Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Spider

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Spider

Από τις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου έχει ξεκινήσει το ξήλωμα του δικτύου των εναέριων καλωδίων των τρόλλεϋ. Μετά από 72 χρόνια παρουσίας στους δρόμους του Λεκανοπεδίου, τα τρόλλεϋ σταδιακά αποσύρονται, δίνοντας τη θέση τους σε ηλεκτρικά λεωφορεία τελευταίας τεχνολογίας. Κατά δήλωση του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών, «ο ουρανός του Πειραιά και της Αθήνας επιτέλους θα αναπνεύσει».

Κάθε φορά που το βλέμμα μου πέφτει πάνω σε τέτοια καλώδια, ειδικά σε σημεία όπως η συμβολή Πατησίων και Πανεπιστημίου όπου το δίκτυο είναι πυκνό, μου έρχεται στον νου το Spider του Ντέηβιντ Κρόνενμπεργκ. Η ταινία ακολουθεί τον Ντέννις «Αράχνη» Κλέγκ, έναν άνδρα με σχιζοφρένεια που βγαίνει από ψυχιατρικό ίδρυμα κι επιστρέφει στη γειτονιά όπου μεγάλωσε, στο ανατολικό Λονδίνο. Καθώς περιπλανιέται στα μέρη της παιδικής του ηλικίας, προσπαθεί να ανασυνθέσει τις αναμνήσεις του για τη μητέρα και τον πατέρα του, σχηματίζοντας ακατάπαυστα μέσα στο δωμάτιό του ένα περίπλοκο πλέγμα από σπάγκο, που θυμίζει ιστό αράχνης. Με το πλέγμα αυτό επιχειρεί να συνδέσει γεγονότα, πρόσωπα, υποψίες και θραύσματα μνήμης σε μια ενιαία αφήγηση. Όσο όμως προχωρά η ταινία, οι αναμνήσεις του γίνονται όλο και πιο αβέβαιες, μέχρι που ούτε ο ίδιος ούτε ο θεατής μπορούν να διακρίνουν με βεβαιότητα τι ανήκει στην πραγματικότητα και τι στην παραίσθηση.

Διατυπώνοντάς το λακανικά, το υποκείμενο του Spider εγκλωβίζεται σ’ ένα συμβολικό σύστημα που το ίδιο κατασκευάζει, προκειμένου να καλύψει το κενό του Πραγματικού. Καθώς η αφήγηση πυκνώνει, αποκαλύπτεται η ασάφεια της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στη μνήμη και τη φαντασίωση, υποδεικνύοντας ότι η υποκειμενική αλήθεια δεν προϋπάρχει της αφήγησης, αλλά παράγεται, και ταυτόχρονα απειλείται, απ’ αυτήν.

Φαινομενικά ο συνειρμός μου μοιάζει αυθαίρετος. Το πλέγμα από σπάγκο που φτιάχνει ένας σχιζοφρενής και το δίκτυο εναέριων καλωδίων ηλεκτροδότησης δεν έχουν τίποτα κοινό. Ωστόσο, η εικόνα του Spider που προσπαθεί να δώσει συνοχή στην εμπειρία του υφαίνοντας αυτόν τον ιδιότυπο ιστό φωτίζει, έστω και λοξά, κάτι που νομίζω ότι περνά απαρατήρητο στην είδηση για την απόσυρση των τρόλλεϋ: τα καλώδιά τους δεν είναι απλώς ένας τεχνικός εξοπλισμός που επιβαρύνει αισθητικά τον ουρανό· είναι η ορατή μορφή ενός συστήματος σχέσεων, δεδομένου ότι η κίνηση του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς δεν αποτελεί εγγενή ιδιότητά του, αλλά αποτέλεσμα της διαρκούς σύνδεσής του με την ηλεκτροφόρο πηγή.

Ένα από τα ισχυρότερα ιδεώδη της νεωτερικότητας υπήρξε η αυτονομία. Το υποκείμενο παρουσιάστηκε ως η μόνη πηγή των πράξεων και των αποφάσεών του. Η ελευθερία ταυτίστηκε με την ανεξαρτησία, η ωριμότητα με την αυτάρκεια, ενώ η εξάρτηση θεωρήθηκε μια ελλειμματική κατάσταση που έπρεπε να ξεπεραστεί ή, τουλάχιστον, να περιοριστεί. Η εμπειρία της καθημερινότητας, όμως, λέει άλλα: ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαμε τόσο βαθιά εξαρτημένοι από τεχνικά, ενεργειακά και επικοινωνιακά δίκτυα όσο σήμερα. Η ηλεκτροδότηση, το διαδίκτυο, τα συστήματα μεταφοράς, οι αλυσίδες εφοδιασμού, οι ψηφιακές υποδομές και οι μηχανισμοί διανομής συνθέτουν ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων ασύγκριτα πυκνότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή. Κι όμως, όσο μεγαλώνει η εξάρτησή μας από αυτά τα δίκτυα, τόσο λιγότερο τα βλέπουμε.

Η τεχνολογία φαίνεται να εξελίσσεται προς μια παράδοξη κατεύθυνση: αντί η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των συστημάτων που μας στηρίζουν να τα καθιστά πιο εμφανή, αυτά χάνονται ολοένα περισσότερο από το οπτικό μας πεδίο. Οι υποδομές υπογειοποιούνται, τα καλώδια αποσύρονται, οι μηχανισμοί κρύβονται πίσω από αψεγάδιαστες επιφάνειες και άψογα σχεδιασμένες διεπαφές. Υπό αυτό το πρίσμα, η φράση «ο ουρανός θα αναπνεύσει» αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι δεν περιγράφει απλώς την απομάκρυνση κάποιων καλωδίων. Εκφράζει μια ευρύτερη πολιτισμική επιθυμία, στα όρια της φαντασίωσης, για έναν κόσμο που λειτουργεί χωρίς να εκθέτει τους όρους λειτουργίας του. Τα καλώδια των τρόλλεϋ υπονομεύουν αυτή τη φαντασίωση, υπενθυμίζοντας ότι η ζωή της πόλης δεν είναι προϊόν αυτονομίας, αλλά διασύνδεσης. Ότι η κίνηση προϋποθέτει δίκτυο, όπως η γλώσσα προϋποθέτει κοινότητα και η σκέψη προϋποθέτει μνήμη. Ότι τίποτα δεν υπάρχει ούτε λειτουργεί από μόνο του. (περισσότερα…)

Η αλυσίδα που σπάζει

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:27
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Χθες ο Παπαδημητρακόπουλος, προχθές ο Γκανάς, παραπροχθές ο Βαλτινός. Για τα ελληνικά γράμματα, ήταν βαριές οι απώλειες της χρονιάς που φεύγει. Και δεν εννοώ τις απώλειες εδώ τις ατομικές. Η ελληνική λογοτεχνία, ως σύνολο πια, ως έκφραση ενός κόσμου διακριτού, χάνει σιγά σιγά τον συνεκτικό της ιστό, τους κρίκους που σχηματίζουν την αλυσίδα της.

Γιατί και οι τρεις αυτοί ήταν τέτοιοι, φυσιογνωμίες που υπερέβαιναν το ατομικό, που εξέφραζαν μια συλλογικότητα. Ήταν στιγμές, όψεις, μαρτυρίες, πείτε το όπως θέλετε, μιας ιδιαιτερότητας, της ιδιοφωνίας ενός τόπου και ενός καιρού. Και με την έννοια αυτή, η σημασία του έργου τους ξεπερνά κατά πολύ το ύψος του ατομικού τους, αναμφισβήτητου, επιτεύγματος.

Στην ιστορία της λογοτεχνίας, ανοίξτε όποιο εγχειρίδιο θέλετε, οι σημαντικότεροι σταθμοί ήταν πάντα τέτοιοι, διττοί. Εκφάνσεις, την ίδια στιγμή, και του προσωπικού ταλέντου και της υπερπροσωπικής παράδοσης, γεννήματα και μιας ατομικότητας ανεπανάληπτης και μιας ευαισθησίας γενικής. Στις μέρες μας αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Γιατί σε καιρούς φυγόκεντρους, το ατομικό χάρισμα δεν φτάνει για να προσδώσει σε κάτι αξία και διάρκεια. Χρειάζεται και οι άλλοι να μπορούν να καθρεφτιστούν και να αναγνωριστούν μέσα του. Είναι τα πρόσωπα των πολλών που δίνουν αξία στο πρόσωπο του ενός.

Νά γιατί οι ατομικιστικές εποχές, η όψιμη Αρχαιότητα φέρ’ ειπείν, ή η τωρινή Ευρώπη, έχουν να παρουσιάσουν στις τέχνες και στα γράμματα μια απειραριθμία ατόμων, αλλά τις καθολικές προσωπικότητες του παρελθόντος μόνο να τις ονειρεύονται μπορούν. Η απλή συμπαρεύρεση των μονάδων, όσο αξιόλογων και είναι, χωρίς άθροισή τους οργανική, δεν δίνει πρόσθετη, ανώτερη τιμή. Ίσα ίσα, απομειώνει και την αξία της ατομικής προσπάθειας.  Όταν η αλυσίδα σπάζει, μένουν σκόρπιοι κρίκοι.

/// (περισσότερα…)

Ἠλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930-2024)

*

ΟΙ ΦΡΑΚΑΣΑΝΕΣ

Καθὼς γύριζα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο τὸ με­ση­μέ­ρι, ἔ­πια­σε ξαφ­νι­κὰ μιὰ μπό­ρα καὶ ἔ­γι­να μού­σκε­μα. Φο­βή­θη­κα νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸν συ­νη­θι­σμέ­νο μου δρό­μο κά­τω ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες πεῦ­κες καὶ ἔ­τσι πῆ­ρα τὴν γυ­μνὴ δη­μο­σιά, ποὺ κα­τα­λή­γει στὸ χω­ριό. Στὸ χτῆ­μα ἔ­φτα­σα τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε πά­λι ὁ ἥ­λιος, καὶ μπῆ­κα μέ­σα σκαρ­φα­λώ­νον­τας πά­νω ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πορ­τό­νι μὲ τὶς βρε­μέ­νες ρο­δο­δάφ­νες. Στὸ πε­ρι­βό­λι ὅ­λα ἦ­ταν γα­λή­νια, φρε­σκο­πλυ­μέ­να καὶ κα­τα­πρά­σι­να, οἱ ἀ­χλα­δι­ές εἶ­χαν ἀ­κό­μα με­ρι­κὰ ἄν­θη, στὰ φύλ­λα τους κρα­τοῦ­σαν χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς ποὺ γι­ά­λι­ζαν σὰν χάν­τρες. Ἡ τε­λευ­ταί­α βρο­χὴ τῆς χρο­νιᾶς, σκέ­φτη­κα. Τό­τε εἶ­δα τὴν Ἑ­λέ­νη. Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο κρα­τών­τας στὸ χέ­ρι ἕ­να με­γά­λο ἄ­σπρο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Ἐρ­χό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος μου ἀρ­γά, ὁ ἥ­λιος στε­φά­νω­νε τὰ μαλ­λιά της, κά­τω ἀ­πὸ τὴν μαύ­ρη πο­διά της πρό­βα­λαν δυ­ὸ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λα βυ­ζιά.

Γύ­ρε­ψα μιὰ πρό­φα­ση νὰ τὰ πιά­σω. Ἑ­λέ­νη, τῆς εἶ­πα, για­τὶ δὲν ἔρ­χε­σαι νὰ σοῦ δί­νω τρι­αν­τά­φυλ­λα, πί­σω ἀ­πὸ κεί­νη τὴν πα­σχα­λιὰ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­χει φυ­τέ­ψει μιὰ τρι­αν­ταφυλ­λιὰ κα­τα­κί­τρι­νη. Θέ­λω, μοῦ λέ­ει, τὸ τε­τρά­διό σου τῆς Γε­ω­λο­γί­ας, θὰ σοῦ τὸ φέ­ρω τὴν Πα­ρα­σκευ­ή. Τὸ πῆ­ρε κι ἔ­φυ­γε λέ­γον­τας σὲ εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λὺ καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ μοῦ τὄφε­ρε ὁ ἀ­δελ­φός της, ἕ­νας τσό­γλα­νος κα­μιὰ δω­δε­κα­ριὰ χρο­νῶν, ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να δυ­ὸ κε­φά­λια, μαλ­λια­ρός, μὲ μιὰ χον­τρὴ μο­νο­κόμ­μα­τη φω­νή.

Ἕνα με­ση­μέ­ρι κα­θό­μουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δέν­τρο καὶ δι­ά­βα­ζα. Δί­πλα μου εἶ­χα μιὰ στά­μνα μὲ νε­ρό, ἔ­κα­νε ζέ­στη, κά­θε τό­σο ἔ­πι­να λί­γο νε­ρὸ καὶ ὕ­στε­ρα κα­τά­βρε­χα λίγο τὴ γῆ. Τὸ χῶ­μα εἶ­χε σκά­σει σὲ με­γά­λα κομ­μά­τια, ὅ­ταν τὸ πό­τι­ζα θρυμ­μα­τι­ζό­ταν ἀ­φή­νον­τας μιὰ εὐ­χά­ρι­στη, βα­ρειὰ μυ­ρου­διά. (περισσότερα…)