Γλωσσικές νότες ι

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Στὶς δέκα λέξεις μας οἱ πέντε εἶναι ξένες. Ὁλοταχῶς βαδίζουμε πρὸς μιὰν ἐσπεράντο παρὰ πέντε. Κανένας Ἡρώδης δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ διατάξει τέτοια γενοκτονία, ὅπως αὐτὴ τοῦ τελικοῦ -ν· ἐκτὸς κι ἂν τοῦ ᾿λειπε ἡ ὀπτικὴ τοῦ ἤχου.

Μιὰ Φύση εὐκτική, ἀνώτερη καὶ τῆς Ἀττικῆς, ἐξαποστέλλει ρυακισμοὺς καὶ θροΐσματα στὸ Θριάσιο πεδίο τῶν ἀποξηραμένων μεταρρυθμιστῶν, ποὺ χάρη στὸν εὐφωνικὸ στραβισμό τους ἐκλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ προοδευτικό. Ἀλλὰ στοὺς φθόγγους, ὅπως καὶ στὰ χρώματα, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς προόδου

Είναι στην «Ελλάδα του Ελύτη», τούτο το θαυμάσιο βιβλιαράκι όπου η Ιουλίτα Ηλιοπούλου συνάθροισε πρόσφατα μερικές από τις πιο σημαδιακές κουβέντες του Ποιητή για την πατρίδα μας, που ξαναβρήκα τη φράση. Πυρήνας της κι εδώ, όπως έλεγα τις προάλλες, η ίδια βασική σκέψη που συναντούμε σ’ όλους τους μεγάλους ποιητές και στοχαστές Έλληνες και ξένους, από τον Σεφέρη ώς τον Καστοριάδη κι από τον Τόμας Μαν ώς τον Τ. Σ. Έλιοτ: οι γλώσσες υπόκεινται κι αυτές στον καθολικό νόμο του μαρασμού, παρακμάζουν και φθίνουν.

Ότι οι γλώσσες τάχα δεν φθείρονται, αλλά απλώς «αλλάζουν», εξελίσσονται, χωρίς αυτή τους η εξέλιξη από μόνη της να μπορεί να λάβει πρόστιμο θετικό ή αρνητικό είναι από τους μεγάλους μύθους μιας κάποιας σημερινής γλωσσολογίας ο μέγιστος. Παραπροϊόν πολιτικού αναλφαβητισμού περισσότερο, παρά της όποιας επιστημονικής ιδεοληψίας, αντανακλά τον παλιό αταβισμό του κοινωνικού επιστήμονα που επιμένει να αναζητά στα ανθρώπινα τους αμετάθετους νόμους που ο μηχανικισμός του έχει ανάγκη.

Η παρακμή μιας γλώσσας, η υποβάθμισή της στη δημόσια σφαίρα, η άλωσή της από αχρείαστους ξενισμούς, ο εκφολκλορισμός και η περιθωριοποίησή της στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας, της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, δεν δηλώνουν απλώς την εκφραστική φθορά της ίδιας – οι γλωσσικές φθορές από μόνες τους είναι ώς έναν βαθμό ανατάξιμες, αν και με πολύ κόπο και χρόνο και όχι χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους.

Αλλά κάτι πολύ χειρότερο: τη φθίνουσα πορεία του συλλογικού υποκειμένου που έχει συνδέσει μ’ αυτήν την ταυτότητά του. Την ανημπόρια του να παραμείνει φορέας ενός πολιτισμού διακριτού από τις άλλες γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες. Ανημπόρια που αργά ή γρήγορα, σαν τους επιθετικούς καρκίνους, ξεφεύγει απ’ τον περίβολο της εκχυδαϊσμένης αγοράς, της στεγνής γραφειοκρατίας ή της ξυλόγλωσσης πολιτικής και πατάει πόδι στην επικράτεια της ίδιας της λογοτεχνίας και της ποίησης. «Καὶ μὲ πιάνει ἀληθινὴ ἀπόγνωση», σημειώνει αλλού ο Ελύτης, «ὅταν βλέπω συναδέλφους μου ν’ ἀπομακρύνονται καὶ ν’ αδιαφοροῦν γι’ αὐτὸ ποὺ εἶναι ἡ διακλάδωση τῶν νεύρων μέσα στὸ σῶμα τῆς γλώσσας».

Η σημερινή ελληνική είναι ακριβώς αυτή η περίπτωση: μια γλώσσα απομιμητική και πιθηκίζουσα στα ήθη της όσο και η κοινωνία που τη μιλά. Μια γλώσσα εξαρτημένη από τα ξένα δάνεια και τους αλλότριους πόρους όχι λιγότερο από την ελληνική οικονομία. Η λογοτεχνία της δεν θα μπορούσε να είναι εξαίρεση.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.