Συντάκτης: L'apprendista

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (4/5)

*

(Συνέχεια από το τρίτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως έρωτας

Τα ψάρια και οι κατασκευές τους συνθέτουν πολυποίκιλες εκδοχές για να περιγράψουν την ερωτική επιθυμία σε όλες τις φάσεις της.

Στο «τραγούδι της λίμνης», που μελοποιήθηκε από την Ελένη Καραΐνδρου, η Αρλέτα ως στιχουργός εκφράζει το παράπονο της ερωτικής επιθυμίας και την αίσθηση αδυναμίας του ερωτευμένου, κινητοποιώντας το δίπολο του ψαρά και του ψαριού. Η αγαπημένη παραμένει απρόσιτη και φευγάτη, ενώ αυτός που την αγαπά δεν την πιάνει στα «δίχτυα» του.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.[1]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη επανέρχεται στην ψυχρότητα του αντρικού έρωτα, μιλώντας για τους ψυχρούς σαν ψάρια άντρες.[2]

Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια
Τα μάτια τους χάντρες στο κενό
μετά τον έρωτα αποσύρονται
σε μουχλιασμένα όστρακα
κοιμούνται

Ο Τάσος Λειβαδίτης[3] περιγράφει τον έρωτα ως μάχη και ματαιότητα. Στο ποίημα ο ποιητής επιδίδεται λεπτομερώς στην περιγραφή της έντονης αντιπαράθεσης που έχουν οι ταυτότητες των εραστών. Μάχη που περιλαμβάνει πάθος και παιχνίδια εξουσίας. Στο τέλος τα σώματα των εραστών ξεβράζονται σαν ψάρια στην όχθη του πρωινού.

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν από τον εαυτό τους, / δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε / σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι, / βγάλανε μια κραυγή / σα ναυαγοί που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα κάπου μακριά. / Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους, σαν δυο μεγάλα ψάρια / ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου[4] περιγράφει τα χέρια του αγαπημένου σαν «δυο μικρά τρυφερά καβούρια» και το σώμα της σαν ακρογιάλι.

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
(περισσότερα…)

Το έργο τέχνης ως χώρος αντίστασης: Η ζωγραφική της Παγώνας Ξενάκη

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

«Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;» αναρωτιόταν κάποτε ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Διαβάζοντας αυτό τον στίχο δημιουργοί και αναγνώστες ίσως να νιώθουν αμηχανία ‒ αμηχανία, μπορεί και κάποια ενοχή. Ο στίχος αποτελείται από ένα ρητορικό ερώτημα, και τα ρητορικά ερωτήματα έχουμε συνηθίσει να μην επιδέχονται απάντηση· εδώ, ωστόσο, κάτι τέτοιο, δεν ευσταθεί, αφού το συγκεκριμένο ρητορικό ερώτημα φαίνεται ν’ αξιώνει μια απάντηση, ή, αν όχι μια απάντηση, σίγουρα όμως μια διερώτηση ‒ διερώτηση για ποιο πράγμα; Σε καιρούς χαλεπούς, «μικρόψυχους», που το μέλλον κρίνεται δυσοίωνο και το παρόν αμφίβολο ‒ αλήθεια, τι ανάγκη έχουμε τους ποιητές, τι ανάγκη έχουμε τους ζωγράφους, τους μουσικούς και τους κινηματογραφιστές; Τι ανάγκη έχουμε τελικά την τέχνη; Θα μπορούσαμε να πούμε: δεν την έχουμε ανάγκη. Το λένε εξάλλου ωραία οι Αμερικανοί: «every day above ground is a good day», φράση που ειδικά σήμερα ―με όλη τη διακινδύνευση που αντηχεί αυτό το «σήμερα»― φέρει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Γιατί χωρίς νερό δεν ζούμε, χωρίς φαγητό επίσης, χωρίς την τέχνη όμως ζούμε ‒ ποτέ κανείς δεν πέθανε στερημένος από ποίηση, από έλλειψη ζωγραφικής, μουσικής και πάει λέγοντας. Άρα με μια πρώτη ματιά, η αμηχανία που δημιουργείται από τον στίχο του Χαίλντερλιν ίσως και να λύνεται: η τέχνη είναι πολυτέλεια, οι ποιητές δεν χρειάζονται σε μικρόψυχους καιρούς, την τέχνη δεν την έχουμε ανάγκη ‒ ζούμε και χωρίς αυτήν. (περισσότερα…)

Μοναστηράκι-Ὁδός Μυλλέρου-Ἵππιος Κολωνός: Ἕνα «χειμωνιάτικο ταξίδι»

                       

*

τῶν ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ – ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

«Χειμωνιάτικο ταξίδι». Ἔτσι βάφτισε ὁ Γιάννης τὸ «τάμα» ποὺ εἴχαμε κάνει, λίγο πρὶν ἐκδηλωθεῖ ὁ κορωνοϊός: Νὰ περπατήσουμε μαζὶ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου στὸ Μεταξουργεῖο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου, κάθετα στὴν Πειραιῶς, στὸ ὕψος τῆς πλατείας Κουμουνδούρου καὶ τοῦ παλαιοῦ Βρεφοκομείου, ὅπου σήμερα στεγάζεται ἡ πρώτη Δημοτικὴ Πινακοθήκη, μέχρι τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ὁδοῦ, ὣς τὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου, τὴ νότια εἴσοδο στὸν Κολωνό. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὸ τὸ «τάμα» εἶναι πολλοί. Θὰ τοὺς διαβάσετε στὸ συνοδευτικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μυλλέρου. Δὲν θὰ διαβάσετε ὅμως τοὺς ἄλλους, τοὺς πιὸ οὐσιαστικούς, ποὺ μᾶς τραβοῦσαν ἐκεῖ σὰν ὑπόθεσες ψυχικές. Εἶναι ἡ βαθειὰ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἑνώνει, σχεδὸν ἀνομολόγητη. Εἶναι ἡ καταγωγή μας, τὰ πρῶτα μας βήματα καὶ ἡ ἐφηβεία. Ὁ Γιάννης μεγάλωσε στὸν Κολωνό, ἐγὼ στὰ δυτικὰ ὑψώματα τοῦ Περιστερίου. Δυτικὰ τῆς δύσης. Ἡ γνωριμιά μας μετρᾶ δυστυχῶς λίγα χρόνια, ὅμως χρόνια μεστὰ ἀπὸ λόγια καὶ ἔργα πού, ἂν ἀραδιαστοῦν, ὑπερβαίνουν ὅ,τι ὀνομάζουν οἱ νεολόγοι «προσδόκιμο ζωῆς». Θὰ εἰπωθοῦν ἀλλοῦ. Ὄχι ἐδῶ.

Ὁ Γιάννης ὅρισε μετεωρολογικῶς τὴν ἡμέρα: στὶς 25 Φεβρουαρίου, Παρασκευή, λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι. Μιὰ ἡλιόλουστη μέρα μέσα στὸν χειμώνα.

Κατέβηκα νωρίς, γιὰ τὸν μηνιαῖο ἀνεφοδιασμὸ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν ἐκδόσεων «Κουκκίδα», τοῦ φίλου Δημόπουλου. Ἀστόχαστη ἐπιλογή. Θὰ ἔπρεπε νὰ κουβαλῶ ἕνα βιβλικὸ βάρος δέκα τουλάχιστον κιλῶν. Βιάζομαι, ὡστόσο, νὰ πῶ ὅτι ἡ χαρὰ τῆς συνοδοιπορίας ἔκανε τὰ πράγματα ἀνάλαφρα. Σχεδὸν λησμόνησα τὸ ἄχθος. Ἕνα εἶδος σεισάχθειας. Πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση στὸν σταθμὸ Μοναστηρακίου (λέω καλὰ τὴ γενική;), εἶχα χρόνο, σκέφτηκα νὰ περπατήσω στὸν ἀρχαῖο Κεραμεικό. Μάλιστα, βρίσκω ἐδῶ τὴν εὐκαιρία νὰ προτείνω μιὰ συνάντηση ἐκεῖ, κυριακάτικη, μὲ πλανόδιους φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Θὰ ἔχουμε νὰ ποῦμε πολλά. Λ.χ., ἡ Τασούλα Καραγεωργίου γνωρίζει τὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου σὰν τὴν παλάμη της. Τοὺς ἔχει ἀφιερώσει ποιήματα, ὡραίους ἀναπαίστους. Θὰ εἶναι καὶ ὁ Andreas Kelletat. Δὲν τὸν ξέρετε. Θὰ τὸν μάθετε σύντομα στὸ «Κοράλλι». Ἐπισκέπτης κι αὐτός τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἐνδεχομένως καὶ ἡ κυρία Στρόσεκ, τοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνασκαφῶν στὸν Κεραμεικὸ ἀπὸ τὸ 1993. Βρέθηκα, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ λόγους σχετικοὺς μὲ τὸ δρομολόγιο ποὺ θὰ κάναμε. Ἀπὸ τὸ Δίπυλο ξεκινοῦσε ὁ δρόμος γιὰ τὸν Κολωνό. Στὴ νοητὴ εὐθεία βρίσκεται ἡ πρώην ὁδὸς Κεραμεικοῦ ποὺ τὸ 1884, ὅπως θὰ διαβάσετε, μετονομάστηκε σὲ Μυλλέρου. Βρισκόμουν στὴν ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης πομπῆς ποὺ δὲν θὰ ἔπαιρνε τὴν Ἱερὰ ὁδὸ γιὰ τὴν Ἐλευσίνα οὔτε τὴν Παναθηναίων γιὰ τὸν Παρθενώνα. Σήμερα μόνο μὲ ἰσχυρὴ φαντασία καὶ θέληση μπορεῖς νὰ τὴν ἀναπαραστήσεις. Καὶ νὰ τὴν περπατήσεις. (περισσότερα…)

Ο Χάρτμουτ Ρόζα για την επιτάχυνση και την αλλοτρίωση στις σύγχρονες κοινωνίες

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Μετά την πρώτη τους έκδοση, οι εκδόσεις Πλήθος προσφέρουν στο ελληνικό κοινό μια ακόμη μετάφραση ενός έργου κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού. Πρόκειται για το τολμηρό και ενδιαφέρον βιβλίο του Χάρτμουτ Ρόζα, Επιτάχυνση και αλλοτρίωση: για μια Κριτική θεωρία της χρονικότητας στην ύστερη νεωτερικότητα. Όπως μαρτυρεί ο υπότιτλος, ο συγγραφέας του βιβλίου επιδίδεται στη σκιαγράφηση μιας νέας κριτικής θεωρίας για το σήμερα. Η κριτική θεωρία του, ξεκαθαρίζει, στηρίζεται όχι σε κάποια κανονιστική σύλληψη περί ανθρώπινης φύσης, αλλά στην διαπιστωμένη αντίθεση ανάμεσα στους πόθους των υποκειμένων (συγκεκριμένα, στο νεωτερικό πρόταγμα της ικανοποίησης των φιλοδοξιών και επιθυμιών του αυτόνομου ατόμου) και στους θεσμούς και πρακτικές που εμποδίζουν αυτούς τους πόθους να υλοποιηθούν. Πρόκειται για αντίθεση που συμβαίνει με τρόπο ανεπίγνωστο για τους περισσότερους από εμάς και εδώ είναι που επανέρχεται η μαρξιστική θεώρηση περί ιδεολογίας και ψευδούς συνείδησης, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η Σχολή της Φραγκφούρτης, εξηγεί. Επιδιώκοντας να αρθρώσει έναν κριτικό Αριστερό λόγο απέναντι στον σύγχρονο καπιταλισμό, στα χνάρια των Χορκχάιμερ, Μαρκούζε και Άξελ Χόνετ, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναζητά ένα βασικό ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της Νεωτερικότητας και των σύγχρονων κοινωνιών, το οποίο και βρίσκει στην έννοια της «επιτάχυνσης». Κάνοντας λόγο για Νεωτερικότητα, μια έννοια συχνά επαναλαμβανόμενη αλλά ασαφή, ο Ρόζα τη διαιρεί σε «πρώιμη» (ως το 1850), «κλασική» (~1850-1970) και για «ύστερη» (1970-…).

Αν και η Νεωτερικότητα έχει συλληφθεί και περιγραφεί κοινωνιολογικά με έμφαση σε διαφορετικές έννοιες, από τον εργασιακό καταμερισμό έως τον ατομικισμό και την εμπορευματοποίηση, όλες αυτές διατρέχει υπόρρητα ένα κύριο στοιχείο: η επιτάχυνση. Οι δυτικές κοινωνίες είναι κοινωνίες της επιτάχυνσης. Τι ακριβώς σημαίνει όμως αυτό; Σύμφωνα με τον Ρόζα, υπάρχουν τρεις βασικές «όψεις» της επιτάχυνσης στη Δύση. Αρχικά, υπάρχει η τεχνολογική επιτάχυνση, που είναι ίσως και η πιο προφανής και αυτονόητη σε όλους μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταχύτητα επικοινωνίας και μεταφορών διαρκώς «συμπιέζει» τον χώρο, σε σημείο να τον συρρικνώνει υπέρ του χρόνου, καθότι οι πραγματικές τοποθεσίες (π.χ. ξενοδοχεία, τράπεζες, πανεπιστήμια) παίζουν πια όλο και μικρότερο ρόλο για τις ουσιαστικές κοινωνικές εξελίξεις. Έπειτα, υπάρχει η επιτάχυνση της κοινωνικής μεταβολή, η οποία συνίσταται στην επιτάχυνση όχι διαδικασιών εντός της κοινωνίας (όπως συμβαίνει με την τεχνολογική), αλλά επιτάχυνση της ίδιας της κοινωνίας καθαυτής. Σύμφωνα πάλι με τον Ρόζα:

[…] η κοινωνική επιτάχυνση ορίζεται από μια αύξηση των ρυθμών αποσύνθεσης της αξιοπιστίας των εμπειριών και των προσδοκιών και από τη συστολή των χρονικών διαστημάτων που μπορούν να οριστούν ως «παρόν» (σελ. 49). (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (3/5)

*

(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως απειλή, φόβος, και απομόνωση

Στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τα ιδανικά παραλληλίζονται με το αλεύρωμα ψαριών πριν το τηγάνισμα. Ο αφηγητής σε καθεστώς τρόμου που εκφέρεται με φθόγγους, επισημαίνει την αναλωσιμότητα των ιδανικών. Το αλεύρι δίνει μια επιπλέον κρούστα στην ψαρίσια ύλη, χωρίς να αλλάζει τη βασική τους ύλη.

Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.[1]

 Στο «Κρατήσου», του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Δάλλα, ένας κακότυχος άνθρωπος, προγραμμένος του βυθού με το ιστορικό βάθος που έχει η λέξη, προσπαθεί να βρει περάσματα σαν τον ξιφία. Το δίστιχο αποτυπώνει την αίσθηση αγωνίας ενός ανθρώπου που βυθίζεται, να τα καταφέρει να επιβιώσει.

Και κάτω ο προγραμμένος του βυθού
Γυρεύει πέρασμα σαν τον ξιφία.
[2] (περισσότερα…)

Στοιχεία για την ιστορία της οδού Μυλλέρου στην Αθήνα

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν –τὸ σῶμα πόλεως τῶν Ἀθηνῶν- συντηρεῖ τὴ μνήμη της μὲ ἀκέραια καὶ σπαραγμένα στοιχεῖα τοῦ πολυστρωματικοῦ, ἐνίοτε ἀσυνεχοῦς, παρελθόντος της. Ἡ μνήμη ἰσχυροποιεῖται συχνὰ ἀντιστρόφως ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ κατερείπωσης αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ σώματος. Τὸν 19ο αἰώνα ἡ πόλη αὐτή, μὲ λιγότερους ἀπὸ 100.000 κατοίκους, θυμᾶται τοὺς θεμελιωτὲς τῆς δόξας της καὶ τοὺς ποιητές της, δηλονότι τοὺς βάρδους ποὺ τὴν ἐτίμησαν μὲ τὴ Μούσα τους. Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἡ Ἀθήνα θυμόταν ἀκόμη μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν φιλέλληνα ποιητὴ Wilhelm Müller (Βίλελμ ἢ Γουλιέλμο Μύλλερ), τὸν «Ἕλληνα-Μύλλερ», ἢ ὀρθότερα «Μύλλερ τῶν Ἑλλήνων» («Griechen-Müller).

Ὁ (Johann Ludwig) Wilhelm Müller, Γερμανὸς ποιητής, γεννήθηκε στὸ Ντέσσαου (Dessau) τὸ 1794, ὅπου πέθανε σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν, τὸ 1827, τὴν κρίσιμη χρονιὰ τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Ἑλλάδας. Σπούδασε φιλοσοφία καὶ ἱστορία στὸ Βερολῖνο, ὅπου ἔζησε παράλληλα στὸν λογοτεχνικὸ κύκλο τῶν Achim von Arnim, Clemens Brentano, Friedrich de la Motte Fouqué, Ludwig Tieck. Στὴν ποίησή του ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν Λόρδο Βύρωνα (George Gordon Byron, 1788-1824), πρότυπό του καὶ στὸν φιλελληνικὸ ἀγώνα ποὺ προσέφερε μὲ ζῆλο κατὰ τὴ σύντομη ζωή του. Ἔγραψε τρεῖς κύκλους ποιημάτων, στὴ μορφὴ τῶν Lieder, τῶν τραγουδιῶν, ἐμπνευσμένους ἀπὸ τὸν ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων: Ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Lieder der Griechen, 1821), Νέα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Neue Lieder der Griechen, 1823), Νεώτατα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Neueste Lieder der Griechen, 1824), καθὼς καὶ τὸν κύκλο Μεσολόγγι (Missolunghi, 1826), τέσσερα ποιήματα ποὺ γράφτηκαν μὲ τὴ θλιβερὴ εἴδηση τῆς ἡρωικῆς ἐξόδου καὶ πτώσης τοῦ Μεσολογγίου. Ἔγινε περισσότερο γνωστὸς γιὰ τοὺς κύκλους ποιημάτων Ἡ ὡραία μυλωνού (Die schöne Müllerin) καὶ Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise) ποὺ μελοποίησε ὁ Φρὰντς Σοῦμπερτ τὸ 1823 καὶ τὸ 1827 ἀντίστοιχα· τὸ δεύτερο ἕναν χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του. Στὸ ἔργο τοῦ Μύλλερ, ἀλλὰ καὶ στὸ γενικότερο ὅραμά του γιὰ τὴν ἐξάλειψη κάθε μορφὴς δεσποτείας, εἶναι φανερὴ ἡ ρομαντική, βυρωνικὴ διάθεση καὶ στάση, ἀπόηχος τοῦ ρομαντικοῦ κύκλου τῆς Ἰένας καὶ τῶν κοινωνικῶν ζυμώσεων ποὺ προοιωνίστηκαν τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848.

Τὸ 1884, πενήντα περίπου χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγὸ καὶ τὴν ἀνακήρυξη τῶν Ἀθηνῶν σὲ πρωτεύουσα τοῦ νεοπαγοῦς κράτους, ὁ καθηγητὴς Νικόλαος Πολίτης, θεμελιωτὴς τῆς ἑλληνικῆς λαογραφίας, εἰσηγεῖται στὸ δημοτικὸ συμβούλιο καὶ τὸν Δήμαρχο τῆς πόλης Δημήτριο Σοῦτσο τὴ μετονομασία τῆς ὁδοῦ Κεραμεικοῦ, στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ Μεταξουργείου, σὲ «ὁδὸν Μυλλέρου». Ἡ πρόταση ἔγινε ὁμόφωνα δεκτή. Ἀνάμεσα στὰ μέλη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου διαβάζουμε ὀνόματα ἀγωνιστῶν κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ γνωστῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅπως τῶν Δημητρίου Καλλιφρονᾶ καὶ Δημητρίου Λεβίδη. Ὁ Καλλιφρονᾶς διετέλεσε Δήμαρχος Ἀθηναίων (1837-1841), ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν κατὰ τὴ συνταγματικὴ ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843 καὶ Πρόεδρος τοῦ Κοινοβουλίου. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (2/5)

*

(συνέχεια από το πρώτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

1. «Τα ψάρια ως εκδοχές ταυτότητας

Στο «Καιρός για ηρωίνη», η Νίκη Ανδρικοπούλου κατασκευάζει την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπει η ηρωίδα τον εαυτό της και στο πώς τον βλέπουν οι άλλοι. Όμορφη αν και λίγο τρελή είναι ο τρόπος που τη βλέπουν οι άλλοι. Αυτή όμως αισθάνεται «σαν απαίσιο ψάρι». Η αντιπαραβολή ομορφιάς και απέχθειας εντείνεται από την εικόνα ενός άσχημου ψαριού.

Οι άνθρωποι λένε ότι είμαι όμορφη
λίγο τρελή στο μάτι –
εγώ βλέπω τον εαυτό μου σαν απαίσιο ψάρι
[1]

Στο «Ερπετό, πουλί και ψάρι»,[2] ο Γιάννης Πάσχος κατασκευάζει μια ξεκάθαρη αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους ανθρώπους. Αντίθεση που στηρίζεται στη διαφορά του με τους υπόλοιπους ανθρώπους, οι οποίοι «είναι τυχεροί», ενώ αυτός είναι «πολύ άτυχος». Αν οι άλλοι είναι συμβολικά μόνο ερπετά, πουλιά ή ψάρια, ο αφηγητής του ποιήματος αυτοπροσδιορίζεται ως άτυχος, επειδή ξεφεύγει όχι μόνο από μια μονοδιάστατη ταυτότητα, αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους λειτουργούν οι οπτικές του στον κόσμο. Αυτές οι πολυδιάστατες οπτικές τον οδηγούν «και σαν ερπετό» να σέρνεται, «και σαν πουλί» να πετά, «και σαν ψάρι να κολυμπά». Η πολυσυλλεκτική αυτή ιδιότητα, στην οποία κάθε πλάσμα βρίσκεται κοντά στη στοιχειώδη ιδιότητά  του (το ερπετό σέρνεται, το πουλί πετά, το ψάρι κολυμπά) αναγνωρίζεται αρχικά ως κάτι «καλό». Καταργείται, ωστόσο, στην πορεία γιατί «τα κακά είναι περισσότερα». Ο αφηγητής του ποιήματος μπορεί πολύπλευρα να ακολουθήσει ισότιμα διαφορετικές και ανατρεπτικές εκδοχές της πραγματικότητας, αναλαμβάνοντας τις συνέπειες των επιλογών του και το συναισθηματικό κόστος. Η συνθετική θέαση του κόσμου και μια ταυτότητα πολύπλευρη και πολυδιάστατη συνοδεύεται από την κατάρρευση της μιας και μοναδικής αλήθειας, ακόμα και αν αυτή αφορά σε μια απλή διαπίστωση για το αν είμαστε καλά ή όχι. Έτσι, ο ποιητής προτάσσει επίσης, κατά τη γνώμη μου, την υποκειμενικότητα και τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένων στις κατασκευές ταυτότητας. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (1/5)

Dorothea Tanning, La truite au bleu

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Ότι η ασθενής σχέση ποιήματος και μανιφέστου δεν ακυρώνει το γιατί η καροτίνη υψηλών οκτανίων συνάδει με το μπουρδέτο».
Κακναβάτος Ε. και Κανιούρας, Σ., Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του 2000 τη εθελοντική συνεισφορά αντιπροσωπείας ζώων, Άγρα, 2000

«Στιλβωμένη λάμψη»[1]: τα ψάρια περιπλανώμενα λαμπυρίζουν μέσα κι έξω από το νερό. Εκπέμπουν λάμψεις στην πραγματικότητα, τη φαντασία και την τέχνη, με τους ίδιους τρόπους που στραφταλίζει η ποίηση στα ποιήματα που αγαπάμε. Ανάδυση, καταβύθιση, διαρκείς μετατοπίσεις και μετασχηματισμοί στο χωρίς σύνορα υγρό στοιχείο. Κινήσεις αυτόνομες ή πλήθη ψαριών κοπαδιαστά. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή αλληλοφαγώματα και μεταμφιέσεις. Στη μυθολογία ο Ποσειδώνας με τις κόρες του, γοργόνες και ανθρωπόψαρα. Επόμενο είναι, λοιπόν, τα ψάρια, όπως και τα πουλιά, να χρησιμοποιούνται στις γραφές των ποιητών ποικιλοτρόπως.

Τα ψάρια και το υγρό στοιχείο σύμβολα διακειμενικά και πολιτισμικά περιέχουν σύνθετους και διαφορετικούς συμβολισμούς. Στις πολύπλοκες συνθέσεις και ερμηνείες, τα ψάρια παραμένουν αινιγματώδη[2] και πολύσημα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας, η ζωή ξεκίνησε από το νερό. Για τον άνθρωπο η ζωή εκεί κινητοποιούσε διττά αμφίρροπα συναισθήματα φόβου και γοητείας. Ποικίλες είναι και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες των ψαριών. Συμβολίζουν την ύπαρξη στη μήτρα και το υγρό περιβάλλον, την εν εξελίξει σεξουαλικότητα, τον φαλλό, αλλά και τη ζωή και τον θάνατο.[3] Στα παραμύθια και τη λαϊκή παράδοση, τα ψάρια είναι επίσης πολλές φορές οι ήρωες μαζί με πολλά θαλάσσια τέρατα: γοργόνες, κήτη, λιμνίσια πλάσματα.

«[…] Από το μάτι έρχεται η έρευνα, απ’ την επιλογή έρχεται επίμονο κοπάδι»[4]. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο και προβλέψιμο τα ψάρια ως επιλογή, να εμφανίζονται συχνά στην ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη, συγκροτώντας ένα επίμονο κομμάτι δεδομένων, συμβολισμών και ιστοριών, το οποίο ανατροφοδοτείται συνεχώς. Τα ψάρια εντοπίζονται επίσης σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών[5] και εγχειριδίων. (περισσότερα…)

Το ατελές πέρασμα στη νεωτερικότητα

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Χάρης Βρόντος
Στοιχεῖα πολιτιστικῆς πατριδογνωσίας
Ἁρμός 2021

Σὺν τῷ χρόνῳ παρεξηγήθηκε ἡ ἔννοια τῆς κριτικῆς. Ἀπὸ τὴ μία ἔφτασε νὰ εἶναι ἕνα χάϊδεμα, μιὰ ἁπλὴ παρουσίαση στοιχείων —πάντοτε θετικῶν, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὑμνητικῶν— καὶ τίποτε περισσότερο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπέκτησε χαρακτηριστικὰ πολεμικῆς, θεωρῶντας τὴν ἄρνηση (αὐτὸ ποὺ στὴ γενιὰ τοῦ ’70 βαφτίστηκε “ἀμφισβήτηση”) ὡς αὐτοσκοπὸ μιᾶς κριτικῆς, πολλὲς φορὲς φτάνοντας σὲ περιπτώσεις κατάφωρης ἀδικίας, κιτρινισμοῦ ἢ ad hominem ἐπιθέσεων ἄνευ οὐσίας ποὺ ὑποβάθμιζαν τὴν ἀρχικὴ πρόθεση. Ἐπιπλέον, προϊόντος τοῦ χρόνου ἡ κριτικὴ περιορίστηκε στὸ ἑκάστοτε μετιέ· οἱ συγγραφεῖς της ἔμειναν στὴν ἐνδοκαλλιτεχνικὴ περιπτωσιολογία κρίνοντας τὸ κάθε προϊὸν ἢ τὴν καθεμιὰ προσωπικότητα ἐντὸς τῶν τειχῶν τῶν ἰδιωμάτων καὶ τῶν συμφραζομένων τους.

Τὸ βιβλίο γιὰ τὸ ὁποῖο μαζευτήκαμε νὰ μιλήσουμε ἀπόψε δὲν ὑπακούει σὲ αὐτὸν τὸν κανόνα, κι’ ἂς δίδεται αὐτὴ ἡ ἐντύπωση ἕνεκα τοῦ δημιουργοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸ ὅτι ἀφιέρωσε ὅλη του τὴ ζωὴ στὴ μουσική. Παίρνοντας κανεὶς στὰ χέρια του τὰ Στοιχεῖα πολιτιστικῆς πατριδογνωσίας ἀναμένει ἕνα ἀκόμα βιβλίο τοῦ Βρόντου, τὸ ὁποῖο θὰ μιλᾶ γιὰ τὴ μουσικὴ μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται. Αὐτὸ ὅμως εἶναι μιὰ εὔκολη πλάνη. Κι’ εἶναι μιὰ εὔκολη πλάνη γιατὶ ὁ Βρόντος σὲ κανένα ἀπολύτως βιβλίο του δὲν μίλησε γιὰ τὴ μουσικὴ per se. Ἡ κριτική του δὲν ὑπῆρξε ὀμφαλοσκοπικὴ ὡς πρὸς τὴν τέχνη ποὺ τοῦ ἔλαχε νὰ ὑπηρετεῖ, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἤδη ἀπὸ τὰ πρῶτα του εὐρύτερα γνωστὰ καὶ ὀξεῖα δοκίμια στὸ περιοδικὸ Κριτικὴ καὶ Κείμενα φάνηκε ὅτι ἀκολούθησε ἕναν δρόμο ἰδεατὸ ὡς πρὸς τὸ εἶδος· αὐτὸ ποὺ νέτα-σκέτα θὰ ὀνομάζαμε κριτικὴ τοῦ πολιτισμοῦ. Διότι ἕνα μουσικὸ ἔργο, ἕνα λογοτεχνικὸ κείμενο, ἕνα εἰκαστικὸ πόνημα, ἀκόμα κι’ ἕνα κτήριο, ποτὲ δὲν μποροῦν νὰ τεθοῦν κάτω ἀπὸ τὸ μικροσκόπιο δίχως πρῶτα νὰ ἐρευνηθεῖ ἡ θέση τους στὸ πεδίο, οἱ συνάψεις τους μὲ αὐτὸ καὶ τέλος οἱ παρελθοντικὲς ἀλλὰ καὶ οἱ μελλοντικὲς ἐξακτινώσεις τοῦ συνόλου αὐτοῦ πρὸς τὴν ἱστορία καὶ τὸ πολιτισμικὸ ἀποτύπωμα ἑνὸς τόπου, μιᾶς ἠπείρου, ἑνὸς Κόσμου ‒ ἐν προκειμένῳ τοῦ δυτικοῦ.

Ἔτσι καὶ σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο ἐκτεῖνεται σὲ τριακόσιες παρὰ δύο σελίδες καὶ περιλαμβάνει πέραν τοῦ «Προλόγου» του κι’ ἑνὸς δισέλιδου εἰκονογραφικοῦ παραρτήματος, δεκατρεῖς συζητήσεις μὲ τοὺς Γιώργο Ἀριστηνό, Τάσο Γουδέλη, Γιῶργο Ζερβό, Γιάννη Πατίλη, Κώστα Σοφιανὸ καὶ Νίκο Χριστοδούλου κατὰ μόνας καὶ μιὰ —ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι— “στρογγυλὴ τράπεζα” μὲ τοὺς Νίκο Σκαλκώτα, Τάσο Γουδέλη, Δημοσθένη Κούρτοβικ, Ζαμπία Ἀγριμάκη, Νίκο καὶ Ἀθανασία Κουφάκη, Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή, Βαγγέλη Κούμπουλη, Δημήτρη Μπουρνοῦ, Δημήτρη Κωστόπουλο, Γεωργία Καραχρήστου καὶ φυσικὰ τὴν Κλαὶρ Ντεμελενάρ. (περισσότερα…)

Δημήτρης Κανελλάκης, Πέντε ποιήματα

*

ΠΡΟΔΙΟΡΘΩΣΗ

«Ρηχός μελοδραματισμός
φθηνός ο καρυωτακισμός»
είπε ο Διόνυσος εξαίφνης
που το παίζει λογοτέχνης.
«Πού ’ναι τα διακείμενά σου;
Καβάφης πάλι; Για φαντάσου…»
Να το δάχτυλο στη μέση,
Διόνυσε, αν δε σ’ αρέσει!
«Λείπουν οι ψαγμένοι στίχοι
και λιγοψυχούν και σβήνουν».
Να τους δεις δεν είχες τύχη,
τώρα κάπου μπεκροπίνουν.
«Πού ’ναι οι άλλοι, η κοινωνία;»
Με το ζόρι βρε ψυχή μου
–άλλη από κει μανία–
να ’χω φίλους στη ζωή μου;
«Λείπει η σπάνια η λέξη
που ο νους έχει σμιλέψει».
Τις εξόντωσες, θυμήσου,
όλες μες στη διατριβή σου.
«Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
τάχα ποιο το όραμα;
Αχ, σου ξέφυγε το μέτρο!»
Θα το βρεις στον Άγιο Πέτρο.

Μα προς τι η απολογία;
Ξέρεις, πάντα ο πελάτης
έχει δίκιο – κι η ειρωνεία
εν τοιαύτη περιπτώσει
να ’μαι ’γώ ο ζυγοστάτης,
ήτοι αυτός που έχει πληρώσει.

~.~ (περισσότερα…)

Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139). (περισσότερα…)