Κούβα

Μην αποπατείτε στην Πνύκα

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

Υπάρχει τρόπος να σιχαθούμε την Ακρόπολη και τα όσα αντιπροσωπεύει γι’ αυτό που εξακολουθητικά λέμε «Δυτικό πολιτισμό» (που σήμερα πλέον ηχεί σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο), ή ό,τι άλλο απόμεινε από ένα μουμιοποιημένο παρελθόν για να πουληθεί στην τουριστική βιομηχανία τής χώρας;  Ναι· αρκεί μία καρτ-ποστάλ με τον αμερικανικό αετό μπροστά της. Χρειάστηκε να το δούμε κι αυτό, να ζήσουμε και αυτή την ταπείνωση, κι επιπλέον να υποστούμε τον χορό των χειροκροτούντων υποτακτικών, αυτού του απέραντου εκτροφείου ερπετών που είναι η σημερινή Ελλάδα. Υποκλιθήκαμε σε ένα ανθρώπινο τίποτα, έναν σαλτιμπάγκο γεμάτον μίσος και σαδισμό για ό,τι υπερήφανο και ανεξάρτητο κινείται σ’ αυτόν τον κόσμο, αρχής γενομένης από την πατρίδα του, την Κούβα, για τον στραγγαλισμό τού γενναίου λαού τής οποίας είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας και καυχιέται γι’ αυτό – όπως και για τον άγριο βασανισμό της Παλαιστίνης, για τον βιασμό της Βενεζουέλας και την αιμορραγία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, για την απάνθρωπη κλίμακα των σφαγών στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον Λίβανο… Είναι ο ίδιος εκείνος που στην πολυσυζητημένη του ομιλία τής 14ης Φεβρουαρίου αυτής της χρονιάς (2026), στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, εξαπέλυσε δηλητηριώδη αντικομμουνισμό και λευκό εθνοσωβινισμό, έπλεξε ύμνο τής ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και ζήτησε τη συσπείρωση όλων των ξεδοντιασμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της «Δύσης» πίσω από την δολοφονική μηχανή των ΗΠΑ για την ανάκτηση μιας παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι σε ελεύθερη πτώση σήμερα – και χειροκροτήθηκε γι’ αυτά… Στο ίδιο αυτό πνεύμα ξαναμίλησε την Πνύκα, προσθέτοντας στο ματωμένο του κομπολόι σαν λάφυρο μία ακόμα χάντρα, τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τον χορό των Ελλήνων χειροκροτητών τού Μάρκο Ρούμπιο, που είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας σε ανέκκλητη σήψη. Απλώς, δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο με εξέπληξαν οι «άλλοι», όλοι εκείνοι που μετέφρασαν σωστά, εν πρώτοις, το μήνυμα του Ρούμπιο.  Πολύ σωστά, είπαν ότι ήρθε για ένα ακόμα θηριώδες εμπορικό deal, που περιελάμβανε αφενός την αγορά πρόσθετων όπλων (6 δις in advance), αφετέρου το σχέδιο του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» που φιλοδοξεί ν’ αντικαταστήσει την προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια με (τρομακτικά ακριβότερο) φυσικό αέριο των ΗΠΑ.[1] Και ακόμη σωστότερα είδαν —και είπαν— ότι ήρθε να ζητήσει την ενεργό συστράτευση των υποτελών στον νέο γύρο πολέμου που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν και του Άξονα της Αντίστασης στη Δυτική Ασία.

Ωραία. Τι περιμένει φυσιολογικά κάποιος ύστερ’ από μια τέτοια διαπίστωση; Μήπως μια συζήτηση του αν πράγματι χρειαζόμαστε, και σε τι, την «προσφορά» (που είναι στην πραγματικότητα ένας ελάχιστα συγκεκαλυμμένος φόρος υποτέλειας), ή μήπως μια έντιμη απάντηση ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο και συμφέρον να μετάσχει σε έναν απ’ όλες τις απόψεις παράνομο πόλεμο, και ότι πάντως η αμερικανική βάση τής Σούδας (ο πολυτιμότερος κόμβος Αμερικανοϊσραηλινών κι Ευρωπαίων στις φονικές τους επιχειρήσεις στην περιοχή μετά την καταστροφή των αμερικανικών βάσεων στο Κόλπο) δεν περιλαμβάνει στη σύμβασή της τη χρήση για επιθετικούς σκοπούς; Όχι όμως… Τίποτε απ’ αυτά δεν απαίτησαν οι κάθε πολιτικής αποχρώσεως «εθνικόφρονες»[2] αντικυβερνητικοί να πει ή να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ένα και μόνο ζήτημα θέτουν σε όλους τους τόνους: τι ζητήσαμε εμείς ως αντάλλαγμα για όλ’ αυτά; Λοιδορούν το καθεστώς Μητσοτάκη ότι «πουλάει φτηνά» την κυριαρχία τής χώρας, διατεινόμενοι ότι είναι πολύτιμο εμπόρευμα που μπορεί να πιάσει πολύ καλύτερες τιμές την αγορά· δηλαδή, παζαρεύουν ωμά το τίμημα της υποτέλειας, εκλαμβάνοντας την ίδια την υποτέλεια ως αυτονόητη και δεδομένη. Και σαν φύλλο συκής τής δουλοφροσύνης τους χρησιμοποιούν —ακόμα μία φορά— τη θολή και κατάπτυστη έννοια του «εθνικού συμφέροντος».

Δεν εκπλήσσει το ότι αυτή η αντίληψη του «εθνικού συμφέροντος» επισωρεύει τα πλήγματα το ένα μετά το άλλο. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των πανωλεθριών είναι η πρόσφατη ψήφιση από τη Βουλή τής Λιβύης τού λεγόμενου Τουρκολυβικού Μνημονίου, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες να επιδεινώσει την «καλωδιάδα» με την οποία μας έχουν ζαλίσει τ’ αυτιά. Πώς θα αποτρέψουμε τις παρενοχλήσεις τής Τουρκίας στην πόντιση ενός καλωδίου που θα διασυνδέει ηλεκτρικά την Ευρώπη (μέσω Ελλάδας και Κύπρου) με το Ισραήλ, ενέργεια η οποία κατοχυρώνει κεκτημένα εις βάρος τής Ελλάδας στο μοίρασμα των θαλάσσιων ζωνών τής Ανατολικής Μεσογείου; Γιατί Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ισραηλινοί, που είναι οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι, δεν παρεμβαίνουν ρητά και απερίφραστα υπέρ της Ελλάδας; Γιατί οι Λίβυοι του Χαφτάρ τα βρίσκουν με την Τουρκία, μέχρι χθες ανταγωνιστή, και η Ευρώπη αντιδρά τόσο χλιαρά; Γιατί οι Αιγύπτιοι, μέχρι χθες υποστηρικτές τού Χαφτάρ και ανταγωνιστές τής Τουρκίας (άρα δυνητικοί «σύμμαχοι» της Ελλάδας), όχι μόνο δεν κάνουν το βήμα που περιμένουμε αλλά και «δεν μας τα λένε καλά» με το Σινά; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τους «πατριώτες» μας, αποφεύγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούν να θέσουν το ερώτημα που προϋποτίθεται όλων αυτών: σε ποιους έχουμε διαλέξει να προσκολληθούμε, και ποιους κάνουμε ασυγχώρητα εχθρούς. (περισσότερα…)

Το διήγημα στην Κούβα τον Εικοστό Αιώνα

Αβάνα, 30 Ιουνίου 1961. Ο Φιντέλ Κάστρο εκφωνεί τον «Λόγο προς τους διανοουμένους».
///

Αφιέρωμα στην κουβανική διηγηματογραφία
Εκλογή-Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη
[ 1 / 4 ]

του JORGE FORNET

~.~

Ακμάζουσα στα τέλη του 19ου αιώνα, η λογοτεχνία στην Κούβα διάβηκε το κατώφλι του 20ού αιώνα ορφανή. Οι πρόωροι θάνατοι του Χοσέ Μαρτί, του Χουλιάν ντε Κασάλ και ορισμένων από τους αξιολογότερους επιγόνους τους, σε συνδυασμό με τη δραματική πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα, έβαλαν φρένο στη δημιουργική ορμή που κυριαρχούσε ώς και λίγα χρόνια νωρίτερα. Με την απώλειά τους, ο μοντερνισμός στην Κούβα, ο οποίος είχε κάνει ήδη τα πρώτα αξιόλογα βήματα, δεν βρήκε επάξιους συνεχιστές. Από την άλλη πλευρά, το 1898 τερματίστηκε ο πόλεμος, τον οποίο είχε υποκινήσει ο ίδιος ο Μαρτί το 1895, και μαζί με αυτόν έληξε και η Επανάσταση υπέρ της Ανεξαρτησίας που είχε ξεκινήσει τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Η παρέμβαση των ΗΠΑ σε εκείνον τον πόλεμο έθεσε τέρμα στην ισπανική κυριαρχία, άνοιξε όμως και τον δρόμο στη μεγάλη βορειοαμερικανική ιμπεριαλιστική δύναμη που έμελλε να κηδεμονεύσει στο νησί τον επόμενο αιώνα. Για την ακρίβεια, ήδη από το 1914 οι ΗΠΑ είχαν κιόλας πατήσει το πόδι τους στην Κούβα: ήταν αναμεμειγμένες στην έκρηξη του θαρραλέου Μέιν στο λιμάνι της Αβάνας, στην προέλαση των rangers του Τέντυ Ρούσβελτ στο ύψωμα του Σαν Χουάν, στη βύθιση του υποτυπώδους στόλου του ναυάρχου Σερβέρα στον κόλπο του Σαντιάγο, στις εικόνες της πρώτης πολεμικής αναμέτρησης που αποτυπώθηκε ποτέ σε σελλιλόιντ, στις πάντοτε πρόθυμες σελίδες του κίτρινου τύπου του Γουίλιαμ Ράντολφ Χηρστ. Ο 20ός αιώνας δεν έμοιαζε να ξεκινά με καλούς οιωνούς για τους Κουβανούς.

Η βορειοαμερικανική παρέμβαση, την οποία είχαν καλωσορίσει σε μεγάλο βαθμό οι αγωνιστές της Ανεξαρτησίας ώστε να επιταχύνουν το τέλος του πολέμου, απέκτησε νομική υπόσταση με τη Συνθήκη των Παρισίων, όπου –ερήμην της Κούβας– αποφασίστηκε πως από 1ης Ιανουαρίου 1899 θα έληγε η ισπανική κυριαρχία και θα ξεκινούσε επίσημα η βορειοαμερικανική κατοχή. Το κατ’ εξοχήν σύμβολό της, η σημαία με τις λωρίδες και τα αστέρια, μετέβαλε το μέχρι πρότινος Μέγαρο των Στρατηγών και των Πλοιάρχων σε βάση πολιτικής ισχύος και διοικητικό κέντρο της νήσου. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Πουέρτο Ρίκο και τις Φιλιππίνες, η Κούβα δεν στάθηκε δυνατό να μετατραπεί σε επίσημη αποικία των ΗΠΑ. Έτσι, στις 20 Μαίου 1902 κηρύχθηκε μετά βαΐων και κλάδων η Ανεξαρτησία της χώρας, υπό τον εξευτελιστικό όρο μιας συνταγματικής ρήτρας γνωστής ως «Τροπολογία Πλατ», η οποία παραχωρούσε στις ΗΠΑ δικαίωμα επέμβασης στην Κούβα όπως και όποτε το έκριναν σκόπιμο, καθώς και λειτουργίας ναυτικών βάσεων κι ανθρακωρυχείων.

Ένα κείμενο του ιστοριογράφου Λουίς Πέρες, εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Τζων Σέηλς Τα σκουλήκια κι αναφερόμενο σε αυτήν την εποχή, παρουσιάζει τον Λιμπόριο –κάτι σαν προσωποποίηση του κουβανικού λαού– πεινασμένο κι εξαθλιωμένο. Τότε, του παρουσιάζεται ο Θεός κι εκείνος τον ρωτά γιατί η ζωή εξακολουθεί να είναι τόσο δύσκολη. Ο Θεός του εξηγεί ότι τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορεί να είναι τέλειο, διαφορετικά κανείς δεν θα ήθελε να πάει στον Παράδεισο. Τότε ο Λιμπόριο τον ρωτά με μιαν ύστατη ελπίδα: «Όμως η ελευθερία δεν έχει ψεγάδι. Η ελευθερία είναι όντως τέλεια, έτσι δεν είναι;» Κι ο Θεός του απαντά χαμογελώντας: «Μα γι’ αυτό έπλασα τους Γιάνκηδες!».

Η απογοήτευση από αυτήν την τάξη πραγμάτων συνιστά και το κύριο θέμα των κουβανικών διηγημάτων κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Αν και οι ανθολογίες και οι ιστορίες της λογοτεχνίας τείνουν να υποδεικνύουν τον Χεσούς Καστεγιάνος ως τον πρώτο Κουβανό μοντερνιστή διηγηματογράφο, ο αιώνας στην πραγματικότητα εγκαινιάζεται με τον τελευταίο πεζογράφο του 19ου αιώνα, τον Εστέμπαν Μπορρέρο Ετσεβερρία. Σε αυτόν οφείλουμε, επιπλέον, το πρώτο βιβλίο διηγημάτων που εξέδωσε ποτέ Κουβανός συγγραφέας, με τίτλο Ανάγνωσμα του Πάσχα[1]. Παρά το ύφος του –τυπικό του 19ου αιώνα–, το διήγημα «Το μαγεμένο ελάφι»[2] εγκαινιάζει ένα νέο πνεύμα στην εθνική λογοτεχνία, θεματοποιώντας αυτήν ακριβώς την αίσθηση αδυναμίας μιας γενιάς που είδε να εξαϋλώνονται τα όνειρά της για ανεξαρτησία. Εκεί εδράζεται –περισσότερο απ’ ό,τι σε στοιχεία μορφολογικά– ο πρωτοποριακός χαρακτήρας τού κειμένου του Μπορρέρο, ο οποίος άνοιξε τον αιώνα με την ίδια αίσθηση δυσθυμίας με την οποία –αν και υπό όρους διαφορετικούς– θα έκλεινε εννιά δεκαετίες αργότερα.

Χρειάστηκε να περιμένει κανείς ώς το 1913, έτος έκδοσης του περιοδικού Σύγχρονη Κούβα, της ποιητικής συλλογής Νοητικά αραβουργήματα του Ρεχίνο Μπότι[3] και της ποίησης του Χοσέ Μαρτί, προκειμένου να συσχετιστεί αυτή η πρώτη γενιά του ανεξάρτητου κράτους με τον ύστερο κουβανικό μεταμοντερνισμό. Στο ενδιάμεσο, είχε εμφανιστεί το έργο του Χεσούς Καστεγιάνος, μεταξύ των αρετών του οποίου συγκαταλέγεται και το ότι έδωσε νέα διάσταση σε ένα θέμα παρόμοιο με εκείνο που έθιγε ο Μπορρέρο. «Η αγωνία του Ερωδιού»[4], διήγημα του 1908, μετατρέπει την απογοήτευση, την εξαθλίωση και τον αποπροσανατολισμό που θεματοποιούσε αλληγορικά ο πρόδρομός του, σε μεταφορά. Πέρα από την αφήγηση του περιστατικού αυτού καθαυτού, το διήγημα αποκαλύπτει κι εξερευνά καινοτόμες οδούς για τη μεταγενέστερη λογοτεχνία. Με τον Καστεγιάνος ξεκινά μια ολόκληρη σειρά αφηγήσεων που έκτοτε, και ώς τα διηγήματα του 1990 με τους ψαράδες και τους βαρκάρηδες, αλλά και τα “κουβανικά” έργα του Χεμινγουέυ, μετέτρεψαν τη θάλασσα σε έναν ακόμη χαρακτήρα της μυθοπλασίας. Το διήγημα του Καστεγιάνος εντάσσεται σε μία νέα γραμμή που θα γνώριζε μεγάλη απήχηση στην εθνική λογοτεχνία: το διήγημα κοινωνικού χαρακτήρα. Κατ’ επέκταση, τα δύο αυτά διηγήματα, «Το μαγεμένο ελάφι» και «Η αγωνία του Ερωδιού», συνιστούν κείμενα πρωτοποριακά που καθόρισαν τις δύο κύριες πορείες που ακολούθησε το διήγημα στην Κούβα για δεκαετίες: το φανταστικό διήγημα, εγκαινιασμένο με το πρώτο, και το κοινωνικό διήγημα, με το δεύτερο. (περισσότερα…)

Are you ready, Havanna?

*

του JORGE FORNET GIL

«Are you ready, Havanna?» Με αυτήν τη ρητορική ερώτηση προς το τέλος της συναυλίας του στην πρωτεύουσα της Κούβας, ο Μικ Τζάγκερ άφηνε να εννοηθεί ότι το καλύτερο μέρος τώρα κατέφθανε, ετοιμαστείτε, κυρίες και κύριοι, για να ακούσετε το πιο διάσημο τραγούδι στην ιστορία της ροκ. Και όντως, ήρκεσαν τα πρώτα κιόλας ακόρντα του “Satisfaction” για να αντηχήσουν οι αλαλαγμοί του μισού εκατομμυρίου θεατών. Ναι, η Αβάνα ήταν έτοιμη για την κορύφωση της απρόσμενης συνάντησής της με τους Ρόλιγκ Στόουνς. Εξίσου έτοιμη ήταν και για την επίσκεψη, μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, του πρώτου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών εδώ και έξι δεκαετίες, διατεθειμένου να καπνίσει από κοινού με την κυβέρνηση της νήσου την πίπα της ειρήνης. Τα πράγματα άλλαζαν, δε χωρούσε αμφιβολία. Ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς παρόμοια σκηνικά, ακόμη και δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα. Για την ακρίβεια, ήταν αδύνατον πριν την 17η Δεκεμβρίου 2014, οπότε οι πρόεδροι Ραούλ Κάστρο και Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωναν την πρόθεσή τους να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των χωρών τους. Εκ των υστέρων, η παράδοση εξουσιών εκ μέρους του απερχόμενου Προέδρου, Φιντέλ Κάστρο, στις 31 Ιουλίου 2006 και η εν συνεχεία πλήρης παραίτησή του από το αξίωμα κάποιους μήνες αργότερα μπορούν να ιδωθούν ως σημείο καμπής, όχι μόνο με όρους συμβολικούς, αλλά και γιατί ο διάδοχός του επιτάχυνε αλλαγές που ήδη είχαν ξεκινήσει ή εισήγαγε άλλες που σταδιακά θα άλλαζαν την κοινωνία της Κούβας, θέτοντας τις βάσεις για περαιτέρω αλλαγές –βαθύτερες ακόμη– που θα έποντο. Και όμως, όπως γνωρίζουμε, οι πιο δραστικές αλλαγές είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και μάλιστα είχαν προαναγγελθεί στο χώρο της λογοτεχνίας, πριν ακόμη γίνουν ορατές ιστορικά και πολιτικά. Η Μαργαρίτα Ματέο θυμάται με ακρίβεια την 29η Μαίου 1989, οπότε εμφανίστηκε στην Επαναστατική Νεολαία[1] μία κριτική με τίτλο «Πένες με στόχο την ανανέωση. Μία συνάντηση που αποδεικνύει την ύπαρξη μιας υγιούς νεαρής πεζογραφίας στην Κούβα», αναφορικά με την πρόσφατη Εθνική Συνέλευση Νέων Πεζογράφων[2] που είχε πραγματοποιηθεί στην πόλη Κάρντενας. Παρόλο που το Τείχος του Βερολίνου στεκόταν τότε ακόμη όρθιο και δε διαφαινόταν η Πτώση του, η νέα γενιά συγγραφέων που αναδυόταν –αυτοί οι Νέοι, χαρακτηρισμός πρόχειρος που συνοδεύτηκε ωστόσο από ιδιαίτερη τύχη– έμοιαζε να φέρνει νέες προτάσεις. Με την Πτώση, ο ανανεωτικός της χαρακτήρας απλώς ριζοσπαστικοποιήθηκε.

Αρκετές φορές έχω επιχειρήσει να εννοήσω τη λογοτεχνία της Κούβας εντός του πλαισίου της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα ωστόσο –πρόβλημα δικό μου– παραμένει και δεν είναι άλλο, από τη δυσκολία συσχετισμού των Κουβανών συγγραφέων με τους υπόλοιπους στο ευρύτερο περιβάλλον τους. Το ξέρω, ιδανικά οι εν λόγω συγγραφείς θα χάνονταν μέσα στο σύνολο και θα συμφύρονταν με τους υπόλοιπους συναδέρφους τους, ωστόσο είναι δύσκολο να υπερνικηθεί η αντίσταση απέναντι σε μια τέτοιου είδους απαλοιφή. Η ιδέα περί λογοτεχνικής ιδιαιτερότητας της νήσου επιδρά τόσο στην πραγματικότητα, όσο και στην υποκειμενικότητα. Σε μεγάλο βαθμό, οι συγγραφείς της Κούβας διαφοροποιούνται μόνο και μόνο επειδή εμείς έτσι τους διαβάζουμε. (περισσότερα…)