Day: 16.05.2021

Χρῆστος Μποκόρος, Ἀσπρόμαυρη φωτογραφία

~.~

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου «e-μερολογιο ΙΙ» , ποὺ θὰ κυκλοφορήσει αὐτὴ τὴ βδομάδα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἔκθεσής του «1821, ἡ γιορτή» στὸ Μουσεῖο Μπενάκη (19 Μαΐου – 10 Ὀκτωβρίου 2021).

~.~

Αὐ­τὴ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α ποὺ ἀ­νέ­συ­ρα ἀπ’ τὸν σω­ρὸ τῶν φευ­γά­των μνη­μεί­ων τῆς παι­δι­κῆς μου ζω­ῆς εἶ­ναι τὸ μό­νο ὀ­πτι­κὸ τεκ­μή­ρι­ο ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε ὄν­τως τὸ ἀ­χού­ρι στὸ κτῆ­μα. Ἕνας πα­ρά­δει­σος τα­πει­νὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα χα­μέ­νος. Μπρο­στά του πα­ρα­τη­μέ­νη ἡ πα­λιὰ κα­ρό­τσα ποὺ προ­σάρ­μο­ζε ὁ κυρ Θω­μᾶς στὸ τρα­κτε­ρά­κι ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ ὀρ­γώ­νει καὶ νὰ φρε­ζά­ρει τὰ ἀν­θο­κή­πι­α. Σ’ αὐ­τὴν πη­γαι­νο­ερ­χό­μα­σταν χα­ρά­μα­τα στὸ κτῆ­μα, ὅ­ταν δὲν παίρ­να­με πε­ζοὶ τὸν δρό­μο. Ἔ­στρω­νε ἡ μά­να μου πί­σω κου­ρε­λοῦ­δες καὶ κοι­μό­μα­σταν ἄλ­λο λί­γο μέ­χρι νὰ φτά­σου­με, ἤ­τα­νε νύ­χτα ἀ­κό­μα. Αὐ­τὴ κι ὁ πα­τέ­ρας μπρο­στά. Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ μοῦ ἔ­δι­νε κι ἐ­μέ­να τὸ τι­μό­νι, κι ἔ­τσι πρω­τό­μα­θα νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ ἐ­πο­χού­με­νος. Τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει ἐκεῖ πιά, τὰ ρη­μά­ξα­νε οἱ γύ­φτοι κι ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη, ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη πρό­ο­δος. Τὸ φω­το­γρά­φη­σα μᾶλ­λον τὸν χι­ο­νι­σμέ­νο χει­μώ­να τοῦ 1979. Λο­ξὰ γε­μά­τη νε­ρὸ ἡ κα­ρό­τσα μὲ ἐγ­κλω­βι­σμέ­να πά­νω στὸ κρύ­σταλ­λο τοῦ πά­γου φύλ­λα καὶ κλα­ρά­κια ποὺ ἔ­φερ­νε ἀ­πο­βρα­δὶς τ’ ἀ­νε­μό­βρο­χο στὴν πα­γω­νιά. Εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ τό­τε ἀπ’ τὸ χιό­νι κι ἡ γυα­λέ­νια μας ἡ μυ­γδα­λιά, ἔ­σπα­σε ἀπ’ τὸ βά­ρος του καὶ τὸ με­γά­λο κλα­δὶ τῆς σκα­μνιᾶς ποὺ στὴν σκι­ε­ρὴ ἀγ­κα­λιά του ἀ­πὸ κά­τω χω­ρού­σα­με ὅ­λοι ν’ ἀρ­μα­θι­ά­σου­με τὸν σω­ρὸ τοῦ κα­πνοῦ στὴν χω­μά­τι­νη αὐ­λὴ ‒σ’ αὐ­τὸ κρε­μού­σα­με καὶ τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὴν κού­νια‒ κι ἔ­λαμ­πε ὁ ἥ­λι­ος τρι­γύ­ρω, δί­πλα στὴ στέρ­να χρυ­σα­στρά­φτα­νε τὰ χα­μο­μή­λια, εἶ­χε πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ προ­η­γού­με­νο κα­λο­καί­ρι, κι ἄρ­χι­σαν ἔ­κτο­τε νὰ ἀ­φα­νί­ζον­ται κι ἄλ­λα ση­μά­δια τοῦ τό­που γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζω τὴν ἀ­πο­δο­χὴ –ἂν πο­τέ‒ τῆς μοι­ραί­ας ἀ­πώ­λει­ας, ἡ κα­πνο­καλ­λι­έρ­γει­α τέ­λει­ω­νε, εἶ­χαν ζη­τή­σει νὰ πα­ρα­δώ­σου­με καὶ τὶς ἄ­δει­ες, μεί­να­νε χέρ­σα τὰ κτή­μα­τα, δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ τὰ συμ­μα­ζέ­ψω, σπού­δα­ζα τό­τε ἀλ­λοῦ καὶ δὲν μὲ ἔ­βλε­πα νὰ ξα­να­γυ­ρί­ζω. (περισσότερα…)