Ο Χαμένος Παράδεισος

Nicolas Poussin, Άνοιξη ή Κήπος του Παραδείσου
~.~

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

Η ιστορία των κήπων δεν διαχωρίζεται από την ιστορία της ανθρωπότητας. Και οι δύο ιστορίες έχουν βίους παράλληλους που ο ένας είναι το αντικαθρέφτισμα του άλλου μέσα σε ένα μονοπάτι διαδοχικών αλλαγών, μετατοπίσεων και μεταμορφώσεων. Με βάση την Βίβλο, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Ιστορία γεννιέται μέσα από τον κήπο και ταυτόχρονα έξω από αυτήν, ανάμεσα στην πρώτη κατοικία των ανθρώπων που είναι η Εδέμ (τέρψη, απόλαυση στα εβραϊκά) και στην εξορία των πρωτοπλάστων από αυτήν. Ιστορία της ανθρωπότητας και ιστορία της μονοθεϊστικής θεολογίας πηγάζουν από τον πρωταρχικό και αρχέτυπο Κήπο. Πρόκειται λοιπόν για μια ιστορία της εξορίας. Ο πρώτος τόπος κατοικίας είναι η αρχική γεωγραφία του ανθρώπου που φέρει το όνομα Παράδεισος. Διαβάζουμε στη Γένεση:

καὶ ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε. καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ (Γεν. B΄ 2,8-2,9).

Η κατοικία του ανθρώπου στην αρχική του κατάσταση είναι ένας κήπος, αφού Παράδεισος και κήπος είναι λέξεις παράλληλες και ενίοτε ταυτόσημες. Ο Παράδεισος δανείζεται το όνομά του στα ελληνικά από την περσική λέξη paiṛidaēza που σημαίνει περίκλειστος χώρος, ο οποίος και δηλώνει τον κήπο. Στα ελληνικά το ουσιαστικό παράδεισος εισήχθη από τον Ξενοφώντα. Μετά και τη μετάφραση των Εβδομήκοντα επικράτησε στα ελληνικά ο παράδεισος να συνδέεται με τον κήπο. Όμως όπως διαπιστώνει και η Anne Ducrocq πρόκειται περί μιας εννοιολογικής σύγχυσης καθότι ο παράδεισος δεν βρίσκεται –γεωγραφικά– στον Κήπο της Εδέμ ούτε και ο Κήπος αυτός είναι ο παράδεισος[1]. Η Εδέμ ορίζεται ως ο κήπος της αρχής της Δημιουργίας. Από την άλλην έχει επικρατήσει ο παράδεισος να αποκτά την μορφή του κήπου, αλλά η ριζική του διαφοροποίηση από την Εδέμ είναι ότι πρόκειται για ένα μη-τόπο. Η Εδέμ που τοποθετείται κάπου στην Ανατολή αποτελεί τη πρώτη κατοικία του ανθρώπου και έχει μια γεωγραφική οντότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο και έχουμε πάμπολλες μαρτυρίες εξερευνητών από τον Κοσμά τον Ινδικοπλεύστη μέχρι τους Πορτογάλους εμπόρους που θέτουν γεωγραφικά ερωτήματα και εικασίες, κατά την πλεύση τους, για τον γεωγραφικό εντοπισμό της Εδέμ. Παράδεισος είναι ο μεταφυσικός τόπος παραμονής των ψυχών μετά τον θάνατο. Απεικονίζεται νοητικά ως ένας τόπος γαλήνης και ησυχίας, ως ο τελικός προορισμός του ανθρώπου. Θα λέγαμε ότι έχει επικρατήσει ο παράδεισος να παρομοιάζεται με τον αρχικό κήπο της Εδέμ κατά τον τρόπο που ο Χριστός ονομάζεται ο νέος Αδάμ. Στον χριστιανισμό βρίσκουμε μια άτυπη και μυστική σύνδεση της αρχής και του τέλους βάσει του σχήματος του κήπου. Η αρχική κατάσταση του ανθρώπου τον βρίσκει σε ένα κήπο και το τέλος του ή καλλίτερα η ζωή μετά το θάνατο τον μετατοπίζει πάλι σε ένα είδος κήπου. Οι έννοιες του κήπου της Εδέμ και της φύσης στο λεξιλόγιο του χριστιανισμού αντιστοιχούν στην έννοια της Δημιουργίας. (περισσότερα…)

Ὁ γλωσσικὸς βιότοπος τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ δικές μας ὀφειλές

*

τῆς ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Μὲ νωπὴ ἀκόμη τὴν ἡδεῖα μνήμη τοῦ ἐξαίρετου Συμποσίου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ποὺ ὀργάνωσε ἡ Περιφέρεια Θεσσαλίας ἀπὸ τὶς 19 ἕως τὶς 22 Σεπτεμβρίου 2024 στὴ Σκιάθο, καταθέτω μὲ τὸ παρὸν κείμενο ὁρισμένες σκέψεις γιὰ τὴν παπαδιαμαντικὴ γλώσσα, μαζὶ μὲ τὶς θερμὲς εὐχαριστίες μου πρὸς τὸν Κώστα Κουτσουρέλη, ὁ ὁποῖος μὲ τὴ γνώση καὶ τὴν εὐαισθησία του συνέβαλε καταλυτικὰ στὴν ἄρτια ὀργάνωση καὶ πραγματοποίηση τοῦ λαμπροῦ αὐτοῦ τριημέρου.

Στὰ μαθητικά μου χρόνια διδάχτηκα τὴ «Σταχομαζώχτρα». Ὅταν βρέθηκα στὰ διδακτικὰ ἕδρανα, δίδαξα «Τὸ μυρολόγι τῆς φώκιας» καὶ ὅταν ἀνέλαβα μέλος συγγραφικῆς ὁμάδας σχολικοῦ ἐγχειριδίου προορισμένου νὰ ἀποτελέσει ὕλη πανελλαδικῶν ἐξετάσεων συμμετεῖχα στὴν ἀνθολόγηση τοῦ διηγήματος «Ὄνειρο στὸ κῦμα». Τὸ ἐρώτημα «τὸν καταλαβαίνουμε πράγματι;», τὸ ὁποῖο θέτει πρὸς συζήτηση σὲ στρογγυλὴ τράπεζα τὸ Συμπόσιο, εἶναι καὶ γιὰ μένα ἰδιαίτερα οἰκεῖο, αἰσθάνομαι ὅμως πὼς στὸ βάθος λανθάνει ἕνα ἄλλο, ποὺ ἐπιτακτικὰ προβάλλει τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐπιτέλεση ἑνὸς χρέους: «ὀφείλουμε σήμερα νὰ δημιουργήσουμε τὶς προϋποθέσεις ὥστε ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο νὰ παραμείνει καὶ τὸν εἰκοστὸ πρῶτο αἰῶνα ἄρρηκτη καὶ παράλληλα γόνιμη καὶ δημιουργική;».

Ὅσοι διατυπώνουν τὶς γνωστὲς ἐνστάσεις γιὰ τὸ ἐμπόδιο, ὅπως ἰσχυρίζονται, τῆς καθαρεύουσας ποὺ καθιστᾶ δυσερμήνευτο καὶ μὴ διδάξιμο τὸν Παπαδιαμάντη ἠθελημένα ἢ ἄθελά τους ἀγνοοῦν πὼς ὁ γλωσσικὸς κόσμος τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου δὲν περιορίζεται στὴ λόγια ἐκδοχὴ τῆς ἑλληνικῆς —ποὺ ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ λαμπρὴ καὶ αὐτὴ παρακαταθήκη τῆς γραπτῆς μας παράδοσης—, ἀλλὰ συνιστᾶ ἕνα πολυφωνικὸ γλωσσικὸ σύμπαν, μιὰ ὑπεραιωνόβια βασιλικὴν δρῦν.

Τὸ ὅποιο χρέος μας ἑπομένως ἀφορᾶ τὴ σωτηρία ἑνὸς βιότοπου. Πρόκειται ἀκριβῶς γιὰ ἕνα ἀπειλούμενο γλωσσικὸ οἰκοσύστημα, τὸ ὁποῖο στεγάζει ὅλο σχεδὸν τὸν πολυποίκιλο καὶ πολύμορφο γλωσσικό μας πλοῦτο, τὸν γραμματειακὰ ἢ διὰ τῆς προφορικῆς παράδοσης κληρονομημένο: λέξεις ὁμηρικές, τῶν λυρικῶν ἢ τῆς δραματικῆς ποίησης, λέξεις τῆς ἀττικῆς πεζογραφίας, τῆς Ἁγίας γραφῆς, τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑμνωδῶν κι ἀκόμα λέξεις λαϊκὲς τοῦ σκιαθίτικου ἰδιώματος, ἐκφράσεις καθημερινὲς καὶ ἄλλες προερχόμενες ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, ψηφῖδες μιᾶς μοναδικῆς πολυμορφίας καὶ πολυτυπίας, συνυπάρχουν ἁρμονικὰ ἐπεξηγώντας συχνὰ ἄλληλες, καὶ ὅλες μαζὶ συναποτελοῦν μιὰν ἰδιότυπη γλωσσικὴ κιβωτό. Ἔτσι, ἡ ἐπικοινωνία ἐν γένει ἀλλὰ καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου βαθμιαῖα μετατρέπεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, σὲ πολύτιμη μαθητεία στὴ γλώσσα. (περισσότερα…)

Θεσσαλονίκη: Τὸ βυζαντινὸ παρελθόν της

*

τοῡ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Χαρακτηρίσανε τὴ Θεσσαλονίκη σὰν τὴν πιὸ σημαντικὴ ἀκόμη κι ἀπὸ τὴν Πόλη γιὰ τὰ βυζαντινά της μνημεῖα. Καὶ δὲν εἶν’ ὑπερβολὴ ἂν ἀναλογιστοῦμε τὶς θελημένες ἢ ἀθέλητες καταστροφὲς πού ’χουνε πάθει πρὸ πάντων οἱ ἐκκλησίες τῆς Βασιλεύουσας ὕστερ’ ἀπὸ τὴν ἅλωση κι ὣς τὶς μέρες μας. Μὰ τὸ σπουδαιότερο γιὰ τὰ βυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι πὼς καλύπτουν ὅλες τὶς περιόδους τῆς χιλιόχρονης αὐτοκρατορίας, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὶς πρωτοβυζαντινὲς βασιλικὲς τοῦ Ἅη Δημήτρη καὶ τῆς Παναγίας τῆς Ἀχειροποιήτου, ἔργα τῶν ἀρχῶν τοῦ 5ου αἰώνα, καὶ τελειώνοντας μὲ τὸ κομψὸ ἀριστούργημα τῆς ἐποχῆς τῶν Παλαιολόγων, τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἔχοντας σπουδάσει ὅλα τοῦτα τὰ μνημεῖα στὰ βιβλία,[1] γύρεψα νὰ τὰ δῶ ἀπὸ κοντὰ σὰ βρέθηκα στὴ μακεδονίτικη μεγαλόπολη. Μ’ ὅλο τὸν περιορισμένο καιρὸ πού ’χα στὴ διάθεσή μου, κατάφερα νὰ ἐπισκεφτῶ τὰ πιὸ σπουδαῖα ἀπ’ αὐτά.

***

Στὸν Ἅη Δημήτρη πῆγα τὴν ὥρα τῆς κυριακάτικης λειτουργίας. Ἕνα πηχτὸ κίτρινο φῶς, στὸ χρῶμα τοῦ μελιοῦ, ἔμπαινε ἀπὸ τὰ μεγάλα ἀνατολικὰ παράθυρα καὶ γέμιζε ὅλο τὸ χῶρο τῆς ἐκκλησίας.  Ἡ ψαλμουδία ράθυμη, μελαγχολική, ταξίδευε στὸ θολὸ ἀπὸ τὸ λιβάνι ἀέρα τὸν πανάρχαιο πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ μιὰ μεταφυσικὴ λύτρωση.

Σὰ σκόλασε ἡ λειτουργία ἄρχισα νὰ περιεργάζομαι τὸ χτίριο τῆς ξακουστῆς ἐκκλησίας. Τὸ οἰκοδόμημα, ποὺ βλέπει κανεὶς σήμερο,  εἶναι καὶ δὲν εἶναι ἡ παλιὰ βυζαντινὴ βασιλική. Ἐρειπωμένη ἀπὸ τὴ μεγάλη πυρκαγιὰ τοῦ 1917 ξαναχτίστηκε στὸ μεγαλύτερο μέρος της ἀπὸ ξαρχῆς, πάνω στὸ πρῶτο της, βέβαια, σχέδιο.  Εὔκολα ξεδιακρίνουνται τώρα τὰ γνήσια παλιὰ ντουβάρια ἀπὸ τοὺς ἀναστηλωμένους τοίχους. (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [2/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Της εισήγησης της Ι. Τσιβάκου που δημοσιεύουμε σήμερα, προηγήθηκε η ανάρτηση εκείνης του Κ. Ανδρουλιδάκη. Θα ακολουθήσει προσεχώς η ομιλία του Σ. Γουνελά.   —  ΝΠ

~.~

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

Εισαγωγή: Η έκπτωση του στοχασμού

Το πρώτο που μου ήρθε στον νου όταν προσκλήθηκα να μιλήσω για τις τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα, ήταν το νόημα της λέξης «στοχασμός». Ο «στοχασμός» προέρχεται από τη λέξη στόχος, που σημαίνει βάζω σημάδι και το πετυχαίνω. Αναφερόμενος στη σκέψη υπονοεί πως ο νους θέτει ως στόχο ένα ζήτημα υπό διερεύνηση το οποίο επιχειρεί να το διαλευκάνει ως την απώτατη αλήθειά του. Όσο πιο βαθιά εισχωρεί η σκέψη σ’ ένα ζήτημα, τόσο ο στοχασμός συνδέεται με την αναζήτηση της αλήθειας αυτού που στοχάζεται. Η αλήθεια οδηγεί στον πυρήνα των πραγμάτων, στην ουσία τους, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί σε μια μεταφυσική αρχή, ακόμη κι όταν αυτή η αρχή είναι ένα επιστημονικό αξίωμα.

Στα πεδία του κοινωνικού στοχασμού στα οποία θα επικεντρωθώ, η αλήθεια έχει εκδιωχθεί εξ αιτίας του επικρατήσαντος σκεπτικισμού σε όλα τα πεδία της γνώσης. Όταν όμως η αλήθεια χάνει την απολυτότητά της και γίνεται σχετική, η ανεύρεση της σχετικής αλήθειας της κοινωνίας και των επιστημών που την υπηρετούν μοιάζει με τον παράλογο κυνήγι ερμηνείας και κατανόησης μιας πραγματικότητας που εμείς οι ίδιοι έχουμε οικοδομήσει. Κι αυτό, διότι η σκέψη, μην έχοντας κανένα αντικειμενικό θεμέλιο για να ριζώσει, παρά μόνο τον ίδιο τον εαυτό της, γίνεται αυτοαναφορική.

Η αυτοαναφορά συνδέεται με την επανάληψη. Κρατά ένα σύστημα σκέψης, δηλαδή τον νου, κλειστό, καθώς το ίδιο αναπαράγεται και επαναλαμβάνεται μέσα από τις δικές του συνιστώσες, πράγμα που σημαίνει την μη ανανέωσή του καθώς δεν μπορεί να αντλήσει πληροφορίες από τη ζώσα πραγματικότητα. Μόνο μέσω της ετεροαναφοράς, της στροφής της προς το έτερο, ο νους αντιλαμβάνεται δυνάμεις που δρουν στον εξωτερικό κόσμο, όχι αυτόν που ο ίδιος δημιούργησε, αλλά αυτόν που συνιστά το περιβάλλον εντός του οποίου οι διεργασίες του γεννήθηκαν και εξελίχθηκαν. Οι τρόποι με τους οποίους οι διαδικασίες του νου συνδέονται με το περιβάλλον τους, είναι το μεγάλο ζητούμενο των σύγχρονων επιστημών ─από την βιολογία έως την κοινωνιολογία─, διότι αυτοί οι τρόποι παραπέμπουν στη γένεση του νοήματος και της γνώσης. (περισσότερα…)

Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε. (περισσότερα…)

Φόνος: Τρεις περιπτώσεις

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Strange darling, Mικρή ιστορία για έναν φόνο, Cure: Tρεις ταινίες με θέμα τον φόνο, που μιλούν για το κακό, ακόμη κι όταν αυτό είναι το απόλυτο κακό που εκφράζεται με τον «αναίτιο» φόνο. Ένας φόνος δεν είναι, βέβαια, απλώς ένας φόνος, μπορεί να είναι ένας στραγγαλισμός, μια αιματοχυσία, ένας πυροβολισμός, έχει και το κακό τα δικά του συμφραζόμενα, την κοινωνία που το γεννά, όσο κι αν η αιτιότητά του είναι πολλές φορές κρυμμένη.

Στο Strange darling η κοινωνική αιτιότητα είναι η λιγότερο διαφανής. Δύο νέοι συναντιούνται για περιστασιακό σεξ σε ένα μοτέλ. Ήδη αυτές οι προϋποθέσεις παραπέμπουν σε μια προϋπόθεση κοινωνικής παθογένειας. Ευκαιριακό σεξ: μεταξύ ανθρώπων άγνωστων ουσιαστικά μεταξύ τους, σε ένα μοτέλ με το ειρωνικό (ή και διακειμενικό) όνομα Γαλάζιος Άγγελος. Τα εκρηκτικά της βίας είναι διαθέσιμα εξαρχής: φόβος της κοπέλας ότι θα τη σκοτώσουν, αμηχανία για τις διαδικασίες της συνεύρεσης («Θέλεις να φασωθούμε πρώτα;»), διερεύνηση για τους τρόπους με τους οποίους θα παρέχει ο έναν στον άλλον ηδονή, σαδομαζοχιστικές τελετουργίες με το δέσιμο των χεριών με χειροπέδες, λεκτικές στρατηγικές επιφύλαξης, υπεκφυγής, ασφαλιστικές αποστάσεις έτσι ώστε η «έκθεση» απέναντι στον άλλον να μην είναι προφανής και τελεσίδικη, φόβος ανικανοποίησης και ανεπιτυχούς εκτέλεσης (το φάντασμα του διακυβευόμενου ανδρισμού, της θηλυκής ανοργασμικότητας).

Με βάση τα όσα βλέπουμε το σεξ είναι μια τεχνική που δεν λειτουργεί πάντα, όπως το δέσιμο και το σφίξιμο στον λαιμό της κοπέλας, και μπορεί να οδηγήσει σε ματαίωση, και, ως γνωστόν, η ματαίωση στο σεξ μπορεί να είναι ένας δυνητικός παράγοντας βίας. To σώμα πρέπει να πιεστεί, να σφιχτεί, μέχρι πνιγμού, μέχρι να παραχθεί ο αποπνικτικός οργασμός, οι υπαναχωρήσεις και οι δισταγμοί, ιδίως εκ μέρους του άνδρα, είναι συνεχόμενοι. Καμιά διείσδυση, λίγα φιλιά, έλλειψη αληθινού πάθους, υποτυπώδης ψυχική επαφή δύο ατόμων εγκλωβισμένων μέσα στις φαντασιώσεις μιας ηθελημένα εκτροχιαστικής δήθεν ηδονής, διατυπωμένες στο ύφος των life-syle περιοδικών. Οι νέοι είναι όμορφοι, καλοσχηματισμένοι, άτομα απρόθυμα όμως να παραχωρήσουν μιαν αδυναμία τους στον άλλον. Μέσα από το σεξ πρόκειται να αποδειχθεί μια υπεροχή ιδεολογική και στυλιστική όπως την επιτάσσουν οι κοινωνίες συμπεριφορές του 21ου αιώνα ή δεν ξέρω κι εγώ ποιας generation. Θα επιστρατευθεί η κοκαΐνη, και τελικά η βία, οι ρόλοι κυρίαρχου-κυριαρχούμενου ως αφροδισιακή επικουρία. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Γλῶσσα καὶ κοινωνία

*

Τὸ πλῆρες πρόγραμμα τῶν εκδηλώσεων ἐδῶ

~.~

Lingua nova Greca inventa… «Ἀνεκαλύφθη νέα τις γλῶσσα καλουμένη Ἑλληνική· προσέχετε ἀπ᾿ αὐτῆς, ὅτι ὄργανον τυγχάνει μαγείας, ἀκολασίας καὶ πάσης μαγγανείας· πλήρης δὲ ἐστὶ βλασφημιῶν, καὶ οὐαὶ τῷ γινώσκοντι καὶ μίαν ἢ δύο ἐξ αὐτῆς λέξεις».

Ἱεροκήρυξ Γάλλος τοῦ ΙΓ´ αἰῶνος, διδάσκων ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀκροατάς του τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας. Καὶ τότε μὲν ἡ διδαχή του ἤχησεν εἰς τὰ ὦτα τοῦ ποιμνίου του ὡς ἐπίκαιρος νουθεσία· ἀλλὰ ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὁ μακάριος, ὅτι ἔμελλε νὰ ἔλθῃ ποτὲ χρόνος ὁπότε καὶ προφητικήν τινα ἔννοιαν ἴσως θὰ προσελάμβανον οἱ λόγοι του.

Τότε μὲν εἰς τὸ Παρίσι εἶχεν ἀνακαλυφθῆ, ὡς φαίνεται, νέα γλῶσσα, Ἑλληνικὴ καλουμένη· σήμερον δέ, ὄχι μία, ἀλλὰ περισσότεραι ἑλληνικαὶ γλῶσσαι συγχρόνως ἔχουν ἐπινοηθῆ· ἄλλη μᾶς ἔρχεται ἀπὸ τὸ Παρίσι, καὶ ἄλλη ἐπιδημεῖ ἐνθρονισμένη ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ὅλαι λαλούμεναι, γραφόμεναι, καὶ ἀναγινωσκόμεναι ἀνὰ Ἑλλάδα πᾶσαν καὶ τὴν ἄγλωσσον, ἠχοῦσιν ὡς «σύμμικτον εἶδος κἀποφώλιον τέρας». (περισσότερα…)

Όλος ο κόσμος μια σκηνή

*

— Νέλληηηη! Νέλληηηη!

Τους κοιτούσαμε, καθισμένοι εμείς στα τραπέζια μας, τρώγοντας το φαγητό μας, πίνοντας το αναψυκτικό μας, λες και ήταν ηθοποιοί εκείνοι που έπαιζαν σε ένα υπαίθριο θέατρο και εμείς θεατές που είχαμε έρθει να δούμε ένα θέαμα μετά μεσημεριανού φαγητού. Μόνο που δεν ήταν διασκεδαστικό. Δεν ήταν κατάλληλο για τόσο ευχάριστη καλοκαιρινή μέρα. Δεν ήταν κωμωδία ούτε επιθεώρηση.

— Νέλληηηη! Νέλληηηη! φώναζαν με τρόπο σπαρακτικό και καταλάβαμε ότι είχαν χάσει το παιδί τους.

Ήμασταν σε μια μικρή πλατεία απ’ την οποία ξεκινούσαν πέντε δρόμοι: οι δυο οδηγούσαν στη λεωφόρο με τα αυτοκίνητα και την κίνηση, οι άλλοι τρεις προς την παλιά πόλη που ήταν όλη πεζοδρομημένη αλλά γεμάτη με κόσμο, κυρίως με τουρίστες αλλά και ντόπιους που είχαν έρθει να ψωνίσουν στη λαϊκή.

Ήρθε ο πατέρας με αγωνία και ελπίδα να μας ρωτήσει έναν-έναν στα τραπέζια των διαφόρων εστιατορίων αν είχαμε δει ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών με ξανθά μαλλιά, ροζ μπλουζάκι και τζην βερμούδα και ένας-ένας οι θεατές του απαντήσαμε όχι αλλά αν τη βλέπαμε θα την κρατούσαμε κοντά μας τη Νέλλη μέχρι να έρθει ο ίδιος ή η γυναίκα του να την ζητήσουν.

Έφυγε ο άνθρωπος αναψοκοκκινισμένος, με τον φόβο και την ενοχή στο βλέμμα του. Με τον φόβο ότι μπορεί ποτέ να μην ξανάβλεπε το παιδί του που ίσως το είχε χτυπήσει αυτοκίνητο ή το είχε αρπάξει κάποιος με κακούς σκοπούς. Με την ενοχή ότι δεν είχε υπάρξει αρκετά προσεκτικός και την είχε χάσει τη μικρή από τα μάτια του. (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [1/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Την εισήγηση του Κ. Ανδρουλιδάκη που δημοσιεύουμε παρακάτω, θα ακολουθήσουν προσεχώς οι ομιλίες των άλλων δύο συνεισηγητών.   —  ΝΠ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ 

Υπάρχει ένα είδος πολυάσχολων στη Ρώμη, που τρέχουν
εδώ κι εκεί καταϊδρωμένοι, έχουν σαν ασχολία τους
την απραξία, ασθμαίνουν χωρίς λόγο, κι ενώ κάνουν
πολλά δεν κάνουν τίποτα.
ΦΑΙΔΡΟΣ, Ανέκδοτα κατά τον τρόπο του Αισώπου  [1]
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε
— ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Τα ερωτήματα που τέθηκαν ως αφετηρία για τη συζήτησή μας είναι: Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών επιστημών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Το θέμα μας ταυτίζεται ουσιαστικά με το θέμα της πνευματικής κατάστασης της χώρας μας στην εποχή μας – ένα πραγματικά τεράστιο πλέγμα θεμάτων, το οποίο έχει απασχολήσει κατά καιρούς τους πνευματικούς ανθρώπους και που εδώ μόλις μπορούμε να θίξουμε.[2] Επειδή τα θέματα τούτα είναι βέβαια μεγάλα και σύνθετα, θεώρησα σκόπιμο να τα ξεχωρίσω στα ακόλουθα ειδικότερα ερωτήματα.

1) Υπάρχει στοχασμός στη σημερινή Ελλάδα;   

Ο Κώστας Αξελός, στο νεανικό βιβλίο του Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας (1954), θεωρεί ότι: «Η σύγχρονη Ελλάδα δεν απέκτησε σκέψη· κι ακόμη περισσότερο της λείπει μια πολύ αρθρωμένη γλώσσα».[3] Με τη λέξη «σκέψη», ο Αξελός εννοεί κυρίως: φιλοσοφία πρωτογενή και συστηματική, και δεν έχει άδικο. Εδώ πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στη συστηματική φιλοσοφία και στον στοχασμό ή τη σκέψη με μιαν ευρύτερη (ουσιαστική) έννοια, όπως εκφράζεται λ.χ. στο δοκίμιο, στη λογοτεχνία, στο θέατρο και αλλού. Αλλά τι εννοούμε με τις λέξεις «σκέψη» και «στοχασμός»; Με επίγνωση ότι το θέμα είναι σύνθετο, θα πρότεινα: η έλλογη θέση ερωτημάτων και η προσπάθεια αναζήτησης απαντήσεων σε ζητήματα και προβλήματα που υπερβαίνουν την ικανοποίηση των αμέσων βιοτικών και πρακτικών αναγκών του ανθρώπου· που υπερβαίνουν τα φυσικά ένστικτα και τις αισθήσεις. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Καντ:

«Ο Λόγος μέσα σ’ ένα πλάσμα είναι η ικανότητα να επεκτείνει τους κανόνες και τις προθέσεις της χρήσης όλων των δυνάμεών του πολύ πέρα από [το σημείο που φτάνει] το φυσικό ένστικτο, και δεν γνωρίζει όρια στις απόπειρές του. Αλλά ο ίδιος δεν ενεργεί ενστιγματικά· χρειάζεται δοκιμές, άσκηση και διδαχή, για να προχωρεί σιγά-σιγά από τη μια βαθμίδα της νόησης στην άλλη».[4] (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Νεκρὸς ταξιδιώτης

Ἔργο τοῦ Χρήστου Μποκόρου (2024)

*

ΟΤΑΝ ΕΥΡΕΘΗ Ο ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανάν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου ―ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου, κι ὁ Νωματάρχης ὁ ἀστυνομεύων― ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος, ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγμένος ἢ δὲν ἦτον.

Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος, ὁ συχωρεμένος ὁ Κώστας τοῦ Σταματάκη. Φαίνεται, εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶμα τῆς μικρᾶς νήσου του ―ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον, ὅπου τὰ κύματα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν μυστηριῶδες νανούρισμα εἰς τοὺς νεκρούς― κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτημα, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦμα, καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωμένος εἰς τὴν πάλην μὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον, δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρημον ναΐσκον της πέραν, εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωμένου νησιοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε, κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολλημένος ὁ πόθος του, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς του. Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόμη τὸ παλαιὸν ἔρημον μοναστηράκι, προκῦπτον μέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάμεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας, ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου, ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος, ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσᾶ καὶ στίλβοντα στολίδια του μέσα εἰς τὸν θησαυρόν του.

Κι ὅταν ἡ μικρὰ καμπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχήν ―οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν, ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν μακρόθεν ἕνα σταυρόν, ἂν ἤξευραν ἀκόμη νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους― κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶμ ὁ πνευματικὸς τὸν Ἑσπερινόν, μαζὶ μὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του, κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν, διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόμη τὴν γλυκεῖαν μελαγχολίαν τῆς μοναξιᾶς μέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνομάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». Καὶ τῆς βρύσης τὸ μάρμαρον, τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην, τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Καὶ μόλις ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις, μισοσβησμένους, τοὺς ἰαμβικοὺς στίχους, τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτὲ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς πηγῆς, ὁ διάσημος ἀσκητής, ὁ ἀββᾶς Διονύσιος: «Χεῖρας, πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἁβρῶς, ὁμοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων, τῆς καλλιρρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης, ξένε, ψυχῆς τότε μνήσθητι Διονυσίου». (περισσότερα…)

«Αχ! Χρόνε-Κρόνε-δολοφόνε»: Θωμάς Π. Λαλαπάνος (1903-1989)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Κι ο μύθος δεν τελειώνει.
Μια θάλασσα μας νανουρίζει τ’ όνειρο
και μια στεριά την περιπέτεια.
ΘΩΜΑΣ Π. ΛΑΛΑΠΑΝΟΣ
«Αργώ», Χρυσά κύπελλα, 1967

Ένας χρόνος πέρασε από το πολύνεκρο ναυάγιο του προσφυγικού σκάφος ανοιχτά της Πύλου και διαβάζω για ένα άλλο: αυτό του πλοίου «Χειμάρρα», επιβατηγού με την αρχική ονομασία “Hertha”, το οποίο δόθηκε στην Ελλάδα από την βρετανική κυβέρνηση στο πλαίσιο των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, μιαν άλλην εποχή με κρύο, ημέρα Κυριακή 19 Γενάρη του 1947, και όπου πνίγηκαν 383 άνθρωποι, γεγονός που επικυρώνει το ψευδές της εισαγωγής του ποιητή «βγάζει ασημί η θάλασσα κι ο έρωτας χρυσάφι».

Το πρωί της προηγούμενης μέρας, στις 8.30 π.μ., το 42 ετών σκαρί, απέπλευσε από τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά. Ο πλοίαρχος Σπύρος Π. Μπιλίνης εξαιτίας της κακοκαιρίας, αποφάσισε να μην ανοιχτεί στο Αιγαίο αλλά να πλεύσει δυτικά της Ευβοίας, περνώντας από την Χαλκίδα και τον Ευβοϊκό κόλπο, εκεί όπου το συγκλόνισε τρομερή έκρηξη. Η πρώτη υποψία ήταν ότι έπεσε πάνω σε νάρκη, σύνηθες φαινόμενο εκείνον τον –μετά τον Πόλεμο– καιρό.

Ο Τύπος, επηρεασμένος από το εμφυλιακό κλίμα, την επομένη του ναυαγίου επικαλέστηκε σαμποτάζ αναρχικών και κομμουνιστών –στο πλοίο επέβαιναν 34 εξόριστοι πολιτικοί κρατούμενοι–, η εφημερίδα Εστία έγραψε ότι «οι κομμουνισταί είχαν κάθε λόγον να εξαφανίσουν μεταφερομένους συμμορίτας διά να λείψουν αι αναμφισβήτητοι αποδείξεις περί της αναρχοκομμουνιστικής δράσεως», οι γνώμες έδιναν κι έπαιρναν. Τελικά το πόρισμα από τις ανακρίσεις που διενήργησε η Ανακριτική Επιτροπή Ελέγχου Ναυτικών Ατυχημάτων, κατέληξε πως το πλοίο δεν κινούνταν επί της ορθής πορείας, με αποτέλεσμα να προσκρούσει στη βραχονησίδα Γάιδαρο και να προκληθεί ρήγμα. (περισσότερα…)

Ἐλευθερία ἢ λογοτεχνία

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Κάπου ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν γράφει ὅτι εἶναι παράδοξο τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ Βυζάντιο εἶχαν ἀναγέννηση ἐνῶ το κράτος κατέρεε. Ὁ Τόινμπι ἀργότερα ἔδωσε τὴν ἑρμηνεία ὅτι αὐτὸ ἀποδεικνύει πὼς τὸ βυζαντινὸ κράτος ἦταν βραχνὰς γιὰ τοὺς Ἕλληνες: Μόνο ὅσο «ἀπελευθερώνονταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο», ἀναπτύσσονταν λογοτεχνικὰ καὶ καλλιτεχνικά. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἀναγέννηση ἢ τοῦ ὅρου Οὐμανισμὸς εἶναι παρακινδυνευμένη γιὰ τὸ Βυζάντιο (παντοῦ ἀνακαλύπτουν —φιλοβυζαντινοὶ Ἕλληνες καὶ ξένοι βυζαντινολόγοι— Ἀναγεννήσεις καὶ Οὐμανισμούς, μὴν τυχὸν ξαναχαρακτηρίσουν σκοταδιστικὸ οἱ αἰώνιοι γιββωνιστὲς τὸ Βυζάντιο), οἱ ἀντιλήψεις τῶν δύο Ἄγγλων προϋποθέτουν ὅτι ἡ λογοτεχνία καὶ τὰ γράμματα εἶναι τὸ ὕψιστο κριτήριο γιὰ τὴν πολιτισμικὴ ἀκμὴ ἢ παρακμὴ μιᾶς κοινωνίας. Κι ὁ Κοραῆς ἀπέδιδε στὴν ἔλλειψη ἐπαρκοῦς παιδείας τὴν ὀθωμανικὴ προέλαση: Λὲς καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. ἦταν μορφωμένοι.

Μπορεί κανεὶς νὰ κάνει μιὰ ἀναδρομὴ στὴν ἑνετοκρατούμενη Κρήτη: Τὰ περισσότερα καὶ πιὸ σπουδαῖα ἔργα της γράφτηκαν ἀφότου ἔπαυσαν, μετὰ τὴν Ἅλωση, οἱ ἐπαναστάσεις τῶν Κρητικῶν κατὰ τῶν Βενετῶν. Ἐνδεικτικά: Ἐρωτόκριτος (17ος αἰ.), Θυσία τοῦ Ἀβραάμ (17ος αἰ.), Ἐρωφίλη (1595). Τὸ ἴδιο καὶ ἀλλοῦ.

Ἡ ἀποδοχὴ τῆς δουλείας, ἡ παραίτηση, τὸ νὰ «καταλάβεις» ὅτι εἶναι μάταιο νὰ θὲς πολιτικὴ ἐλευθερία, καὶ νὰ ἀποσυρθεῖς στὸν κόσμο τῆς φαντασίας, εἶχε ἀποτέλεσμα τὴν ἐντονότερη ἐνασχόληση τῶν Κρητικῶν μὲ τὶς τέχνες καὶ τὰ γράμματα, ἀφοῦ δὲν ἀπέμενε τίποτε ἄλλο πιά -σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Δύση ὅπου ἡ ἐνασχόληση αὐτὴ ἐντάθηκε μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ τὴν ἐνδυνάμωση τοῦ (ἐθνικοῦ) νεοτερικοῦ κράτους. Ἡ ἀνατρεπτικότητα τῶν ἀντισυμβατικῶν Γάλλων συγγραφέων καὶ καλλιτεχνῶν τοῦ 19ου αἰ. δὲν ροκάνιζε τὸ ἐθνικὸ μεγαλεῖο τῆς Γαλλίας, τὸν «ἐθνικισμό» της, ἀκόμη κι ἂν αὐτοὶ ποθοῦσαν αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀντιθέτως τῆς προσέδιδε παγκοσμίως ἀκόμη μεγαλύτερη αἴγλη, ἀντιεξουσιαστική, αὐτὴ τὴ φορά, ἐπαναστατικὴ κ.λπ. Ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα, συνέβη τὸ ἀντίθετο — ὅπως στὰ περισσότερα μικρὰ κράτη μὲ διανοούμενους ποὺ «πνίγονται». (περισσότερα…)