Συντάκτης: il Notaro

Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καθώς κοντεύουμε πια στο έβγα του Έτους Αναγνωστάκη και των ποικίλων τιμητικών εκδηλώσεων που το συνόδευσαν, προσωπικά συγκρατώ το παράδοξο. Ο προ της «σιωπής» ποιητής, αυτός που το έργο του κατακλείεται, όπως μας είπαν, με τον Στόχο, άντε και με το Περιθώριο ’68-’69, αυτός ο λάλος ποιητής, ο πολυδιαβασμένος και πολυμελετημένος και πολυτραγουδισμένος, επιγόνους σήμερα ποιητικούς δεν διαθέτει. Το ίχνος του στους στίχους που γράφονται στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτο, αν υπάρχει καν. Με μία έννοια, ο τελευταίος σημαντικός μαθητής του, μεταστάς πια κι εκείνος, ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Αντιθέτως, ο μετά τη «σιωπή» Αναγνωστάκης, ο εν πολλοίς παραγνωρισμένος σατιρογράφος «Μανούσος Φάσσης» δηλαδή, και ο προσωπικός ανθολόγος της Χαμηλής φωνής, έχει και παραέχει συνεχιστές και επιγόνους. Μαζί του συνδέονται αναπόσπαστα οι δύο σημαντικότερες συλλογικές τάσεις της μετά το 1980 ποίησής μας: αφενός μεν, η επιστροφή των έμμετρων μορφών, αφετέρου δε, η αναβίωση της σάτιρας.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του πρωτοεκδίδεται (σε 3.000 αντίτυπα, παρακαλώ, που εξαντλήθηκαν γρήγορα) το 1987. Η Χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς το 1990 (επίσης σε 3.000 αντίτυπα). Και η επιρροή που άσκησαν σε μια μεγάλη ομάδα νεώτερων ποιητών, αλλά και σε μερίδα των φιλολόγων και των μελετητών της παλαιότερης ποίησής μας, είναι προφανής. (περισσότερα…)

Σκέψεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, Β΄ Μέρος

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

5.

Επειδή δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω
Επειδή δεν ελπίζω
Επειδή δεν ελπίζω να γυρίσω
Λαχταρώντας το χάρισμα του ενός και τη φήμη του άλλου
Δεν αγωνίζομαι πια ν’ αγωνιστώ για τέτοια πράγματα
(Γιατί ν’ απλώνει τα φτερά του ο γέρικος αετός;)
Γιατί να πενθώ
Τη χαμένη δύναμη της συνηθισμένης βασιλείας;
T. S. ELIOT

Η Λήθη ήταν ένα μυθικό ποτάμι στον Άδη, τον κάτω κόσμο, στην ελληνική μυθολογία. Ήταν ένα από τα πέντε ποτάμια του Άδη. Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων (o ποταμός της θλίψης), Κωκυτός (o ποταμός του θρήνου), Φλεγέθων (o ποταμός που έχει πύρινες φλόγες), Λήθη (o ποταμός της λησμονιάς) και Στυξ (o ποταμός του μίσους).

Οι ψυχές των νεκρών έπιναν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν τις αναμνήσεις της επίγειας ζωής τους. Στη σημερινή δυστοπική πραγματικότητα οι διάφοροι πολιτικοί μας καλούν, παρότι είμαστε ζωντανοί, να συμπεριφερόμαστε ως νεκροί, ποτίζοντάς μας λήθη προκειμένου να λησμονήσουμε τις πολιτικές πράξεις τους που βρίσκονταν στον αντίποδα των όσων είχαν υποσχεθεί. Στην καθομιλουμένη μας καλούν να λησμονήσουμε τις «κωλοτούμπες» τους. Χάθηκε η ντροπή! Μόνο αδιαντροπιά έχει μείνει!

Πώς να δικαιολογήσουν, όσοι ηγέτες των δημοκρατικών, ρεπουμπλικανικών, χριστιανοδημοκρατικών, σοσιαλδημοκρατικών, εργατικών, φιλελεύθερων και αριστερών ( ; ) κομμάτων έχουν κυβερνήσει την λεγόμενη εποχή της Παγκοσμιοποίησης, τις εξελίξεις του ύστερου καπιταλισμού και της κατάρρευσης της «φιλελεύθερης δημοκρατίας»; Πώς μπορούν όλοι αυτοί να υψώσουν τείχη ενάντια στη λαίλαπα του τραμπισμού και των ιδεών που προάγει; Πώς μπορούν όλοι αυτοί να επιτεθούν στον τραμπισμό απλώς μιλώντας για υπεράσπιση της δημοκρατίας, όταν για τους ψηφοφόρους, αυτό ακούγεται σαν υπεράσπιση του status quo που ευνοούσε τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ; (περισσότερα…)

Franz Kafka, Έρευνες ενός σκύλου

 *

Μετάφραση Πέτρος Γιατζάκης

~.~

Πόσο έχει αλλάξει η ζωή μου και εντούτοις πόσο απαράλλακτη έχει μείνει κατά βάθος!

Όταν τώρα πια αναλογίζομαι τα περασμένα και ανακαλώ στη μνήμη μου τον καιρό που ζούσα ακόμα καταμεσής στους κόλπους της κοινότητας των σκύλων, όταν συμμετείχα σε όλες τους τις έγνοιες, ένας σκύλος ανάμεσα σε σκύλους, βρίσκω όντως όταν κοιτάζω από κοντά, ότι εδώ εξαρχής κάτι δεν ταίριαζε, ότι υπήρχε μια μικρή ρωγμή, ότι με καταλάμβανε μια ελαφριά δυσφορία ακόμα και εν μέσω των πιο σεπτών εκδηλώσεων του λαού μου, μερικές φορές μάλιστα ακόμα και μέσα στον πιο έμπιστο, φιλικό μου κύκλο.

Όχι, ούτε καν μερικές φορές, αλλά μάλλον πολύ συχνά, ακόμα και το απλό θέαμα ενός σκύλου, αγαπημένου μου συντρόφου, το απλό αυτό θέαμα, σαν να το έβλεπα κατά κάποιο τρόπο με νέο βλέμμα, μου προκαλούσε αμηχανία, με τρόμαζε, με οδηγούσε σε αδιέξοδο, μου προξενούσε εν τέλει απελπισία. Προσπαθούσα κατά κάποιον τρόπο να καλμάρω, φίλοι στους οποίους το εμπιστευόμουν αυτό με βοηθούσαν, κι έτσι έρχονταν πάλι πιο ήσυχοι καιροί, καιροί κατά τους οποίους δεν έλειπαν μεν εκείνες οι εκπλήξεις, αλλά εγώ τις δεχόμουν πλέον με μεγαλύτερη αταραξία, εντάσσονταν πλέον πιο αδιατάρακτα στη ζωή μου, με έκαναν ίσως θλιμμένο και πιο κουρασμένο, αλλά κατά τα άλλα με άφηναν να υπάρχω ως έναν μεν λιγάκι ψυχρό, επιφυλακτικό, φοβισμένο, υπολογιστικό σκύλο, αλλά σε γενικές γραμμές ασφαλώς έναν απολύτως κανονικό σκύλο. Πώς άλλωστε θα μπορούσα να φθάσω στην  ηλικία που έχω τώρα δίχως αυτά τα διαλείμματα ανάπαυσης, πώς θα ήμουν σε θέση να καταλήξω στη γαλήνη με την οποία παρατηρώ τους τρόμους της νιότης μου και αντέχω τους φόβους των γηρατειών μου; Πώς θα μπορούσα να φτάσω στο σημείο να βγάλω τα σωστά συμπεράσματα από την –οφείλω να το παραδεχθώ– ατυχή, ή για να το εκφράσω κάπως πιο προσεκτικά, όχι και πολύ ευτυχή φύση μου και να ζήσω σε σχεδόν απόλυτη αρμονία μαζί τους;

Ζω αποτραβηγμένος, μοναχικός, απασχολημένος μονάχα με τις δικές μου, μικρές και απέλπιδες, αλλά για μένα απολύτως απαραίτητες έρευνες. Έτσι ζω εγώ, (περισσότερα…)

Κατακόμβες

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Ο ΔΗΜΑΣ ΓΡΑΦΕΙ

Ονήσιμε ακριβέ
το πήρα απόφαση· δεν τους αντέχω τους θεούς τους.
Τρελοί, σκληροί και πόρνοι και δεν ξέρω τι
και κάτι τάχα μου ήρωες – θες να σου πω;
Χθες λέγανε για μια που σκότωσε
τα αθώα παιδιά της· τότε ξεμυτίζει
–την ώρα της φριχτής εκείνης φρίκης–
κάποιος «Ορέστης», ξεπαστρεύει μερικούς
και πάλι πάμε απ’ την αρχή.

(Ψέματα δεν θα πω, τον Γιάννη
δεν τον πολυκαταλαβαίνω. Τον Ματθαίο
καλύτερα. Θα μου εξηγείς κι εσύ.)

Θεοί να σου πετύχουν,
γυμνοί γυμνοί κι εδώ κι εκεί
μυρίζουν λες τα μάρμαρά τους σάρκα
κι από τα στόματα τα ακίνητα θαρρείς
–ακούς;– μελωδικοί σκοποί θα βγουν· (περισσότερα…)

Der Historikerstreit / Η έριδα των ιστορικών

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~.~

Tu n’ a rien vu à Hiroshima. Reste à Hiroshima avec moi.

Η όλη συζήτηση (που αναβιώνει κατά καιρούς) σχετικά με τη μαύρη τρύπα που αντιπροσωπεύει το Άουσβιτς μέσα στην ιστορία του δυτικού κόσμου (ή και στην παγκόσμια ιστορία) κινείται κατά κανόνα πάνω σε δύο άξονες: αυτόν της μοναδικότητας και αυτόν της βαρβαρότητας. Ο πρώτος άξονας, ο «ιστορικός», περιστρέφεται γύρω από δύο άκρα. Το ένα από αυτά (Α) βεβαιώνει ότι το Άουσβιτς συνιστά ένα απολύτως ιδιαίτερο ιστορικό συμβάν χωρίς προηγούμενο ενώ το άλλο (Β) το τοποθετεί εντός μιας πορείας που διέπεται από μια ενιαία λογική, εντάσσοντας σε αυτή τα γκούλαγκ και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Βρετανών στην Αφρική. Ο «ηθικός» τώρα άξονας διαθέτει και αυτός δύο πόλους. 1) Είτε το Άουσβιτς είναι το άκρον άωτον της βαρβαρότητας, ο βαθμός μηδέν της ηθικής, 2) είτε το βλέπει κανείς σχεδόν και ως business as usual: δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία σφαγή στην ιστορία και μόνο οι αφελείς έχουν την πολυτέλεια να το βλέπουν ως το προπατορικό αμάρτημα της ανθρώπινης ιστορίας – κι εδώ ο Καρλ Σμιτ σίγουρα θα είχε πολλά να πει για την υποκρισία των φιλελευθέρων κατηγόρων του.

Με απόλυτη φυσικότητα συνταιριάζονται κατόπιν η θέση περί ιστορικής μοναδικότητας με αυτή περί απόλυτης βαρβαρότητας (Α-1): το Άουσβιτς είναι μια ανεπανάληπτη έκρηξη κτηνωδίας, χωρίς όμως ποτέ να είναι κανείς βέβαιος για το ποια είναι στη θέση αιτίου και ποια στη θέση αιτιατού: η μοναδικότητα συνεπάγεται τη βαρβαρότητα ή το ανάποδο; Στον αντίποδα τώρα, συνδυάζεται η θέση περί ιστορικής συνέχειας με αυτή της ηθικής ακηδίας (Β-2): η ιστορία ανέκαθεν ήταν βουτηγμένη στο αίμα, όπου εδώ το αδιάφορο κούνημα των ώμων θέλει να παραστήσει ότι είναι το τίναγμα της σκλαβωμένης πλάτης μετά την καμτσικιά.

Τι θα προέκυπτε όμως αν η διασταύρωση γινόταν κατά διαγώνιο τρόπο; (περισσότερα…)

Πετράρχης, Η Ομιλία της Στέψης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Πετράρχης (1304-1374) έτρεφε από την πρώιμη νεότητά του την επιθυμία να καταξιωθεί, και μάλιστα μέσω ενός επισήμου τελετουργικού στέψης, ως δεσπόζουσα μορφή των γραμμάτων. Την επιθυμία του ερέθισε η αναπάντεχη αναβίωση του εθίμου της απόδοσης δημοσίων τιμών σε επιφανείς ποιητές στις αρχές του 14ου αιώνα. Τούτη η αναβίωση βασίστηκε σε μια μάλλον ισχνή κατανόηση των διασωθεισών μαρτυριών για τους ποιητικούς αγώνες που τελούνταν κατά τη διάρκεια των Καπιτωλίων. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ενδιαφέρον που προκάλεσε σε όλη την Ιταλία, το καθοριστικό έναυσμα δόθηκε με τη βράβευση του ποιητή Αλμπερτίνο Μουσάτο από τις πανεπιστημιακές και διοικητικές αρχές της Πάδοβας, το 1315. Είναι γνωστό πόσο πολύκροτη κατέστη λίγο αργότερα η ματαίωση της επιθυμίας του Δάντη να λάβει αντίστοιχη τιμή από την πόλη της Φλωρεντίας. Για τον νεαρό Πετράρχη δε, έναν πρόσθετο ενθουσιασμό στην προοπτική να στεφθεί με το δάφνινο στεφάνι, γεννούσε η ομοηχία του ποθητού τροπαίου (Laurea) με το αειθρύλητο αντικείμενο του έρωτά του, τη Laura.

Ο Πετράρχης κινήθηκε πετυχημένα ώστε να του προταθεί, το 1340, η απόδοση δημόσιας καταξίωσης. Τούτο αποτελεί από μόνο του ένα παράδοξο, αφού ο ίδιος ήταν τότε μόλις 35 ετών, και δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει ούτε ένα έργο από αυτά που θα καθιστούσαν, πράγματι, το όνομά του αθάνατο. Την πρόσκληση την κατέστησε μάλλον εφικτή η αρχαιογνωσία του, και η ιδιότητά του ως πολλά υποσχόμενου ποιητή. Ο ίδιος αναφέρει ότι προσκλήσεις για στέψη έλαβε τόσο από την πόλη του Παρισιού, όσο και από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Με προφανή τη συμβολική διάσταση, προτίμησε η στέψη να γίνει, (περισσότερα…)

«Νέα Κρόνακα»: Η γενεαλογία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[3/12]

~.~

Η Νέα Κρόνακα, σειριακό έργο τριάντα τριών τόμων με δεύτερό της μυθιστόρημα το έργο Σαμψών, προκύπτει ως ένα σύνθετο σχέδιο, το οποίο ανάγεται σε ποικίλες –κατά κύριο λόγο συνειδητές– επιρροές και αναγνωστικές επιδράσεις.[114] Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται λόγος ειδικότερα για τα κείμενα ποικίλης γραμματειακής προέλευσης τα οποία πληροφορούν τη Νέα Κρόνακα αποκλειστικά ως προς το σχηματικό και αξονικό επίπεδο της σύλληψης. Συναφώς, εξ αυτών απορρέουν συγκεκριμένες και προσδιορίσιμες διακειμενικές σχέσεις σε διάφορα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, εμπλουτισμένες από ένα κατά πολύ ευρύτερο δίκτυο-βιβλιοθήκη, οι οποίες χρήζουν κατά τόμο, θέμα και περίπτωση εξειδικευμένης συγκριτολογικής προσέγγισης. Ορισμένες από αυτές τις σχέσεις θα τύχουν περαιτέρω ανάλυσης, όπου προσφέρουν στην προσέγγισή μας του Σαμψών, σε ειδικότερες ενότητες της μελέτης.

2.1 Από το Χρονικό στην Κρόνακα: Λεόντιος Μαχαιράς

Η απαρχή της Νέας Κρόνακας σε ειδολογικό και πνευματικό επίπεδο χρειάζεται πρωτίστως να αναζητηθεί στο μεσαιωνικό χρονικό του Κύπριου χρονικογράφου Λεοντίου Μαχαιρά Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Xρονικόν,[115] από το οποίο αντλεί τον τίτλο της.[116] Η πρόσβαση του Μαργαρίτη σε αυτό τελεί αδιαμφισβήτητα παλίμψηστη, καθότι τα πρωτεία της διάσωσής του από τη λήθη αποδίδονται στον Γιώργο Σεφέρη και την κυπριακή του συλλογή Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν (1955) (Ημερολόγιο Καταστρώματος, γ΄).[117] Το Χρονικό κατέστη έκτοτε, χάρη στη σεφερική κατάθεση, αιμοδοτικό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στο νησί. Παρότι στον ελλαδικό χώρο το Χρονικό δεν είχε καμιά ουσιαστική επίδραση,[118] γεγονός που, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι άσχετο με την πνευματική απομάκρυνση των Ελλαδιτών λογοτεχνών από την κυπριακή πραγματικότητα από το 1974 και εντεύθεν, έτυχε αξιοπρόσεκτης διεθνούς πρόσληψης από σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες, όπως ο Ιταλός Γκαμπριέλε ντ’ Αννούντσιο,[119] ο Πολωνός Μέλχιορ Βανκόβιτς[120] και ο Βούλγαρος Αλεξάνταρ Κοστόφ.[121]

Το γεγονός ότι το Χρονικό είναι το πρώτο εκτενές πεζογράφημα σε διάλεκτο της υστερομεσαιωνικής ελληνικής[122] επιτρέπει στον Μαργαρίτη να διασυνδέσει την ιστορικότητα με την εντοπιότητα και, δι’ αυτής, την καθαυτό ελληνικότητα του κυπριακού χώρου.  Όχι χωρίς πικρία για την αφασία του ελλαδικού δημόσιου λόγου στα περί Κύπρου, αλλά και για την απαξίωση του ίδιου ως συγγραφέα, ο Μαργαρίτης επαναφέρει τον Μαχαιρά, για να ανακινήσει το ιστορικό ενδιαφέρον γύρω από τη γενέτειρά του, αλλά και για να εμβαθύνει ο ίδιος σε στοιχεία της εντοπιότητας τα οποία έχουν καθορίσει τη συγγραφική και πνευματική του ταυτότητα: (περισσότερα…)

«Ο Αποσυναρμολογημένος Άνθρωπος» 

*

 Ή πώς η ψηφιακή τεχνολογία κατατρώει την ύπαρξή μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Είναι μόλις 24 ετών. Και δεν έχει γνωρίσει τον κόσμο πριν από την ψηφιακή εποχή. Κι όμως. Το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία, θέτει το ζήτημα του καιρού μας χωρίς περιφράσεις. Αυτό που κατά τον Baptiste Detombe –αυτό είναι το όνομα νέου Γάλλου δοκιμιογράφου– διακυβεύεται με την ψηφιακή επανάσταση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την επιβίωση ή την κατάρρευση του ανθρώπινης ύπαρξης. Το βιβλίο επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τον χώρο στον οποίο κινείται η ολοένα και πιο εικονικοποιημένη ύπαρξή μας, δείχνοντας πώς η αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας που προκαλείται από την ψηφιακή τεχνολογία διαβρώνει σταδιακά ορισμένες από τις πιο βασικές ανθρωπολογικές μας σταθερές εκ των έσω, τόσο στην κατασκευή της ταυτότητάς μας όσο και στη σχέση μας με τον Άλλο.

Εκκινώντας από την στατιστική διαπίστωση ότι τα παιδιά στη Γαλλία περνούν πλέον τόσο χρόνο μπροστά σε μια οθόνη όσο και στην τάξη και οι έφηβοι αφιερώνουν μόνο 12 λεπτά την ημέρα στο διάβασμα έντυπου βιβλίου –σε σύγκριση με 5 ώρες και 10 λεπτά σε οθόνες– ο ταλαντούχος δοκιμιογράφος εξετάζει πώς η ψηφιακή τεχνολογία «κατατρώει τη ζωή μας». Βασιζόμενος σε μια σύνθεση μελετών και δημοσιεύσεων από ερευνητές διαφορετικών ιδεολογικών χώρων, ο Μπατίστ Ντετόμπ σχολιάζει μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ που έδειξε ότι, κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι προτιμούν «να υποβληθούν σε ηλεκτροσόκ παρά να υπομείνουν 6 έως 15 λεπτά σιωπής». Το ποσοστό των ανθρώπων που περιηγούνται στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του χρόνου διακοπών τους, προσθέτει, «έχει αυξηθεί κατά 40 μονάδες από το 2013 (70%!)». Μέσα σε μια δεκαετία! Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους νέους, των οποίων το εύρος προσοχής κατακερματίζεται ολοένα και περισσότερο και των οποίων οι ζωές υπαγορεύονται από εφαρμογές που, χάρη σε ολοένα και πιο εθιστικούς αλγόριθμους και διαδικασίες (βίντεο 20 δευτερολέπτων, σάρωση με το δάχτυλο, ατελείωτη κύλιση), καθορίζουν τι βλέπουν, τι ακούν και τι τους αρέσει.

«Το σύγχρονο εγχείρημα της αυτονομίας έχει ολοκληρωθεί με την ψηφιακή επανάσταση», λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στην επιθεώρηση Philitt, ο Ντετόμπ, που όταν μιλάει για ψηφιακό κόσμο τα περιλαμβάνει όλα: (περισσότερα…)

Γιρμεγιάχου

*

σεισμὸς μέγας ἐκ γῆς βορρᾶ (Ιερεμίας 10,22)

Σάν να τραντάζεται η γή
Καλπάζουν οι καβαλάρηδες
της καταιγίδας οι γιοί
Άργησες άργησες άργησες

Σάν να τραντάζεται η γή
Τί μας προσμένει το ξέρουμε
Σακατεμός συντριβή
κι ενα τσαντήρι στην έρημο

Βγαίνει η πουτάνα Κραγιόν
βάζει στα μούτρα-της μάσκαρα
Νύν υπερ πάντων ο αγών
και θα τον δώσεις ανάσκελα

Πέφτει ο φρουρός καταγής
Βάζει στην πέτρα τον κρόταφο
μήπως ακούσει στο υπόκωφο
τράνταγμα τον ψιθυριστό
λ ό γ ο  τ η ς  κ α τ α λ λ α γ ή ς (περισσότερα…)

Μακρολεπιότα ἡ ὑψηλὴ

*

τοῦ ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

~.~

Ζύγιζα τὸ κάθε μου βῆμα. Ἦταν ἀπόγευμα καὶ κόντευε νὰ νυχτώσει στὸ δάσος. Ζύγιζα καὶ ἰσορροποῦσα σὲ κάθε μου κίνηση. Σὲ ποιὰ πέτρα θὰ πατήσω, τὸ κλαδὶ ποῦ θὰ κρατηθῶ καὶ δὲν θὰ σπάσει, πῶς θὰ διαβῶ τὴν ἀτέλειωτη σειρὰ τῶν χειμάρρων – κανένα μονοπάτι, ἄγριος τόπος, ἄγρια ἡ ὀμορφιά του.

Τότε, ἕνα ἀχνὸ σύννεφο, σὰν κινούμενο πέπλο, θαμπάδα τοῦ δάσους· νύχτα, ἔξω ἀπὸ τὶς ὧρες τῆς νύχτας, σκέπασε τὰ πάντα. Καὶ ἦταν αὐτὸ ποὺ μ’ ἔκανε νὰ φοβᾶμαι τὶς γλιστερὲς πέτρες, τὸ νοτισμένο στρῶμα ἀπὸ φύλλα ὀξιᾶς, τὸ τυχὸν στραβοπάτημα καὶ τὴν εὐαισθησία τοῦ δεξιοῦ ἀστραγάλου. Μὰ πιὸ πολύ, τὰ γόνατα, ποὺ λυγίζουν ἀπὸ τὴν κούραση καὶ τὰ χρόνια.

Ἀκόμη, φοβόμουνα τὴ βροχὴ –τὶς ἀτέλειωτες ὧρες βροχῆς, κακὸς ὁδηγός, κακὸς σύμβουλος– ποὺ ξέπλενε τὰ μανιτάρια –ἴδιος καιρὸς τὰ γεννοῦσε, ἴδιος τὰ παραμόρφωνε–, καὶ τότε δυσκολευόμουνα νὰ τὰ γνωρίσω. Ὅπως τὶς λέξεις, ὅταν ἔχαναν τὸν ἦχο, τὸ χρῶμα, ἀκόμα καὶ τὸ νόημά τους καὶ ἐξοστρακίζονταν ἀπὸ τοὺς στίχους, καὶ ἔπρεπε νὰ τὶς ἐπαναφέρουμε προσδιορίζοντας τὶς λειτουργίες τους μέσα στὸ κείμενο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ μακρινὸ ἀναλλοίωτο τοπίο –ὄχι ἀπρόσιτο, ἀλλὰ δύσκολα προσεγγίσιμο–, ὅπως αὐτὸ τοῦ δάσους.

Μὲ τὸ δάσος ἔνιωθα νὰ γίνομαι ἕνα. Γνώριζα τὴ μεγάλη ἀποκαλυπτικὴ δύναμη ποὺ ἔκρυβε μέσα του. Πίστευα πὼς κάθε σημεῖο του –ποὺ ἦταν ἕνας συνδυασμός, ἕνα ἄγριο συνταίριασμα δέντρων, νερῶν, πηγῶν, κακοτράχαλων μονοπατιῶν, καὶ συνήθως ὅλα αὐτὰ κρυμμένα ἀπὸ τὸν οὐρανό, μάλιστα κάποιες φορὲς θαμπὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ διαβατάρικο σύννεφο– (περισσότερα…)

Γιάννης Πατίλης: Τὸ εἴδωλο τοῦ θραύσματος

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἡ ποίηση εἶναι λύσις συνεχείας τοῦ πνεύματος
(περίπου ἔτσι ὁ Νίκος Καροῦζος)

Μαντόρλα – ἀμύγδαλο – Mandel – Mandelstamm

Στὸ ἀμύγδαλο –τί στέκεται στὸ ἀμύγδαλο;
Τὸ Τίποτα.
Τὸ Τίποτα στέκεται στὸ ἀμύγδαλο.
Στέκεται καὶ στέκεται

Ἀπόσπασμα ποιήματος τοῦ Πάουλ Τσέλαν ἀπὸ τὴ συλλογὴ Die Niemandsrose (Τοῦ Κανενὸς τὸ ρόδο, 1963), γραμμένου στὶς 23.5.61.

Πενήντα τρία ποιήματα, αὐστηρὰ χρονολογημένα: 3 Μαρτίου 1959-Μάρτιος 1963. Κλειδί τους τὸ ἀμύγδαλο (Mandel, Mandorla), ἡ ἀμυγδαλιά. Αὐτὸ βρίσκεται καὶ στὸ ὄνομα τοῦ πιὸ ἀκριβοῦ φίλου τοῦ Τσέλαν, τοῦ σπουδαίου ποιητῆ Ὀσὶπ Μαντελστάμ: κορμὸς τοῦ ἀμύγδαλου, ἀμυγδαλιά. Ἀλλὰ δὲν θὰ φτάσουμε ὣς ἐκεῖ, τὸ κεφάλαιο εἶναι τεράστιο. Τὸ μοτίβο ὑπάρχει καὶ στὴ συλλογὴ τοῦ 1952 Mohn und Gedächtnis (Ἀφιόνι καὶ μνήμη), στὸ ποίημα «Μέτρα τ᾽ ἀμύγδαλα»:

Μέτρα τ ἀμύγδαλα,
μέτρα αὐτὸ ποὺ ἦταν πικρὸ καὶ σὲ κράτησε ξύπνιο,
μέτρα κι ἐμένα σ᾽ αὐτά […] 

Βρισκόμαστε στὰ πρῶτα μεταπολεμικὰ χρόνια. Στὴν ἀρχὴ τοῦ τραύματος ποὺ δὲν θὰ κλείσει ποτέ. Γιὰ τὸν Τσέλαν τὰ «ἀδειανὰ μάτια», τὸ κενὸ ποὺ χάσκει ἀπέναντι στὸ Τίποτα, ἔχουν τὸ σχῆμα τοῦ ἀμύγδαλου∙ τὰ πετρωμένα, ἀμυγδαλωτὰ μάτια, μὲ τὸ ἀμυγδαλωτό τους δάκρυ, σὰν τὸν σκληρὸ φλοιὸ τοῦ ἀμύγδαλου, τοῦ ἀδειανοῦ, χωρὶς καρπό, ἀμύγδαλου. Τώρα γνωρίζουμε ὅτι λίγα χρόνια μετὰ (1970) ὁ ποιητής ἔδωσε τέλος στὴ ζωή του ἔχοντας ἀντικρύσει στὸ κάτοπτρο τοῦ ἀμύγδαλου καὶ τὸ δικό του κενό. Ὅμως αὐτὸ τὸ κενὸ ἔκρυβε περισσότερα ἀπὸ ὀκτακόσια ποιήματα-λαμπηδόνες ἀνθηρῆς ἀμυγδαλιᾶς. (περισσότερα…)

Κινηματογράφος Αλεξάνδρα

*

Προδημοσίευση από την ομώνυμη συλλογή του Δημήτριου Μουζάκη που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις Εκδόσεις Σίγμα Πι Λάμδα.

~.~

ΨΙΧΑΛΕΣ ΑΠΟ ΚΥΜΑΤΑ

Τη θάλασσα και τη βροχή
τις ερωτεύτηκα απ’ τον ήχο.
Τα κύματα και οι ψιχάλες
δεν απευθύνονται στα μάτια.
Απευθύνονται στα όνειρα.

***

ΓΑΣΤΡΑΛΙΑ

Όταν αντίκρυζα
μια όμορφη γυναίκα
σκεπτόμουν όλβιος
γαστράλια, σκιοδερμίς.
Υπέροχες λέξεις
ό,τι κι αν σημαίνουν. (περισσότερα…)