανιέρα και τη συνέπεια στο έργο είναι πολύ λεπτή. Και είναι αλήθεια ότι, εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε κανείς να προσάψει στον Γιώργο Καλοζώη μανιερισμό: υπερρεαλιστικές εικόνες,[1] εξπρεσιονιστική αίσθηση,[2] ανθρωπόμορφη ζωολογία (ή ζωώδης ανθρωπολογία), ζούγκλες, δάση, πουλιά και μια «κανιβαλιστική συνθήκη»,[3] ανάβαση/κατάβαση σε βουνά, κλίμακες και σκάλες[4] σε εναρμονισμένα στο ζήτημα της μορφής ιδιότυπα σωληνοειδή ποιήματα[5] σε κάθε ποιητική συλλογή. Πρόκειται όμως για ένα αναγνωρίσιμο και ποιητικά υπαρκτό σύμπαν στο οποίο αιωρούνται —ή βαραίνουν— σταθερά τα αιώνια υπαρξιακά ερωτήματα: πώς, γιατί, πού; Ο ανοικειωτικός καλοζωικός κόσμος διαθλάται σε κάθε έργο του ποιητή πιο διαυγώς, διερευνάται κάθε φορά σε μεγαλύτερο ύψος και βάθος, σκοτεινιάζει περισσότερο με την πάροδο του χρόνου και, κυρίως, δεν αντιγράφεταιˑ για αυτό δεν θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μανιερισμό παρά για συνέπεια, ποιητικής στάσης και έργου.

Αν στα προηγούμενα έργα του Καλοζώη το γήρας ήταν μια μακρινή αίσθηση, μια εικόνα, μια απειλή μέσα στην «επίγνωση της θνητότητας»,[6] τώρα αποτελεί ένα ζωντανό γεγονός το οποίο έχει αφιχθεί επιβλητικά στο οπτικό πεδίο. «Το γήρας ακόμη και μέσα / στην πιο μαύρη κι από / πίσσα νύχτα φωσφορίζει» γράφει ο ποιητής στο ποίημα «Ο αλπινιστής η ωραία κι ο γυπαετός». Το ποιητικό υποκείμενο στέκεται συντετριμμένο ενώπιον του γήρατος που καταφθάνει επιθετικά και αδιαπραγμάτευτα. Και μοιάζει να επαναλαμβάνει πίσω από κάθε στίχο “να, καταφθάνουν”, “τα βλέπω, υπάρχουν”, “ήρθε (και για μένα) η ώρα να γνωρίσω τα θηρία”. Στο ποίημα «Ο ιστός» το ποιητικό υποκείμενο/ο ποιητής συνειδητοποιεί ότι η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει και, κάποια στιγμή, αυτό που θα έχει συμβεί – για όλους. Για κάθε άνθρωπο έρχεται η σειρά, γιατί η ζωή είναι τετελεσμένη:

[…]
από τη μια άκρη μέχρι την άλλη
της αποθήκης ή του σύμπαντος ένας
χοντρός ιστός
πάνω του είδα τον παππού μου και
τον άλλο παππού μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν οι γονείς μου
πάνω του είδα τις θείες μου
ποτέ δεν κατάλαβα πώς ή γιατί
πέθαναν είδα την πεθερά μου είδα
καλύτερα και ξανά για να είμαι
εντελώς σίγουρος πάνω στο άπειρο
δίχτυ έμβρυα και μωρά και μεγάλους
είδα πάνω σε καρφιτσωμένα χαρτιά
ερωτήσεις είδα ιστορίες πάνω στα
χαρτιά ποιήματα μυθιστορήματα και
θεατρικά και ψάχνοντας κάτι που
μου πήρε χρόνια είδα πάνω στον άχρονο
ιστό το καρτελάκι με τη σειρά και
την αριθμημένη θέση μου

(«Ο ιστός»)

(περισσότερα…)

Μία άλλη Αμοργός

Τοπίο της Αμοργού στον Χρυσόστομο στα Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. (Φωτογραφία του συγγραφέα).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συστηθεί κανείς με έναν τόπο τον οποίο επισκέπτεται για πρώτη φορά — ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ένα εμβληματικό νησί των Κυκλάδων, όπως η Αμοργός. Το διαδίκτυο προσφέρει δεκάδες σελίδες με πληροφορίες, συνήθως ρηχές και επιπόλαιες. Οι έντυποι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραμένουν πιο αξιόπιστοι, παρόλο που  συχνά είναι άνισοι σε ποιότητα. Αν και σχετικά δυσεύρετη, η ταξιδιωτική γραμματεία μπορεί να κατευθύνει την προσοχή του επισκέπτη και να προετοιμάσει το βλέμμα του — όπως το Ελληνικό Καλοκαίρι του Ζακ Λακαρριέρ. Τα δε κείμενα των παλαιότερων, ξένων περιηγητών παρέχουν πάντοτε πλούσια ερεθίσματα.

Ξεκινώντας για ένα μικρό ταξίδι στην Αμοργό, επέλεξα μία άλλη πηγή, ένα από τα Ὑπομνήματα περιγραφικὰ τῶν Κυκλάδων Νήσων κατὰ μέρος, που δημοσίευε στα τέλη του 19ου αιώνα ο γεωγράφος και ιστορικός Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905). Το αφιερωμένο στην Αμοργό υπόμνημα, έκτασης 92 σελίδων, εκδόθηκε το 1884 στην Αθήνα από το τυπογραφείο των αδελφών Περρή και κυκλοφορεί σήμερα σε αναστατική επανέκδοση του βιβλιοπωλείου του Διονυσίου Νότη Καραβία. Επρόκειτο για το δεύτερο έργο αυτού του είδους του Μηλιαράκη, μετά το τομίδιο Άνδρος – Κέως που είχε εκδοθεί το 1880· ακολούθησε ένα ακόμη, το 1901, αφιερωμένο στην Κίμωλο.

Η Αμοργός του Μηλιαράκη αποτυπώνει την κατάσταση του νησιού στα χρόνια της παλαιάς Ελλάδας, όταν αυτό αποτελούσε το ανατολικότερο άκρο του βασιλείου και μόλις έβγαινε από την απομόνωση του, αφού το 1882 απέκτησε για πρώτη φορά τακτική εβδομαδιαία επικοινωνία με ατμόπλοιο. Ο συγγραφέας περιόδευσε την Αμοργό τον Ιούνιο του 1883 και συνομίλησε με πολλούς κατοίκους του, παρατηρώντας και συγκεντρώνοντας επί τόπου την περισσότερη ύλη του μικρού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κείμενο που γοητεύει τον αναγνώστη του: δεινός και διεισδυτικός παρατηρητής, ο Μηλιαράκης οργανώνει το υλικό του συστηματικά, είναι ακριβολόγος στις περιγραφές του, διακρίνει το μείζον από το δευτερεύον, επικρίνει καταστάσεις και προτείνει λύσεις, και όλα αυτά με εργαλείο μία λιτή αλλά χυμώδη και ρέουσα καθαρεύουσα, με μεγάλη οικονομία λόγου. (περισσότερα…)

Με το βλέμμα του φιλιού

 

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Άρτεμις Χρυσοστομίδου
Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα
Το Ροδακιό, 2022

Δεν υπήρξαν ποτέ πιο περίεργα μάτια από τα δικά της. Τα λουλούδια που οι άνθρωποι ταξιδεύοντας βλέπουν στο δρόμο είναι τα μάτια της. Μπορεί να αγγίζει, να ακουμπά οπουδήποτε. Όλα είναι ορατά. Βλέπει μέσα από τα πάντα, είναι τα πάντα. Τη στιγμή που θα νομίσει ότι θα πεθάνει θα περάσουν από μπροστά της άνθρωποι των σπηλαίων, μεγάλα κεφάλια, μοναχοί του μεσαίωνα, ο σύγχρονος κόσμος, ένα πλαστικό μαχαίρι. […] Ζωγραφική είναι το αιώνια γυμνό βλέμμα. Από τον ποταμό μπορεί να βγει διαφορετική. Καλό είναι ο άνθρωπος να ανεβοκατεβαίνει. [1]

Αντικρίζοντας κανείς και μόνο τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων της Αρτέμιδος Χρυσοστομίδου, ταξιδεύει σε ένα άχρονο σκοτεινό, συννεφιασμένο ή ομιχλώδες σκηνικό, όπου η όραση καλείται να αποκρυπτογραφήσει τι βλέπει πάνω σε μια σκούρα μονοχρωμία: κυπαρισσί το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως Τα σκυλιά δεν γαυγίζουν στη Γαλλία / Γλυπτική (Το Ροδακιό, 2018), γκρι πετρόλ το πιο πρόσφατο Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα (Το Ροδακιό, 2022). Και στις δύο περιπτώσεις οι διπλοί τίτλοι προκρίνουν την αφή, αλλά εξελικτικά, με έναν φόρο τιμής να αποτίνεται στην τέχνη της γλυπτικής και τις δυνατότητες των χεριών, η αφή ταυτίζεται με την όραση, με την οποία «ο άνθρωπος ανεβοκατεβαίνει».

Γενικότερα  η ποίηση της Χρυσοστομίδου στηρίζεται σε ποικίλα δίπολα: διπλοί τίτλοι, διγλωσσία (ελληνικά και αγγλικά/γαλλικά), ποίηση και πεζό, γραφή και φωτογραφία κ.ο.κ. από μία σκηνοθέτρια ποιήτρια. Για την πρώτη ιδιότητα της Χρυσοστομίδου, η οποία μοιάζει να “στήνει” σεναριακά και σκηνοθετικά τα βιβλία της, χαρακτηριστικό είναι, μεταξύ άλλων, το ποίημα «Αυτή δεν είναι μια ρομαντική ιστορία στις Άλπεις»: «Στις κορυφές, βιολιά, άριες και παπούτσια Kappa γλιστρούν στον πάγο. Από το αμφιθέατρο κοιτάζει το καμπαναριό. Τα κοιμητήρια είναι μουσεία σύγχρονης τέχνης που εκθέτουν στην ησυχία των τάφων, ένα μάθημα για το πώς μπορεί κανείς να μεταμορφωθεί σε τοπίο. Το κορίτσι στην άλλη πλευρά των Άλπεων είναι ένα βουνό που περιμένει να λιώσει το χιόνι για να δει τι κρύβεται αποκάτω. Της γράφει, Αγάπη μου, εμπιστεύου την αγάπη, όχι τα επιχειρήματα, και έλα να με βρεις. […]» (όπ., 22).[2] (περισσότερα…)

Καλλιεργώντας τον μυστικό της κήπο

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ρωξάνη Νικολάου,
Σαλός μαγνήτης.
Φαρφουλάς, 2022

Με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές, με τις δύο πρώτες να απέχουν κατά σχεδόν δύο δεκαετίες μεταξύ τους (Ποιήματα 1991-1999, ιδιωτική έκδοση, Λεμεσός, 2000ˑ Ψαλιδιστής, Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018), η Ρωξάνη Νικολάου δίνει συχνά την εντύπωση ότι, καταφεύγοντας τακτικά στη λογοτεχνική σιωπή, δεν απαρνείται τελικά την ποίηση. Την παλινδρόμηση αυτή επιβεβαιώνει και με το τρίτο της βιβλίο Σαλός μαγνήτης, το οποίο έχει ως πρόταξη/επιγραφή μια δυναμική και συνειδητοποιημένη στάση επιστροφής στην υπαρξιακή επιβίωση: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώˑ γυρεύει το στόμα μου».

Εικονοποιία σε ένα δροσερό φυσικό περιβάλλον με δέντρα, βρύσες, νερά, πουλιά, έντομα, ερπετά, με στοιχεία παράδοξου ή παράλογου υπερρεαλιστικής κληρονομιάς, παραμυθία, μεταφορά, ρητορικά ερωτήματα, μικρές στιχομυθίες είναι μερικά από τα έντεχνα μέσα του λόγου που αξιοποιεί σταθερά η Νικολάου. Στην ποίησή της η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από προετοιμασία και ετοιμότητα για τον θάνατο. «Έπεσα μες στο πηγάδι/ που μ’ άνοιξε η γέννησή μου» γράφει στο ποίημα «Το τραγούδι του αέρα»ˑ και ολοκληρώνει: «Μην έχεις έγνοιαˑ/ πάνω απ’ το κουφάρι μου/ θα τραγουδάει ο αέρας/ ό,τι μέχρι θανάτου κράτησα». Σε πολλά ποιήματα της Νικολάου, τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους, ο άνεμος[1] φέρνει τη ζωή και ο άνεμος την παίρνει:

[…]
Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
 
γυαλιά καρφιά
το λιγοστό μου πάτωμα
 
κάποιος τα σπρώχνει
—ας τον πούμε άνεμο—
ολοένα πιο μπροστά
στην όραση.

(«Λιγοστό πάτωμα»)

Να φυσάει το αεράκι
να στάζει βροχή απ’ τα φύλλα
ο ήλιος να στεγνώνει τις πεταλούδες
εγώ να φτιάχνω ήσυχα κάτι
εσύ να έρχεσαι από τα περβόλια
απ’ τα ψώνια ή απ’ τη θάλασσα
στο πάνω σπίτι να μιλούν
ν’ ακούγονται τα βήματά τους
και δεν θα με νοιάζει
αν θα ’μαι πεθαμένη.

(«Να φυσάει το αεράκι»)

Η Νικολάου συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η τέχνη της —η τέχνη του ανθρώπινου είδους, το οποίο οδηγείται σε αναπαραγωγή και θάνατο, άρα και η ίδια— είναι εύθραυστη και εφήμερη. «Αυτός ο άνθρωπος πέθανε από πείνα/ κανένα ποίημά μου δεν μπόρεσε να τον σώσει» γράφει στο ποίημα «Στα χαμαιτυπεία του χρόνου διδάχθηκα την τέχνη των πήλινων ποιημάτων». Την καταδιώκει, ωστόσο, το γεγονός ότι η τέχνη της είναι (οριακά;) άχρηστη και αχρείαστη για τους ανθρώπους: «Είμαι το τσιγαρόχαρτο, Θεέ, που πάνω του έγραψες “ενθύμιο θνητής φωτιάς” και το πέταξες μέσα στον λάκκο των ανθρωπίνων» («Θυμήσου όποια ώρα και να ’ναι πως δεν διασύρουμε το χώμα μας»). (περισσότερα…)

Νέο τεύχος! ΝΠ7

(περισσότερα…)

Ο Ριμαχό στον Εικοστό Πρώτο αιώνα

*

της ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΚΑΠΛΑΝΗ

Ο κύριος με το παράξενο όνομα Ριμαχό είναι ποιητής, φιλόλογος και κριτικός. Γεννιέται μέσα στο ποίημα, γέννημα-θρέμμα του άδολου έρωτα για τις λέξεις. Πρόσωπο πρωτεϊκό, με έκδηλη τη φιλοσοφική διάθεση, έχει το χάρισμα να μεταμορφώνεται, να κινείται στον χώρο και στον χρόνο, να παρατηρεί και να σχολιάζει τα ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα, άλλοτε αθέατος κι άλλοτε να παίρνει τη μορφή γνωστών ποιητών της Κύπρου, να ζει στιγμές του βίου τους και να συνομιλεί με τους οικείους και τους φίλους τους. Ο Ριμαχό λατρεύει την πατρίδα του, την Κύπρο, αναστοχάζεται την ιστορία της,  ταυτίζεται και βιώνει μαζί της όλες τις επώδυνες περιπέτειες του βίου της, εκφράζει ελεύθερα και με θάρρος τη γνώμη του, αναλαμβάνει την ευθύνη και τις συνέπειες των λόγων του. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, μετά από έξι ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές στο βιογραφικό του, από το 2009 μέχρι σήμερα και ένα ήδη διακριτό κριτικό έργο, στο νέο του ποιητικό βιβλίο μπαίνει στο ρόλο του επιμελητή έκδοσης και μας συστήνει τον Ριμαχό, μεριμνώντας, όπως ισχυρίζεται, να γίνει γνωστό στο αναγνωστικό κοινό αδημοσίευτο αρχειακό υλικό, που περιλαμβάνει ημερολογιακές καταγραφές, μαρτυρίες, αδημοσίευτα ποιήματα και επιστολές του Ριμαχό. Ο ποιητής αυτός, παλαιός γνώριμος δημοφιλών ομοτέχνων του, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Παντελής Μηχανικός και ο Κώστας Βασιλείου φαίνεται πως υπήρξε μια προσωπικότητα με σημαντικό αλλά όχι προβεβλημένο έργο και μελετητές, όπως ο ποιητής και φιλόλογος Σάββας Παύλου, έγραψαν ότι ο Ριμαχό «αποδείχτηκε persona grata στη λογοτεχνία του νησιού». (περισσότερα…)

Καὶ δείξον αὐτὸ ἄσειστον ἀκλόνητον ἐστηριγμένον

*

«Πᾶσι Ῥωμαίοις μέγας δεσπότης ἤγειρε Ῥωμανὸς νέον ὁ παμμέγιστος τόνδε πύργον ἐκ βάθρων»· επιγραφή σε πύργο των χερσαίων τειχών, του 10ου αιώνα.

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #3
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~


 

Καὶ δείξον αὐτὸ ἄσειστον ἀκλόνητον ἐστηριγμένον

Η Άλωση, όπως τη μάθαμε ήδη από τα σχολικά βιβλία, μας θυμίζει κάθε χρόνο τα τείχη της της Κωνσταντινούπολης, αυτό το θαυμαστό έργο της οχυρωματικής, που σήκωσαν επί 54 μέρες το βάρος της επίθεσης των Οθωμανών Τούρκων το 1453. Εκτεινόμενα σε μήκος είκοσι περίπου χιλιομέτρων, περιέκλειαν την παλαιά πόλη σε όλη της την έκταση, από τη στεριά και τη θάλασσα. Τα χερσαία τείχη είχαν ιδρυθεί στα χρόνια του Θεοδοσίου του Β΄, στις αρχές του 5ου αιώνα, ενώ τα θαλάσσια κτίστηκαν μάλλον αργότερα. Σήμερα εξακολουθούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους να στέκουν όρθια και επιβλητικά, αλλού ως μελαγχολικά ερείπια που καταρρέουν και αλλού αναστηλωμένα με ευτελή υλικά. Μπροστά από τα χερσαία υπάρχουν ακόμη κάποιες γεωργικές καλλιέργειες, μέσα στη βυζαντινή τάφρο, θέαμα συγκινητικό και παράδοξο στη γιγαντωμένη Πόλη των δεκαέξι εκατομμυρίων κατοίκων. Άλλα σημεία τους φιλοξενούν περιθωριακές φυσιογνωμίες και αρχαιοκαπήλους που τα καταστρέφουν αναζητώντας θησαυρούς. Τα θαλάσσια τείχη έχουν πάψει εδώ και χρόνια να είναι τέτοια, καθώς οι ακτές επιχωματώθηκαν και σήμερα διέρχονται από μπροστά τους λεωφόροι ταχείας κυκλοφορίας. (περισσότερα…)

Δημήτρη Αρμάου Αναμνήσ(ε)ις : Δύο Τεκμήρια

*

Ὁ βιβλιάνθρωπος τοῦ τελευταίου θρανίου

Ἀπὸ τὴ μία τὰ κολλυβογράμματα, ἡ κάκιστη ὀρθογραφία, οἱ παρατονισμοί, οἱ συντακτικὲς ἀσυνέπειες καὶ οἱ νοηματικὲς ἀσυνέχειες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸ τὸ κόκκινο μελάνι στὸν τίτλο καὶ στὸν εὐθὺ λόγο τοῦ πατέρα, μὲ ἐμφανῆ τὴν λαϊκὴ προφορικότητα. «Τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδί», «τὸ παιδοπουλόπουλον». Κάπου στὴ δεκαετία τοῦ ’60, κάπου στὸ Δημοτικό σχολεῖο, ὁ τὰ κοντὰ παντελόνια ἐνδυόμενος Δημήτρης γράφει γιὰ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πατέρα του, κεντράροντας (ἢ ὅπως θὰ ἔλεγε ἀργότερα «κεντρώνοντας», λὲς κι’ εἶναι ξεραμένη ἀμυγδαλιὰ) τὴ λέξη ποὺ γύριζε στὴν ἀπὸ κάτω ἀράδα τοῦ τίτλου (τὸ γερμανικὸ ποὺ λίγα ἢ πολλὰ χρόνια μετὰ θὰ μάθαινε ἀπὸ τοὺς πρωτομάστορες δασκάλους του).

Κι’ ἀγάπαγε (ποὺ λέμε στὸ Δημοτικὸ) κάποιαν Ἄντα (ἢ κάτι τέτοιο), ποὺ ἦταν καλὴ μαθήτρια, κι’ αὐτὸς σκράπας, ὅλο στὸ παιχνίδι ὁ νοῦς του, στὶς μπάλες καὶ τὰ τσέρκια, στὶς πορεῖες καὶ τὸ ξύλο τοῖς κείνων ρήμασι παιδείας πειθομένων. Κι’ ὀ δάσκαλος τοῦ εἶπε μιὰ μέρα: «Δημήτρη, ἀφοῦ τὰ παίρνεις τὰ ρημάδια, γιατί εἶσαι τεμπελάκος; Δὲν βλέπεις τὴ φίλη σου; Θὰ ἀποτύχεις στὶς ἐξετάσεις». Κι’ αὐτὸς ἔπιασε χαρτὶ καὶ μολύβι κι’ ἔμαθε τὰ γράμματα. Κι’ ἄφησε πίσω τὰ κολλυβογράμματα καὶ τὶς ἀνορθογραφίες, καὶ πέρασε πρῶτος στὶς ἐξετάσεις. Κι’ ἀργότερα βρέθηκε σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο καὶ τοῦ χάρισε ὁ βιβλιοπώλης τὸν Σκαρίμπα, μιᾶς καὶ δὲν “τὰ εἶχε” γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσει. Κι’ ἄλλα πολλὰ καὶ τί νὰ λέμε τώρα… Ἀπὸ Δημητράκης ἔγινε Δημήτρης, γιὰ τοὺς φίλους Μῆτσος, γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες Δημήτρης Ἀρμάος. Κι’ ἀγάπησε τὰ βιβλία. (περισσότερα…)

Το αντιέπος της Μεσσηνίας

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Βαγγέλης Τασιόπουλος, Η συμμιγή,
Εκδόσεις Ρώμη, 2022

Με την όγδοη ποιητική κατάθεσή του που τιτλοφορείται Η Συμμιγή, ο Βαγγέλης Τασιόπουλος συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο στο δομημένο πλαίσιο μιας ευφάνταστης και υβριδικής ποιητικής σύνθεσης που διαλέγεται δημιουργικά και κριτικά με την ποίηση της γενιάς του. Κι αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο εντάσσεται αφενός στο γραμματολογικό πλαίσιο της Γενιάς του ’80 ή αλλιώς Γενιάς του ιδιωτικού οράματος, την ίδια στιγμή εντοπίζουμε αρκετά στοιχεία που απομακρύνουν το όλο εγχείρημα από την ποιητική περιχαράκωση στο ιδιωτικό πάθος-δράμα. Πιο συγκεκριμένα, η υβριδική αυτή ποιητική σύνθεση (πεζή και ποιητική), δεν αποτελεί μόνο μια σύνοψη συναισθημάτων και ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα προσωπικά βιώματα απώλειας, αλλά εξακτινώνεται θεματικά στον ευρύτερο πολιτικοκοινωνικό και ιστορικό χώρο, αποκαλύπτοντας μια γενικότερη θέαση του συλλογικού. Παράλληλα, η τριμερής και φιλόδοξη δόμηση του βιβλίου, καθώς και οι σαφείς ιστορικές και μυθολογικές αναφορές, απομακρύνουν αισθητά την ανά χείρας ποιητική σύνθεση από τη μορφολογική δεσπόζουσα της μικρής σύνθεσης, που κυριαρχεί στη Γενιά του ’80.

(περισσότερα…)