Γιώργος Συμπάρδης

Πορτρέτο κυρίας στο ημίφως

 *

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

~.~

Γιώργος Συμπάρδης
Νύχτες με την Κάλλη
Μεταίχμιο, 2026
Vivre c’ est s’ obstiner à achever un souvenir
RENÉ CHAR

Η νέα νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη ανανεώνει και ενδυναμώνει το άρωμα μυστηριακής γοητείας που αποπνέουν τα προηγούμενα έργα του – πέντε μυθιστορήματα και μία νουβέλα συνολικά. Γιατί στα βιβλία του Συμπάρδη πρωταγωνιστής είναι η ατμόσφαιρα, ενώ οι ήρωες είναι ρευστοί και περιπλανώμενοι, ασυμβίβαστοι, αδέσμευτοι, ασαφείς και απροσδιόριστοι, ζωντανά δείγματα της ρευστής εποχής στην οποία ζούμε. Τα πρόσωπα μετατοπίζονται διαρκώς μέσα στον τόπο και τον χρόνο και αποκτούν υφή και ένα βαθμό συμπύκνωσης, ανάλογα με τα αν στέκονται στο φως, το ημίφως ή το βαθύ σκοτάδι. Οι τόποι κι αυτοί πρωταγωνιστούν ή μάλλον το πέρασμα, η μετάβαση από τόπο σε τόπο, που ορίζει και τη διαφορετική ατμόσφαιρα. Και η πλοκή είναι ακριβώς αυτοί οι τόποι, καθώς τους διασχίζει η ερωτική επιθυμία και η αναζήτηση της εκπλήρωσής της, που δεν είναι μια γραμμική πορεία, αλλά η τεθλασμένη κίνηση, η σπασμωδική, η συνειρμική, η παλινδρομούσα μετατόπιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Μπαίνω στον πειρασμό να πω πως αυτή η διαρκής μετακίνηση στην ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης, το πέρασμα από διαφορετικές ατμόσφαιρες, οι γκρίζες ζώνες που διασχίζουν τις συνοικίες, ή τοποθετούνται στις παρυφές τους, δεν έχουν αποτυπωθεί από κανέναν άλλο συγγραφέα με τόση λεπτότητα και λεπτομέρεια, με εξαίρεση ίσως τον (συνομίληκό του) Πατρίκ Μοντιανό.

Έτσι στην πρόσφατη νουβέλα ο (νεαρός;) αφηγητής, καθώς περιπλανιέται στη γειτονιά του, τα Πετράλωνα, τη μέρα στο δυνατό φως του Αυγούστου, και όταν βραδιάσει στη ραστώνη των έρημων και πιο δροσερών νυχτερινών δρόμων, στα σκαλοπάτια ενός ναού εντοπίζει μια γυναικεία φιγούρα, μια μεγάλη γυναίκα, με παλιομοδίτικα εξεζητημένα ρούχα, σαν παλιά θεατρίνα, μια εκλεπτυσμένη καλλονή αλλοτινής εποχής και γοητεύεται από αυτήν σε σημείο που ο πόθος του να την συναντήσει και να την γνωρίσει την “προσελκύουν” ένα βράδυ στην ημιφωτισμένη βεράντα του σπιτιού του, όπου ξεδιψούν με παγωμένα ποτά, τζιν με τόνικ, βότκα με λεπτές φέτες λεμόνι, με θέα τον ακάλυπτο, αλλά και ένα μπαλκονάκι μιας νεαρής γειτόνισσας, για να ανακαλύψει στο τέλος πως το ενδιαφέρον της μυστηριώδους γυναίκας δεν ήταν ακριβώς για αυτόν αλλά για τη νεαρή ένοικο του διπλανού διαμερίσματος.

Στην γοητευτική κυρία με τα γαλαζοπράσινα μάτια, τα φλοράλ φορέματα, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, την φαρδιά άσπρη ζώνη, την μεγάλη ετοιμότητα στον λόγο, την τάση για εκμυστήρευση, την ζωηρή ανάγκη για παρέα και συναναστροφή, την ευκολία να χτυπάει το κουδούνι και να εισβάλλει με μπαγιάτικα γλυκά στο σπίτι ενός σχεδόν άγνωστου άντρα, την άνεση να τον αγνοεί, να τον χρησιμοποιεί κατά πώς θέλει, έχοντας προφανώς συνείδηση της δύναμής της και της έλξης που του ασκεί, την ικανότητα να τον αφήνει άναυδο και ανήμπορο με την άστατη συμπεριφορά της, ο αφηγητής δίνει το όνομα “Κάλλη”, το όνομα μιας αλαζονικής μεγαλύτερης από αυτόν ξαδέλφης του, που όταν αυτός ήταν μικρός και μαγεμένος μαζί της, εκείνη τον περιφρονούσε και τον προσέβαλε, σε σημείο που να αναρωτιόμαστε αν ο πόθος του για την επιβλητική κυρία τροφοδοτείται από την ανάμνηση, κι ακόμα αν η κυρία δεν είναι εντελώς πραγματική αλλά μια αντανάκλαση της ακατάδεχτης ξαδέλφης του. «Η ζωή ως η εμμονή να ολοκληρώσεις μια ανάμνηση», καταπώς λέει ο Ρενέ Σαρ. Ή αντίστροφα, μήπως η ανάμνηση είναι μια νέα επινόηση που χτίζεται με βάση την ζωντανή μορφή που ο ήρωας έχει αυτή τη στιγμή μπροστά στα μάτια του. Πες μου κάτι δικό σου, προσωπικό, του λέει η γυναίκα. “‘Έστω κάτι γι’ αυτή την ξαδέλφη σου που της μοιάζω, την Κάλλη’. Άρχισα με τη φωνή της ξαδέλφης που ακούγοντάς την ταξίδευες και την κάπως μεγάλη αλλά και ωραία, σαν κοντυλογραμμένη, μύτη. Δηλαδή με τα γνωστά για τα οποία ούτε να ψάξω χρειάστηκε ούτε και να παιδευτώ. Το ίδιο καλά τα πήγα και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, αφού μπροστά μου τα είχα κι απλώς παράλλαζα αυτά που έβλεπα.” “Λευκές” θα είναι και οι τέσσερεις νύχτες που θα περάσει μαζί της, όπως ήταν και με την ξαδέλφη του. Η επιθυμία ανεκπλήρωτη, ίσα που αρθρώνεται, χάνεται μέσα στην αβεβαιότητα. (περισσότερα…)

Γιώργος Συμπάρδης, «Πλατεία Κλαυθμώνος» | Νύχτες του Ιουλίου 2025

*

Τετάρτη 23 Ιουλίου, 9μμ.

Παρουσίαση βιβλίου

Γιώργος Συμπάρδης
«Πλατεία Κλαυθμώνος»

Το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης τοποθετημένο στον πρώτο χρόνο της δικτατορίας των Συνταγματαρχών όπου παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις και τις αναζητήσεις σε δρόμους και συνοικίες της Αθήνας ενός δεκαεννιάχρονου φοιτητή της Νομικής που μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια γεμάτη αινίγματα, σιωπές και συγκαλύψεις. Με τον συγγραφέα συζητά η πεζογράφος Λίλα Τρουλινού.

Είσοδος ελεύθερη.

*

*

*

 

Νύχτες του Ιουλίου 2025 – Το Πρόγραμμα

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2025

Το Θέατρο Κυδωνία και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, για ένατη συνεχή χρονιά εφέτος, διοργανώνουν στον ΑΙΘΡΙΟ ΧΩΡΟ του Θεάτρου στα Χανιά, Υψηλαντών 12, αλλά και σε επιλεγμένους χώρους εκτός θεάτρου, τις Νύχτες του Ιουλίου.

Και αυτό το καλοκαίρι, οι φίλοι και οι επισκέπτες μας θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν έναν ευρύ κύκλο εκδηλώσεων που περιλαμβάνει συζητήσεις, περιπατητικές διαλέξεις, τιμητικές βραδιές και εκδηλώσεις μνήμης, παραστάσεις, συναυλίες και προβολές.

Φιλοξενούμενοι μας εφέτος διακεκριμένοι συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ανάμεσα στους οποίους ο ζωγράφος Χρήστος Μποκόρος, ο σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος, οι συνθέτες Φίλιππος Τσαλαχούρης και Νίκος Ξυδάκης, η ηθοποιός Όλια Λαζαρίδου, η δημοσιογράφος Λαμπρινή Θωμά, οι συγγραφείς Γιώργος Συμπάρδης και Ηλίας Μαλεβίτης, η θεατρολόγος Ειρήνη Μουντράκη κ.ά.

Το εφετινό μας πρόγραμμα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μια συζήτηση αφιερωμένη στην πλανητική πολιτική καθώς συμπληρώνεται το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα, μια μουσικοθεατρική παράσταση αφιερωμένη στο έργο της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας Έμιλυ Ντίκινσον, προβολή μιας σημαδιακής ταινίας του ελληνικού βωβού σινεμά συνοδεία ζωντανής μουσικής, προβολή ενός πρόσφατου και ομόφωνα επαινεμένου από την κριτική ιστορικού ντοκυμανταίρ και συζήτηση με τον δημιουργό του, τις καθιερωμένες περιπατητικές μας διαλέξεις, που αυτή τη φορά διοργανώνονται υπό τύπον σεμιναρίου και έχουν ως θέμα τους το ελληνικό βλέμμα στην τέχνη, καθώς επίσης δύο θεατρικές παραστάσεις σκηνοθετημένες από τον Μιχάλη Βιρβιδάκη: ένα θεατρικό αφιέρωμα στον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη και ένα πανόραμα μονολόγων και σκηνών από το Κρητικό Αναγεννησιακό Θέατρο αλλά και αποσπασμάτων από την ποίηση εκείνης της εποχής.

///

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 

Δευτέρα 30 Ιουνίου, Ανοιχτή Πρόβα

Στούντιο Υποκριτικής

Κρητικό Αναγεννησιακό Θέατρο

ΣΚΗΝΕΣ, ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (14ος – 17ος αι.)
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των αθρώπω
Ερωτόκριτος, Α 889-890

Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας, παρουσιάζει την δουλειά του ως δάσκαλος ηθοποιών. Παρουσιάζει επί σκηνής ένα πανόραμα μονολόγων και σκηνών από το Κρητικό Αναγεννησιακό Θέατρο αλλά και αποσπασμάτων από την ποίηση εκείνης της εποχής, επικεντρώνοντας την προσοχή του σε κορυφαία έργα συγγραφέων όπως οι Βιτσέντσος Κορνάρος, Γεώργιος Χορτάτσης, Μάρκος Αντώνιος Φώσκολος, Μπεργαδής κ.α. Συμμετέχουν νεότεροι και παλαιότεροι μαθητές του εργαστηρίου του.

Είσοδος ελεύθερη

*** (περισσότερα…)

Οι ασυμφιλίωτοι

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Γιώργος Συμπάρδης,
Αδέλφια,
Μεταίχμιο, 2018

Στο πέμπτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Γιώργου Συμπάρδη, τοποθετημένο στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και αρχές του 1960, λαμβάνει χώρα μία αδελφομαχία, με ήρωες τον μικρότερο κατά τρία χρόνια αδελφό και αφηγητή της ιστορίας, και τον μεγαλύτερο, τον απείθαρχο Θανάση. Σε αυτήν εμπλέκονται ο πατέρας-χτίστης του σπιτικού της οικογένειας και η απόμακρη και ονειροπόλα μητέρα. Σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συμμετέχει και όλος ο περίγυρος των φίλων, των συγγενών, των γνωστών, των κατοίκων της περιοχής της Ελευσίνας –που δεν κατονομάζεται αλλά εικάζεται–, φτωχών εργατών, επιχειρηματιών και εργολάβων, που χτίζουν το μέλλον του τόπου, συμβάλλοντας ο καθένας με τον εσφαλμένο τρόπο του στην σαθρή «ανοικοδόμηση» της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που πιστεύει μεν στην πρόοδο αλλά και στο εύκολο χρήμα.

Ο Συμπάρδης χτίζει τις ιστορίες του μέσα από δίπολα, όπως λέει και ο ίδιος, γιατί μέσω της αντίθεσης φωτίζονται καλύτερα τα πρόσωπα. Εδώ έχουμε το δίπολο αδελφός εναντίον αδελφού, αλλά η ιστορία είναι ιδωμένη αποκλειστικά μέσα από τα μάτια του μικρότερου, που παρακολουθεί με άγρυπνο μάτι τον μεγάλο, επικεντρωνόμενος στα κατορθώματά του, τα καπρίτσια του, τις κατακτήσεις του, τις αποτυχίες του, καθιστώντας τον έτσι πρωταγωνιστή του βιβλίου, με τον αναγνώστη να αγωνιά και να εκλιπαρεί για λίγο περισσότερη γνώση και πληροφορία –από αυτή που του επιτρέπει η ανεπαρκής ικανότητα για θέαση του αφηγητή, οφειλόμενη εν μέρει στη στενή οπτική του γωνία– υποχρεώνοντάς τον εντέλει να καταφύγει στη φαντασία του για να απαντήσει στα αναπάντητα, να καλύψει τα κενά και να κατανοήσει τα παράδοξα. (περισσότερα…)